Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Γέριμος κ.α., Αγωγή Αρ. 818/2013, 19/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 818/2013 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και-
- XXX Γέριμος, από τη Αμμόχωστο
- Μήλου XXX, από τη Αμμόχωστο
- Αυτελλοτός ΛΤΔ, από τη Αμμόχωστο Εναγομένων 19 Νοεμβρίου, 2021 Για τους Ενάγοντες: κα Γ. Μαλέκκου για Πελεκάνος & Πελεκάνος ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 3: κ. Α. Κασιανή για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Eνάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 και 3 το ποσό των ευρώ 217.570, πλέον τόκο προς 7.75% ετησίως από τη 15.01.20 μέχρι εξοφλήσεως, επί ποσού ευρώ 216.881,15, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο. Το πιο πάνω ποσό αποτελεί το υπόλοιπο στεγαστικού δανείου που παραχώρησαν οι Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο
- Αρχικά οι Ενάγοντες αξίωναν το ποσό των ευρώ 134.320,30 πλέον τόκο προς 8.25% από την 28.05.2013 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο. Η αξίωση τους περιορίσθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Οι Ενάγοντες αξιώνουν επίσης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3, την έκδοση διαταγμάτων για την εκποίηση των υποθηκών XXXXX/08 και XXXXX/08, αντίστοιχα. Ο Εναγόμενος 1 είναι ο πρωτοφειλέτης του δανείου ενώ ο Εναγόμενος 3, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Παρενθετικά αναφέρω ότι η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 δεν έχει προωθηθεί καθότι αυτή απεβίωσε, σχετικό είναι το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.05.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 3 καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αμφισβητούν την πιο πάνω αξίωση και προβάλλουν τις πιο κάτω θέσεις. Ι . Η επίδικη συμφωνία δανείου περιλαμβάνει καταχρηστικούς όρους, κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 93(Ι)/
- ΙΙ. Η συμφωνία εγγύησης που αφορά την Εναγόμενη 3 είναι παράνομη καθότι καταρτίσθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 3, κατά παράβαση του Νόμου 197
(1)/2003. ΙΙΙ. Οι επίδικες υποθήκες καταρτίσθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/
- ΙV. Το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι 'εσφαλμένο και ή διογκωμένο' καθότι περιλαμβάνει 'παράνομες, αντισυμβατικές και καταχρηστικές' χρεοπιστώσεις. Οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν στους Ενάγοντες. V. Δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας. Οι Ενάγοντες δεν απέστειλαν στους Εναγόμενους επιστολές τερματισμού της συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι με την Ανταπαίτηση τους ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δανείου, η συμφωνία εγγύησης που παραχωρήθηκε από την Εναγόμενη 3 και οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες. Ενώπιο του δικαστηρίου κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας, ο λειτουργός της Τράπεζας, XXX Σωφρονίου. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 δεν κατέθεσαν και δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. Συνοψίζω τη μαρτυρία του XXX Σωφρονίου, αμέσως πιο κάτω. Ο XXX Σωφρονίου, Μ.Ε.1, εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από το 2013 ενώ προηγουμένως και συγκεκριμένα από το 1990, εργαζόταν στη Λαϊκή Τράπεζα. Υπηρετεί στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Μονάδα Ανάκτησης Χρεών) και είναι ένας εκ των υπεύθυνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγόμενων. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι στο Τμήμα του κατέχουν και φυλάττουν όλα τα έγγραφα που αφορούν τους προβληματικούς λογαριασμούς και έχουν την ευθύνη της παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών. Στον ίδιο είχε ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγόμενων, μετά τον τερματισμό του. Ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του, υπό τον έλεγχο και τη φύλαξή του, τα έγγραφα που αφορούσαν το συγκεκριμένο λογαριασμό. Ετοίμασε δε τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η παρούσα υπόθεση. Καταθέτοντας για την επίδικη διαφορά δήλωσε ότι οι Ενάγοντες παραχώρησαν στεγαστικό δάνειο ύψους €125.000, στον Εναγόμενο 1, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας, ημερομηνίας 11.12.2008, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Εναγόμενο 1, τη 16.12.
- Η συμφωνία τροποποιήθηκε τη 12.10.2009, στην ουσία μειώθηκε το βασικό επιτόκιο κατά μία μονάδα. Η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 11.12.2008 και η τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 12.10.2009, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, πρόκειται για τα Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Με βάση τους όρους της συμφωνίας το δάνειο θα αποπληρωνόταν σε περίοδο 234 μηνών, με 233 μηνιαίες δόσεις εκ €902,33 εκάστη και θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο στεγαστικού δανείου, προσαυξημένο κατά 1,75%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. Οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να μεταβάλλουν κατά την κρίση τους και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ίσχυαν κάθε φορά, των συνθηκών, της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και τα τραπεζικά δικαιώματα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικώς και αλληλεγγύως, τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες δια της υπογραφής εγγύησης επί της συμφωνίας δανείου, ημερομηνίας 11.12.
- Η εν λόγω εγγύηση βρίσκεται ενσωματωμένη στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 11.12.2008, Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε κατά πόσο υπήρχε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 3 που επέτρεπε την κατάρτιση της εν λόγω εγγύησης. Αυτός κατέθεσε σχετικό πρακτικό της εταιρείας, Τεκμήριο 10, που φέρει τις υπογραφές της γραμματέας και του Συμβούλου της εταιρείας, της XXX Γέριμου και του XXX Γέριμου αντίστοιχα, με το οποίο αποφασίσθηκε όπως η εταιρεία εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Παραθέτω το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 αυτούσιο. «Αποφασίζεται όπως η Εταιρεία εγγυηθεί παρά τη Τραπέζη Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., επί εγγυητηρίου εγγράφου ύψους €125.000,- υποχρεώσεις του κ. XXX Γέριμου υπό μορφή δανείου ύψους €125.000,- πλέον τόκους, εξουσιοδοτείται δε προς τούτο ο κ, XXX Γέριμος όπως υπογράψει δια την Εταιρεία παν αναγκαίον έγγραφον ή έγγραφα μετά της Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., εν σχέσει με την ως άνω εγγύηση. Η υπογεγραμμένη κ. XXX Γέριμου, Γραμματεύς της εταιρείας ΑΥΤΕΛΛΟΤΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, δια της παρούσης μου βεβαιώ ότι τα ανωτέρω αποτελούν αληθές αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίοιτιης εταιρείας, ήτις έλαβε χώραν την 15 ΔΕΚ. 2008.» Προς περαιτέρω εξασφάλιση του επιδίκου δανείου, οι Εναγόμενοι 1 και 3 υποθήκευσαν προς όφελος των Εναγόντων αριθμό κτημάτων. Πρόκειται για τις υποθήκες XXXXX/2008 και XXXXX/
- Τα έγγραφα των δύο υποθηκών κατατέθηκαν στο δικαστήριο, Τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους, ημερομηνίας 01.11.2012, τεκμήριο 8, ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 1 ότι η μεταξύ των συμφωνία τερματιζόταν και ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας προς 3%. Παρόμοια επιστολή απέστειλαν και στον Εναγόμενο
- Η Τράπεζα, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα διαθέτει σύστημα αποστολής επιστολών προς τους πρωτοφειλέτες και εγγυητές. Όταν μία επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη θεωρείται ότι αυτή έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση οι επιστολές προς τους Εναγόμενους στάλθηκαν στη διεύθυνση που είχε δοθεί από αυτούς. Ο Εναγόμενος 1 ήταν συνεπής με την καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων μέχρι τα μέσα του 2011 περίπου. Από την 01.06.2011 και εντεύθεν υπήρχαν καθυστερήσεις, παρέλειπε να καταβάλλει τις δόσεις του, με βάση τους όρους της συμφωνίας. Σύμφωνα με τις καταστάσεις της Τράπεζας, το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €134.320,30, πλέον τόκο προς 8,25% ετησίως από την 28.05.2013 επί ποσού €129.703,22 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Ο μάρτυρας κατέθεσε Πιστοποιητικό, που ετοιμάστηκε δυνάμει του Άρθρου 35, του Κεφαλαίου 9, συνοδευόμενο από τις καταστάσεις του επιδίκου δανείου. Ο μάρτυρας δήλωσε στο δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες περιορίζουν το επιτόκιο στο βασικό και ετοίμασε για το σκοπό αυτό αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7Α. Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του τραπεζικού βιβλίου που διατηρούν οι Ενάγοντες. «Παρήχθηκε» και εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, μετά από εντολή του ιδίου. Τη συνέκρινε με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και διαπίστωσε ότι ήταν ορθή. Εξήγησε ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δεν υπάρχει οποιαδήποτε χρέωση, το μόνο που περιλαμβάνει είναι τους τόκους και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, Πιστοποιητικό που ετοιμάστηκε δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφαλαίου 9, συνοδευόμενο από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του επιδίκου λογαριασμού δανείου. Αντεξεταζόμενος για το επιτόκιο με το οποίο χρεώθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός δήλωσε ότι με βάση την αρxική συμφωνία το επιτόκιο ήταν 7% (βασικό 5.25% συν περιθώριο 1.75%), σύνολο 7%. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα τη 15/10/2009, έγινε μείωση του βασικού επιτοκίου, μειώθηκε σε ποσοστό 4.25% συν 1.75% περιθώριο, σύνολο 6%. Ακολούθησε περαιτέρω μείωση του βασικού επιτοκίου, μειώθηκε σε ποσοστό
- 50%, συν
- 75% το περιθώριο, σύνολο
- 25%. Τη 13/05/2011, το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε κατά 0.5% και έγινε 4% συν το περιθώριο, σύνολο 5.75%. Το επιτόκιο παρέμεινε σταθερό μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω το μάρτυρα ενώ κατέθετε και να αξιολογήσω τη μαρτυρία του. Η εντύπωση που αποκόμισα ήταν θετική. Απαντούσε τις ερωτήσεις ευθέως χωρίς περιστροφές, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν καλός γνώστης των θεμάτων για τα οποία ερωτήθηκε. Περαιτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο, όταν θα εξετάσω τα επιμέρους θέματα που εγείρονται. Το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι η εισήγηση που προβλήθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9 και συγκεκριμένα ότι δεν αποτελούν ακριβή αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου. Το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, προβλέπει τα πιο κάτω σε σχέση με τις καταχωρίσεις τραπεζικών βιβλίων που προσφέρονται ως μαρτυρία σε δικαστική διαδικασία: «Τραπεζικά βιβλία 22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.» Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οι Ενάγοντες, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, τηρούσαν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείτο στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούσαν τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένων και του επιδίκου λογαριασμού του Εναγόμενου
- Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρίσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρίσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο ήταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, υπό τον έλεγχο των τελευταίων. Στο βιβλίο είχαν πρόσβαση οι λειτουργοί της Τράπεζας μεταξύ των οποίων ήταν και ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν, μετά από εντολή του ιδίου από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συνέκρινε τα εν λόγω ποσά με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι ήταν ορθά. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω στοιχεία, κρίνω ότι η εισήγηση της υπεράσπισης ότι τα τραπεζικά βιβλία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9, δεν ευσταθεί. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι η εισήγηση των Εναγόμενων ότι η επίδικη συμφωνία δανείου περιλαμβάνει καταχρηστικούς όρους κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93(Ι)/
- Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι ο όρος που αφορούσε την καταβολή τόκων και ο υπολογισμός αυτού ήταν καταχρηστικός. Καταχρηστικός ήταν και ο όρος που έδιδε το δικαίωμα στη Τράπεζα να καταστήσει απαιτητό το υπόλοιπο του δανείου και τους τόκους, οποτεδήποτε αυτή επιθυμούσε. Επιπρόσθετα προβάλλουν τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία αποτελούσε 'προκατασκευασμένο' έγγραφο, με 'προκαθορισμένους όρους' το οποίο δεν ήταν διαπραγματεύσιμο. Το Άρθρο 3 του Νόμου 93(Ι) καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Μια ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό. Στο Άρθρο 5 του ιδίου Νόμου δίδεται η ερμηνεία της "καταχρηστικής ρήτρας". 'Καταχρηστική' θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις για να συμφωνήσει στη ρήτρα, αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πωλητής ή προμηθευτής ήταν η Τράπεζα και καταναλωτής, ο Εναγόμενος
- Ως ανέφερα και πιο πάνω, οι Εναγόμενοι δεν προσήλθαν στο δικαστήριο για να καταθέσουν και καμιά μαρτυρία έχει προσκομισθεί εκ μέρους τους, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε συναφθεί η επίδικη σύμβαση δανείου. Καμιά μαρτυρία έχει προσκομισθεί που να καταδεικνύει ότι οι όροι της σύμβασης δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης και ότι συνέτρεχαν οι λόγοι που καθορίζονται στο άρθρο 5, οι οποίοι είναι ενδεικτικοί του γεγονότος ότι υπήρχε ανισότητα μεταξύ των μερών. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Frakapor Courier Ltd κ.α. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ECLI:CY:AD:2016:A286, Πολ. Εφ. 9/2011, ημερομηνίας 15.06.
- Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο έκρινε ότι για να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι μια ρήτρα είναι καταχρηστική, θα έπρεπε να είχε καταρριφθεί η ύπαρξη καλής πίστεως εκ μέρους της Τράπεζας. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο, αμέσως πιο κάτω: «Τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 5 του Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/96), (ο ″Νόμος″), προβλέπει τον ορισμό της καταχρηστικής ρήτρας, ήτοι: ″5.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου, ″καταχρηστική ρήτρα″ θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.″ Το πρωτόδικο δικαστήριο στηρίχθηκε στις υποπαραγράφους «(στ) και (ζ)» του παραρτήματος του Νόμου, που συνάδουν με τα υπό εξέταση γεγονότα, και μετά από προβληματισμό, ως προς την παρεχόμενη, στους εφεσιβλήτους, δυνάμει της συμφωνίας δανείου, αποκλειστική δυνατότητα τερματισμού, ανέφερε: ″Είναι γεγονός ότι η διατύπωση του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου δεν βοηθά στην εύκολη κατανόηση του. Καθοδήγηση μπορεί, όμως, να αντληθεί από την Ευρωπαϊκή Οδηγία αρ. 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Ανάγνωση της προαναφερόμενης οδηγίας αποκαλύπτει ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος αποτελεί την προσπάθεια του Νομοθέτη να εναρμονίσει την Κυπριακή Νομοθεσία με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, και μάλιστα άρθρα του Ν. 93(Ι)/96 είναι μετάφραση άρθρων της εν λόγω Οδηγίας. Το άρθρο 5 του Ν. 93(Ι)/96 είναι η ενσωμάτωση του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας, όπου αναφέρονται τα εξής τα οποία και θεωρώ ότι βοηθούν στην κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» στο Κυπριακό κείμενο: «A contractual term which has not been individually negotiated shall be regarded as unfair if, contrary to the requirement of good faith, it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations arising under the contract, to the detriment of the consumer».″ ″Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι η παράγραφος 3 της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 είναι καταχρηστική, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων.″ Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση και ιδιαιτέρως όταν στη βάση του περιεχομένου του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της ″καλής πίστης″. Επί του προκειμένου, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε συναφθεί η σύμβαση δανείου, στηριζόμενο στο εύρος της προσαχθείσας μαρτυρίας από τους εφεσιβλήτους. Είναι σ' αυτό το πλαίσιο που αποφάσισε ότι παρόλες τις υποβολές, οι εφεσείοντες δεν είχαν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Το επιχείρημα που προβλήθηκε ότι, το Δικαστήριο έθεσε το βάρος απόδειξης της μη ύπαρξης καλής πίστης στους εφεσείοντες, δεν έχει έρεισμα."» Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι συγκεκριμένες ρήτρες ήταν καταχρηστικές με βάση τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που η επίδικη συμφωνία περιείχε κάποιες καταχρηστικές ρήτρες, αυτό δεν θα οδηγούσε αυτόματα στην απαλλαγή των Εναγόμενων από τις υποχρεώσεις τους, οι τελευταίοι θα είχαν είτε δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας είτε δικαίωμα να ζητήσουν τη μη εφαρμογή της ρήτρας. Καθοδηγητικές επί του συγκεκριμένου θέματος είναι οι αποφάσεις Συρίμη ν. Οργανισμού Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1131 και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Συρίμης (ανωτέρω): "Όμως, ακόμα και αν κάποιες από τις ρήτρες θεωρούνταν καταχρηστικές, όπως ορθά επισημαίνει ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, η Εφεσείουσα δεν θα απαλλασσόταν εντελώς των υποχρεώσεων της, αλλά θα είχε δικαίωμα είτε να τερματίσει τη σύμβαση λόγω της καταχρηστικής ρήτρας, είτε να επιμένει για τη μη εφαρμογή της ρήτρας. Η σύμβαση, όμως, θα συνέχιζε να ισχύει σε ό,τι αφορά τις βασικές υποχρεώσεις της Εφεσείουσας, εκτός και αν δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ισχύουσα χωρίς την καταχρηστική ρήτρα". Επισημαίνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης στην γραπτή του αγόρευση προβάλλει τη θέση ότι πολλοί όροι της επίδικης συμφωνίας, πέραν από αυτούς που καταγράφονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του, ήταν καταχρηστικοί. Η θέση αυτή δεν καλύπτεται από το δικόγραφο του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εξέτασης. Εν κατακλείδι η εισήγηση ότι η επίδικη συμφωνία δανείου περιέχει καταχρηστικός όρος απορρίπτεται. Απορρίπτω και τη θέση ότι η εγγύηση που δόθηκε από την Εναγόμενη 3 είναι άκυρη καθότι δεν είχε δοθεί η αναγκαία εξουσιοδότηση από το Διοικητικό της Συμβούλιο. Ενώπιο του Δικαστηρίου κατατέθηκε το σχετικό πρακτικό, Τεκμήριο 10, το οποίο ομιλεί από μόνο του και το θέμα δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι οι υποθήκες που παραχωρήθηκαν ως εξασφάλιση της συμφωνίας δανείου, καταρτίσθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου 9/
- Ισχυρίζονται ότι οι όροι των εγγράφων των υποθηκών δεν είναι «σύμφωνοι με τους όρους του επιδίκου δανείου» και ή ότι ο τόκος «δεν καθορίζεται ούτε και υπολογίζεται». Το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα πιο κάτω: «(γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη». Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες το χρηματικό ποσό της υποθήκης και οι τόκοι θα πρέπει να καθορίζονται στο έγγραφο ή να μπορούν να προσδιορισθούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τόσο το κεφάλαιο όσο και το επιτόκιο καθορίζονται στις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτου, Υ6874/08 και Υ17716/09, Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Ο τόκος και στις δύο υποθήκες ήταν κυμαινόμενος και «αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 1.75%». Κατά την ημερομηνία καταρτισμού των εν λόγω εγγράφων το επιτόκιο ήταν 7% ετησίως, το βασικό επιτόκιο ήταν 5.25% και η προσαύξηση 1,75%. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε περαιτέρω ότι από τη στιγμή που οι υποθήκες έγιναν αποδεκτές από το Διευθυντή του Κτηματολογίου, δεν τίθεται θέμα παραβίασης του άρθρου 21 του Νόμου 9/
- Προς επίρρωση της θέσης της επικαλέστηκε την απόφαση Χ"Οικονόμου και Ελληνική Τράπεζα
(1992)1 Α.Α.Δ. 949. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Ακόμα, έχουμε την άποψη πως οι όροι της υποθήκης δεν περιορίζονται από το άρθρο 21 μόνο στον τύπο της υποθήκης που το άρθρο αυτό καθορίζει, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β), "ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη την χρήσιν ετέρων παρόμοιας φύσεως τύπων, ως και την αναγκαίαν υπό τας περιστάσεις τροποποίησιν των εν τω Δευτέρω Παραρτήματι εκτιθεμένων τοιούτων· οιαδήποτε δε απόκλισις τοιούτου ή τροποποιημένου τύπου εκ των αντιστοίχων τύπων των εκτιθεμένων εν τω Δευτέρω Παραρτήματι, εφ' όσον δεν πρόκειται περί ουσιαστικής διαφοράς, ουδόλως επηρεάζει το έγκυρον ή το κανονικόν του τοιούτου τύπου". Έχουμε τη γνώμη πως η επισύναψη του Τεκμηρίου 4Α ήταν αναγκαία για να προσδιορίσει επακριβώς τη συμφωνία των μερών και δεν αποτελεί απόκλιση ουσιαστικής διαφοράς από τον καθορισμένο τύπο για να επηρεάσει το έγκυρο ή το κανονικό του τύπου της υποθήκης. Εξάλλου, η δήλωση υποθήκης έγινε αποδεκτή από το Διευθυντή Κτηματολογίου και το ακίνητο του εφεσείοντα βαρύνεται δια της πληρωμής του εξασφαλισμένου ποσού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23. Ο εφεσείων δεν υπόβαλε έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να αποδεκτεί την υποθήκη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 51 του Νόμου.» Με βάση την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι η συμμόρφωση με τον τύπο που προβλέπεται από το άρθρο 21, δεν είναι στοιχείο καθοριστικό για την εγκυρότητα της υποθήκης, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή του Κτηματολογίου κατά πόσο θα τον εγκρίνει ή όχι. Από τη στιγμή που ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δώσει την έγκριση του για κατάθεση της υποθήκης, ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να προσβληθεί η απόφαση είναι δια της υποβολής Εφέσεως. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν παρουσιάσθηκε μαρτυρία ότι η εν λόγω απόφαση προσβλήθηκε με Έφεση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι οι Υποθήκες είναι άκυρες γιατί οι πρόνοιες τους αντιβαίνουν το άρθρο 21
(1)(γ) του Νόμου 9/65, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι 'εσφαλμένο και ή διογκωμένο' καθότι περιλαμβάνει 'παράνομες, αντισυμβατικές και καταχρηστικές' χρεοπιστώσεις και ότι αυτοί δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Οι Eνάγοντες, ως αναφέρω και πιο πάνω, έχουν ετοιμάσει αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήριο 7Α και έχουν αφαιρέσει όλες τις χρεώσεις που είχαν γίνει στο παρελθόν. Το μόνο που παρέμεινε είναι οι χρεώσεις που αφορούν τους τόκους οι οποίες όμως και αυτές έχουν μειωθεί. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, το επιτόκιο με το οποίο χρεώθηκε τελικά ο επίδικος λογαριασμός, πριν την ημερομηνία τερματισμού, είναι χαμηλότερο από αυτό που είχε συμφωνηθεί αρχικά. Μετά τον τερματισμό έχει προστεθεί ο τόκος υπερημερίας, 2% ετησίως. Πέραν τούτου παρατηρώ ότι το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί και οι Εναγόμενοι καμιά μαρτυρία έχουν προσκομίσει προς υποστήριξη των θέσεων τους, περί παράνομων χρεώσεων. Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας των καταχωρίσεων. Σχετική επί του θέματος είναι η πρόσφατη απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd και Ζαλούμη ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολ. Εφ. 149/2013, ημερομηνίας 14.04.
- Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο, αμέσως πιο κάτω: "Στη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών καταχωρούνταν οι πληρωμές, οι εισπράξεις και οι τόκοι υπερημερίας και οι τυπωμένες καταστάσεις λογαριασμού είχαν ελεγχθεί και συγκριθεί με τα στοιχεία που παρουσιάζονταν στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της εφεσείουσας τράπεζας και ήταν ορθές. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μαρτυρία για τα πιο πάνω γίνεται δεκτή ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη καταχώρησης των «θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό», δηλαδή, το αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού και μαρτυρία προς τούτο δίδεται από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας, είτε προφορικά, είτε με ένορκη δήλωση. Η παρουσίαση, επομένως, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, πέραν από τον αριθμό των ίδιων των λογαριασμών και των ημερομηνιών των δοσοληψιών, του λογαριασμού δανείου, Τεκμήρια 16(α) και 16(β), (που έγινε όμως δεκτό από το Δικαστήριο ότι υπήρξε αλλαγή αριθμού), δημιούργησε εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας όλων των καταχωρήσεων." Το τελευταίο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι η εισήγηση ότι δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας και συγκεκριμένα ότι οι Eνάγοντες δεν απέστειλαν στους Εναγόμενους τις επιστολές τερματισμού της συμφωνίας. Οι επιστολές τερματισμού Τεκμήριο 8, κατατέθηκαν από το Μ.Ε.1, ο οποίος δήλωσε στο δικαστήριο ότι στην Τράπεζα υπάρχει σύστημα αποστολής επιστολών συμπεριλαμβανομένων των επιστολών τερματισμού και όταν μια επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη, θεωρείται ότι έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της. Η πιο πάνω δήλωση δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Παρενθετικά αναφέρω ότι εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα ήταν η δήλωση του Μ.Ε.1 ότι η Τράπεζα απέστειλε τις καταστάσεις λογαριασμού στον Εναγόμενο
- Η πιο πάνω θέση δεν καλύπτεται από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και ως εκ τούτου δεν θα τύχει εξέτασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωση τους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, για το ποσό των ευρώ 217.570, πλέον τόκο προς 7.75% ετησίως από τη 15.01.20 μέχρι εξοφλήσεως επί ποσού ευρώ 216.881,15, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο. Εκδίδονται επίσης τα πιο κάτω διατάγματα: Α. Διάταγμα διατάττον την εκποίηση και ή πώληση του ακινήτου το οποίο είναι υποθηκευμένο υπό του Εναγομένου 1 προς όφελος των Εναγόντων δυνάμει της υποθήκης XXXXX/08 με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, μερίδιο όλον, στη Δρυμού Πάφου, ημερ.23.12.08 Α΄ Υποθήκης του Κτηματολογίου Πάφου και τα έσοδα εκ της εκποιήσεως διατεθούν προς εξόφληση της απαίτησης των Εναγόντων. Β. Διάταγμα διατάττον την εκποίηση και ή πώληση του ακινήτου το οποίο είναι υποθηκευμένο υπό της Εναγομένης 3 προς όφελος των Εναγόντων δυνάμει της υποθήκης XXXXX/08 με αρ. εγγραφής XXXXX, 0/XXXXX, 0/XXXXX, XXXXX, μερίδιο όλον, στο Ποτάμι Λευκωσίας, ημερ. 19.12.08 Α' Υποθήκης του Κτηματολογίου Λευκωσίας και τα έσοδα εκ της εκποιήσεως διατεθούν έναντι και ή προς εξόφληση της απαίτησης των Εναγόντων. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής και της Ανταπαίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο