← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. INDJIRDJIAN κ.α., Αρ. Αγωγής: 805/14, 5/1/2022

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. INDJIRDJIAN κ.α., Αρ. Αγωγής: 805/14, 5/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 805/14 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας και XXXXX INDJIRDJIAN ή XXXXX XXXXX ARAJIAN ή XXXXX ΑΡΑΤΖΙΑΝ XXXXX ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Εναγομένων ------------------------------------------------- Ημερομηνία: 05.01.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ι. Γεωργιάδου για Σάββας Δ. Γεωργιάδης Για εναγόμενο 1: αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της Ενάγουσας για το υπόλοιπο τριών λογαριασμών, πλέον τόκους, πλέον έξοδα. Σημειώνεται ότι η αγωγή εναντίον των 2 και 3 αποσύρθηκε και παρέμεινε προς εκδίκαση η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 1. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ
  1. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της ισχυρίστηκε ότι στις 30/06/06 κατόπιν αίτησης του Εναγομένου 1 παραχώρησε τραπεζικές διευκολύνσεις και πιστωτική κάρτα με όριο πίστωσης ύψους ΛΚ
  2. Δικογράφησε επίσης τους κύριους όρους της επίδικης σύμβασης. Επίσης ισχυρίστηκε ότι στις 25.06.07 και 13.05.08 παραχώρησε στον Εναγόμενο 1, δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις δικογραφόντας ταυτόχρονα τους όρους των επίδικων συμφωνιών. Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του και η Ενάγουσα με επιστολές της ημερομηνίας 28.01.13, 24.04.13 και 08.07.13 ενημέρωσε τον εναγόμενο για τα υπόλοιπα του. Εν τέλει στις 08.07.13 η Ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών. Ο Eναγόμενος 1 στην Υπεράσπισή του παραδέχτηκε τη συνομολόγηση των επίδικων συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Επίσης, ο Εναγόμενος αρνήθηκε τους ισχυρισμούς περί προειδοποιητικών επιστολών και επιστολής τερματισμού. Ισχυρίστηκε τέλος ότι τα εμφανιζόμενα υπόλοιπα περιέχουν χρεώσεις οι οποίες επιβλήθηκαν καθ' υπέρβαση και κατά παράβαση των όρων των επίδικων συμφωνιών. Προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ότι η συνομολόγηση των τριών συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Μαρτυρία Η Ενάγουσα προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 2 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Φερέλλης, υπάλληλος της ενάγουσας ως Μ.Ε.
  3. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε σχετική γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 25.06.
  4. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 τη συμφωνία ανάληψης ημερομηνίας 25.06.
  5. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 30.06.06 σταχυολογώντας τους όρους αυτής. Επίσης αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στους όρους των συμφωνιών, ημερομηνίας 25.06.07 και 13.06.
  6. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στα υπόλοιπα που παρουσίαζαν οι επίδικοι λογαριασμοί στις 08.07.13 Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και στην επιστολή τερματισμού καταθέτοντας αυτές ως Τεκμήριο
  7. Επιπλέον, κατέθεσε σχετική απόδειξη αποστολής συστημένων αντικειμένων από το ταχυδρομείο, ως Τεκμήριο
  8. Ακολούθως, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 7, 8 και 9 τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών. Δήλωσε ότι η Ενάγουσα τηρεί τραπεζικά βιβλία και ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν ακριβή αντίγραφο των καταχωρήσεων που υπάρχουν στα τραπεζικά βιβλία, ότι όλες οι καταχωρήσεις στα τραπεζικά βιβλία έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας και ότι ο ίδιος έχει συγκρίνει τις καταχωρήσεις που εμφαίνονται στους επίδικους λογαριασμούς με τις αρχικές καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας επεξήγησε με λεπτομέρεια τις διάφορες στήλες που εμφαίνονται στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στο ακριβές υπόλοιπο των επίδικων κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπό κρίση αγωγής. Τέλος, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη μείωση του επιτοκίου υπερημερίας από 2.5% σε 1.75% από 25.11.
  9. Κατέθεσε αντίγραφο της σχετικής ανακοίνωσης ως Τεκμήριο
  10. Τέλος, κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 παρ.3 του περί Αποδείξεως Νόμου σε σχέση με τα Τεκμήρια 7, 8 και
  11. Σύμφωνα με το Μ.Ε.1 λαμβανομένων υπόψη των πληρωμών που έγιναν μέχρι και την 17η.9.2021 ο Εναγόμενος όφειλε τα ακόλουθα ποσά: «(α) €3.588,34 πλέον συσσωρευμένους τόκους από 01.07.2013 μέχρι 7.7.2013 ύψους €12,13 πλέον τόκο προς 15,75% ετησίως από 8.7.2013 μέχρι 24.11.2013 και τόκο προς 14,55% ετησίως από 25.11.2013 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, (β) €12.666,92 πλέον τόκο προς 11,7% ετησίως από 15.9.21 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, (γ) €869,60 και τόκο προς 7,95% ετησίως από 15.9.21 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου.» Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Επόμενη μάρτυρας για την ενάγουσα ήταν η Κάτια Αχιλλέως ως Μ.Ε.
  12. Η Μ.Ε.2 κατέθεσε σχετική γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στις επιστολές με τις οποίες η ενάγουσα ενημέρωνε τον εναγόμενο για την αλλαγή του επιτοκίου. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 12 αντίγραφα των εν λόγω επιστολών. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 δέσμη με αντίγραφα των δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο αναφορικά με την μεταβολή των επιτοκίων. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ακολούθως μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Σε αυτή ανέφερε ότι υπήρξε σειρά αναβολών στην εκδίκαση της υπόθεσης και ζήτησε όπως του δοθεί Νομική Αρωγή. Ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα έπρεπε να του κινήσει αγωγή ενωρίτερα και ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει το χρέος. Επίσης κατέγραψε τη διαφωνία του με ορισμένες αναφορές του Μ.Ε.1 τις οποίες χαρακτήρισε μη πραγματικές. Κατέθεσε αντίγραφο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με την τράπεζα ως Τεκμήριο
  13. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι του δόθηκε πιστωτική κάρτα με όριο. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι το όριο ήταν Λ.Κ 300, αλλά δεν έχει οποιοδήποτε στοιχείο να στηρίξει τον ισχυρισμό του. Επέμεινε ότι δεν υπήρχε συμφωνία για την πιστωτική κάρτα. Επίσης ο Εναγόμενος, ενώ αμφισβήτησε το υπόλοιπο δεν ήταν σε θέση να υποδείξει ποιον ήταν το ορθό οφειλόμενο. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας τόσο η κα Γεωργιάδου όσο και ο Εναγόμενος 1, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, προώθησαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων και θα αναφερθεί στο περιεχόμενο όπου κριθεί αναγκαίο κατωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα και συνάδει με την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Επίσης, η μαρτυρία του έχει μείνει αδιαμφισβήτητη καθότι δεν έχει αντεξεταστεί. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα. Επίσης η μαρτυρία της έχει μείνει αδιαμφισβήτητη καθότι δεν έχει αντεξεταστεί. Ιδίως οι αναφορές περί αποστολής ειδοποιήσεων σε σχέση με την αύξηση του επίδικου επιτοκίου και τη δημοσίευση των σχετικών ανακοινώσεων στον ημερήσιο τύπο ουδόλως έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγόμενου Ως προς τη μαρτυρία του Εναγόμενου σημειώνω ότι μεγάλο μέρος της αφορούσε νομική επιχειρηματολογία. Συγκεκριμένα οι θέσεις του ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, επειδή δεν είχε νομική εκπροσώπηση ή επειδή η Ενάγουσα καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή αποτελούν νομική επιχειρηματολογία και όχι μαρτυρία. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου που μπορεί να κριθεί ότι σχετίζονται με γεγονότα παρατηρώ ότι ο τελευταίος στη μαρτυρία του προέβαλε διάφορους αόριστους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς που συγκρούονταν με τη δικογραφημένη του θέση. Συγκεκριμένα στην γραπτή του δήλωση προέβαλε ως στοιχείο που καταδεικνύει το μη πραγματικό των θέσεων της Ενάγουσας το γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 δεν κατέθεσε τη σύμβαση για την χορήγηση πιστωτικής κάρτας. Επίσης στην αντεξέτασή του επέμεινε ότι δεν υπήρχε συμφωνία για την πιστωτική κάρτα. Όμως η συνομολόγηση της πιο πάνω συμφωνίας ήταν παραδεκτή μεσώ των δικογράφων. Συνεπώς, η προσπάθεια του Εναγομένου να δώσει διαφορετική διάσταση σε γεγονότα που ήταν παραδεκτά μέσω του δικογράφου του και η επιμονή του σε αυτά, επηρεάζει την αξιοπιστία του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νεοφύτου κ.α ν Γερακιώτη,
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. Επιπλέον, η πιο πάνω θέση του έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του ότι ο λογαριασμός με τον οποίο σχετιζόταν η πιστωτική κάρτα είχε όριο Λ.Κ.300 και όχι Λ.Κ.500 που ισχυρίστηκε η τράπεζα. Η πιο πάνω θέση πέραν από αόριστος ισχυρισμός έρχεται σε αντίθεση με τη θέση που προέβαλε ο ίδιος ότι δεν υπήρχε συμφωνία. Ο Εναγόμενος δεν μπορεί από τη μια να ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε συμφωνία και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι υπήρχε αλλά για ποσό μικρότερο. Η προβολή δυο αντικρουόμενων εκδοχών επί βασικού στοιχείου της αξίωσης επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι δεν οφείλει το κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπο χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει πιο είναι το πραγματικό υπόλοιπο, αφήνει τον εν λόγω ισχυρισμό ανυποστήρικτο και έκθετο σε απόρριψη. Συνολικά η προσπάθεια του Εναγομένου να προβάλει αντιφατικούς, και αόριστους ισχυρισμούς, καθώς και ισχυρισμούς που έρχονται σε αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις του, επηρεάζει τη συνολική του αξιοπιστία με τρόπο που να είναι ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Νομική Πτυχή Ο Εναγόμενος 1 στην αγόρευσή του εγείρει θέμα δίκαιης δίκης. Η θέση του Εναγόμενου έγκειται στο ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, επειδή η αίτησή του για νομική αρωγή απορρίφθηκε. Όπως προκύπτει από την γραπτή αγόρευση του Εναγόμενου, αλλά και από τις αναφορές του κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 17.9.2021 ο ίδιος υπέβαλε αίτηση για νομική αρωγή και αυτή απορρίφθηκε. Επομένως δεν προκύπτει να υπήρξε αυθαίρετη στέρηση του Εναγόμενου από το δικαίωμα για νομική αρωγή. Αντίθετα προκύπτει ότι ο ίδιος υπέβαλλε αίτημα και ότι αυτό το αίτημα, αφού εξετάστηκε, απορρίφθηκε. Επιπλέον, δεν έχει επεξηγηθεί με ποιο συγκεκριμένο τρόπο επηρεάστηκε το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη από τη μη εκπροσώπησή του από συνήγορο. Σημειώνω δε ότι το δικαίωμα για παροχή δωρεάν νομική αρωγής σε αστικές διαδικασίες δεν είναι απόλυτο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις υποθέσεις Airey v. Ireland Application no. 6289/73, ημερομηνίας 9.10.1979, παράγραφος 26 και Steel and Morris v. the United Kingdom, Application no. 68416/01 ημερομηνίας 15.5.2005 παράγραφος
  2. Επομένως, η μη χορήγηση τέτοιου δικαιώματος σε κάποιο διάδικο σε αστική διαδικασία δεν μπορεί να απολήξει από μόνη της σε συμπέρασμα ότι ο αυτός δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Συνεπώς, η αόριστη αναφορά του Εναγομένου ότι απλώς δεν είχε δικηγόρο ενώ ο αντίδικος του είχε, δεν επαρκεί για την κατάληξη ότι η διαδικασία δεν ήταν δίκαιη για τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, η θέση που προέβαλε στην αγόρευσή του περί καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας δεν συνδέεται με οποιοδήποτε δικογραφημένο ισχυρισμό ούτε έχει επεξηγηθεί πως επηρέασε τα δικαιώματα του Εναγομένου. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω το κατά πόσο η αξίωση της Ενάγουσας μπορεί να επιτύχει. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Το μόνο που αμφισβητήθηκε είναι το ύψος των κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενων ποσών. Περαιτέρω, μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι αποστάληκαν προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 24.4.2013, οι οποίες περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 5, στον Εναγόμενο 1 σε σχέση με κατ' ισχυρισμόν καθυστερήσεις στους λογαριασμούς του. Η πιο πάνω θέση δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επίσης, ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 8.7.2013. Τέλος, ο Μ.Ε.1 δήλωσε ότι οι εν λόγω επιστολές στάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο. Οι πιο πάνω αναφορές του Μ.Ε.1 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση. Επιπλέον, δεν υποβλήθηκε, αλλά ούτε υφίσταται μαρτυρία ότι οι εν λόγω επιστολές επιστράφηκαν πίσω. Τα πιο πάνω συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης των σχετικών επιστολών στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονταν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου κ.ά
(2009)1.(Α) Α.Α.Δ
  1. Στον αντίποδα, ο Εναγόμενος ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία προσκόμισε, ώστε να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο. Η αόριστη αναφορά ότι ο Εναγόμενος 1 δεν θυμόταν να έλαβε τις σχετικές επιστολές δεν μπορεί να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε με την απόδειξη της αποστολής τους. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει το υπόλοιπο του κατ' ισχυρισμόν χρέους. Στην υπό κρίση υπόθεση, προς απόδειξη του κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7.8 και 9 οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Οι εν λόγω καταστάσεις κατατέθηκαν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου. Ταυτόχρονα υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία από τον Μ.Ε.1 ότι η Τράπεζα τηρούσε Τραπεζικό Βιβλίο. Περαιτέρω, ο ίδιος ο μάρτυρας δήλωσε ότι οι καταχωρήσεις στα Τεκμήρια 7, 8 και 9 έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Επιπρόσθετα, ο Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρήσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και αποτελούν ορθή αντιγραφή των αρχικών καταχωρήσεων στο Τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Ταυτόχρονα ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο. Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 7, 8 και 9 να κριθούν ως αντίγραφα του Τραπεζικού Βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου, αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010, ημερομηνίας 8.7.
  2. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1 ΑΑΔ 479, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών, ως προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας Deme - Dairy Ltd κ.α, ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, ημερομηνίας 11.12.2019 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.
  1. Επιπλέον, στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σχετική επίσης είναι και η απόφαση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 426/11, ημερομηνίας 29.11.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση το μόνο, σχετικό με τα επίδικα θέματα, ζήτημα που αμφισβήτησε ο Εναγόμενος στην αγόρευσή του ήταν το ύψος του επίδικου επιτοκίου, το οποίο απέδωσε και σε τόκους υπερημερίας. Ως προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Ε.1 η Ενάγουσα διατηρούσε, σε έκαστη εκ των επιδίκων συμβάσεων, συμβατικό δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών ως προκύπτουν από τα Τεκμήρια 2 και 3 αλλά και την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 τυχόν αυξομείωση του επιτοκίου θα ήταν δεσμευτική για το Εναγόμενο 1, όταν αυτή θα δημοσιεύετο στον ημερήσιο τύπο ή διδόταν σχετική ειδοποίηση στον Εναγόμενο. Επιπλέον μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.2 και τα Τεκμήρια 12 και 13 που κατέθεσε προκύπτει ότι για τις επίδικες αυξομειώσεις του επιτοκίου γινόταν σχετική ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο και αποστέλλονταν σχετικές επιστολές στον Εναγόμενο
  3. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι η επίδικες αυξομειώσεις του επιτοκίου προέκυψαν κατόπιν εφαρμογής συμβατικών ρητρών και σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμφωνιών. Σύμφωνα δε με την απόφαση Κόμπου ν. Universal Bank
(2009)1Α Α.Α.Δ 194: «Στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99)δεν υπάρχει απαγόρευση (όπως υπήρχε στην προηγούμενη περί τόκου νομοθεσία) σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου, φτάνει να συμφωνήσει με αυτό το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο.» Ως προς τον τόκο υπερημερίας, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον ο τόκος υπερημερίας προβλέπεται στη σύμβαση είναι επιτρεπτή η αξίωσή του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ( Κύπρου) Λτδ ( ανωτέρω). Περαιτέρω, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε. 1 η Ενάγουσα από 25.11.2013 μείωσε το ποσοστό υπερημερίας από 2.50% σε 1.75%. H πιο πάνω μείωση δημοσιεύθηκε στον ημερήσιο τύπο. Το εν λόγω ποσοστό είναι εντός του επιτρεπόμενου ποσοστού σύμφωνα με το άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/
  1. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση το ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας που χρεώθηκε ήταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου και προβλεπόταν στις συμφωνίες των διαδίκων. Συνακόλουθα, η Ενάγουσα νομιμοποιείτο στη χρέωση του. Αυτό που συνολικά προκύπτει ως προς το επίδικο επιτόκιο ήταν ότι η Ενάγουσα δυνάμει των συμβατικών όρων και κατ' ακολουθίαν αυτών αύξησε το επιτόκιο δίδοντας τις δέουσες ειδοποιήσεις είτε δια επιστολών είτε δια ανακοινώσεων στον ημερήσιο τύπο Τεκμήρια 10, 12 και
  2. Αφ' ης στιγμής οι όροι των επίδικων συμβάσεων που παρείχαν αυτό το δικαίωμα δεν αμφισβητούνται και εν πάση περιπτώσει κρίνονται έγκυροι, έπεται ότι και οι χρεώσεις οι οποίες έγιναν στη βάση αυτών έγιναν νομότυπα. Στη βάση των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι με τη μη πληρωμή του υπολοίπου, παρά την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών, υπήρξε παράβαση των όρων των επίδικων συμβάσεων από τον Εναγόμενο
  3. Στη βάση της πιο πάνω παράβασης η Ενάγουσα δικαιούτο να τερματίσει την επίδικη σύμβαση, πράγμα που έπραξε με την αποστολή των επίδικων επιστολών τερματισμού. Συνεπώς, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τόσο η παράβαση της επίδικης σύμβασης όσο και ο νομότυπος τερματισμός αυτής. Επίσης έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1 για τα ακόλουθα ποσά: (α) €3.588,34 πλέον συσσωρευμένους τόκους από 01.07.2013 μέχρι 7.7.2013 ύψους €12,13 πλέον τόκο προς 15,75% ετησίως από 8.7.2013 μέχρι 24.11.2013 και τόκο προς 14,55% ετησίως από 25.11.2013 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, (β) €12.666,92 πλέον τόκο προς 11,7% ετησίως από 15.9.21 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, (γ) €869,60 και τόκο προς 7,95% ετησίως από 15.9.21 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.