← Κύπρος

Λοΐζου υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της περιουσίας της ανίκανης Χρυσοστόμου κ.α. ν. Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 6494/2013, 13/

Λοΐζου υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της περιουσίας της ανίκανης Χρυσοστόμου κ.α. ν. Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 6494/2013, 13/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6494/2013 Μεταξύ:

  1. XXXXX Λοΐζου υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της περιουσίας της ανίκανης XXXXX Χρυσοστόμου
  2. XXXXX Λοΐζου Ενάγουσα και
  3. XXXXX XXXXX Στυλιανού
  4. XXXXX Στυλιανού
  5. XXXXX Α. Ρήγας Εναγόμενοι Και ως έχει τροποποιηθεί στις 10/02/2015 Μεταξύ:
  6. XXXXX Λοΐζου υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της περιουσίας της ανίκανης XXXXX Χρυσοστόμου αποβιωσάσης.
  7. XXXXX Λοΐζου Ενάγουσα και
  8. XXXXX XXXXX Στυλιανού
  9. XXXXX Στυλιανού
  10. XXXXX Α. Ρήγας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 13η Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/αιτήτρια: Η κα Παυλίδου Για εναγόμενες/καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Καντούνας -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-tempore) Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται από την ενάγουσα (στη συνέχεια η αιτήτρια) και αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως κατά τον τρόπο που πιο κάτω εξηγείται. Νομικό στήριγμα της αίτησης εμφαίνεται στο πρόσωπο τούτης η Δ.25 κ.3 και Δ.48 κκ 1, 2, 3, 4, 7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και η συμφυής πρακτική και εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει η αιτήτρια, της οποίας το περιεχόμενο πραγματεύομαι πιο κάτω. Οι εναγόμενες (στη συνέχεια καθ' ων η αίτηση) ενίστανται στο επίδικο αίτημα και προς τούτο προτάσσουν τρεις λόγους ένστασης. Ο πρώτος λόγος θέλει την αίτηση να είναι κακόπιστη και παραπλανητική καθότι υποβάλλεται πολύ αργά με τρόπο και υπό συνθήκες που συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας. Ο δεύτερος λόγος υποστηρίζει πως η αίτηση δεν δικαιολογείται από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ο δε τελευταίος λόγος υποστηρίζει πως η επιζητούμενη τροποποίηση εκτροχιάζει την αγωγή από την αρχική της βάση. Και σε αυτή την περίπτωση ομνύουσα την ένσταση είναι η εναγομένη 1-καθ' ης η αίτηση. Για την ώρα δυο λόγια αρμόζει να ειπωθούν για τις δικανικές αρχές που διέπουν το αίτημα. Όπως έχει νομολογηθεί η τροποποίηση των δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε οποιοδήποτε στάδιο, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τη δικαιολογούν (βλ. Kyriakos Andreou Arsiotis Developments & Construction Limited κ.α. ν. Highway Gardens City Ltd, Πολ. Έφ. 106/12, ημερ. 18/04/2018). Παράγων ο οποίος καθορίζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Περιπλέον, με δεδομένο ότι οι παράγοντες που εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης ποικίλλουν και διαφέρουν ανά περίπτωση, δεν κρίνεται πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιαστούν in abstracto (βλ. D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφ. 135/11, ημερ. 13/06/2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α

(2012)1Α Α.Α.Δ 817). Στο τέλος της ημέρας εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα φανερώνουν ότι βρίσκεται σε αρμονία με τις αρχές της νομολογίας και εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Περιπλέον, έχει νομολογηθεί ότι βασική προϋπόθεση έγκρισης αιτήματος τροποποίησης είναι η σχετικότητα και η αναγκαιότητα τούτης, προκύπτουσα πάντα από συνδυασμένη ανάγνωση του δικογράφου που επιζητείται να τροποποιηθεί με την αίτηση (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι η διερεύνηση του αιτήματος θέλει το Δικαστήριο να ανατρέχει στο δικόγραφο που επηρεάζεται, ώστε να εξετάζεται σε συνάρτηση με την αναγκαιότητα ή μή του αιτήματος. Στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή εγείρεται από τη θυγατέρα και κληρονόμο προσώπου που απεβίωσε (στη συνέχεια η αποβιώσασα), η οποία διατείνεται πως την 03/06/2004 η αποβιώσασα συνέταξε διαθήκη η οποία έλαβε αριθμό μητρώου 70/
  1. Με την εν λόγω διαθήκη φαίνεται η αποβιώσασα να αποκήρυξε τη θυγατέρα και κληρονόμο της και κατέστησε αποκλειστικούς κληρονόμους της τις εναγόμενες 1 και
  2. Βασική θέση της ενάγουσας είναι πως η αποβιώσασα κηρύχθηκε ανίκανη την 26/10/2011 δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Είναι σε αυτή την ανικανότητα που φαίνεται να εδράζεται η αξίωση η οποία συνίσταται σε δηλώσεις ακύρωσης της διαθήκης και των αποτελεσμάτων της. Λόγω της σημασίας που έχει στην εξέλιξη του αιτήματος, η παράγραφος 9 της έκθεσης απαιτήσεως παρατίθεται αυτούσια. Αναφέρεται εκεί ότι: «Είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η Διαθήκη της Ανίκανης ημερομηνίας 3/6/2004 είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή συντάχθηκε κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου καθότι η ανίκανη είχε προσβληθεί από ασθένεια η οποία επηρεάζει την λογική και/ή την σκέψη και/ή την κρίση της, πριν τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης με αποτέλεσμα αυτή να καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ανυπόστατη. Περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με την ασθένεια θα δοθούν κατά την δικάσιμο.». Τώρα, με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια επιζητεί την προσθήκη στην παράγραφο 9 της φράσης «ασθένεια η οποία υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης» μετά τη φράση «της επίδικης διαθήκης». Πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρονται σε σχέση με την έκθεση απαιτήσεως, τη δική τους σημασία έχουν και αυτά που αναφέρονται στην υπεράσπιση και συγκεκριμένα στις παραγράφους 7 και
  3. Στην πρώτη εξ αυτών υποστηρίζεται πως η αποβιώσασα δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας το
  4. Στη δε άλλη παράγραφο, εν προκειμένω την παράγραφο 9, προβάλλεται ο ισχυρισμός πως «το 2004 η XXXXX Χρυσοστόμου είχε σώας τας φρένας.». Περιττό να ειπωθεί πως ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν και οι αγορεύσεις των συνηγόρων, οι οποίες αποτιμήθηκαν δεόντως. Όλα τα ανωτέρω ουδεμία αμφιβολία αφήνουν ότι η έκθεση απαιτήσεως της ενάγουσας εμπεριέχει ισχυρισμό πως η αποβιώσασα ήτο ανίκανη από το έτος 2004, τον οποίο μάλιστα οι εναγόμενες πραγματεύτηκαν και κατέστησαν επίδικο, προτάσσοντας τον ισχυρισμό πως κατ' εκείνο το χρόνο είχε σώας τας φρένας. Αυτή όμως η διαπίστωση ενέχει ιδιαίτερη σημασία στην εξέλιξη του αιτήματος, εφόσον αναδεικνύει πως η αίτηση είναι αχρείαστη. Με δεδομένο ότι η επιζητούμενη τροποποίηση δεν προσφέρει οτιδήποτε στην υφιστάμενη δικογραφία, φερ' ειπείν εισαγωγή νέου ισχυρισμού, η προώθησή της καθίσταται αχρείαστη και αντίθετη των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Παρά την ως άνω κατάληξη της αίτησης κρίνω σκόπιμο να μην αφήσω ασχολίαστη άλλη μια πτυχή τούτης η οποία οδηγεί σε ανάλογο αποτέλεσμα. Υποδεικνύεται συναφώς πως η ομνύουσα την αίτηση υποστηρίζει ότι ένεκα παραδρομής και καλόπιστου λάθους δεν αναφέρθηκαν τα ορθά γεγονότα. Στη φειδωλή ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τίποτα άλλο αναφέρεται ως λόγος που να αιτιολογεί το γεγονός ότι το αίτημα τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου 8 και πλέον έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως. Κρίνω πως δεν είναι πολλά εκείνα που το Δικαστήριο χρειάζεται να αναφέρει σε σχέση με αυτή την πτυχή του αιτήματος. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι η καθυστέρηση, ακόμη και μη πλήρως αιτιολογηθείσα, δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τούτο το αίτημα εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, 1009). Κατά τα λοιπά νομολογημένο είναι πως όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, αναλόγως επαυξάνει και το βάρος το οποίο καλείται να αποσείσει ο αιτητής (βλ. Γεωργίου ν. Φιλιστιάδη
(2013)1Α Α.Α.Δ. 526, 533-534). Εδώ τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν αιτιολογούν τον χρόνο που παρήλθε ή το εύλογο της ανάγκης που οδήγησε στην αιτούμενη τροποποίηση. Περιττό να υποδειχθεί ότι συνιστά βασική επιταγή της νομολογίας πως τα στοιχεία εκείνα που επιτείνουν την ανάγκη τροποποίησης αρμόζει να εξειδικεύονται στην αίτηση, ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η ευχέρεια αξιολόγησης τούτων στο πλαίσιο του αιτήματος και τις αρχές που το διέπουν (βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1Α Α.Α.Δ. 11, 5). Εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση ουδέν αναφέρεται από την αιτήτρια. Ουσιαστικά άγνωστο παραμένει κάτω υπό ποιες συνθήκες αντιλήφθηκε μετά πάροδο 8 ετών αυτό που σήμερα επικαλείται ως παραδρομή και καλόπιστο λάθος. Ποιες είναι τούτες οι περιστάσεις που ανέδειξαν το σφάλμα και βεβαίως ποιοι οι λόγοι που δεν έγινε αντιληπτό ενωρίτερα. Εν προκειμένω η παρατηρούμενη καθυστέρηση απολήγει να είναι όχι απλώς μακρά (8 έτη) αλλά και αναιτιολόγητη κατά τρόπο που αποστερεί από το Δικαστήριο την ευχέρεια ελέγχου της ειλικρίνειας αλλά και της αναγκαιότητας τούτης και συνεπώς δεν αφήνει άλλη επιλογή πλην εκείνης της απόρριψης του αιτήματος. Ελέγχεται το επίδικο αίτημα από τα λεχθέντα στην υπόθεση Χατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1022, 1031 όπου υποδείχθηκε ότι: «Το πρωτόδικο δικαστήριο, θεώρησε περιττό να εξετάσει λεπτομερώς τον 4ο λόγο ένστασης που αφορούσε στην καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Κατά την άποψή μας, η καθυστέρηση των 2½ χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4½ χρόνων μέχρι την υποβολή της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντιδίκου, για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, κατά την άποψή μας, ασκήθηκε ορθά με γνώμονα πρωτίστως τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.» Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται και έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και σε βάρος της αιτήτριας, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.