Καλογήρου, ως Διαχειριστής της Περιουσίας της Χρ. Πραστίτη ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Παραπομπή αρ. 54/13, 17/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Παραπομπή αρ. 54/13 Μεταξύ: XXXXX Κ. Καλογήρου, ως Διαχειριστής της Περιουσίας της XXXXX Χρ. Πραστίτη (Δ. Τ. XXXXX70), τέως από τη Λευκωσία Αιτητής και Κυπριακή Δημοκρατία Αποζημιούσης Αρχής Αίτηση ημερ. 21/5/21 για Τροποποίηση της Ειδοποίησης Παραπομπής και της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Κ. Ευαγγέλου για Δειλινός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Αποζημιούσα Αρχή: κα Ζ. Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής ζήτησε τις ακόλουθες τροποποιήσεις επί της ειδοποίησης παραπομπής: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Ειδοποίησης Παραπομπής ως ακολούθως:
(1)Δια της αντικατάστασης στην 3η γραμμή της υποπαραγράφου (α) της 7ης παραγράφου της φράσης «Θα ακολουθήση έκθεση εκτιμητού», με την φράση «Ποσό €26.600 για την αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης και επιπλέον ποσό €30.800 για την επιζήμια επίδραση που επήλθε με την κατεδάφιση της κατοικίας, πλέον τόκους.» Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου επιτρέπον ή/και παρέχον την άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Παραπομπή, ως ακολούθως:
(1)Δια της προσθήκης στην 2η γραμμή της 7ης παραγράφου αμέσως μετά τη λέξη «ιδιοκτήτριας», της φράσης «στις 7/3/2010».
(2)Δια της αντικατάστασης στη 3η γραμμή της 9ης παραγράφου, αμέσως μετά τη λέξη «δυσχεραίνει», της φράσης «την ικανοποιητική», με τη φράση «εξ ολοκλήρου την».
(3)Δια της αντικατάστασης στη 2η, 3η, 4η, 5η και 6η γραμμή της 10ης παραγράφου της φράσης «αφαίρεσης του απαλλοτριωθέντος μέρος από το υπόλοιπο ακίνητο, κατέστη ουσιώδης η μείωση της αξίας του και έχουν μειωθεί αισθητά οι δυνατότητες αξιοποίησης του. Δυνάμει έκθεσης πραγματογνώμονα, η οποία θα παρουσιαστεί κατά την δικάσιμο θα ήταν καλύτερα να απαλλοτριώνετο ολόκληρο το τεμάχιο», με την φράση «κατεδάφισης της κατοικίας επήλθε επιζήμια επίδραση στην αξία του ακινήτου. Περισσότερες λεπτομέρειες θα δοθούν από τον εκτιμητή κατά την δικάσιμο.».
(4)Δια της διαγραφής στην 3η, 4η και 5η γραμμή της 11ης παραγράφου της φράση «€450,00 ανά τ.μ (δηλαδή €450 X 289 τ.μ το ΟΛΟ = €134.100), πλέον τις επιπρόσθετες ζημίες για καταστροφή περιουσίας άνευ αδείας».
(5)Δια της προσθήκης μετά την υφιστάμενη 3η γραμμή της 11ης παραγράφου, της ακόλουθης νέας 4ης γραμμής «[α] 76 τ.μ. @ €350 / τ.μ. = €26.600».
(6)Δια της προσθήκης μετά την νέα 4η γραμμή της 11ης παραγράφου, της ακόλουθης νέας 5ης γραμμής «[β] 88 τ.μ. @ €350/τ.μ. - €30.800».
(7)Δια της προσθήκης μετά την νέα 5η γραμμή της 11ης παραγράφου, της ακόλουθης νέας 6ης γραμμής «Σύνολο €57.400».
(8)Δια της αντικατάστασης στη 1η γραμμή της υποπαραγράφου Α της 12ης παραγράφου του ποσού «€134.100», με το ποσό «€57.400». Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου θα γίνουν οι ως άνω τροποποιήσεις εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την σύνταξη του εν λόγω διατάγματος. Η νομική βάση της αίτησης είναι οι Δ.1, 9, 10, 12, 25 και 63 των θεσμών της Πολτικής Δικονομίας και των θεσμών του Δικαστηρίου καθορισμού αποζημιώσεων του
- Η αίτηση βασίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Αιτητής της παραπομπής. Είναι δικηγόρος στο επάγγελμα και χειρίζεται την παραπομπή του μόνος. Τον Απρίλιο 2021 ανέθεσε τον χειρισμό της υπόθεσης του στους συναδέλφους του Δειλινός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ που εξειδικεύονται σε ζητήματα απαλλοτριώσεων. Μελέτησε την υπόθεση και ανακάλυψε ότι η έκθεση εκτίμησης δεν ήταν ικανοποιητική για τον σκοπό της υποστήριξης της αίτησης. Διορίσθηκε νέος εκτιμητής, ο XXXXX Μηνάς, ο οποίος ετοίμασε νέα εκτίμηση βάσει της οποίας γνωμάτευσε ότι το ποσό της αποζημίωσης που θεωρεί ως δίκαια αποζημίωση είναι σημαντικά μειωμένο από το ποσό που εκτίμησε ο κ. Μαυρέας σε σχέση με την αγοραία αξία του ακινήτου. Αυτός είναι ο λόγος που είχε καταστεί αναγκαία η τροποποίηση της ειδοποίησης παραπομπής. Δεν προστίθενται νέα γεγονότα στην παραπομπή και δεν θα υποστεί ζημιά η Αποζημιούσα Αρχή επειδή ζητεί να μειώσει σημαντικά το ποσό που αξιώνει με την αίτηση παραπομπής. Η εκτιμήτρια του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και ο νέος ιδιώτης εκτιμητής που έχει διορίσει πρόσφατα, εκτίμησαν το ίδιο το ακίνητο και συμφωνούν για την ανά τ.μ. αξία που είχε η έκταση του επίδικου ακινήτου που απαλλοτριώθηκε κατά την ημέρα της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, ήτοι €350/μ
- Σημειώνεται ότι, πράγματι, καταχωρήθηκε σημείωμα αλλαγής δικηγόρου στον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης την 21.
- Η Αποζημιούσα Αρχή καταχώρησε ένσταση και προέβαλε 9 λόγους ένστασης ως ακολούθως:
- Η νομική βάση της Αίτησης είναι εσφαλμένη και/ή παράτυπη γιατί δεν εξειδικεύει τους κανονισμούς στην οποία στηρίζεται με βάση τον περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Διαδικαστικό Κανονισμό, 1956 (1151/1956) ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα.
- Η Αίτηση σκοπεύει στην εισαγωγή υλικού και/ή ισχυρισμών που ήταν σε γνώση του Αιτητή από την καταχώριση της Ειδοποίησης Παραπομπής και συνακόλουθα και της Έκθεσης Απαίτησης. Ως εκ τούτου, οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν σε πλήρη γνώση του Αιτητή ευθύς εξ αρχής και/ή, εν πάση περιπτώσει, όφειλε να τα γνωρίζει και δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο να έρχεται στο προχωρημένο αυτό στάδιο και να εξαιτείται τις αιτούμενες τροποποιήσεις.
- Ο Αιτητής μέσω της παρούσας Αίτησης επιχειρεί καταχρηστικά να προσθέσει ισχυρισμό ότι υπάρχει επιζήμια επίδραση στην αξία του ακινήτου που επήλθε με την κατεδάφιση της κατοικίας, αξίωση την οποία διεκδικεί τόσο μέσω της Επίταξης με αρ. 1/13 όσο και μέσω της Αγωγής με αρ. 996/
- Δεν συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση είναι εντελώς αδικαιολόγητη και καταχρηστική και σε περίπτωση έγκρισής της θα επηρεάσει καταλυτικά τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της Αποζημιούσης Αρχής για δίκαιη δίκη.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή έχει καταχωριστεί με υπέρμετρη καθυστέρηση.
- Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής μέσω της Ενόρκου Δηλώσεως που υποστηρίζει την Αίτηση είναι εντελώς αδικαιολόγητοι και/ή μη επαρκείς και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την ανάγκη για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έγκριση της παρούσας Αίτησης, καθότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν προκύπτει πώς η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία προς το σκοπό καθορισμού και/ή διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, τα οποία αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων.
- Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω και σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο, παρά την ένσταση της Αποζημιούσης Αρχής, ήθελε εγκρίνει την παρούσα Αίτηση, τότε όλα τα έξοδα της αίτησης και όλα τα έξοδα που θα απωλεσθούν συνεπεία της αιτούμενης τροποποίησης, θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ της Αποζημιούσης Αρχής και εναντίον του Αιτητή, καθότι η παρούσα ένσταση έχει καταχωριστεί εύλογα και σύμφωνα με την νομολογία. Η δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση έχει ετοιμάσει ένορκη δήλωση και έχει αναφέρει τα ακόλουθα προς υποστήριξη της θέσης της. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη διότι δεν εξειδικεύει τους κανονισμούς στην οποία στηρίζεται με βάση τον περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Κανονισμό του 1956 (1151/1956). Οι σκοπούμενες τροποποιήσεις με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν έγκαιρα να είναι σε γνώση του Αιτητή. Ο Αιτητής καταχρηστικά επιχειρεί να προσθέσει ισχυρισμό ότι υπάρχει επιζήμια επίδραση στην αξία του ακινήτου που επήλθε με την κατεδάφιση της κατοικίας. Η αξίωση αυτή δικογραφείται τόσο στην επίταξη με αρ. 1/13 όσο και την αγωγή με αρ. 996/
- Ο Αιτητής απέκρυψε τα ανωτέρω με αποτέλεσμα αυτή να είναι κακόπιστη εφόσον επιχειρεί να προσθέσει αξίωση την οποία διεκδικεί ήδη σε δύο άλλες διαδικασίες. Η αγωγή 996/13 έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και έχει οριστεί για τελικές αγορεύσεις την 1.7.
- Η κατεδάφιση της κατοικίας και η ζημιά που επέφερε διεκδικείται ως αξίωση στην αγωγή και αν επιτραπεί η παρούσα τροποποίηση και εκδοθεί και απόφαση στην αγωγή θα έχει ως αποτέλεσμα να αποζημιωθεί διπλά ο Αιτητής αφού ενδεχομένως θα λάβει αποζημίωση στα πλαίσια της αγωγής και παράλληλα θα διεκδικεί την ίδια θεραπεία στα πλαίσια της παρούσας παραπομπής. Περαιτέρω, η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και αυτό επιδρά καταλυτικά στα δικαιώματα της Αποζημιούσας Αρχής. Η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και θα προκαλέσει πολλαπλότητα των διαδικασιών. Ο περιορισμός του ποσού της αποζημίωσης μπορεί να επιτευχθεί στα πλαίσια της παραπομπής και χωρίς να προωθηθεί οποιαδήποτε αίτηση τροποποίησης. H αίτηση παραπομπής καταχωρήθηκε σε σχέση με το ακίνητο στην επαρχία Λευκωσίας, τοποθεσία Άγιος Νικόλαος, ενορία Παναγίας, αρ. τίτλου 5/1226 Φ/σχ 21/47 Ε1, Τμήμα 5, αρ. τεμαχίου 1140, συνολικής έκτασης 298 τ.μ. (απαλλοτριωθέν μέρος 76 τ.μ.). Η παραπομπή αφορά τη γνωστοποίηση της απαλλοτρίωσης 909 ημερομηνίας 29.10.2010, το διάταγμα επίταξης 924 ημερομηνίας 29.10.10, την ανανέωση του διατάγματος της επίταξης 569 ημερομηνίας 7.9.2012 και το διάταγμα απαλλοτρίωσης 857 ημερομηνίας 21.10.
- Στην συνέχεια, στα πλαίσια της διαδικασίας παραπομπής καταχωρήθηκε Έκθεση Απαιτήσεως με το ακόλουθο περιεχόμενο στις παραγράφους 4 μέχρι 11: «
- Κατά η περί την 21/10/2011, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης υπ' αριθμό 857/21.10.2011, με το οποίο απαλλοτριώθηκε μέρος του εν λόγω τεμαχίου. Σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν η διεύρυνση και/ή βελτίωση της Λεωφόρου Αγίου Ιλαρίωνος στην Λευκωσία.
- Το εν λόγω τεμάχιο κατά τον χρόνο της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης ήταν ένα μικρό γωνιακό οικόπεδο (συνολικής εκτάσεως 298 τ.μ.) με πρόσοψη σε δύο δρόμους, στην οδό Ανδρέα Ζάκου και στην οδό Μεσοκελέως. Βρίσκεται κοντά στον κυκλοφοριακό κόμβο του ΣΟΠΑΖ. Πάνω στο τεμάχιο αυτό ήταν κτισμένη μια παλαιά κατοικία με στέγη ταράτσα (συνολικής εκτάσεως 90 τ.μ.).
- Το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως που είναι και η Απαλλοτριούσα Αρχή, προχώρησε αυθαίρετα, απροειδοποίητα και χωρίς να συμφωνηθούν τα κεκτημένα, στην κατεδάφιση της οικίας που βρισκόταν πάνω στο οικόπεδο και στην απαλλοτρίωση τμήματος 76 τ.μ. από το ΟΛΟ (298 τ.μ.), αφήνοντας μόνο 222 τ.μ. στο υπό εκτίμηση ακίνητο.
- Η μικρή κατοικία ήταν μεν κάποιας ηλικίας αλλά μέχρι και τον καιρό του θανάτου της αποβιωσάσης ιδιοκτήτριας ήταν κατοικήσιμη. Σήμερα, με μια ανακαίνιση, το κτίριο θα μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί.
- Η κατεδάφιση της κατοικίας η οποία ακόμα και σαν μικρός αποθηκευτικός χώρος και/ή χώρος περιπτέρου ή ως κατοικία για εποχιακούς και/ή αλλοδαπούς εργάτες θα μπορούσε να επιφέρει ένα μικρό ποσό ενοικίου μηνιαία. Αυτή η δυνατότητα όμως έχει απωλεσθεί με την αυθαίρετη κατεδάφισή της. Η περιοχή που περιβάλλει το κτήμα είναι βιομηχανική και η ανάγκη για στέγαση εργατών θα έδιδε σίγουρη εξασφάλιση για ένα μηναίο εισόδημα.
- Λόγω του μικρού μεγέθους του κτήματος, πλέον του σχήματός του το οποίο είναι γωνιακό και με αξιοποιήσιμο χώρο περισσότερο μπροστά στην γωνία, η αφαίρεση των 76 τ.μ. δυσχεραίνει την ικανοποιητική αξιοποίηση του υπολοίπου. Παραμένει ένα τριγωνικό σχήμα 26 επί 13 μέτρα, περίπου, σε σχήμα ανάποδου χωνιού. Στα δυτικότερα 10 μέτρα βάθους, το πλάτος αρχίζει από 8 μέτρα και σβήνει στα 3 μέτρα.
- Ως εκ του αποτελέσματος της ως άνω απαλλοτρίωσης και λόγω της αφαίρεσης του απαλλοτριωθέντος μέρος από το υπόλοιπο ακίνητο, κατέστη ουσιώδης η μείωση της αξίας του και έχουν μειωθεί αισθητά οι δυνατότητες αξιοποίησής του. Δυνάμει έκθεσης πραγματογνώμονα, η οποία θα παρουσιαστεί κατά την δικάσιμο, θα ήταν καλύτερα να απαλλοτριώνετο ολόκληρο το τεμάχιο.
- Βάσει συγκριτικών, εύλογη αποζημίωση για το εν λόγω τεμάχιο, με την επιζήμια επέμβαση, καταστροφή και κατεδάφιση της μικρής κατοικίας, θα ήταν €450,00 ανά τ.μ. (δηλαδή €450 X 298 τ.μ. το ΟΛΟ = €134.100), πλέον τις επιπρόσθετες ζημιές για καταστροφή περιουσίας άνευ αδείας.» Είναι καθαρό από το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως, πιο πάνω, ότι ο Αιτητής έχει προωθήσει το ζήτημα της επιζήμιας επίδρασης του ακινήτου ως συνέπεια της απαλλοτρίωσης που ήταν και η αιτία για την καταστροφή και κατεδάφιση της κατοικίας. Ως προς τις λεπτομέρειες της αξίωσης γίνεται παραπομπή στην έκθεση του εκτιμητή. Η έκθεση του εκτιμητή σε σχέση με την αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου είναι €350 το τ.μ. Δεν γίνεται αναφορά στην έκθεση για επιπρόσθετη ζημιά πέραν της αξίας του ακινήτου που έχει απαλλοτριωθεί σε σχέση με την επιζήμια επίδραση στο μέρος του ακινήτου που παραμένει στην ιδιοκτησία της διαχείρισης και δεν έχει απαλλοτριωθεί. Με την τροποποίηση ο Αιτητής επιχειρεί να προσθέσει εύλογη αποζημίωση που να αφορα την επιζήμια επίδραση της επέμβασης στο εναπομείναν μέρος του ακινήτου ύψους €30.800 και εύλογη αποζημίωση για την αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης ύψους €26.
- Ως προς τη θέση της Αποζημιούσας Αρχής ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη διότι δεν στηρίζεται στην σωστή νομική διάταξη ώστε να προωθείται, κρίνω ότι είναι αβάσιμο το επιχείρημα. Ολες οι ενδιάμεσες αιτήσεις σε παραπομπές στηρίζονται στην Δ.9 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956, εις την οποία ο Αιτητής κάνει ρητή αναφορά στη νομική βάση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Χαρικλείδη ν Ποφαΐδη 1 ΑΑΔ 1608
(2001)στην οποία υπέδειξε το Εφετείο ότι ο κανονισμός του 1956 δεν παραπέμπει στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας και είναι αυτόνομη δικονομική διάταξη και έτσι δεν είναι λάθος η μη συμπερίληψη συγκεκριμένου αριθμού διάταξης των θεσμών της πολιτικής δικονομίας ως νομική βάση της αίτησης. Το πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης είναι σχετικό: «Το συμπέρασμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με το οποίο η μη συμπερίληψη της Δ.9 θ.10 στη νομική βάση της αίτησης θεωρήθηκε ως μη ουσιώδης ή θεμελιώδης παράλειψη έχει αμφισβητηθεί με τον επόμενο λόγο της έφεσης. Από τη στιγμή - υπέβαλε ο κ. Κληρίδης - που η εφεσείουσα ήγειρε θέμα στην ένορκη δήλωση της ότι η αίτηση δεν είναι νομότυπη τότε οι αιτητές είχαν καθήκον είτε να αποσύρουν την αίτηση είτε να ζητήσουν την τροποποίηση της. Η παρούσα αίτηση - συνέχισε ο κ. Κληρίδης - στερείτο νομικής βάσης και στηριζόταν σε θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας εντελώς άσχετους που δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής και να της παράσχουν το ορθό νομικό υπόβαθρο. Με την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου - κατέληξε ο κ. Κληρίδης - επετράπη η προσθήκη νέου διάδικου στην διαδικασία ο οποίος θα υπέχει θέση αρχικού διαδίκου όπως προνοείται από την Δ.9 θ.10 και 11 η οποία δεν αποτελεί νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης. Επομένως δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί το αίτημα για την προσθήκη νέου διαδίκου. Η εισήγηση του κ. Κληρίδη παραγνωρίζει μια σημαντική παράμετρο. Πρόκειται για Παραπομπή καθορισμού των αποζημιώσεων λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Η διαδικασία της Παραπομπής διέπεται από τους περί Δικαστηρίων Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμούς του 1956 (Δευτερογενής Νομοθεσία, Τόμος ΙΙ, σελ. 110) (οι Κανονισμοί του 1956) που διατηρήθηκαν σε ισχύ με την επιφύλαξη στο άρ. 20 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962 (Ν 15/62). Οι Κανονισμοί του 1956 είναι αυτοτελείς και δεν παραπέμπουν στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η διαδικασία ενδιάμεσων αιτήσεων, όπως είναι η παρούσα, διέπεται από τον Καν. 9 των Κανονισμών του 1956. Σύμφωνα με την παραγ. 2 του Καν. 9 η «αίτηση πρέπει να είναι έγγραφη και πρέπει να περιέχει τον τίτλο της διαδικασίας και τους λόγους για τους οποίους υποβάλλεται». Αντίθετα λοιπόν με τα όσα απαιτούνται από την Δ.48 θ.2 για αναφορά στη νομική βάση της αίτησης ο Κ. 9
(2)δεν απαιτεί τέτοια αναφορά. Η αυτοτέλεια των Κανονισμών του 1956 και οι πρόνοιες του πιο πάνω Καν. 9
(2)καθιστούν αχρείαστη την αναφορά στη νομική βάση της αίτησης. Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.» Επί της ουσίας, είναι φανερό ότι είναι αναγκαία για τον Αιτητή η τροποποίηση επειδή διαφορετικά δεν θα μπορέσει να προωθήσει την θεραπεία της επιζήμιας επίδρασης επί του μέρους του ακίνητου που δεν επηρεάζεται από την απαλλοτρίωση. Η αίτηση παραπομπής στηρίζεται επί των λεπτομερειών της στην έκθεση του εκτιμητή. Η αρχική έκθεση του εκτιμητή που υποστήριζε την ειδοποίηση παραπομπής δεν προωθεί το θέμα της επιζήμιας επίδρασης που αναπτύσσεται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Η έκθεση εκτίμησης ασχολείται μόνο με τις αποζημιώσεις που έχουν προκύψει σε σχέση με την αγοραία αξία του ακινήτου. Η αξία του ακινήτου, ως τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αξία του τεμαχίου της γης που έχει απαλλοτριωθεί. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Κωνσταντινίδη 1 ΑΑΔ 2042
(2001), το Εφετείο υπέδειξε ότι πρέπει να υπάρχει εναρμόνιση της δικογραφίας με την υπόθεση όπως εκτυλίσσεται κατά τη δίκη στο θέμα της ζημιάς. Σε εκείνη την υπόθεση η έκθεση του εκτιμητή των εφεσίβλητων δεν είχε καταπιαστεί με το ζήτημα της επιζήμιας επίδρασης. Παρόλο τούτο, στη διάρκεια της δίκης ζητήθηκε από τον εκτιμητή των εφεσίβλητων να σχολιάσει σχετικό απόσπασμα με την επιζήμια επίδραση από μέρος της έκθεσης του εκτιμητή της Αποζημιούσας Αρχής. Η άλλη πλευρά υπέβαλε ένσταση στην προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας. Το Εφετείο επεξήγησε ότι εφόσον ο εκτιμητής δεν ασχολήθηκε με το θέμα της επιζήμιας επίδρασης, το κρίσιμο ερώτημα ήταν κατά πόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε να επιδικάσει ποσό ψηλότερο από εκείνο που είχαν διεκδικήσει οι εφεσίβλητοι με βάση την έκθεση του εκτιμητή τους. Αποφάνθηκε ότι όπως στις περιπτώσεις των τροχαίων δυστυχημάτων που ζημία, η οποία προκύπτει στο ενδιάμεσο, μεταξύ του δυστυχήματος και της δίκης, αποκρυσταλλώνεται και είναι δεκτική αριθμητικού υπολογισμού, επιδικάζεται η συγκεκριμένη ζημία υπέρ του ενάγοντος, υπό τον όρο, τυπικό κατ' ουσία, της θεσμικής εναρμόνισης της Έκθεσης Απαιτήσεως με τα δεδομένα της απόφασης του δικαστηρίου, το ίδιο ισχύει στην περίπτωση της παραπομπής. Σχετικό είναι το απόσπασμα που εμπερικλείει την τελική κρίση του Εφετείου επί του θέματος πιο κάτω: «Θεωρούμε ότι η αρχή η οποία έχει εφαρμοσθεί στις περιπτώσεις τροχαίων δυστυχημάτων μπορεί, κατ' αναλογία, να τύχει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση. Πρόκειται για ζημιά η οποία έχει αποκρυσταλλωθεί κατά τη δίκη και μάλιστα με πρωτοβουλία του εκτιμητή της Αποζημιούσας Αρχής. Η επιδίκαση της επιβαλλόταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί. Ωστόσο προς εναρμόνιση της δικογραφίας με την υπόθεση των εφεσιβλήτων όπως αυτή έχει εκτυλιχθεί κατά τη δίκη, σε σχέση με το θέμα της επιζήμιας επίδρασης, θα πρέπει να υποβληθεί τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως, η οποία θα καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο μετά την έκδοση της απόφασης μας.» Στην παρούσα περίπτωση γίνεται αναφορά στο ζήτημα της επιζήμιας επίδρασης του ακινήτου εξ αιτίας των ειδικών χαρακτηριστικών του ακινήτου χωρίς αυτό το ζήτημα να αναπτύσσεται στην έκθεση του εκτιμητή. Συνεπώς, προκειμένου ο Αιτητής να αναπτύξει το θέμα με συγκεκριμένη μαρτυρία κατά την διάρκεια της δίκης είναι αναγκαία η τροποποίηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τα δικόγραφα κατόπιν αιτήματος των διαδίκων πηγάζει από την κ. 25 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να προβεί στην τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας όταν η τροποποίηση καταστεί αναγκαία για τη δίκαια επίλυση των επίδικων ζητημάτων της αγωγής. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου 1 ΑΑΔ
(1991)934 η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά με την προτεινόμενη τροποποίηση. Δίδεται η τροποποίηση φιλελεύθερα εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε μετά που είχαν ήδη μαρτυρήσει επτά μάρτυρες της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν Παύλου 1 ΑΑΔ
(1995)560 επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία για να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου. Κριτήριο κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της προτεινόμενης τροποποίησης. Σε εκείνη την υπόθεση δεν εγκρίθηκε το αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης, διότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι μόλις είχαν περιέλθει εις γνώση του κάποια γεγονότα ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Στην υπόθεση Δημητρώφ ν Ιωάννου 1 ΑΑΔ 1645
(2003)το Δικαστήριο δεν ενέκρινε τέταρτη αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση των δικογράφων επειδή ήταν φανερό ότι η αίτηση ενείχε το στοιχείο της κακοπιστίας. Παρόλο τούτο το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επέτρεψε την μερική τροποποίηση του δικογράφου για να συμπεριληφθεί μία τυπικού χαρακτήρα τροποποίηση για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v Εθνικη Τράπεζας Ελλάδας 1 ΑΑΔ 11
(1999)επικυρώθηκε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αρνηθεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη και ανταπαίτησης εκεί όπου διαπίστωσε ότι η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή ήταν εμφανής. Περαιτέρω, δεν επιτράπηκε η τροποποίηση επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν την πρόθεση της εναγόμενης για κωλυσιεργία η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί δεόντως από το δικαστήριο. Σημείωσε δε την ανάγκη να αποτρέπεται κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, ειδικά όταν διαπιστώνεται εκθεμελίωση της σωστής πορείας της υπόθεσης από τα σωστά της πλαίσια, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (Βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33). Στην Μιχάλης Παπόρη ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Ηunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Ο πρωτόδικος δικαστής ενασκώντας της διακριτική του εξουσία, έλαβε υπόψη την επί του θέματος φιλελεύθερη προσέγγιση των δικαστηρίων κατά την εξέταση αιτήσεων αυτού του είδους. Έλαβε επίσης υπόψη και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης». Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν Χαρικλείδη 1 ΑΑΔ 1608
(2001)το Εφετείο επεξήγησε ότι: «Η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707 ). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρ. 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, πιο πάνω). .Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου. . Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» .[η] καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Βλ., επίσης, Saba & Co.(Τ.Μ.Ρ.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 A.A.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα καταχώρισε πολύ καθυστερημένα την έκθεση υπεράσπισης της - 14 μήνες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως και αφού είχε προηγηθεί αίτηση των εφεσιβλήτων για απόφαση λόγω παράλειψης της Αποζημιούσης Αρχής να καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης. Πρόσθετα με την πλήρη συγκατάθεση της εφεσείουσας η αίτηση της για να προδικαστεί η προδικαστική ένσταση της αναβλήθηκε 12 φορές για μνεία και οι αναβολές κράτησαν από τις 11.11.97 μέχρι τις 18.5.99. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η στάση της εφεσείουσας κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση. Όπως έχει τεθεί στην Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων. Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν μπορεί να οικοδομήσει πάνω στην καθυστέρηση - ανεξήγητη έστω - των εφεσιβλήτων. Κατά τα άλλα η επίδικη τροποποίηση δικαιολογείται απόλυτα με βάση τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση της δικογραφίας και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας.» Έχω εξηγήσει πιο πάνω γιατί το ζήτημα της επιζήμιας επίδρασης είναι ξεχωριστή βάση αποζημίωσης που δεν έχει να κάνει με την αγοραία αξία του ακινήτου και έτσι η τροποποίηση είναι αναγκαία προκειμένου ο Αιτητής να διεκδικήσει τέτοια θεραπεία. Παραμένει προς επίλυση κατά πόσο ο Αιτητής ζητεί την τροποποίηση καλόπιστα ώστε να την δικαιούται σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το γεγονός ότι ο Αιτητής διόρισε δικηγόρο εξειδικευμένο σε υποθέσεις απαλλοτριώσεων προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης με το σημείωμα αλλαγής του δικηγόρου. Επίσης, αναντίλεκτο γεγονός της υπόθεσης είναι ότι οι νέοι δικηγόροι του Αιτητή διενήργησαν νέα εκτίμηση του ακινήτου που αφορούσε το ζήτημα της επιζήμιας επίδρασης. Ο Αιτητής δεν είναι εκτιμητής για να αποδοθεί σ' αυτόν ότι όφειλε να γνωρίζει ότι μπορούσε να επιδιώξει στην περίπτωση του επίδικου ακινήτου αποζημιώσεις στην βάση της επιζήμιας επίδρασης. Δεν είναι ειδικός και μόνο ένας εκτιμητής μπορούσε να τον πληροφορήσει για τέτοιο ενδεχόμενο. Επειδή καταχώρησε την αίτηση παραπομπής με βάση εκτίμηση που είχε διενεργήσει άλλος εκτιμητής που δεν είχε θεωρήσει ότι υπήρχε τέτοιο ζήτημα, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι ο Αιτητής που δεν είναι ειδικός επί του θέματος να αντιλήφθηκε ότι έπασχε η εκτίμηση του. Τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα στην υπόθεση Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays 1 ΑΑΔ 607
(1995)όπου η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, αφορούσε την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων. Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης, σε αντίθεση με τα γεγονότα της δικής μας υπόθεσης εις την οποία ήταν αναγκαία η πρόσληψη ειδικού για να αναδείξει το ζήτημα της επιζήμιας επίδρασης, διαφέρουν διότι σε εκείνη την περίπτωση τα γεγονότα ήταν γνωστά ή εύλογα θα μπορούσαν γίνουν γνωστά και να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Σε αντίθεση με την πιο πάνω υπόθεση, το θέμα της επιζήμιας επίδρασης έχει προκύψει τώρα με την σύνταξη νέας έκθεσης εκτίμησης σε σχέση με το ακίνητο και ο Αιτητής, πράγματι, προσέλαβε δικηγόρο για να χειριστεί εκ μέρους του την απαλλοτρίωση και έτσι το αίτημα γίνεται καλόπιστα και η καθυστέρηση δικαιολογείται. Τέλος, δεν συμμερίζομαι την θέση της Αποζημιούσας Αρχής ότι προωθούνται δύο διαδικασίες που έχουν τον ίδιο σκοπό. Η Έκθεση Απαιτήσεως στα πλαίσια της αγωγής 996/2013, ως προκύπτει από την παράγραφο 12 του τεκμηρίου 2 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, πρόκειται για αξίωση που αφορά την κατεδάφιση της παλαιάς κατοικίας επί του ακινήτου στη βάση της παράνομης επέμβασης. Παρατίθεται η παράγραφος 12 πιο κάτω: «12. Γι' αυτό και ο Ενάγων, καταχώρησε την παρούσα Αγωγή με την οποία αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, ομού/αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως: Α) Γενικές Αποζημιώσεις για παράνομη και/ή αποστέρηση και/ή αυθαίρετη επέμβαση και/ή κατεδάφιση, της κατοικίας της αποβιωσάσης XXXXX Χρ. Πραστίτη (Α.Τ. XXXXX50), στην Επαρχία Λευκωσίας, στην οδό XXXXX 20 με XXXXX, Περιοχή Σοπάζ, Αρ. Εγγραφής 5/XXXXX, Φύλ/Σχέδιο 21 47 Ε1, Τμήμα 5, Τεμάχιο XXXXX, Μερίδιο ΌΛΟ, από τους Εναγόμενους. Β) Ειδικές Αποζημιώσεις ύψους €40.500, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία της κατοικίας που έχει κατεδαφιστεί δυνάμει έκθεσης εκτίμησης πλέον το ποσό των €8.000 για καταστροφή, απώλεια της οικοσυσκευής η οποία ενυπήρχε μέσα στην κατοικία της αποβιωσάσης, πλέον το ποσό των €350,00 μηνιαίως για απώλεια χρήσης και/ή εισοδήματος και/ή ενοικίου από τον Ιούνιο του 2011, μέχρι και την περαίωση της Αγωγής. Γ) Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις συνεπεία του αδικήματος της παράνομης επέμβασης δυνάμει του άρθρου 43
(1), του Κεφ. 148 , Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Δ) Νόμιμο Τόκο από τον Ιούνιο του 2011 και/ή από καταχωρήσεως της παρούσης επί παντός επιδικασθησομένου ποσού. Ε) Έξοδα.» Είναι ασφαλές να συμπεράνω ότι η αξίωση για αποζημιώσεις στη βάση της απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να εμπερικλείει αξίωση στη βάση της παράνομης επέμβασης. Στον βαθμό που αποδειχθεί ότι η κατεδάφιση της οικίας ήταν παράνομη, τότε δεν μπορεί να αφορά ζημιά που προέκυψε ως συνέπεια της απαλλοτρίωσης που είναι νόμιμη διερνέργεια απόκτησης ακινήτου από το κράτος. Σε κάθε περίπτωση, η αξίωση στα πλαίσια της απαλλοτρίωσης που να αφορά την επιζήμια επίδραση στο ακίνητο δεν έχει σχέση με ζημιά στο μέρος του ακινήτου εις το οποίο έχει γίνει η κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση. Το ίδιο ισχύει για την επίταξη. Δεν σχετίζεται με την επιζήμια επίδραση της αγοραίας αξίας του ακινήτου που εξακολουθεί να ανήκει στην διαχείριση και δεν πρόκειται για διπλή αποζημίωση για το ίδιο ακίνητο. Και τα δύο πρόκειται για ξεχωριστές αξιώσεις που δεν σχετίζονται και δεν υπερκαλύπτονται από την αίτηση απαλλοτρίωσης. Παρόλο ότι η παραπομπή είναι παλαιά δεν έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και η Αποζημιούσα Αρχή δεν θα υποστεί καμία ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων σε σχέση με τα έξοδα που θα απωλεσθούν ως συνέπεια της τροποποίησης. Εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση. Η τροποποιημένη ειδοποίηση παραπομπής να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από σήμερα και στην περίπτωση που η Αποζημιούσα Αρχή επιθυμεί να καταχωρήσει τροποποιημένη ένσταση, αυτή να καταχωρηθεί εντός 40 ημερών από την καταχώρηση της τροποποιημένης ειδοποίησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της Αποζημιούσας Αρχής, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα που έχουν απωλεσθεί ως συνέπεια της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο