← Κύπρος

«Καντζηλάρης» Βιβλιοπωλεία Εξυπηρέτησης Φοιτητών Λτδ ν. Κουτσελλίνη, Αρ. Αγωγής: 846/11, 12/1/2022

«Καντζηλάρης» Βιβλιοπωλεία Εξυπηρέτησης Φοιτητών Λτδ ν. Κουτσελλίνη, Αρ. Αγωγής: 846/11, 12/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 846/11 Μεταξύ: «Καντζηλάρης» Βιβλιοπωλεία Εξυπηρέτησης Φοιτητών Λτδ Ενάγουσας και XXXXX Κουτσελλίνη Εναγόμενης Ημερομηνία: 12η Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Λουκαΐδης με κα Πατσαλίδου Για την εναγόμενη: κ. Δ. Ιωαννίδης -------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας αρχικά ήταν για ποσό €10.500, εντούτοις κατόπιν δήλωσης της συνηγόρου της ενάγουσας με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, μειώθηκε στις €10.000 εφόσον, ως αναφέρθηκε, επρόκειτο για δικογραφικό λάθος. Νομικό στήριγμα της αξίωσης εμφαίνεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, η αρχή money had and received και/ή συμφωνία Ιανουαρίου

  1. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, ως ξεδιπλώνονται στην έκθεση απαιτήσεως, έχουν ως ακολούθως: είναι εταιρεία και διεξάγει εργασίες βιβλιοπωλείου και ψηφιακού τυπογραφείου. Τον Ιανουάριο του 2008 έλαβε οδηγίες από την εναγομένη να της εκτυπώσει 500 βιβλία, καθότι η προηγούμενη παρτίδα 500 βιβλίων είχε εξαντληθεί. Κατέστησε σαφές στην εναγομένη πως τα βιβλία που ζήτησε δεν μπορούσαν να τυπωθούν εγκαίρως και πως για να γίνει τούτο θα έπρεπε να φωτοτυπηθούν ψηφιακά, διαδικασία η οποία ήτο πολύ ακριβότερη από την εκτύπωση των προηγούμενων βιβλίων. Κοστολόγησε δε την εν λόγω διαδικασία σε €16 ανά βιβλίο, καθότι η μέθοδος εκτύπωσης σε ψηφιακή φωτοτυπική κοστίζει πολύ περισσότερα. Η εναγομένη έδωσε οδηγίες να προχωρήσει η εν λόγω εκτύπωση και τα βιβλία να τιμολογηθούν προς €20 έκαστο, σε αντίθεση με το ποσό των £11,55 (€19,73) της προηγούμενης παρτίδας. Περιπλέον, έδωσε οδηγίες τα τιμολόγια με την εν λόγω τιμή να εκδοθούν επ' ονόματι κάποιου XXXXX Φλουρή, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική Σχολή. Η ενάγουσα όπερ και έπραξε. Απέστειλε τα εν λόγω βιβλία σε δύο δόσεις, συνοδευόμενα με σχετικά τιμολόγια και παρελήφθησαν στις 13/01/2008 και 30/01/2008 αντίστοιχα. Μετά πάροδο μηνών ο γραμματέας της ενάγουσας ονόματι XXXXX Καντζηλάρης επικοινώνησε με την εναγομένη και ζήτησε να ενημερωθεί σε ποιο στάδιο βρίσκετο η διαδικασία πληρωμής των τιμολογίων. Η τελευταία τον παρέπεμψε στον προαναφερόμενο XXXXX Φλουρή, παραλήπτη των βιβλίων. Εν τέλει η πληροφόρηση που έλαβε ήταν πως τα τιμολόγια ανέλαβε να εξοφλήσει το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδος, χωρίς όμως περαιτέρω ενημέρωση ως προς το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό. Ακολούθως, έλαβε επιστολή από τον δικηγόρο της εναγομένης, ημερομηνίας 15/12/2010, μαζί με μια επιταγή για το ποσό των €1.065, όπου προβάλλετο ο ισχυρισμός ότι δικαιούτο το 25% του ποσού που η εναγομένη εισέπραξε για τα εν λόγω βιβλία, δηλαδή €4.332,29 μείον φόρο €928,
  2. Είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας πως τα αναφερόμενα στην εν λόγω επιστολή δεν συμβιβάζονται με τα συμφωνηθέντα μεταξύ της και της εναγομένης, η οποία ανέλαβε να πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των €10.500 (επαναλαμβάνεται πως τελικώς η αξίωση μειώθηκε στις €10.000) για 500 βιβλία που φωτοτυπήθηκαν από την ενάγουσα κατ' εντολή της εναγομένης και προς όφελός της και τα οποία αποστάλθηκαν και παραδόθηκαν κατόπιν οδηγιών της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην αντίπερα όχθη η εναγομένη πέραν της υπεράσπισης προώθησε και ανταπαίτηση. Πλην της νομικής υπόστασης της ενάγουσας (παράγραφο 1 της έκθεσης απαιτήσεως) αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς τούτης και υποστηρίζει ότι είναι καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου και στην ενάγουσα εκτύπωσε διάφορα συγγράμματά της, τα οποία χρησιμοποιούνται τόσο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου όσο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η συμφωνία της με την ενάγουσα ήταν πως η τελευταία θα εισέπραττε το 25% της αξίας των βιβλίων. Περαιτέρω, η τιμή για τα βιβλία που αποστέλλοντο στην Ελλάδα θα καθορίζετο από την ελληνική κυβέρνηση και από αυτή την τιμή η ενάγουσα θα εισέπραττε το 25%, αφού αφαιρούντο οι φόροι. Το υπόλοιπο θα λαμβάνετο από τη συγγραφέα των βιβλίων. Τούτο ήτο ουσιώδης όρος της συμφωνίας των διαδίκων και αυτό ήταν που συμφωνήθηκε και σε σχέση με το βιβλίο Ανάπτυξη Προγραμμάτων, εξού και η ελληνική κυβέρνηση καθόρισε την τιμή τούτου σε €
  3. Στην εν λόγω τιμή περιλαμβάνοντο τα εκτυπωτικά και συγγραφικά δικαιώματα. Οι ισχυρισμοί περί ψηφιακής εκτύπωσης είναι αναληθείς και επινοήθηκαν εκ των υστέρων. Η εκτύπωση και τα δικαιώματα του τυπογράφου, εν προκειμένω της ενάγουσας, αφορούν το 25% της τιμής πώλησης και όχι το σύνολο της τιμής, όπως αναληθώς ισχυρίζεται η ενάγουσα. Είναι η θέση της εναγομένης πως από τα 500 βιβλία που απεστάλησαν στην Ελλάδα, των οποίων η τιμή καθορίστηκε στα €11, πωλήθηκαν τα 422 και παρέμειναν αδιάθετα τα
  4. Εκ των πωληθέντων η εναγομένη εισέπραξε το ποσό των €3.403,89, αφού αφαιρέθηκαν οι διάφορες φοροκρατήσεις. Από το πιο πάνω ποσό η ενάγουσα δικαιούται το 25%, ήτοι €
  5. Αυτό είναι το ποσό που απέστειλε στην ενάγουσα μέσω του συνηγόρου της, πλέον €214 για το 25% της τιμής πώλησης των αδιάθετων βιβλίων χωρίς φοροκρατήσεις. Η εναγομένη πληροφορήθηκε την απαίτηση της ενάγουσας από τον καθηγητή Φλουρή που έλαβε επιστολή από τους συνηγόρους της ενάγουσας. Περιπλέον, είναι η θέση της εναγομένης πως στην ενάγουσα εκτύπωσε τα πιο κάτω συγγράμματα: (α) Διαφοροποίηση Διδασκαλίας Μάθησης, η τιμή των οποίων καθορίστηκε σε €15 έκαστο. (β) Αναλυτικά Προγράμματα, η τιμή των οποίων καθορίστηκε σε €15 έκαστο. (γ) Ανάπτυξη Προγραμμάτων, η τιμή των οποίων καθορίστηκε υπό της ελληνικής κυβέρνησης σε €
  6. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η ενάγουσα έχει στην κατοχή της 400 αντίτυπα από το σύγγραμμα Διδασκαλία Μάθησης, τα οποία διαθέτει προς €15 και 100 αντίτυπα από το σύγγραμμα Αναλυτικά Προγράμματα τα οποία διαθέτει προς €
  7. Είναι δε η θέση της ότι ζήτησε από την ενάγουσα επιστροφή των εν λόγω βιβλίων ή την καταβολή της αξίας των, αφού αφαιρεθεί το 25% των εκτυπωτικών δικαιωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που αναφύεται και η ανταπαίτηση της εναγόμενης. Εν προκειμένω ανταξιώνει την αξία των δύο πρώτων συγγραμμάτων. Εντούτοις αυτό το σκέλος της ανταπαίτησης δεν θα απασχολήσει περαιτέρω, δεδομένου ότι στο στάδιο αγορεύσεων (βλ. Έγγραφο Α) ο συνήγορος της εναγομένης εγκατέλειψε τούτο. Παραμένει όμως η άλλη πτυχή της ανταπαίτησης της εναγομένης, η οποία εδράζεται στον ισχυρισμό πως η ενάγουσα ουδέποτε της έδωσε λογαριασμούς για την πώληση των δύο ανωτέρω βιβλίων και ούτε τα επέστρεψε σε αυτήν. Ως εκ τούτου αιτείται έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την ενάγουσα να της αποδώσει λογαριασμούς για την πώληση των βιβλίων και/ή να τα επιστρέψει στην ίδια. Ευθύς σημειώνεται ότι το δικόγραφο της ενάγουσας που καταχωρίστηκε εις απάντηση των ισχυρισμών της εναγομένης, εν προκειμένω η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, δεν αποτελεί πρότυπο ορθής δικογράφησης. Δεν απαντά μία προς μία τις παραγράφους του δικογράφου της εναγομένης και ούτε έχει την αναγκαία συνοχή και καθαρότητα λόγου. Παρόλα ταύτα, αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα όσα εκεί αναφέρονται, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι ουδέποτε συμφώνησε πως η τιμή θα οριζόταν από την ελληνική κυβέρνηση και πως θα ελάμβανε το 25% τούτης. Προσθέτει δε πως το ότι η εναγομένη πώλησε τα βιβλία κάτω από την τιμή αγοράς τους, αυτό δεν αφορά την ίδια. Σε σχέση με την ανταπαίτηση υποστηρίζει πως το βιβλίο Ανάπτυξη Προγραμμάτων, Θεωρία-Έρευνα-Πράξη, εκδόσεως του 2001, εκδόθηκε από την εναγομένη. Υποδεικνύει πως ο διακριτικός αριθμός του βιβλίου είναι ISBN 978-9963-8200-0-Χ και πως εξ αυτού ο αριθμός 8200 δίδεται από την κυπριακή βιβλιοθήκη και δηλώνει τον εκδότη. Αυτός ο αριθμός ανταποκρίνεται στην εναγομένη. Το εν λόγω βιβλίο διατέθηκε από την ενάγουσα την περίοδο 2001-2007 και το σύνολο της αξίας των πνευματικών δικαιωμάτων της εναγομένης της καταβλήθηκε με επιταγές. Περί το έτος 2001 η ενάγουσα παρέλαβε 12 αντίτυπα του βιβλίου της εναγομένης Η Λειτουργία Και τα Προγράμματα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου 1959-1993 και συμφώνησε την πώλησή τους με παρακαταθήκη (on consignment). Εξ αυτών πώλησε 3 βιβλία και κατέβαλε το αντίτιμο στην εναγομένη με επιταγή. Τα εναπομείναντα 9 βιβλία παραμένουν στην κατοχή της ενάγουσας. Περαιτέρω, η ενάγουσα υποστηρίζει πως περί το έτος 2006 εξέδωσε το βιβλίο της εναγομένης με τίτλο Διαφοροποίηση Διδασκαλίας-Μάθησης σε Τάξεις Μικτής Ικανότητας, 2006, με αριθμό ISBN 978-9963-644-56-
  8. Από αυτόν ο αριθμός 644 στο ISBN δηλώνει το δικό της αριθμό εκδότη και συνεπώς ο εκδότης τούτου του βιβλίου είναι η ίδια και όχι η εναγομένη. Οι δε οφειλές της ενάγουσας για πνευματικά δικαιώματα της εναγομένης σε σχέση με το εν λόγω βιβλίο, έχουν τακτοποιηθεί με επιταγές της ενάγουσας, με την τελευταία το καλοκαίρι του
  9. Προσθέτει δε πως το 2008 η εναγομένη αντικατέστησε τον πιο πάνω τίτλο με τον τίτλο Εποικοδόμηση και Διαφοροποίηση Διδασκαλίας-Μάθησης σε Τάξεις Μικτής Ικανότητας, όπου πλέον εκδότης ήτο η εναγομένη. Έκτοτε η ζήτηση του βιβλίου με τον προηγούμενο τίτλο εξέλειπε και καμία πώληση δεν έγινε από το καλοκαίρι του 2008 και επέκεινα. Εντούτοις είναι η θέση της ενάγουσας πως το βιβλίο του 2006 με τον προαναφερθέντα τίτλο αποτελεί ιδιοκτησία της, αφού είναι προϊόν δικής της εκτύπωσης και έκδοσης και μοναδική υποχρέωσή της έναντι της ενάγουσας, είναι η καταβολή πνευματικών δικαιωμάτων σε συνάρτηση με τυχόν πωλήσεις. Τέτοια όμως εκκρεμότητα δεν υφίσταται. Προσθέτει η ενάγουσα ότι ουδέν ποσό οφείλει στην εναγομένη και περιπλέον, αρνείται ότι διατηρεί οποιουσδήποτε λογαριασμούς για πωλήσεις βιβλίων της εναγομένης που δεν έχουν πληρωθεί σε αυτήν ή για εκκρεμεί ποσά οφειλόμενα προς την τελευταία. Εν κατακλείδι, επαναλαμβάνει πως εκτύπωσε ψηφιακά και απέστειλε στο συνεργάτη της εναγομένης στην Ελλάδα, πρώτα 300 και ακολούθως 200 αντίτυπα του βιβλίου Ανάπτυξη Προγραμμάτων, Θεωρία-Έρευνα-Πράξη, Τρίτη Έκδοση. Αν και οι δύο πλευρές δεν δικογράφησαν ρητή παραδοχή της περί ης ο λόγος συμφωνίας, εντούτοις από τις δικογραφημένες θέσεις τους προκύπτει ότι συνιστά κοινό τόπο πως σε σχέση με το βιβλίο Ανάπτυξη Προγραμμάτων, Θεωρία-Έρευνα-Πράξη, η ενάγουσα και η εναγομένη συμφώνησαν όπως η πρώτη αναλάβει την εκτύπωση και αποστολή 500 τέτοιων βιβλίων στην Ελλάδα, ως ήταν οι οδηγίες της τελευταίας. Ό,τι πλέον απομένει να αποφασιστεί είναι οι λεπτομέρειες τούτης της συμφωνίας, εν προκειμένω κατά πόσο συμφωνήθηκε η τιμή που η ενάγουσα διατείνεται, ή η συμφωνία ήτο βάση ποσοστού 25% επί της τιμής που θα καθορίζετο από την ελληνική κυβέρνηση, όπως δηλαδή αντιτείνει η εναγομένη. Πέραν τούτου, ζητούμενο παραμένει και η αναγκαιότητα ή μη έκδοσης λογαριασμών σε σχέση με τα δύο βιβλία που επικαλείται η εναγομένη, όπως τελικά περιορίστηκε η ανταπαίτηση τούτης. Λέγω δύο βιβλία, εφόσον αυτή αντιλαμβάνομαι πως είναι η δικογραφημένη εκδοχή της ανταπαίτησης. Και εξηγώ. στο δικόγραφο της εναγομένης γίνεται αναφορά σε τρία βιβλία (βλ. παράγραφο 5). Το τελευταίο εξ αυτών (παράγραφος 5(γ)) είναι το επίδικο βιβλίο, για το οποίο αναμφισβήτητο είναι πως τα 500 βιβλία που εκτυπώθηκαν απεστάλησαν στην Ελλάδα. Άλλωστε, αυτή η έλλειψη αντιτύπων του βιβλίου ήταν η αιτία που οδήγησε στη συμφωνία των μερών δια νέα εκτύπωση. Συνεπώς δια το επίδικο βιβλίο, δηλαδή αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 5(γ) της υπεράσπισης, δεν ζητούνται λογαριασμοί, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα ισχυριζόμενα στις παραγράφους 11 και 13 της υπεράσπισης. Τα αναφερόμενα στις εν λόγω παραγράφους περιορίζονται στα δύο άλλα βιβλία και εν τέλει σε σχέση με αυτά είναι που αξιώνεται καταβολή ποσού ως πνευματικά δικαιώματα και/ή απόδοση λογαριασμών. Για το επίδικο βιβλίο ή το βιβλίο με ίδιο τίτλο που είχε εκδοθεί προηγουμένως, δηλαδή το 2001, κανένα ποσό δεν αξιώνεται και ούτε προβάλλεται ισχυρισμός πως η ενάγουσα κατακρατεί κάποιο αντίτυπο. Με δεδομένο λοιπόν ότι η ανταπαίτηση τελικώς περιορίστηκε στην απόδοση λογαριασμών, αντιληπτό είναι πως αυτό αφορά μόνο τα δύο βιβλία που αναφέρονται στις παραγράφους 5(α) και (β) της υπεράσπισης, εφόσον για το επίδικο βιβλίο δεν εγείρεται ισχυρισμός ότι κατακρατείται κάποιο αντίτυπο και ούτε οιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός που να στοιχειοθετεί απόδοση λογαριασμών. Ως εκ τούτου συνάγεται ότι η ανταπαίτηση δεν αφορά το βιβλίο Ανάπτυξη Προγραμμάτων, Θεωρία-Έρευνα-Πράξη, είτε στην έκταση που κυκλοφόρησε στην Κύπρο, είτε σε σχέση με τα αντίτυπα που στάλησαν στην Ελλάδα. Προς το σκοπό υποστήριξης των ισχυρισμών της η ενάγουσα κάλεσε ένα μάρτυρα, εν προκειμένω τον XXXXX Καντζηλάρη (στη συνέχεια ο Καντζηλάρης). Από την πλευρά της υπεράσπισης κλήθηκαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο XXXXX Δημητρίου (στη συνέχεια ΜΥ1) και η εναγομένη. Δεν είναι πρόθεσή μου να παραθέσω εν εκτάσει τη μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Άλλωστε περαιτέρω παράθεση τούτης διενεργείται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε τούτο το στάδιο αρκεί να υποδειχθεί πως ο Καντζηλάρης προσκόμισε στο Δικαστήριο δύο αποδείξεις αποστολής (air waybill), δηλαδή ένα για κάθε παρτίδα, των βιβλίων που απέστειλε στην Ελλάδα. Είναι τούτα τα τεκμήρια 1 και 2, ημερομηνίας 13/01/2008 και 30/01/2008, αντίστοιχα. Περιπλέον, θέση του Καντζηλάρη ήταν πως μετά την εκτύπωση της πρώτης παρτίδας των 300 βιβλίων, η εναγομένη κλήθηκε στο υποστατικό της ενάγουσας όπου του υπαγόρευσε το τιμολόγιο σε σχέση με τα βιβλία που εκτυπώθηκαν. Εκείνη είναι που καθόρισε την τιμή των €
  10. Λίγες μέρες μετά την αποστολή της πρώτης παρτίδας, η εναγομένη ζήτησε να τυπωθούν και να αποσταλούν περαιτέρω 200 αντίτυπα στην Ελλάδα. Τα τιμολόγια που εξέδωσε η ενάγουσα είναι τα τεκμήρια 1(Α) και 2(Α), αντίστοιχα. Μετά την αποστολή των βιβλίων ο Καντζηλάρης επικοινώνησε με την εναγομένη ώστε να ενημερωθεί σε ποιο στάδιο βρισκόταν η διαδικασία πληρωμής και η τελευταία του ανέφερε ότι δεν είχε ανάμιξη και τον παρέπεμψε στον καθηγητή Φλουρή, ήτοι τον παραλήπτη των βιβλίων. Επικοινώνησε με τον εν λόγω αλλά και πάλιν δεν έλαβε κάποια απάντηση, εφόσον του αναφέρθηκε ότι το μέρος της διαδικασίας που τον αφορούσε είχε πλέον ολοκληρωθεί. Εντέλει σε κάποιο στάδιο έλαβε επιστολή από τον δικηγόρο της εναγομένης, μαζί με μια επιταγή για το ποσό των €1.065, στην οποία αναφερόταν ότι βάσει του ποσού που η εναγομένη εισέπραξε, αυτό ήτο και το ποσό που δικαιούτο η ενάγουσα. Αυτούσια η επιταγή προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και είναι το τεκμήριο
  11. Όπως εξήγησε ο Καντζηλάρης ουδέποτε κατέθεσε την εν λόγω επιταγή, εφόσον απορρίπτει τη σχετική θέση της εναγομένης. Η επιστολή είναι το τεκμήριο 3 και συνοδεύεται από σχετική φορολογική βεβαίωση που δεικνύει το ποσό που έλαβε η εναγομένη από την Ελληνική Δημοκρατία. Ήταν η θέση του πως η ενάγουσα ουδέποτε συμφώνησε να λάβει το 25% του ποσού που θα αποφάσιζε είτε η εναγομένη είτε η ελληνική κυβέρνηση. Ο Καντζηλάρης ισχυρίστηκε περαιτέρω πως η ενάγουσα εκτύπωσε και διέθεσε το βιβλίο που εξέδωσε η εναγομένη με τίτλο Ανάπτυξη Προγραμμάτων, Θεωρία-Έρευνα-Πράξη. Το εν λόγω βιβλίο διατέθηκε μεταξύ των ετών 2001-2007 και όλη η αξία των πνευματικών δικαιωμάτων της εναγομένης, της καταβλήθηκε με επιταγές της ενάγουσας. Κανένα αντίτυπο παραμένει στην κατοχή της ενάγουσας πλην ενός στο αρχείο εργασιών της. Το βιβλίο που εκδόθηκε το 2001 κατατέθηκε ως τεκμήριο 11, ενώ η επανέκδοση τούτου τον Ιανουάριο του 2008, εν προκειμένω το επίδικο βιβλίο, κατατέθηκε ως τεκμήριο
  12. Επίσης το 2001 η ενάγουσα παρέλαβε 12 αντίτυπα του βιβλίου της εναγομένης με τίτλο Η Λειτουργία Και τα Προγράμματα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου 1959-1993, εκ των οποίων πώλησε 3 βιβλία και πλήρωσε την εναγομένη το 2001 με επιταγή. Τέλος ήταν η θέση του Καντζηλάρη πως το 2006 η ενάγουσα εξέδωσε το βιβλίο με τίτλο Διαφοροποίηση Διδασκαλίας Μάθησης. Υποστήριξε πως σε σχέση με τούτο το βιβλίο εκδότης είναι η ενάγουσα και προς τούτο κατέθεσε αντίγραφο του βιβλίου (βλ. τεκμήριο 5) όπου φαίνεται ο διακριτικός αριθμός του ISBN 978-9963-644-56-
  13. Ήταν η θέση του πως ο αριθμός 644 δεικνύει την ενάγουσα ως εκδότη. Περαιτέρω προσκόμισε στο Δικαστήριο απόδειξη παραλαβής ενός αντιτύπου από την κυπριακή βιβλιοθήκη και είναι τούτη το τεκμήριο
  14. Οι οφειλές της ενάγουσας προς την εναγομένη για πνευματικά δικαιώματα από την πώληση του βιβλίου έχουν τακτοποιηθεί με επιταγές της ενάγουσας, με τελευταία πληρωμή το καλοκαίρι του
  15. Σχετικό έντυπο στο οποίο αναγράφονται οι εν λόγω επιταγές, είναι το τεκμήριο
  16. Τέλος, ανέφερε πως το 2008 η εναγομένη αντικατέστησε τον πιο πάνω τίτλο εκδίδοντας η ίδια πλέον νέο βιβλίο (τεκμήριο 7), γεγονός που εκμηδένισε τη ζήτηση του προηγούμενου βιβλίου που είχε εκδώσει η ενάγουσα. Στον αντίποδα η εναγομένη ισχυρίστηκε πως η ενάγουσα ήτο η εταιρεία η οποία αναλάμβανε την εκτύπωση και διάθεση των διαφόρων συγγραμμάτων της. Η ίδια δεν γνώριζε κατά πόσο η εκτύπωση των βιβλίων της διενεργείτο από την ενάγουσα ή από τρίτους. Στην τιμή διάθεσης του βιβλίου περιλαμβάνοντο και τα δικαιώματα του τυπογραφείου, τα οποία ήτο συμφωνημένο πως θα ανέρχοντο περίπου στο 25% της τιμής πώλησης του βιβλίου. Σε όλες τις εκτυπώσεις των βιβλίων της το ποσό που εισέπραττε η ενάγουσα κυμαίνετο μεταξύ €1.000 και €1.
  17. Τον Ιανουάριο του 2008 ο καθηγητής Φλουρής της ζήτησε 500 βιβλία του συγγράμματος με τίτλο Ανάπτυξη Προγραμμάτων, το οποίο είχε εκτυπώσει στο τυπογραφείο της ενάγουσας το
  18. Τη νέα εκτύπωση ανέλαβε η ενάγουσα, η οποία και απέστειλε τα βιβλία στον καθηγητή Φλουρή. Ουδέποτε ετέθη θέμα ψηφιακής ή άλλης εκτύπωσης. Η τιμή των βιβλίων θα καθορίζετο από την Ελληνική Δημοκρατία και η ενάγουσα θα ελάμβανε το 25% της αξίας τους. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχούσε περίπου σε €1.000 με €1.500, αξία την οποία ανέκαθεν εισέπραττε η ενάγουσα από τα βιβλία της εναγομένης. Απέρριψε τη θέση της ενάγουσας περί συμφωνίας ότι το κόστος της εκτύπωσης ανερχόταν σε €19.60 και περαιτέρω ότι η ίδια καθόρισε την τιμή του βιβλίου στα €
  19. Ουδέποτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο μεταξύ τους. Την απαίτηση της ενάγουσας πληροφορήθηκε από τον καθηγητή Φλουρή όταν ο τελευταίος έλαβε επιστολή της ενάγουσας ημερομηνίας 04/06/
  20. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο
  21. Απαντητική επιστολή του συνηγόρου της εναγομένης είναι το τεκμήριο
  22. Περαιτέρω η εναγομένη προσκόμισε στο Δικαστήριο σχετική βεβαίωση η οποία δεικνύει πως η Ελληνική Δημοκρατία καθόρισε την τιμή του βιβλίου σε €
  23. Η εν λόγω βεβαίωση είναι το τεκμήριο
  24. Σε σχέση με την ανταπαίτηση η εναγομένη δέχθηκε πως έλαβε από την ενάγουσα το συνολικό ποσό των €2.600 που αναφέρεται στο τεκμήριο 14 που προσκομίστηκε από τον Καντζηλάρη. Περαιτέρω, ανέφερε πως η τελευταία φορά που η ενάγουσα της κατέβαλε πνευματικά δικαιώματα, ήταν την 25/01/
  25. Εντούτοις, ανέφερε η εναγομένη, η ενάγουσα έχει στην κατοχή της 400 βιβλία Διδασκαλίας Μάθησης τα οποία διαθέτει προς €15 και 100 βιβλία Αναλυτικών Προγραμμάτων που επίσης διαθέτει στην τιμή των €15 και παρ' ότι ζήτησε λογαριασμούς, μέχρι σήμερα δεν της έχουν δοθεί. Η επιστολή του συνηγόρου της που αιτείται τέτοιους λογαριασμούς είναι το τεκμήριο
  26. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι εργάζεται στο τυπογραφείο της Κυπριακής Δημοκρατίας εδώ και 40 χρόνια. Ξεκίνησε ως τυπογράφος και είναι σήμερα επιθεωρητής. Σκοπός της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήτο να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ της offset και digital εκτύπωσης. Ήταν η θέση του πως η πρώτη (offset) ήτο η παλαιότερη διαδικασία η οποία είναι χρονοβόρα και έχει κόστος, εντούτοις συμφέρει για μεγάλες εκδόσεις. Η άλλη είναι πιο καινούργια και άρχισε τη δεκαετία του
  27. Δεν είναι ειδήμων επί του θέματος, ανέφερε όμως ότι η ψηφιακή εκτύπωση είναι η εξέλιξη του photocopy. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 10, δηλαδή το περί ου ο λόγος βιβλίο και του ζητήθηκε να τοποθετηθεί σε σχέση με το κόστος που ανέφερε ο Καντζηλάρης, ήτοι €
  28. Ανέφερε ότι μίλησε με διάφορα πρόσωπα, εν προκειμένω με γραφείο φωτοτύπησης και έλαβε πληροφορίες σε σχέση με τα κόστη του
  29. Ήταν η θέση του πως η ψηφιακή εκτύπωση συμφέρει για μικρές ποσότητες. Τα 500 αντίτυπα του τεκμηρίου 10 εάν εκτυπώνοντο σήμερα σε offset θα κόστιζαν €1.
  30. Σε αυτό το ποσό προστίθεται το κέρδος, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 1,5 και 2,5 φορές το κόστος. Η ψηφιακή εκτύπωση θα στοίχιζε €1.165, πλέον το εξώφυλλο, η αξία του οποίου ανέρχεται στα €50 και το κόστος διεκπεραίωσης. Το εν λόγω συνολικό κόστος θα ανέρχετο στα €1.
  31. Αυτό για τις τιμές του 2019, ενώ όπως ανέφερε για την επίδικη περίοδο δεν μπορεί να εκφέρει άποψη. Πρόσθεσε όμως ότι ψάχνοντας το θέμα με τους εμπόρους χαρτικών προϊόντων, οι τιμές δεν έχουν αλλοιωθεί ιδιαίτερα. Η προηγηθείσα σύνοψη τόσο των δικογράφων όσο και της μαρτυρίας, επιτρέπει ακόμη και πριν από αυτή την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη διαπίστωση γεγονότων που είναι κοινώς αποδεχτά από τα δυο μέρη. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί οι δύο πλευρές ομονοούν περί του ότι τον Ιανουάριο του 2008 συμφώνησαν την εκτύπωση, αρχικά 300 και ακολούθως περαιτέρω 200 βιβλίων, προς το σκοπό αποστολής τούτων στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στον καθηγητή Φλουρή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αδιαμφισβήτητο δε είναι και το γεγονός ότι ένα εκ των αντιγράφων του βιβλίου που εκτυπώθηκε τον Ιανουάριο του 2008 είναι το τεκμήριο 10, ενώ ένα εκ των αντιγράφων του βιβλίου που είχε εκτυπωθεί το 2001 και πάλιν μέσω της ενάγουσας και είχε εξαντληθεί μέχρι το 2008, είναι το τεκμήριο
  32. Περιπλέον, κοινό τόπο συνιστά και το γεγονός ότι τα 500 βιβλία που εκτυπώθηκαν απεστάλησαν από την ενάγουσα στην Ελλάδα και εν τέλει πωλήθηκαν τα 422 προς €11 έκαστο, όπως δηλαδή προκύπτει από το τεκμήριο
  33. Αυτή δε η τιμή των €11 καθορίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση, κατά πως αποκαλύπτει η επίσημη εφημερίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας, δηλαδή το τεκμήριο 8 και επιβεβαιώνει το προμνησθέν τεκμήριο
  34. Το δε ποσό που τελικώς έλαβε η εναγόμενη από την Ελληνική Δημοκρατία, προκύπτει από το τεκμήριο 17, ήτοι €3.403,
  35. Εις επίμετρον, αδιαμφισβήτητο παραμένει και το γεγονός ότι η τιμή που είχε το επίδικο βιβλίο όταν κυκλοφόρησε στην Κύπρο (δηλαδή το τεκμήριο 11), ήταν £11,55, αντίστοιχο σε €19,
  36. Τέλος, γεγονός είναι πως η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα μέσω του συνηγόρου της, την επιταγή τεκμήριο 13, δια ποσό €1.
  37. Η ενάγουσα δεν εξαργύρωσε την εν λόγω επιταγή ένεκα διαφωνίας που είχε για το ποσό. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από αναμφισβήτητη μαρτυρία και ως εκ τούτου υιοθετούνται και καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Τώρα, λίγα λόγια επιβάλλεται να ειπωθούν για τις αρχές αξιολόγησης. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339, επιβάλλεται η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δηλαδή από απόψεως περιεχομένου και να μην υιοθετείται ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Σχετικά είναι και τα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/18 όπου υποδείχθηκε ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων. Το άλλο στοιχείο αξιολόγησης ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Ζητούμενο παραμένει η εξεύρεση της αλήθειας όπως αυτή διαμορφώνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εργαλεία που εξυπηρετούν αυτό τούτο τον στόχο, είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence,16 η έκδοση, σελίδα 333). Η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν αφορά αυτό καθ' εαυτό το επίδικο ζήτημα, δηλαδή το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων, αλλά παρεμφερές, εν προκειμένω το κόστος εκτύπωσης του τεκμηρίου 10 ψηφιακά ή με τσίγκους (offset) και ως εκ τούτου βολεύει να διερευνηθεί πρώτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απομονώθηκε από το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Σημειώνεται δε ότι η εν λόγω μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Ως εκ τούτου υποδεικνύεται αυτό που ειπώθηκε στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, 988, δηλαδή ότι «Η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό». Στην προκείμενη περίπτωση η 40χρονη εμπειρία του ΜΥ1 στο κυβερνητικό τυπογραφείο δεν έτυχε αμφισβήτησης. Περαιτέρω με καθαρότητα και επάρκεια εξήγησε πως η γνώση του προκύπτει από τις επαφές που το τυπογραφείο έχει με ιδιώτες και αυτό καθ' ότι δίνει δουλειές σε ιδιώτες και ο ίδιος ως εκ της θέσεως του γνωρίζει τα κόστη και τις τιμές που επικαλούνται. Και όλα τα ανωτέρω χωρίς να παραγνωρίζεται πως ο ίδιος ο ΜΥ1 δήλωσε πως δεν είναι ειδήμων. Ως εκ των ανωτέρω δέχομαι πως ο ΜΥ1 είναι εμπειρογνώμονας σε ό,τι αφορά την επεξήγηση της offset και digital διαδικασίας εκτύπωσης, καθώς και το κόστος διεκπεραίωσης τέτοιας εργασίας. Με αυτό πλέον ως δεδομένο, σημειώνεται πως το γεγονός ότι ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του άπτεται επιστημονικών εις αντιδιαστολή πραγματικών ζητημάτων, δεν αλλοιώνει τους κανόνες που διέπουν την αξιολογική διεργασία (βλ. Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ECLI:CY:AD:2018:A250, Πολ. Έφ. 199/14, 25.5.2018). Απλώς ατονεί η σημασία της συμπεριφοράς τέτοιου μάρτυρα στο εδώλιο, εφόσον κυρίαρχο μέλημα είναι η εκτίμηση της γνώμης του και η εγκυρότητα τούτης και όχι η εν γένει συμπεριφορά του ως μάρτυρα, στοιχείο που συναρτάται, κατά κύριο λόγο, με μαρτυρία που άπτεται πραγματικών γεγονότων (βλ. Star Fiberglass Ltd v Elnedo Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875, 880). Όπως υποδείχθηκε στην Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750, η αποδεκτότητα τέτοιας μαρτυρίας συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες απόδειξης, εφόσον στον εμπειρογνώμονα επιτρέπεται να εκφράσει τη γνώμη του σε ό,τι αφορά το αντικείμενό του. Τούτη όμως η δυνατότητα, αναφέρθηκε στην ίδια υπόθεση, συμπαρασύρει και υποχρέωση. Η υποχρέωση που βαραίνει τέτοιον μάρτυρα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα, ώστε να καταστήσει ευχερή τον έλεγχο της μαρτυρίας του και δη την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Επιβάλλεται να αναφέρει τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε και να τεκμηριώσει τις επιστημονικές αρχές που εφάρμοσε. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Koufou v. The Republic
(1981)2 C.L.R 165, 186, αυτά τα στοιχεία είναι που θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να μορφώσει ανεξάρτητη άποψη. Στο τέλος της ημέρας αυτό είναι εκείνο που υπέχει σημασία, δηλαδή η μόρφωση ανεξάρτητης άποψης από το Δικαστήριο και όχι αυτή αφ΄ εαυτή η άποψη του πραγματογνώμονα. Αυτός είναι και ο λόγος που στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, 1448, λέχθηκε ότι· «Παρόλο που η έκφραση γνώμης από εμπειρογνώμονα υπό ορισμένες συνθήκες είναι αποδεκτή σαν μαρτυρία εντούτοις: "...it by no means follows that the court must follow it .. What really matters in most cases is the reasons given for the opinion. As a practical matter a well constructed expert' s report containing opinion evidence sets out the opinion and the reasons for it. If the reasons stand up the opinion does, if not, not. A rule of evidence which excludes this opinion evidence serves no practical purpose."». Τώρα, ο ΜΥ1 άφησε θετικές εντυπώσεις. Χωρίς τούτο να προοιωνίζει αποδοχή της μαρτυρίας του, ζήτημα που εξετάζεται πιο κάτω, κρίνω πως τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο συνιστούν την πραγματική εικόνα που έχει ο ίδιος σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα. Εν ολίγοις η μαρτυρία του δεν απεκάλυψε είτε ψεύδος, είτε μεροληπτική συμπεριφορά, είτε ακόμη πρόθεση να εξυπηρετήσει. Αντιθέτως διεφάνη πως η μαρτυρία του, ορθή ή λάθος θα διαφανεί στη συνέχεια, ήτο γνήσια. Ούτε όμως και έτυχε αμφισβήτησης επί της ουσίας της μαρτυρίας του. Το μόνο που ανέδειξε η αντεξέταση είναι πως ο ΜΥ1 δεν έχει πρωτογενή γνώση αναφορικά με το πόσα πληρώνει ο συνεργάτης του τυπογραφείου, δηλαδή αυτοί με τους οποίους το κυβερνητικό τυπογραφείο συνεργάζεται, είτε τους υπαλλήλους του, είτε για ηλεκτρισμό, είτε για ενοίκιο και διάφορα άλλα έξοδα. Η απάντηση του ΜΥ1 ήτο όμως αφοπλιστική και δηλωτική της ειλικρίνειάς του. Όπως απάντησε. είναι γι' αυτό το λόγο που η τιμή του offset κυμαίνεται στο διπλάσιο ή 2½ φορές του κόστους, ώστε να καλύψει αυτά τα έξοδα. Η δε τιμή του digital βγαίνει από την ίδια τη μηχανή πολλαπλασιάζεται μεταξύ 30% και 50%. Υποδεικνύεται πως η τελευταία θέση συμπίπτει και με τη μαρτυρία του Καντζηλάρη, ο οποίος ανέφερε ότι η συνολική τιμή προκύπτει από το γινόμενο του κόστους με το 50% και πως ο ίδιος για σκοπούς ανταγωνισμού υπολόγιζε κέρδος 45% και στην προκείμενη περίπτωση το μείωσε στο 22,5%. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ1 συμπίπτει με αυτή του Καντζηλάρη και επί ενός άλλου σημείου, ήτοι πως για 500 αντίτυπα βιβλίου το offset είναι πιο φθηνό και το digital πιο ακριβό. Σε αυτό κατέληξε και ο ΜΥ1, εξου και υπέδειξε τα €1.342 ως κόστος για το offset και τα €1.439 ως κόστος για το ασπρόμαυρο digital. Και αυτές οι τιμές είναι μόνο κόστος, άνευ δηλαδή κέρδους. Όλα τα ανωτέρω αναδεικνύουν την ειλικρίνεια των λεγομένων του ΜΥ1 και καθιστούν τη μαρτυρία του αξιόπιστη. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η μαρτυρία τούτου μπορεί να καταστεί και βάθρο εξαγωγής ευρημάτων. Και εξηγώ. στην υπόθεση Νικολάου, ανωτέρω, υπεδείχθη ότι: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works v. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CUR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1.) Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic v. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis (ανωτέρω), η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Στην προκείμενη όμως περίπτωση η μαρτυρία του ΜΥ1 αποκαλύπτει κενά θεμελιώδους σημασίας. Ο ΜΥ1 δεν έχει πρωτογενή γνώση των κόστων που ανέφερε στο Δικαστήριο. Όπως με πάσα ειλικρίνεια ανέφερε, μάζεψε στοιχεία από το γραφείο του, μίλησε με κέντρα φωτοτύπησης εκτός της υπηρεσίας του και συνέλεξε πληροφορίες. Είναι βάσει αυτών που κατέληξε στα διάφορα κόστη. Εν τούτοις ουδέν παρουσίασε στο Δικαστήριο, πλην βεβαίως της κατάληξης του που εδράστηκε σε πληροφορίες τρίτων. Από ποιους όμως και πόσους πήρε τα κόστη αυτά. Περιπλέον εγείρεται το ερώτημα. πως προέκυψαν τα νούμερα για την αξία του εξωφύλλου (€50), την εκτύπωση τούτου (€50) και τα έξοδα διεκπεραίωσης. Τί λήφθηκε υπόψη και γιατί. Περαιτέρω, πως προέκυψε η τιμή €0,008 ή €0,006 ανά σελίδα για την ψηφιακή εκτύπωση. Και γιατί δεν προσκομίστηκε οιονδήποτε στοιχείο στο Δικαστήριο; Η σημασία των ανωτέρω είναι διφυής. Αφενός η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι εξ ακοής αγνώστου βαθμού και δεν δόθηκε οιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό και ούτε προσκομίστηκε οιονδήποτε γραπτό κείμενο που να επιβεβαιώνει τα λεχθέντα (βλ. Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, ECLI:CY:AD:2016:A364, Πολ. Έφ. 6/11, 15/07/2016). Αφετέρου όμως και πλέον σημαντικό, είναι πως όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν τέθηκαν στο Δικαστήριο ως συμπέρασμα και όχι ως γεγονός. Έχει υποδειχθεί όμως ότι συνιστά υποχρέωση της πλευράς που καλεί τον εμπειρογνώμονα να αποδείξει τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τα συμπεράσματα του εμπειρογνώμονα. Περιπλέον, υποχρέωση του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να δύνανται το ίδιο να μορφώσει τη δική του άποψη. Στη δεδομένη περίπτωση τα στοιχεία που στηρίχτηκε ο εμπειρογνώμονας, αφενός παρέμειναν αναπόδειχτα και αφετέρου δεν έτυχαν δέουσας ανάλυσης από τον εμπειρογνώμονα, ώστε στο τέλος της ημέρας να εξυπηρετήσουν το Δικαστήριο στο έργο του. Και πιο συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 ανέφερε πως οι τιμές που έλαβε, ο αριθμός των οποίων δεν αποκαλύφθηκε, είναι για 500 αντίτυπα. Εντούτοις στην υπό κρίση περίπτωση οι εκτυπώσεις ήταν δύο, η πρώτη για 300 αντίτυπα και η δεύτερη για
  1. Δεν εξηγήθηκε πως αυτό επηρεάζει το τυχόν αποτέλεσμα, ενώ ο Καντζηλάρης μίλησε για άτυπο κανόνα (rule of thumb) ώστε να αποταθούν για εκτύπωση offset και πως η ποσότητα που ζήτησε η εναγομένη, αρχικά 300 και ακολούθως περαιτέρω 200, δεν πληρούσε τον κανόνα αυτό. Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, οι τιμές που έλαβε είναι για το
  2. Καίτοι σε σχέση με την τιμή του χαρτιού ανέφερε πως δεν έχει αλλοιωθεί ιδιαίτερα, εντούτοις η απάντηση που έδωσε ήταν πως «. εγώ δεν μπορώ να εκφέρω άποψη και συγκεκριμένα την περίοδο εκείνη και την συγκεκριμένη τιμή». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ούτε ο ίδιος ο εμπειρογνώμονας νιώθει την απαιτούμενη ασφάλεια να υιοθετήσει τις τιμές που επικαλέστηκε, αναφορικά με την περίοδο
  3. Και βεβαίως δεν είναι μόνο η τιμή του χαρτιού εκείνη η οποία λαμβάνεται υπόψη, για την οποία ανέφερε ότι δεν αλλοιώθηκε ιδιαίτερα, αλλά και η τιμή όλων των άλλων στοιχείων που ανέφερε ο Καντζηλάρης, φερ' ειπείν ηλεκτρισμός και ημερομίσθια τέτοιας εργασίας από βιβλιοπωλείο ως η ενάγουσα. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω πως αν και αξιόπιστη η μαρτυρία του ΜΥ1, εντούτοις δεν μπορεί να υιοθετηθεί σε σχέση με το κόστος κατασκευής, είτε του digital είτε του offset, για το έτος
  4. Από την μαρτυρία του ΜΥ1 κρατώ μόνο τις θέσεις του που συμπίπτουν με τις παραδοχές του Καντζηλάρη, δηλαδή ότι το ποσοστό κέρδους στις ψηφιακές εκτυπώσεις κυμαίνεται από 30% σε 50% του κόστους και περιπλέον, ότι η εκτύπωση offset για μεγάλες ποσότητες είναι πιο φθηνή από την ψηφιακή εκτύπωση. Τέλος, δέχομαι τις επεξηγήσεις του σε σχέση με τις διαφορές των δύο μεθόδων εκτύπωσης, ήτοι offset και digital. Εν τούτοις η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν είναι καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης και αυτό γιατί, όπως έχει υποδειχθεί, η μαρτυρία τούτου δεν αφορά το επίδικο ζήτημα, εν προκειμένω ποιο ήταν το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων. Σκοπεί μόνο στο να πλήξει την αξιοπιστία του Καντζηλάρη, καταδεικνύοντας ότι το κόστος της ψηφιακής εκτύπωσης δεν ήταν δυνατό το 2008 να ανέρχεται στα €16 και ως εκ τούτου, η θέση του ότι συμφώνησε με την εναγόμενη πως η ενάγουσα θα ελάμβανε το ποσό των €19.60, είναι ψευδής. Συνεπώς η διερεύνηση στρέφεται αμέσως σε αυτό που απασχολεί, εν προκειμένω τη μαρτυρία των δύο άμεσα εμπλεκομένων. Σε αντίθεση με την εναγομένη η μαρτυρία του Καντζηλάρη άφησε θετικότατες εντυπώσεις. Είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων, χαρακτηρίζεται από συνοχή και κυρίως ανταποκρίνεται στη λογική. Αντιθέτως η μαρτυρία της εναγομένης ελέγχεται από τη λογική και κρίνεται ανίκανη να ανταπεξέλθει, ενώ ουδόλως ασήμαντη είναι και η αοριστία που διέπει τα λεγόμενά της. Προτού όμως προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνεται το εξής σημαντικό. αναφορικά με την ανταπαίτηση η αντεξέταση του Καντζηλάρη επεκτάθηκε και στο τεκμήριο 11, δηλαδή το βιβλίο «Ανάπτυξη Προγραμμάτων, Θεωρία-Έρευνα-Πράξη», που εκδόθηκε το 2001 και κυκλοφόρησε στην Κύπρο. Ερωτήθηκε σχετικά πόσα αντίτυπα εκτυπώθηκαν, πόσα πωλήθηκαν και γενικότερα, κατά πόσο αποδόθηκαν λογαριασμοί στην εναγομένη. Εντούτοις βάσει των όσων έχουν υποδειχθεί, αυτή η πτυχή της αντεξέτασης εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων και συγκεκριμένα των όσων η υπεράσπιση διατείνεται στην ανταπαίτηση. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί, το τεκμήριο 11 δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα και συγκεκριμένα δεν συγκαταλέγεται στην ανταπαίτηση για λογαριασμούς. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο δικογραφικά, αλλά και σε επίπεδο μαρτυρίας. Η επιστολή που έστειλε η εναγομένη μέσω του συνηγόρου της και ζητούσε λογαριασμούς, αναφέρετο μόνο στα βιβλία της παραγράφου 5(α) και (β) της υπεράσπισης και όχι σε οιονδήποτε άλλο. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταλήγω πως η σχετική πτυχή της αντεξέτασης του Καντζηλάρη εκφεύγει των εγγράφων προτάσεων και ένεκα τούτου δεν δικαιολογείται να ληφθεί υπόψη και να αξιολογηθεί. Εν προκειμένω υποχρέωση είναι να αγνοηθεί (βλ. Ανδρέου ν. Στυλιανού, Έφ. 39/19, ημερομηνίας 26/07/21). Επί της ουσίας πλέον σημειώνονται τα ακόλουθα: ο Καντζηλάρης παρέμεινε σταθερός καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ότι η τιμή συμφωνήθηκε εκ των προτέρων και η αντεξέταση δεν κατόρθωσε να πλήξει τη θετική εικόνα που άφησε. Η απόπειρα της υπεράσπισης να διασυνδέσει το κόστος που ανέφερε, ήτοι €16 πλέον €3,60 κέρδος, σύνολο €19,60, με το γενικό κόστος είτε της ψηφιακής είτε της offset εκτύπωσης, δεν ευόδωσε. Με επάρκεια ο Καντζηλάρης αιτιολόγησε τη θέση του πως το κόστος των €16 προέκυψε από το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι εκείνη που ανέλαβε να εκτυπώσει τα αντίτυπα. Μάλιστα αυτό επιβαλλόταν ένεκα του περιορισμένου χρόνου που η εναγομένη απαιτούσε να έχει τα βιβλία και με δεδομένο ότι η ποσότητα που ζητούσε, αρχικά 300 και ακολούθως άλλα 200, ήταν μικρότερη εκείνης που θα επέτρεπε να εκτυπωθούν offset από το τυπογραφείο (ο Καντζηλάρης έκανε αναφορά σε rule of thumb) και ως εκ τούτου να μειωθεί το κόστος. Εξήγησε περαιτέρω ότι στο κόστος των €16 συνυπολόγισε υπερωριακό ημερομίσθιο δύο υπαλλήλων για δύο σαββατοκυρίακα, εφόσον μόνο τότε θα μπορούσε να εκτελεστεί η εργασία, πλέον ρεύμα, χαρτί και δικά του ημερομίσθια και όπως ανέφερε, η ενάγουσα δεν είναι τυπογραφείο 100 υπαλλήλων. Η δε εκτύπωση αυτή έγινε σε χρόνο 15 ημερών και όχι 6 μηνών, χρόνος που μεσολάβησε για την εκτύπωση του τεκμηρίου 11 το
  5. Είναι κατ' αυτό τον τρόπο που κατέληξε στο κόστος των €16 και εξήγησε περαιτέρω πως το κέρδος €3,60 συνιστά το 22,5% του κόστους. Αν και συνήθως το κέρδος του ανέρχετο στο 45%, στην προκείμενη περίπτωση μείωσε τούτο στο ½ επειδή θα πληρώνετο σε σύντομο χρόνο για το σύνολο των βιβλίων. Τα ανωτέρω δεν καθιστούν βεβαίως αυταπόδειχτο το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων. Εντούτοις αναδεικνύουν την πληρότητα και την λογική αιτιολόγηση της μαρτυρίας του Καντζηλάρη, ο οποίος χωρίς περιστροφές, παύσεις και διστακτικότητα, παρέθεσε το σύνολο των περιβάλλουσων στοιχείων, σε αντίθεση με την εναγομένη η οποία αοριστολογούσε και απλώς επικαλείτο μια γενική συμφωνία των διαδίκων πως η ενάγουσα θα λάμβανε το 25% των πωλήσεων και η ίδια τα υπόλοιπα. Επί ποιας όμως τιμής, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως σχολιάζεται και πιο κάτω, η θέση αυτή της εναγομένης καταρρίπτεται τόσο από τη λογική όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Κατ' αρχάς επ' αυτού απαντά η τοποθέτηση του Καντζηλάρη, ο οποίος ανέφερε ότι «Ο ισχυρισμός σας ότι οποιοσδήποτε εμπορευόμενος θα ήταν σε θέση να παράξει οποιονδήποτε προϊόν για ένα μεταπωλητή κατ' ουσία σε αυτήν την περίπτωση η Εναγόμενη μεταπώλησε τα βιβλία, ο ισχυρισμός σας ότι θα μπορούσε οποιοσδήποτε παραγωγός να δεχτεί να παράξει οποιονδήποτε προϊόν και να το χρεώσει εκ των υστέρων στην τιμή που θα του υπέβαλε ο τελικός αγοραστής, είναι γελοία και μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει κύριε Ιωαννίδη.». Είναι τωόντι λογικό ότι το εμπόριο και το παζάρι γενικότερα, δεν νοείται να λειτουργεί κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται η εναγομένη και τον οποίο σχολίασε ο Καντζηλάρης. Κατ' αρχάς να υπομνησθεί πως στην εν λόγω περίπτωση η ενάγουσα δεν είχε σχέση με πνευματικά δικαιώματα όπως κατά κόρον της υποβλήθηκε. Δεν ανέλαβε οιονδήποτε άλλο ρόλο, πλην εκείνο του εκτυπωτή του βιβλίου που της ζητήθηκε και περαιτέρω, του αποστολέα τούτου εκεί και όπου της υποδείχθηκε. Περιπλέον, δεν επρόκειτο να διαθέσει η ίδια το βιβλίο στο δικό της υποστατικό, όπως δηλαδή έγινε με την παρτίδα βιβλίων στην Κύπρο. Είναι γι' αυτό τον λόγο που ο Καντζηλάρης ομιλεί για παραγωγή προϊόντος. Συμφωνώ εν προκειμένω πως σε τέτοια περίπτωση η λογική θέλει τα μέρη να πραγματεύονται και να καταλήγουν για το κόστος τέτοιας παραγωγής και να μην το αφήνουν αόριστο. Απαντά όμως η υπεράσπιση με τις υποβολές της και τη μαρτυρία της εναγομένης, ότι ήταν γνωστό στην ενάγουσα πως η τιμή του βιβλίου θα καθορίζετο από την ελληνική κυβέρνηση και πως από αυτή την τιμή είναι που η ενάγουσα θα λάμβανε το 25%. Κα πάλιν αρωγός έρχεται η λογική σε συνδυασμό με τα περιβάλλοντα γεγονότα και ισχυρισμούς και καταρρίπτει τη σχετική θέση. Επ' αυτού ο Καντζηλάρης ανέφερε ότι η ενάγουσα ποτέ προηγουμένως προέβη σε πώληση στην Ελλάδα και στο ελληνικό δημόσιο και συνεπώς δεν γνώριζε την περί ης ο λόγος διαδικασία. Αυτή η θέση του Καντζηλάρη δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς εκλαμβάνεται ως αποδεχτή (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, 1541). Κατά δεύτερο, γιατί να αφεθεί η τιμή στο άγνωστο, είτε αυτό αφορούσε το κόστος για την εργασία της ενάγουσας, είτε την τιμή του βιβλίου βάσει της οποίας θα ελάμβανε το ισχυριζόμενο ποσοστό του 25%. Εν ολίγοις γιατί ο κατασκευαστής να πάρει τέτοιο ρίσκο, με πιθανότητα αυτό το ποσοστό να μην καλύψει το κόστος του. Και εδώ το έχουμε ως δεδομένο ότι το ίδιο βιβλίο όταν πωλείτο στην Κύπρο (δηλαδή το τεκμήριο 11), η τιμή που έφερε ήταν αυτή των £11,55, δηλαδή €19,
  1. Περιπλέον αποτελεί αναμφισβήτητη θέση ότι απ' αυτή την τιμή η ενάγουσα λάμβανε το ποσό των £3, εκ των οποίων οι £2 ήταν κόστος. Με δεδομένη την ισοτιμία του ευρώ έναντι της κυπριακής λίρας (Κ.Δ.Π. 311/2007 £1 - €1,708601), διαπιστώνει κανείς ότι η εισήγηση της υπεράσπισης είναι πως μετά την πώληση των βιβλίων στην Ελλάδα, η ενάγουσα θα λάμβανε ποσό λιγότερο απ' εκείνο που ελάμβανε καθ' ον χρόνο το πωλούσε στην Κύπρο. Αυτό γιατί η εγχώρια είσπραξη αντιστοιχούσε σε £3 (€5.12) εκ των οποίων οι £2 (€3,41) ήτο κόστος, ενώ από την πώληση στην Ελλάδα κλήθηκε να λάβει λιγότερα από το 25% των €11 ανά βιβλίο, εφόσον από το ποσό αυτό αφαιρέθηκαν και φόροι. Άλλωστε γεγονός είναι ότι το συνολικό ποσό που της προσφέρθηκε ανέρχετο σε €1.065 (βλ. τεκμήριο 13), δηλαδή ποσό που αντιστοιχεί σε €2,13 ανά βιβλίο. Και ρωτώ. γιατί η ενάγουσα να συμφωνούσε να λάβει το ήμισυ του ποσού που λάμβανε όταν το βιβλίο πωλείτο στην Κύπρο και μάλιστα λιγότερο και από το κόστος του 2001; Τα ανωτέρω αναδεικνύουν, σε πραγματικό πλέον επίπεδο, το σαθρό υπόβαθρο του ισχυρισμού της εναγομένης, δηλαδή ότι δεν συμφωνήθηκε οιονδήποτε ποσό που θα καταβάλλετο στην ενάγουσα. Έτι χειρότερη αποκαλύπτεται η θέση της όταν ιδωθεί σε συσχετισμό με τον έτερο ισχυρισμό, ήτοι πως και η τιμή του βιβλίου αφέθηκε να αποφασιστεί από το ελληνικό δημόσιο. Αναδεικνύεται συναφώς το εύθραυστο του ισχυρισμού, εφόσον αναπάντητο είναι το εύλογο ερώτημα. και τότε τι θα ελάμβανε η ενάγουσα, το 25% ενός αγνώστου και ακαθόριστου ποσού πωλήσεως του βιβλίου; Αυτή η θέση δεν είναι λογική όπως ούτε πειστική. Εξηγεί εντούτοις η εναγομένη, πως ο λόγος δια αυτή τη συμφωνία οφείλεται στο ότι «Η Ενάγουσα αποδέχτηκε τον εν λόγω διακανονισμό διότι γνώριζε πόσα της στοιχίζουν τα βιβλία με το κέρδος. Πολύ δε περισσότερο όταν τα βιβλία θα πωλούντο όλα μαζί και θα εισέπραττε σίγουρα το ποσό που επληρώνετο συνήθως.». Ο μέχρι στιγμής σχολιασμός της μαρτυρίας αποκαλύπτει πως η σχετική θέση της εναγομένης δεν εδράζεται σε στέρεο πραγματικό υπόβαθρο. Έχει ήδη υποδειχθεί ότι από την πώληση της προηγούμενης παρτίδας βιβλίου στην Κύπρο, δηλαδή το τεκμήριο 11, η ενάγουσα λάμβανε πέραν των €5 και το δε κόστος της ήταν περί τα €3,
  2. Αυτό είναι που γνώριζε και όχι άλλο. Περαιτέρω, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι θα πωλούντο όλα τα βιβλία. Από τη δική της μαρτυρία προκύπτει ότι 72 εκ των 500 βιβλίων δεν πωλήθηκαν και γι' αυτό η ίδια δεν τα πληρώθηκε, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται πως η ίδια στο ποσό της επιταγής που απέστειλε στην ενάγουσα (τεκμήριο 13) συνυπολόγισε το 25% της αξίας και αυτών των βιβλίων. Αυτό όμως έγινε μετά την υποβολή απαίτησης από την ενάγουσα και όχι εκ των προτέρων. Παρ' όλα ταύτα, η ουσία του πράγματος είναι πως η θέση της εναγομένης ότι δεν συμφωνήθηκε οιονδήποτε ποσό και πως η ενάγουσα θα πληρώνετο το 25% ενός απροσδιόριστου ποσού, που τελικώς ήταν πολύ πιο κάτω από την τιμή πώλησης του βιβλίου στην Κύπρο, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και δικαιολογεί τον Καντζηλάρη που επικαλείται την εμπορική πρακτική. Πέραν των πιο πάνω τη δική του σημασία έχει και το τεκμήριο 19, δηλαδή η σημείωση στο ημερολόγιο του Καντζηλάρη. Πρόκειται για χειρόγραφη σημείωση που έθεσε η εναγομένη και την οποία αναγνώρισε ως τέτοια. Μεταξύ άλλων αναφέρεται εκεί «Τιμή συμφωνηθείσα £13, 9 συγγραφέας + 4 Νικόλας». Ορθώς υπεδείχθη από την πλευρά της ενάγουσας ότι αν ίσχυε το 25%, ως ο ισχυρισμός της εναγομένης, τότε δεν θα είχαν ανάγκη να κατέγραφαν συγκεκριμένα ότι εκ των £13, οι £9 θα καταλήξουν στη συγγραφέα και οι £4 στο βιβλιοπωλείο. Από την εν λόγω σημείωση αναδεικνύεται, έστω εμμέσως, η σημασία στη συμφωνηθείσα τιμή του βιβλίου, καθώς και εκείνης που θα ελάμβανε η ενάγουσα. Παράλληλα, φανερώνεται πως η θέση της εναγομένης ότι δεν συμφωνούσαν τιμή, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Το τεκμήριο 19 διαψεύδει τούτη τη θέση. Ιδιαίτερη σημασία όμως σε ότι αφορά το περί ου ο λόγος βιβλίο, διαδραματίζουν και τα τιμολόγια, δηλαδή τα τεκμήρια 1Α και 2Α. Όπως προκύπτει από το πρόσωπο τούτων, εστάλησαν στον καθηγητή Φλουρή στην Αθήνα. Πέραν αυτού που αναφέρεται στα ίδια τα τιμολόγια (τεκμήρια 1Α και 2Α), τα οποία σημειώνεται ότι φέρουν ημερομηνία 11/01/2008 και 29/01/2008 αντίστοιχα, το γεγονός ότι εστάλησαν εξαρχής στον καθηγητή Φλουρή μαζί με τα βιβλία, συνάγεται και από την επιστολή του συνηγόρου της ενάγουσας προς τον καθηγητή Φλουρή, ημερομηνίας 04/06/2009 (βλ. τεκμήριο 12). Εκεί ως θέμα αναφέρονται τα δύο τιμολόγια και σημειώνεται πως «Δυστυχώς οι πελάτες μας μέχρι σήμερα δεν έχουν λάβει το ποσό των €10,000 το οποίο είναι η αξία των 500 βιβλίων 'Ανάπτυξη Προγραμμάτων/Κουτσελίνη' που σας έχουν αποστείλει τον Ιανουάριο του 2008 σε σχέση με τα πιο πάνω τιμολόγια. Τα βιβλία αυτά είχαν σταλεί με υπηρεσία «από πόρτα σε πόρτα» και έχουν παραληφθεί από εσάς.». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Η δε απάντηση που ακολούθησε από τον συνήγορο της εναγομένης, τεκμήριο 15, επίσης φαίνεται να αποδέχεται την αποστολή των εν λόγω τιμολογίων. Εν προκειμένω αναφέρεται σε αυτή πως «Ως εκ τούτου τα δύο τιμολόγια που απέστειλαν οι πελάτες σας για €6.000 και €4.000 δεν αντιστοιχούν ούτε στη κοστολόγηση στην Ελλάδα ούτε στο ποσοστό που δικαιούνται οι πελάτες σας.». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εύλογα λοιπόν αναφύεται το ερώτημα. όταν παρελήφθη η πρώτη παρτίδα βιβλίων, ως φαίνεται στο τεκμήριο 1 και συνοδεύετο από το τιμολόγιο τεκμήριο 1Α, το οποίο φέρει ως αξιούμενο ποσό εκείνο των €6.000, γιατί δεν αντέδρασε η εναγομένη και έτι περισσότερο, γιατί προχώρησε και υπέβαλε την παραγγελία της δεύτερης παρτίδας, δηλαδή των υπολοίπων 200 βιβλίων που εστάλησαν με τα τεκμήρια 2 και 2Α; Ουδόλως ασήμαντο είναι και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 14, όπου φαίνεται η παράδοση επιταγής ημερομηνίας 25/01/2008 από την ενάγουσα στην εναγομένη. Η δε εναγομένη δέχεται ότι έλαβε τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Και ερωτώ, κατ' εκείνο τον χρόνο γιατί δεν αντέδρασε στις αξιώσεις της ενάγουσας σε σχέση με τα 500 βιβλία; Δεν παραγνωρίζεται πως τα ζητήματα αυτά ουδεμία πλευρά τα ανέδειξε και συνεπώς ουδείς εκ των μαρτύρων τοποθετήθηκε επί τούτων. Εντούτοις προκύπτουν από το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν (τεκμήρια 1Α, 2Α και 14), και είναι ικανά να φωτίσουν το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα που αφορούν την αποστολή των βιβλίων. Σε κάθε όμως περίπτωση, αναδεικνύεται πως η απαίτηση του Καντζηλάρη δεν είναι υστεροκατασκευασμένη, όπως του υπεβλήθη, αλλά σύγχρονη της αποστολής των δύο παρτίδων βιβλίων. Αν όμως δεν είχε συμφωνήσει κάτι τέτοιο με την εναγομένη, γιατί τα μέρη να λειτουργούσαν κατά τον πιο πάνω τρόπο; Εν κατακλείδι το αλλοπρόσαλλο και καθ' όλα ανυπόστατο της θέσης της υπεράσπισης, προκύπτει και από την εξής υποβολή που τέθηκε στον Καντζηλάρη. Τη δεύτερη δικάσιμο αντεξέτασης τούτου, του υπεβλήθη ότι: «Ε. Κύριε μάρτυς, για να σου υποβάλω για να τελειώσουμε, σας υποβάλλω ότι αυτό το βιβλίο, η έκδοση αυτή του Τεκμηρίου 10 εκτός του κέρδους σας δεν υπερέβη τα 1.500 ευρώ.». Και ερωτώ. αν το κόστος και μόνο του βιβλίου στοίχισε στην ενάγουσα €1.500, κάτι το οποίο υποστήριξε και ο ΜΥ1, γιατί τότε να συνομολογούσε συμφωνία που θα της απέφερε πολύ λιγότερα, ήτοι €1.065 που εν τέλει της στάληκαν με το τεκμήριο
  3. Και εν πάση περιπτώσει, γιατί να προβεί σε συμφωνία που δεν θα γνώριζε εξ αρχής κατά πόσο θα ήτο επικερδής ή ζημιογόνα. Υποδεικνύεται πως η θέση της υπεράσπισης ότι το κόστος της offset εκτύπωσης είναι χαμηλότερο απ' εκείνο της ψηφιακής, δεν αποδείχθηκε με μαρτυρία. Παρεμβάλλεται όμως το εξής, αν και επί του προκειμένου η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν έγινε αποδεχτή, εντούτοις ούτε και αυτή θα ήτο ικανή να δικαιολογήσει τον συλλογισμό και την υποβολή της υπεράσπισης. Θέση του ΜΥ1 ήταν πως το offset συμφέρει για μεγάλες ποσότητες και περιπλέον, τα κόστη που έδωσε για 500 βιβλία ψηφιακής και offset εκτύπωσης, ήταν €1.439 και €1.342 αντίστοιχα. Και ερωτώ, ακόμη και βάσει αυτών, παρ' ότι δεν ενσωματώθηκαν στις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, πως δικαιολογείται η θέση της υπεράσπισης που οδηγεί στο ποσό των €1.065 που τελικώς απεστάλη στην ενάγουσα, όταν δεν είναι ικανό να καλύψει ούτε το κόστος; Η απάντηση είναι απλή, η θέση της εναγομένης καταρρίπτεται τόσο από τη λογική όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Στον αντίποδα η φιλαλήθεια του Καντζηλάρη διατυμπανίζεται και από τα εξής. ο μάρτυρας ουδόλως δίστασε να παραδεχτεί πως από την τιμή πώλησης του τεκμηρίου 11, δηλαδή της παρτίδας που κυκλοφόρησε στην Κύπρο, η ενάγουσα λάμβανε £3 και είχε κόστος £2, δηλαδή πολύ χαμηλότερο αυτού που σήμερα αξιώνεται. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος σε σχέση με την ανταπαίτηση, άνευ πιέσεως απεκάλυψε το σύνολο των βιβλίων που έχει στην κατοχή της η ενάγουσα, όπως αυτό διεφάνη κατόπιν έρευνας. Η συγκεκριμένη στιχομυθία έχει ως εξής: «Ε: Ταυτόχρονα πέστε μου 15/01/2008, σε τι αφορά; Η τελευταία επιταγή που γράφετε 25/
  4. Α: Το 25/01/2008 πρέπει να αφορά πληρωμή και για τον τίτλο Ανάπτυξη Προγραμμάτων και για τον τίτλο Διερεύνηση και Συνεργασία τον οποίο πουλούσαμε από το
  5. Ε: Μπορείτε να μας πείτε από τα 2 βιβλία που αναφέρατε τώρα, τους δύο τίτλους που αναφέρατε, πόσα έχετε εκεί κοντά σας, να μας το πείτε αυτό; Α: Ναι, για τον τίτλο Ανάπτυξη Προγραμμάτων που αφορά και την αγωγή μας δεν έχω κανένα αντίτυπο πλην εκείνο που υποβάλαμε σαν τεκμήριο εφόσον και κατά την τελευταία συνεργασία με την εναγομένη γι' αυτόν τον τίτλο χρειάστηκε να τα φωτοτυπήσουμε, για τα δε τίτλο της, συγνώμη ένα λεπτό, για τον άλλο τίτλο Διερεύνηση και Συνεργασία, στην αποθήκη υπάρχουν πέραν των 600 αντιτύπων απούλητων και βρίσκονται και στην κατοχή της εναγομένης άλλα 145 βιβλία τα οποία είχε παραλάβει το 2007 και για τα οποία ουδέποτε διευθέτησε την υποχρέωση της απέναντι μας. Ε: Για αυτά τα 600 βιβλία της δώσατε ποτέ λογαριασμό πόσα εξόφλησε; Α: Για κάθε επιταγή που της εξέδιδα για τα οποία παραλάμβανε διδόταν και λογαριασμός, εξού και ο λόγος για τον οποίο η κάθε επιταγή φέρει διαφορετικό ποσό γιατί αφορούσε μέτρημα του κάθε αντιτύπου το οποίο είχαμε πουλήσει και για τα οποία είχαμε οφειλή απέναντι της. Ε: Πόσα έβγαλες από αυτό; Α: 1054 αντίτυπα. Ε: Και πόσα της εδίδετε, πόσα της καταβάλλατε σαν πνευματικά δικαιώματα; Α: Από £13, η πληρωμή για συγγραφικά δικαιώματα ήταν €9 και κρατούσαμε €4 εμείς. Συγνώμη από £13 οι £9 ήταν συγγραφέας και £4 εμείς.». Τα ανωτέρω αποκαλύπτουν τον πηγαίο χαρακτήρα της μαρτυρίας του Καντζηλάρη και παράλληλα αναδεικνύουν την ειλικρίνεια των λεγομένων του. Δεν κρύφτηκε ο μάρτυρας και ούτε μετήλθε υπεκφυγών και ασαφειών. Η μαρτυρία του διέπεται από λογική και υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, εν αντιθέσει με εκείνη της εναγομένης η οποία καταρρίπτεται στον πρώτο έλεγχο της λογικής. Βάσει λοιπόν της αξιόπιστης μαρτυρίας καταλήγω πως η συμφωνία των μερών προέβλεπε την εκτύπωση από την ενάγουσα 500 βιβλίων προς €19.60 έκαστο και ακολούθως αποστολή τούτων στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στον καθηγητή Φλουρή, όπερ και εγένετο. Εντούτοις η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το οφειλόμενο ποσό, δηλαδή €9.800 (500 Χ 19,60). Λέγω €9.800 εφόσον αυτή διαπιστώνω πως ήταν η συμφωνία των μερών. Το επιπλέον ποσό των €0,40 ανά βιβλίο που οδήγησε στη στρογγυλοποίηση της τιμής, δεν εμπίπτει στη συμφωνηθείσα τιμή μεταξύ της ενάγουσας και της τελευταίας, αλλά στη βούληση της εναγομένης, η οποία υπαγόρευσε το περιεχόμενο των τιμολογίων (τεκμήρια 1Α και 2Α), όπως ακριβώς εξήγησε ο Καντζηλάρης. Η ανωτέρω διαπίστωση επαρκεί ώστε να διαπιστωθεί πως η εναγομένη δεν ικανοποίησε το δικό της σκέλος της συμφωνίας και εξακολουθεί να την βαραίνει, δηλαδή η καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού στην ενάγουσα. Περιπλέον, αυτή η διαπίστωση καθιστά την αξίωση βάσιμη, όχι βεβαίως για €10.500 ή €10.000, αλλά για το ποσό των €9.800, το οποίο προκύπτει από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Εντούτοις τα ανωτέρω δεν ολοκληρώνουν τη διαγνωστική διεργασία. Η προηγηθείσα περικοπή από τη μαρτυρία του Καντζηλάρη φανερώσει ότι στην κατοχή της ενάγουσας βρίσκονται βιβλία που αφορούν τη συνεργασία της με την εναγομένη. Οφείλεται όμως εδώ η εξής διευκρίνιση­­. κατά την αντεξέταση ο Καντζηλάρης έκανε αναφορά σε βιβλίο με τίτλο Διερεύνηση και Συνεργασία. Τέτοιο βιβλίο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε αναφέρεται στις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Εντούτοις στην πορεία της διαδικασίας ο μάρτυρας συνέδεσε αυτή του την αναφορά με την απόδειξη κατάθεσης στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη, η οποία προσκομίστηκε ως τεκμήριο, δηλαδή το τεκμήριο
  6. Είναι προφανές λοιπόν ότι ο Καντζηλάρης αναφερόταν στο βιβλίο με τίτλο «Διαφοροποίηση Διδασκαλίας-Μάθησης σε τάξεις μικτής ικανότητας», δηλαδή στο τεκμήριο 5 και προφανώς εκ λάθους το απεκάλεσε με άλλο τίτλο. Περαιτέρω, σημειώνεται εδώ πως η υπεράσπιση και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 5(α) και (β) κάνουν αναφορά σε δύο βιβλία. Το μεν 5(α) αναφέρεται ως Διαφοροποίηση Δικασκαλίας-Μάθησης, το δε 5(β) ως Αναλυτικά Προγράμματα. Εντούτοις οι δύο αυτοί τίτλοι δεν ανταποκρίνονται στους τίτλους των βιβλίων ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρ' όλα ταύτα, εξηγήθηκε από τον Καντζηλάρη ότι το τεκμήριο 5, δηλαδή το βιβλίο με τίτλο Διαφοροποίηση Διδασκαλίας-Μάθησης, είναι αυτό που εξέδωσε η ενάγουσα ως εκδότρια, ενώ το τεκμήριο 7, δηλαδή το βιβλίο με τίτλο Επικοδόμηση και Διαφοροποίηση Διδασκαλίας-Μάθησης σε τάξεις μικτής ικανότητας, είναι αυτό που εκδόθηκε από την εναγομένη λίγα χρόνια αργότερα και σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο των δύο είναι κοινό. Όλα τα πιο πάνω υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα τούτου. Τώρα, από τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εν προκειμένω τα βιβλία, διαπιστώνω ότι στο εξώφυλλο του τεκμηρίου 5, μετά τον τίτλο και την αναγραφή τόμος Α, σημειώνεται «Σειρά: Αναλυτικά Προγράμματα και Διδασκαλία». Βάσει όλων των ανωτέρω εκλαμβάνω την αναφορά στην παράγραφο 5(α) της υπεράσπισης να παραπέμπει σε αυτό το βιβλίο, το οποίο μάλιστα σχολιάστηκε και στο δικόγραφο της ενάγουσας, δηλαδή την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και δη κατά τρόπο που δέχεται τη σχέση της με αυτό. Η ανωτέρω παρατεθείσα στιχομυθία από την αντεξέταση του Καντζηλάρη, είναι αυτό το βιβλίο δηλαδή το τεκμήριο 5, που επικαλείται, το οποίο βεβαίως κατέστη επίδικο με την ανταπαίτηση. Όσο δε αφορά το βιβλίο που εκδόθηκε στη συνέχεια εις αντικατάσταση τούτου, δηλαδή το τεκμήριο 7, ο Καντζηλάρης υποστήριξε ότι δεν εκδόθηκε από την ενάγουσα. Αυτή δεν ήταν απλώς η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας (βλ. παράγραφο 5(γ) Απάντησης), ήταν και η θέση που υποστηρίχθηκε ενόρκως. Συγκεκριμένα στη δεύτερη αντεξέταση του Καντζηλάρη εντοπίζεται η εξής στιχομυθία: «Ε: Σας λέω ότι δεν λέτε αλήθεια. Μου είπετε προηγουμένως ότι δεν έχετε λογαριασμούς, δεν τους βρίσκετε. Σας υποδεικνύω το Τεκμήριο 7 το οποίο έχετε βάλει, πέστε μου αν είναι ψηφιακό ή τσίγκος. Α: Δεν γνωρίζω γιατί δεν το έκαμα εγώ. Ε: Δεν γνωρίζετε; Α: Όχι. Ε: Εσείς το καταθέσετε ως Τεκμήριο. Α: Ναι, αλλά το κατέθεσα για να συγκριθεί η απαίτηση σας από τον τίτλο, τον οποίο εγώ όντως εγώ τύπωσα. Ε: Εσείς δεν το έχετε τυπώσει; Α: Αυτό το βιβλίο όχι.». Αυτή η θέση του Καντζηλάρη δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και του υποβλήθηκε ότι είχε οιανδήποτε σχέση με την πώληση τούτου (τεκμήριο 7). Παράλληλα ούτε και η εναγομένη προσκόμισε στο Δικαστήριο οτιδήποτε που να ομιλεί για συνεργασία των διαδίκων αναφορικά με το τεκμήριο 7, έστω απλώς σε σχέση με πώληση τούτου. Αντιθέτως αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι μετά το 2008 δεν επιθυμούσε να έχει συνεργασία με την ενάγουσα. Εντούτοις το ίδιο το τεκμήριο 7 αναγράφει στο εξώφυλλό του ότι εκδόθηκε το 2008, ενώ η φιλονικία των διαδίκων αρχίζει μετά την αποστολή των βιβλίων στον καθηγητή Φλουρή, δηλαδή τέλος Ιανουαρίου του
  7. Συνεπώς μετά από αυτή την ημερομηνία οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν. Πώς τότε η ενάγουσα θα πωλούσε το τεκμήριο 7 που η εναγομένη εξέδωσε το έτος 2008; Απ' όλα τα ανωτέρω διαπίστωση μου είναι πως οι διάδικοι δεν είχαν συνεργασία σε σχέση με το τεκμήριο 7, δηλαδή το βιβλίο που αναφέρεται στην παράγραφο 5(α) της υπεράσπισης. Εντούτοις είχαν συνεργασία αναφορικά με το τεκμήριο 5, δηλαδή η εναγομένη το συνέγραψε και η ενάγουσα το εξέδωσε και ανέλαβε να το πωλήσει. Αυτό προκύπτει από την παραδοχή του Καντζηλάρη, ενώ πρόσθετη διαπίστωση του Δικαστηρίου και πάλιν βάσει παραδοχής του Καντζηλάρη, είναι πως η ενάγουσα δεν παρείχε λογαριασμούς. Περιπλέον, τα στοιχεία που προσκόμισε η ενάγουσα στο Δικαστήριο, στην ουσία το τεκμήριο 14, δεν ικανοποιούν το κριτήριο λογαριασμών. Όπως εξηγείται στις υποθέσεις Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος κ.α. ν. Λούκα Παναγιώτου Σταυρινού, ECLI:CY:AD:2015:A838, Πολ. Έφ. 62/11, ημερομ. 17/12/2015 και Αβαρατζής ν. R.K. Melnyk κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A495, Πολ. Έφ. 371/12, ημερομ. 13/11/2018, το αγώγιμο δικαίωμα της απόδοσης λογαριασμών προέρχεται από το κοινοδίκαιο και τυγχάνει εφαρμογής όπου μεταξύ των διαδίκων υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης εκ της οποίας ανακύπτει καθήκον για τήρηση λογαριασμών (βλ. και Odger's Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελίδες 47-49). Τι είναι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί σε τέτοια βάση αγωγής, εξηγείται στον Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 13η έκδοση. Στη σελίδα 183 αναφέρεται ότι· «In the first place it must show in outline the terms on which one party was employed by the other and any other facts which make it clear that the defendant is an accounting party (Levy v. Goldhill [1917] 2 Ch. 297; Cramb v. Goodwin
(1919)35 T.L.R. 447). Next the claim must show that the defendant has failed in his duty in that he has not rendered proper accounts.» Πέραν της διαπιστωθείσας συνεργασίας των διαδίκων, πλέον σε σχέση με το τεκμήριο 5, αποτελεί διαπίστωσή μου ότι η ενάγουσα είναι υπόλογη (accounting party) στην εναγομένη σε σχέση με το εν λόγω βιβλίο, τεκμήριο 5. Συνεπώς και η ανταπαίτηση επιτυγχάνει, σε σχέση όμως μόνο με το τεκμήριο 5 και βεβαίως στην έκταση που άπτεται απόδοσης λογαριασμών, ως έχει περιοριστεί. Ενόψει όλων των ανωτέρω, υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της εναγομένης εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €9.800 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής. Περαιτέρω, και η ανταπαίτηση επιτυγχάνει στην έκταση που αφορά το βιβλίο Διαφοροποίηση Διδασκαλίας-Μάθησης σε τάξεις μικτής ικανότητας και ως εκ τούτου, υπέρ της εναγομένης και σε βάρος της ενάγουσας εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 17(β) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, αποκλειστικά σε σχέση με το τεκμήριο 5 και μόνο για απόδοση λογαριασμών. Η ενάγουσα διατάζεται να καταθέσει ενόρκως τους εν λόγω λογαριασμούς εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Τα δε έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται ως εξής. τα έξοδα της αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της εναγομένης. Τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και σε βάρος της ενάγουσας. Τα δύο ποσά να συμψηφιστούν. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.