Καλογήρου, ως Διαχειριστής της Περιουσίας της Πραστίτη κ.α. ν.
- Επαρχιακός Μηχανικός Τμήματος Δημοσίων Έργων, διά τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ.Αγωγής:996/2013, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής:996/2013 Μεταξύ: XXXXX Κ. Καλογήρου, ως Διαχειριστής της Περιουσίας της XXXXX Χρ. Πραστίτη (Α.Τ: XXXXX50), τέως από την Λευκωσία, Ενάγων -και-
- Επαρχιακός Μηχανικός Τμήματος Δημοσίων Έργων, διά τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Δήμος Λευκωσίας
- Nemesis Construction Co Ltd Εναγόμενοι ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 09/05/
- Αρ. Αγωγής: 996/2013 Μεταξύ: XXXXX Κ. Καλογήρου, ως Διαχειριστής της Περιουσίας της XXXXX Χρ. Πραστίτη (Α.Τ: XXXXX50), τέως από την Λευκωσία, Ενάγων -και-
- Επαρχιακός Μηχανικός Τμήματος Δημοσίων Έργων, διά τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Δήμος Λευκωσίας
- ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22.11.2019 Αρ. Αγωγής: 996/2013 Μεταξύ: XXXXX Κ. Καλογήρου, ως Διαχειριστής της Περιουσίας της XXXXX Χρ. Πραστίτη (Α.Τ: XXXXX50), τέως από την Λευκωσία, Ενάγων -και-
- Επαρχιακός Μηχανικός Τμήματος Δημοσίων Έργων, διά τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Δήμος Λευκωσίας
- ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι .................. Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Ο ενάγοντας εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για εναγόμενο 1 : κα Δ. Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για εναγόμενη 3 : κ. Μ. Σιδεράς για Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση του ενάγοντα για αποζημιώσεις στη βάση των αστικών αδικημάτων της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία και της αμέλειας. Σημειώνεται ότι η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 αποσύρθηκε και παρέμεινε προς ακρόαση μόνο για του εναγόμενους 1 και
- Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ
- Ο ενάγων στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίστηκε ότι είναι διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Πραστίτη, η οποία απεβίωσε στις 7.3.
- Μετά τον θάνατό της η κατοικία της αποβιώσασας περιήλθε υπό τη φύλαξη και επίβλεψη του ενάγοντα. Στις 29.10.10 δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας η υπ' αρ. 909 η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης και το διάταγμα επίταξης υπ' αρ.
- Ο εναγόμενος 1 με τη συμβολή και συνεισφορά των εναγομένων 2 και 3 εισήλθε στην επίδικη κατοικία. Επίσης, η επίδικη κατοικία κατεδαφίστηκε. Τέλος ο ενάγοντας δικογράφησε λεπτομέρειες αμέλειας σε σχέση με τους εναγόμενους. Ο εναγόμενος 1 στην Υπεράσπισή του ήγειρε σειρά προδικαστικών ενστάσεων. Μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι η νομιμότητα της επίταξης και της απαλλοτρίωσης ουδέποτε προσεβλήθη δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Ο εναγόμενος 1 επανέλαβε τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις στην Υπεράσπισή του. Αρνήθηκε επίσης τον ισχυρισμό ότι εισήλθε παράνομα εντός του επίδικου ακινήτου καθώς επίσης και τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες αμέλειας. Σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, ισχυρίστηκε ότι στις 18.102.2010 εξεδόθη διάταγμα επίταξης, στις 29.10.2010 δημοσιεύθηκε η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης και στις 21.10.2011 δημοσιεύθηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Η εναγόμενη 3 προέβαλε επίσης σειρά προδικαστικών ενστάσεων. Μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι όλες οι ενέργειες της εναγομένης 3 έγιναν στη βάση διαταγμάτων απαλλοτρίωσης και επίταξης τα οποία ουδέποτε ο ενάγων προσέβαλε. Περαιτέρω, η εναγόμενη 3 ισχυρίστηκε ότι όλες οι ενέργειες της έγιναν δυνάμει δημόσιας σύμβασης και η κατεδάφιση της επίδικης οικίας ήταν ρητή υποχρέωση της εναγόμενης
- Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
- Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
- Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ενάγων την 1η.6.2010 διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Κυριακής Πράστιτη και κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως τέτοιος. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η XXXXX Πραστίτη ήταν ιδιοκτήτρια μίας κατοικίας, η οποία ανεγέρθηκε επί του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 5/XXXXX. Φ/Σχ 21 47 Ε1, Τεμάχιο XXXXX, στην οδό XXXXX 30 στην Λευκωσία. Η Κυριακή Πραστίτη απεβίωσε στις 7.3.
- Στις 29.10.2010 δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας η υπ' αριθμόν 909 γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης καθώς και το υπ' αριθμόν 924, διάταγμα επίταξης. Μεταξύ των ημερομηνιών 21.6.2011 και 23.6.2011 η εναγόμενη 3 προχώρησε στην κατεδάφιση της επίδικης οικίας. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι στις εκδόθηκε διάταγμα απαλλοτρίωσης. Τέλος, αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι ουδεμία προσφυγή καταχωρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, εναντίον των διαταγμάτων επίταξης και απαλλοτρίωσης. Μαρτυρία Ο ενάγων προς απόδειξη της υπόθεσής του κάλεσε οκτώ
(8)μάρτυρες. Πρώτη μάρτυρας ήταν η XXXXX Πραστίτη ως Μ.Ε.
- Η Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε φωτογραφίες της επίδικης οικίας ως τεκμήριο 4 και αναφέρθηκε στην οικοσκευή που κατ' ισχυρισμόν βρισκόταν εντός της επίδικης κατοικίας. Αναφέρθηκε στα διάφορα προβλήματα που αντιμετώπιζαν κατά καιρούς με το επίδικο ακίνητο, όπως την αυθαίρετη εγκατάσταση σκύλου ή την εγκατάσταση προσώπων σε αυτό. Τα δύο περιστατικά έλαβαν χώρα περί τον Μάιο και Ιούλιο του 2010 αντίστοιχα. Μάλιστα κατά το περιστατικό που έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2010 αντιλήφθηκαν και κάποια αντικείμενα πεταμένα έξω από την επίδικη οικία. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στις εκτιμήσεις που γίνονταν, κατά καιρούς, κατόπιν οδηγιών της αποβιώσασας. Επίσης, αναφέρθηκε στο πότε έγιναν αντιληπτές οι εργασίες πέριξ του επίδικου ακινήτου και στο πότε έγινε αντιληπτή η κατεδάφιση. Κατά την αντεξέτασή της δέχθηκε ότι δεν επιχείρησε να ενοικιάσει την επίδικη οικία. Επιπλέον δέχθηκε ότι ο ενάγων στις 25.10.2013 καταχώρησε αίτησης επίταξης, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης δέχθηκε ότι ο ενάγων καταχώρησε και ειδοποίηση παραπομπής η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επιπλέον κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 δέσμη φωτογραφιών της επίδικης οικίας. Σε σχέση με το Τεκμήριο 11 δέχθηκε ότι αυτές απεικονίζουν την κατάσταση της επίδικης οικίας περί το έτος
- Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Καλογήρου ως Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.2, κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στο ιστορικό της επίδικης κατοικίας και στο ποια πρόσωπα διέμεναν αρχικά σε αυτό. Ακολούθως αναφέρθηκε σε διάφορα περιστατικά σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, όπως το κατ' ισχυρισμό περιστατικό που διέμεναν σε αυτό δυο αλλοδαποί. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ενημερώθηκε από κάποια γειτόνισσα πως κατά την κατεδάφιση της επίδικης οικίας φορτηγά φόρτωσαν αντικείμενα που βρίσκονταν στην επίδικη κατοικία. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι ο ίδιος δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε επιστολή προς τον Έπαρχο σε σχέση με το ότι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου απεβίωσε. Σε σχέση με την κατεδάφιση προσδιόρισε ότι αντιλήφθηκε την κατεδάφιση περί τα τέλη Ιουνίου χωρίς να θυμάται ακριβή ημερομηνία και τότε μίλησε με τον Γ. Ξυψιτή. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Καλογήρου, επίσης αδελφή του ενάγοντα, ως Μ.Ε.
- Κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στη διαρρύθμιση της επίδικης κατοικίας και σε αντικείμενα που βρίσκονταν εντός αυτής. Αναφέρθηκε επίσης στο ιστορικό της επίδικης κατοικίας. Αντιλήφθηκε την κατεδάφιση περί τα τέλη Ιουνίου
- Τότε μετέβη η ίδια στην επίδικη κατοικία και έλαβε σειρά φωτογραφιών με το κινητό της, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή της επανέλαβε ότι τις φωτογραφίες που αποτελούν το Τεκμήριο 13 τις έλαβε περί τα τέλη Ιουνίου. Δεν έβγαλε όμως οποιαδήποτε φωτογραφία σε σχέση με το εσωτερικό της επίδικης κατοικίας. Επίσης, δεν είχε οποιαδήποτε εκτίμηση ως προς την αξία των αντικειμένων που ισχυρίστηκε ότι βρίσκονταν εντός της επίδικης κατοικίας. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Μαυρέας, εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων, ως Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.4 υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση-κατάθεσή του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Κατά τη κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στις εκτιμήσεις που διενεργήθηκαν στις 16.1.92, στις 174.7.98 και 17.12.07 τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 15, 16 και 17 αντίστοιχα. Επίσης αναφέρθηκε στην έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 9.7.13 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι τα τεκμήρια 15 και 16 τα συνέταξε ο πατέρας του και όχι ο ίδιος. Επίσης επεξήγησε την αναφορά του στο Τεκμήριο 17 περί κακής κατάστασης της επίδικης κατοικίας. Επεξήγησε ότι υπήρχαν ρωγμές αλλά σε περίπτωση πλήρους ανακαίνισης θα μπορούσαν να διορθωθούν. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Ασπρίδου ως Μ.Ε.
- Η Μ.Ε.5 εργάζεται στο Τμήμα Πολεοδομία και Οικήσεως στον κλάδο οδικών πολεοδομικών έργων. Δήλωσε ότι το Τμήμα Πολεοδομίας ήταν η απαλλοτριούσα αρχή. Αναφέρθηκε επίσης στην επιστολή Τεκμήριο
- Επίσης, υποστήριξε ότι ενημέρωσε την ιδιοκτήτρια στις 24.6.11, αφού στάλθηκε σχετική επιστολή και επεστράφη στο τμήμα τους η σχετική καρτέλα υπογεγραμμένη. Δήλωσε ότι η κατεδάφιση έλαβε χώρα μεταξύ των ημερομηνιών 21.6.11 και 23.6.
- Η Μ.Ε.1 επικοινώνησε με τον μηχανικό του έργου στις 24.6.
- Κατά την αντεξέταση της δήλωσε ότι η γνωστοποιήσεις απαλλοτρίωσης και επίταξης έγιναν στις 29.10.
- Ουδέποτε καταχωρήθηκε οποιαδήποτε προσφυγή. Ουδέποτε πριν το 2013 έλαβε οποιαδήποτε επιστολή το τμήμα Πολεοδομίας από τον διαχειριστή. Ανέφερε επίσης ότι στάλθηκαν προς την αποβιώσασα διπλοσυστημένες επιστολές. Υιοθέτησε επίσης το περιεχόμενο τον Τεκμηρίων 21 και
- Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Σιακαλλή, πρωτοκολλητής στο Τμήμα Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως Μ.Ε.
- Η Μ.Ε.6 αναφέρθηκε στο διορισμό διαχειριστή ως αυτός προκύπτει από τον σχετικό φάκελο που διατηρείται στο Πρωτοκολλητείο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Τσίγκης, ο οποίος εργάζεται στο Κτηματολόγιο, ως Μ.Ε.
- Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο 25 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερομηνία 29.03.
- Ανέφερε επίσης ότι το επίδικη ακίνητο είναι ακόμη εγγεγραμμένο επ' ονόματι της XXXXX Πραστίτη. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα ήταν ο XXXXX Μαρκίδης, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης, ως Μ.Ε.
- Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο 26 δέσμη εγγράφων που αποτελείτε από διάφορα αντίγραφα ενοικιαστηρίων συμβολαίων. Κατέθεσε επίσης αντίγραφα από ιστοσελίδα διαφημίσεων ως Τεκμήριο 27Α και Β. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε γενικά στο ύψος των ενοικίων για διάφορα διαμερίσματα και οικίες. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στα Τεκμήρια 27 Α και Β χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα ειδικότερα χαρακτηριστικά αυτών. Αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά των ακινήτων που αφορούσε το Τεκμήριο
- Μετά το πέρας της μαρτυρίας που προσκόμισε ο ενάγοντας, την σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβαν οι εναγόμενοι. Για την πλευρά του εναγομένου 1 κλήθηκε ως μάρτυρας ο XXXXX Ξυψιτής. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε. Ο μάρτυρας κατέθεσε μέρος του επίδικου συμβολαίου ως Τεκμήριο
- Επίσης, κατέθεσε δέσμη εγγράφων που αποτελείτο από το δελτίο ποσοτήτων και το σχέδιο της περιοχής που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο ως Τεκμήριο 29Α και Β. Κατέθεσε τέλος επιστολή ημερομηνίας 4.1.13 ως Τεκμήριο
- Κατά την κυρίως εξέτασή αναφέρθηκε στην υπογραφή της δημόσιας σύμβασης μεταξύ της Εναγόμενης 3 και του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Η εν λόγω σύμβαση αφορούσε την κατασκευή της Λεωφόρου Αγίου Ιλαρίωνος στη Λευκωσία. Δυνάμει της εν λόγω σύμβασης η Εναγόμενη 3 ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, όπως προβεί στην κατεδάφιση της επίδικης οικίας. Στη βάση της εν λόγω σύμβασης η Εναγόμενη 3 προέβη στην κατεδάφιση της επίδικης οικίας. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είδε οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα για την κατεδάφιση του επίδικου ακινήτου. Δήλωσε ότι υπεύθυνος για τον εντοπισμό του ιδιοκτήτη ήταν ο Δήμος Λευκωσίας. Προσδιόρισε ότι τα καθήκοντα του περιορίζονταν στην επίβλεψη του έργου. Περαιτέρω με παραπομπή στο Τεκμήριο 11 υπέδειξε ποια παράθυρα ήταν σπασμένα κατά το χρόνο που κατεδαφίστηκε η επίδικη κατοικία. Τόνισε ότι εισήλθε εντός της επίδικης κατοικία με βάση το διάταγμα επίταξης. Στην επίδικη κατοικία υπήρχαν δύο ερμάρια και μερικές καρέκλες. Ήταν η θέση του ότι η κατάσταση της επίδικης κατοικίας ήταν κακή και αυτή δεν ήταν κατοικήσιμη. Δέχθηκε ότι στις 24.6.11 επικοινώνησε με την Μ.Ε.1 αλλά ουδέποτε μίλησε με τον Μ.Ε.
- Η εν λόγω επικοινωνία έγινε μετά την κατεδάφιση. Κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο της εναγομένης 3 κατατέθηκε ο τόμος Β του επίδικου συμβολαίου ως Τεκμήριο
- Για την πλευρά της εναγομένης 3 κλήθηκε ως μάρτυρας ο XXXXX Ξενοφώντος, ως Μ.Υ.2 Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Έγγραφο Στ γραπτή δήλωση-κατάθεση. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην υπογραφή της σύμβασης μεταξύ της Εναγομένης 3 και του του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Δήλωσε ότι η κατεδάφιση της επίδικης οικίας έγινε στη βάση της πιο πάνω σύμβασης και προς συμμόρφωση με τις συμβατικές υποχρεώσεις της εναγόμενης
- Κατά την αντεξέτασή του από τον ενάγοντα αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. Δήλωσε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε πότε παραδόθηκαν τα διατάγματα επίταξης στην εναγόμενη 3 εταιρεία. Δήλωσε επίσης ότι δεν γνώριζε αν κατά το χρόνο κατεδάφισης υπήρχε οποιοδήποτε διάταγμα ή συγκατάθεση του δικαιούχου. Κατά την αντεξέτασή του από την κα Παπαστεφάνου δήλωσε ότι τα καθήκοντα του συνίσταντο στο συντονισμό του έργου. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, όλοι οι διάδικοι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, προώθησαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων και θα αναφερθεί στο περιεχόμενο όπου κριθεί αναγκαίο κατωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 παρατηρώ ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα. Οι θέσεις της ότι καταχωρήθηκε διαδικασία για αποζημίωση ένεκα της επίταξης και διαδικασία για καθορισμό του ύψους του ποσού της δίκαιης αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επιπλέον, το γεγονός ότι μετά την κατεδάφιση μίλησε με τον αρμόδιο μηχανικό του έργου δεν έχει αμφισβητηθεί. Περαιτέρω η θέση της ότι η επίδικη κατοικία κατεδαφίστηκε περί τα τέλη Ιουνίου συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Τέλος, οι θέσεις της περί αυθαίρετης τοποθέτησης σκύλου από άγνωστο πρόσωπο στην αυλή της επίδικης οικίας και περί αυθαίρετης εγκατάστασης δυο προσώπων δεν έχουν αμφισβητηθεί και γίνονται αποδεκτές. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή η θέση της ότι τον Ιούλιο του 2010, όταν διαπιστώθηκε η εγκατάσταση δύο προσώπων εντός της επίδικης κατοικίας, εντοπίστηκαν και διάφορα αντικείμενα πεταμένα έξω από την επίδικη οικία. Όμως, οι θέσεις της σε σχέση τόσο με την ύπαρξη των αντικείμενων που βρίσκονταν στην επίδικη κατοικία δεν έχουν υποστηριχθεί και παρέμειναν αόριστες αναφορές. Ειδικότερα η προβολή της θέσης ότι κατά το παρελθόν υπήρχαν συγκεκριμένα αντικείμενα/έπιπλα, όπως ραπτομηχανές, εντός της επίδικης οικίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι κατά τον χρόνο κατεδάφισης συνέχιζαν να βρίσκονται εντός της επίδικης οικίας. Ιδίως υπό το φως του αναντίλεκτου ισχυρισμού ότι και κατά παρελθόν εισήλθαν και διέμεναν εντός της επίδικης άλλα πρόσωπα η Μ.Ε.1 έπρεπε να διευκρινίσει ποια έπιπλα παρέμειναν και οικοσκευή παρέμεινα εντός της επίδικης οικίας μετά την αποχώρηση των δύο προσώπων που κατοίκησαν σε αυτή αυθαίρετα. Επίσης δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για την αξία τους. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.2 Σε σχέση με τον Μ.Ε.2 σημειώνω ότι η μαρτυρία του κατά κύριο λόγο αφορούσε ζητήματα που άπτονται του κοινού υποβάθρου γεγονότων. Το ουσιαστικό που επιχείρησε να προσθέσει ήταν ο ισχυρισμός πως κατά την κατεδάφιση της επίδικης οικίας φορτηγά φόρτωσαν αντικείμενα που βρίσκονταν εντός αυτής. Πηγή της πιο πάνω γνώση ήταν κάποια γειτόνισσα. Η πιο πάνω αναφορά όμως δεν επαρκεί για να οδηγήσει σε σχετικό εύρημα. Συγκεκριμένα, η πιο πάνω μαρτυρία είναι εξ ακοής και δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια να παρουσιαστεί το πρόσωπο, το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση. Επίσης, η πιο πάνω δήλωση είναι αόριστη. Η αόριστη αναφορά ότι φορτηγά φόρτωσαν πράγματα κατά τη κατεδάφιση δεν διαφωτίζει ως προς το είδος των αντικείμενων που φορτώθηκαν. Συνεπώς, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι υπήρχαν αντικείμενα που αφαιρεθήκαν κατά τη κατεδάφιση. Συνακόλουθα, κρίνω ότι πέραν των αναφορών του μάρτυρα που άπτονται του κοινού υποβάθρου γεγονότων, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.3 Η μαρτυρία της Μ.Ε.3 περιστράφηκε, επίσης, γύρω από ζητήματα που αποτέλεσαν κοινό υπόβαθρο γεγονότων μεταξύ των διαδίκων και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται αξιολόγηση. Το μοναδικό επιπρόσθετο στοιχείο που παρέθεσε η μάρτυρας ήταν οι φωτογραφίες Τεκμήριο
- Οι εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζουν κάποια σπασμένα έπιπλα έξω από την επίδικη κατοικία. Πέραν του πιο πάνω γεγονότος δεν μπορούν να αποδείξουν κάτι άλλο. Ειδικότερα δεν μπορούν να αποτελέσουν απόδειξη για την αξία των επίδικων επίπλων ή το πρόσωπα που τα έβγαλαν από την επίδικη κατοικία ή το πότε καταστράφηκαν και από ποιους. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Ε.3 για την εξαγωγή ευρημάτων πέραν των όσων αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.4 έδωσε μαρτυρία ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας τόσο σε σχέση με την αξία της επίδικης περιουσίας όσο και την ενοικιαστική αξία αυτής. Σε σχέση με την επιστημονική μαρτυρία σημειώνω ότι, όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, οι πραγματογνώμονες έχουν καθήκον να παρουσιάσουν τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1(β) ΑΑΔ 958, Μαλαός Ανδρέας κ.ά ν. Χριστιάνας Χρίστου κ.ά,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1191 και η πρόσφατη απόφαση Meshkov, Διαχειριστής της Περιουσίας της Ε.Β. ν. Σπυριδάκη κ.ά, Πολιτική Έφεση, 152/2014, ημερομηνίας 17.11.
- Ο Μ.Ε.4 παρέθεσε με σαφήνεια τα συμπεράσματά του για την αξία της επίδικης περιουσίας και εξήγησε με επάρκεια τόσο τη μεθοδολογία όσο και τα επί μέρους πορίσματά του με τρόπο που επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Αντίθετα η θέση του περί της ενοικιαστικής αξίας τέθηκε χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε επιστημονικό ή αντικειμενικό ή αξιολογήσιμο δεδομένο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.4 μερικώς για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.5 Η μαρτυρία της Μ.Ε.5 σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Επίσης, χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα. Στη βάση των ανωτέρω αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Ε.5 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.6 Η Μ.Ε. 6 ήταν τυπική μάρτυρας και η μαρτυρία της δεν έχει αμφισβητηθεί. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.7 Ο Μ.Ε. 7 ήταν επίσης τυπικός μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.8 Ο Μ.Ε. 8 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας. Επιχείρησε να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με την ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας. Όμως, η μαρτυρία του δεν είχε την απαραίτητη συνοχή ώστε να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, οι παραπομπές του Μ.Ε.8 γενικά και αδιακρίτως σε διαφημίσεις ή ενοικιαστική αξία ακινήτων είτε διαμερισμάτων είτε οικιών χωρίς σύνδεση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επίδικης οικίας, δεν επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλούς ευρήματος περί της ενοικιαστικής αξίας αυτής. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.8 για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς την ενοικιαστική αξία της επίδικης οικίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του έργου. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, συνοχή και πειστικότητα. Η βασική του θέση ότι ξεκίνησαν τα έργα μετά το διάταγμα επίταξης δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, η θέση του ως προς την κατάσταση της επίδικης οικίας ήταν σαφής και πειστική. Η θέση του περί της υπογραφής δημόσιας σύμβασης μεταξύ του Τμήματος Δημοσίων Έργων και της Εναγομένης 3 για την κατασκευή της Λεωφόρου Αγίου Ιλαρίωνος δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, η θέση του ότι, για σκοπούς εκτέλεσης των εργασίων στον επίδικο δρόμο έπρεπε να κατεδαφιστεί η επίδικη οικία, δεν έχει αμφισβητηθεί και επιβεβαιώνεται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία, ήτοι από το Τεκμήριο 28, το οποίο αποτελεί μέρος του επιδίκου συμβολαίου. Περαιτέρω, η θέση του ότι οι εργασίες κατεδάφισης έγιναν με βάση και κατ' ακολουθιάν του διατάγματος επίταξης δεν έχει αμφισβητηθεί. Εν τέλει, το εάν επικοινώνησε με την Μ.Ε.1 ή και τον Μ.Ε.2 δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική επίδραση στα επίδικα θέματα και συνακόλουθα στην αξιοπιστία του. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, συνοχή και πειστικότητα. Η βασική του θέση ότι η Εναγομένη 3 ενήργησε με βάση και σύμφωνα με τις πρόνοιες της δημόσιας σύμβασης που υπεγράφη μεταξύ της ίδιας και του του Τμήματος Δημοσίων Έργων δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Έχοντας υπόψη τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, το κοινό υπόβαθρο γεγονότων καθώς και την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η Κυριακή Πραστίτη ήταν ιδιοκτήτρια μίας κατοικίας, η οποία ανεγέρθηκε επί του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 5/XXXXX. Φ/Σχ 21 47 Ε1, Τεμάχιο XXXXX, στην οδό XXXXX 30 στην Λευκωσία. Η XXXXX Πραστίτη απεβίωσε στις 7.3.
- Ο ενάγων διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της την 1η. .6.
- Στις 29.10.2010 δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της το υπ' αριθμόν 924, διάταγμα επίταξης. Σύμφωνα με το διάταγμα επίταξης, η επίταξη της επίδικης περιουσίας κρίθηκε αναγκαία για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας, ήτοι την δημιουργία, βελτίωση και ανάπτυξη των συγκοινωνιών στη Δημοκρατία. Ειδικότερα επιτάχθηκε με σκοπό τη βελτίωση/διαπλάτυνση της οδού Αγίου Ιλαρίωνος στη Λευκωσία. Περαιτέρω, στις 29.10.2010 δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας και η υπ' αριθμόν 909 γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, η οποία αφορούσε και την επίδικη περιουσία. Περί τον Μάρτιο του 2011 υπογράφθηκε μεταξύ της εναγόμενης 3 και του Τμήματος Δημοσίων Έργων, δημόσια σύμβαση για την κατασκευή της Λεωφόρου Αγίου Ιλαρίωνος στη Λευκωσία. Δυνάμει της εν λόγω σύμβασης η εναγόμενη 3 ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, όπως προβεί στην κατεδάφιση της επίδικης οικίας. Σύμφωνα με τις ειδικές πρόνοιες του επίδικου συμβολαίου, ως καταγράφονται στον Τόμο Ε, παράγραφο 3,2 σελ. 46, η επίδικη οικία έπρεπε να κατεδαφιστεί. Με έρεισμα το επίδικο διάταγμα επίταξης και προς συμμόρφωση με τους πιο πάνω όρους η εναγόμενη 3 προχώρησε στην κατεδάφιση της επίδικης κατοικίας. Η πιο πάνω ενέργεια έλαβε χώρα μεταξύ των ημερομηνιών 21.6.2011 και 23.6.
- Στις 21.10.2011 δημοσιεύθηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 , μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ενάγων στο δικόγραφό του βάσισε την αξίωσή του στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία και στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Παρά ταύτα ο ενάγων στην αγόρευση του ανέπτυξε και τη θέση ότι επηρεάστηκε το δικαίωμα του στην περιουσία. Παρέπεμψε σχετικά και σε νομολογία του ΕΔΑΔ. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση δεν δικογραφήθηκε παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία. Επομένως, ο επηρεασμός ή η επέμβαση στο δικαίωμα στην περιουσία δεν είναι επίδικο θέμα στην υπό κρίση αγωγή. Ως σημειώνεται και ανωτέρω το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (ανωτέρω) και Τσουλούπας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 1263. Το ίδιο ισχύει και για τις αιτιάσεις του ενάγοντος περί παραβίασης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 16 του Συντάγματος. Επομένως, προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης μόνο σε σχέση με τα ζητήματα που εγέρθηκαν στα δικόγραφα. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω το κατά πόσο ο ενάγων απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή του, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Θεμέλιο των ισχυρισμών του ενάγοντα είναι ο ισχυρισμός πως οι εναγόμενοι εισήλθαν παρανόμως στην επίδικη οικία και προέβησαν στην αυθαίρετη κατεδάφιση της επίδικης οικίας. Συνεπώς, θα εξεταστεί πρώτα το κατά πόσο έχει αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης θεσπίζεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «43
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.
(2)Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο αυτό αφού αποδειχθεί, συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη, φέρει ο Εναγόμενος». Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 22η έκδοση, κεφ. 19, τμήμα 1, παράγραφος 19-01: «Trespass to land consists of any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of another». Επιπλέον, στο πιο πάνω σύγγραμμα στην παράγραφο 19-01, υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «one who has a right of entry upon another's land and acts in excess of his right (such as unreasonable user of a public highway) or after his right has expired, is a trespasser». Προκύπτει, συνεπώς, ότι η αδικαιολόγητη ή παράνομη είσοδος από κάποιο σε γη που κατέχεται από άλλο πρόσωπο συνιστά συστατικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Επίσης ακόμα και μια κατ' αρχήν νόμιμη είσοδος μπορεί να καταλήξει σε παράνομη επέμβαση, εάν το πρόσωπο που εισέρχεται στην περιουσία άλλου προσώπου ενεργήσει καθ' υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος που είχε να εισέλθει. Στην υπό κρίση υπόθεση, η εισήγηση του ενάγοντα τέθηκε σε δύο σκέλη. Κατ' αρχάς, ισχυρίστηκε ότι το διάταγμα επίταξης και η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, πάσχουν ένεκα της μη ορθής κοινοποίησης ή επίδοσής τους στο πρόσωπο που επηρεάζετο. Σύμφωνα με τον ενάγοντα η πιο πάνω κατ' ισχυρισμόν πλημμέλεια καθιστούσε παράνομη την όλη διαδικασία. Κατά δεύτερο εισηγήθηκε ότι, επειδή η επίταξη αφορά αποστέρηση προσωρινού χαρακτήρα και η κατεδάφιση της επίδικης οικία συνεπάγετο μόνιμη αποστέρηση, οι εναγόμενοι υπερέβησαν την εξουσία που είχαν δυνάμει του διατάγματος επίταξης. Χαρακτήρισε δε την κατεδάφιση της επίδικης οικίας ως αυθαίρετη. Συνάγεται, λοιπόν, ότι κρίσιμο στοιχείο στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσο η είσοδος στο επίδικο υποστατικό και η κατεδάφιση της επίδικης οικίας έγιναν παράνομα ή αυθαίρετα ως εισηγήθηκε ο ενάγων. Σημειώνεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση η είσοδος και η κατεδάφιση της επίδικης οικίας έγιναν στη βάση του διατάγματος επίταξης. Επομένως, το όλο ζήτημα θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα του αναντίλεκτου γεγονότος ότι κατά τον χρόνο εισόδου στο επίδικο ακίνητο και κατά τον χρόνο κατεδάφισης είχε εκδοθεί διάταγμα επίταξης της ακίνητης ιδιοκτησίας και γνωστοποίηση απαλλοτρίωσής της. Συνεπώς, αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί η νομική φύση του διατάγματος επίταξης, της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης και του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Αναφορικά με τη φύση του διατάγματος επίταξης αλλά και τη σχέση μεταξύ επίταξης και απαλλοτρίωσης διαφωτιστική είναι η απόφαση Δημοκρατία ν. Παντελίδη κ.ά.
(1993)3 Α.Α.Δ. 456, όπου κρίθηκε πως η έκδοση διατάγματος επίταξης είναι ανεξάρτητη από την εξουσία έκδοσης διατάγματος απαλλοτρίωσης. Επίσης, έχει αποκρυσταλλωθεί νομολογιακά ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει τη συνεχιζόμενη μετέπειτα επίτευξη του ιδίου σκοπού δημόσιας ωφέλειας με μια παρεμβαίνουσα υποχρεωτική απαλλοτρίωση και ότι η διαδικασία για τέτοια υποχρεωτική απαλλοτρίωση μπορεί να κινηθεί σε οποιοδήποτε χρόνο διαρκούσης της περιόδου της επίταξης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Χριστοδουλίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 2766 και Δημοκρατία ν. Παντελίδη κ.ά. ( ανωτέρω). Περαιτέρω, ως προς την φύση της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης διαφωτιστική είναι η απόφαση Ελένη Σταυρίδη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1992)3 ΑΑΔ 303, όπου κρίθηκε πως τόσο η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης όσο και η τυχόν απόρριψη της σχετικής ένστασης που υποβάλλεται έναντι αυτής, δεν είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις και ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης είναι η μόνη εκτελεστή διοικητική πράξη. Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά Κυπριακό Διοικητικό Δίκαιο Γενικό Μέρος, 1η έκδοση, σελ. 176, η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης όπως και η απόρριψη της κατά νόμο προβλεπόμενης ένστασης, θεωρείται από τη Κυπριακή νομολογία ως προπαρασκευαστική πράξη. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Άννα Π. Λουκά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 413), όπου επεξηγήθηκε ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης αποτελεί σύνθετη διοικητική ενέργεια. Τέλος, στην απόφαση Εταιρεία Τυπογραφεία Κόσμος Λτδ ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)4 ΑΑΔ 1986, υποδείχθηκε ότι η μη υποβολή ένστασης κατά της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης δεν επηρεάζει το δικαίωμα προσφυγής κατά του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η διαδικασία επίταξης είναι ανεξάρτητη διαδικασία από την διαδικασία απαλλοτρίωσης. Επομένως, τυχόν πλημμέλειες στη διαδικασία απαλλοτρίωσης δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα του διατάγματος επίταξης. Περαιτέρω, ως προς τη διαδικασία απαλλοτρίωσης αυτό που προκύπτει είναι πως εκτελεστή διοικητική πράξη είναι το διάταγμα απαλλοτρίωσης και όχι η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης. Επιπρόσθετα, ένεκα του γεγονότος ότι ακόμα και η απόρριψη τυχόν ένστασης έναντι του διατάγματος απαλλοτρίωσης δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, έπεται ότι και ο ισχυρισμός πως ουδέποτε η εν λόγω γνωστοποίηση τέθηκε υπόψιν του ενάγοντα δεν μπορεί να έχει οποιεσδήποτε συνέπειες. Το δικαίωμα του ενάγοντα να προσβάλει την απαλλοτρίωση γεννάτο με τη έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης και δεν επηρεάζετο από τη μη υποβολή ένστασης στην γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης. Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις που αναπτύχθηκαν στην αγόρευση του ενάγοντα περί επηρεασμού του δικαιώματος ακρόασης, από τη μη ενημέρωσή του για τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, πέραν από μη δικογραφημένες, δεν μπορούν να έχουν και οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες. Στην υπό κρίση υπόθεση αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι το διάταγμα επίταξης δεν προσβλήθηκε με προσφυγή στο αρμόδιο, κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος, Δικαστήριο. Επομένως, πρέπει να εξεταστούν οι έννομες συνέπειες της πιο πάνω παράλειψης. Εν προκειμένω, διαφωτιστική είναι η απόφαση Takis P Markides Ltd. ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Ό,τι άλλο πρέπει να τονιστεί είναι ότι επενεργεί υπέρ εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης το τεκμήριο της νομιμότητας. Στην απουσία αμφισβήτησης πράξης ή απόφασης βάσει του Άρθρου 146.1, και ακύρωσης στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εκτελεστή διοικητική πράξη τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει αυτή η διαπίστωση στα δικαιώματα των επηρεαζομένων.» Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας MKC City College Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας, ECLI:CY:AD:2021:A134, Πολιτική Έφεση 389/12, ημερομηνίας 9.4.2021, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Κύπρο υπάρχει πλήρης διαχωρισμός της αναθεωρητικής και της πολιτικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων και η αναθεώρηση διοικητικών πράξεων από πολιτικό δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτή, όπως ορθά ανέφερε αιτιολογώντας την απόφαση του το πρωτόδικο δικαστήριο με παραπομπή στις υποθέσεις Takis P. Markides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424 και Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 ΑΑΔ 453, 458. Η προηγούμενη ακύρωση διοικητικής πράξης, από το αρμόδιο δικαστήριο αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, αποτελεί την πρώτη αναγκαία προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων που προκύπτουν από την έκδοση της, από το αρμόδιο δικαστήριο πολιτικής δικαιοδοσίας. Όπως τέθηκε στην Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 ΑΑΔ 429, 425» Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι οι διοικητικές πράξεις ενδύονται του τεκμήριου της νομιμότητας και ότι για την διεκδίκηση αποζημιώσεων σε σχέση με ζημίες που προκύπτουν από εκτελεστή διοικητική πράξη απαιτείται η προηγούμενη ακύρωση της εκάστοτε εκτελεστής διοικητικής πράξης. Ο ενάγων στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι δεν μπορούσε να ασκηθεί προσφυγή, επειδή δεν ήταν δυνατή η πλήρης αποκατάσταση της ζημίας μεσώ της διοικητικής προσφυγής. Προς επίρρωση της θέσης του παρέπεμψε στην απόφαση Laos bros Ltd v. Δημοκρατίας
(2006)4 ΑΑΔ 681. Η πιο πάνω απόφαση, όμως, αφορούσε σε προσφυγή για μη συμμόρφωση προς ακυρωτικό αποτέλεσμα. Στην απόφαση Laos bros (ανωτέρω), στο πλαίσιο εξέτασης των δυνατοτήτων συμμόρφωσης με το ακυρωτικό αποτέλεσμα υπέδειξε το Δικαστήριο πως, όταν η in natura αποκατάσταση είναι αδύνατη τότε η έννοια της αποκατάστασης περιορίζεται σε αποζημιώσεις. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η πιο πάνω απόφαση δεν καθιερώνει κανόνα δικαίου πως, όταν η in natura αποκατάσταση είναι αδύνατη, επιτρέπεται η αξίωση αποζημιώσεων χωρίς να έχει ακυρωθεί η διοικητική πράξη που προκάλεσε τη κατ' ισχυρισμόν ζημία. Αντίθετα, ως προκύπτει από την πιο πάνω πάγια νομολογία, η ακύρωση του διατάγματος επίταξης αποτελούσε προϋπόθεση για την ανατροπή του τεκμηρίου νομιμότητας που έφερε η επίδικη διοικητική πράξη. Συνεπώς, ζητήματα που άπτονται πλημμέλειών στην έκδοση ή σχετίζονται με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δεν μπορούν να επηρεάσουν την παρούσα διαδικασία και το παρόν Δικαστήριο, το οποίο εκλαμβάνει το επίδικο διάταγμα επίταξης ως νόμιμο. Έτσι, οι διάφορες αιτιάσεις που προέβαλε ο ενάγοντας περί μη επίδοσης της γνωστοποίησης για την επίταξη είναι ζητήματα που έπρεπε να εγερθούν στο πλαίσιο ακυρωτικής δίκης και το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να τα εξετάσει. Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το διάταγμα επίταξης τεκμαίρεται νόμιμο και ως εκ τούτου οι ενέργειες που έλαβαν χώρα στη βάση και στο πλαίσιο αυτού είναι νόμιμες και δεν μπορούν να θεμελιώσουν παράνομη επέμβαση. Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, ο ενάγοντας υποστήριξε ότι ουσιαστικά οι εναγόμενοι, με την κατεδάφιση της επίδικης οικίας, υπερέβησαν τα όρια που τους επέτρεπε το διάταγμα επίταξης. Ο ενάγων υποστήριξε τη θέση του με παραπομπή, μεταξύ άλλων, και στην απόφαση Παπά Kώστας, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Eλένης Kολώνα ν. Kυπριακής Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 713, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: "Το κατά πόσο η κατεδάφιση ενέπιπτε στα όρια τα οποία κάλυπτε η επίταξη, όπως θεωρήθηκε πρωτόδικα, δεν χρειάζεται να το εξετάσουμε αφού και σε περίπτωση αρνητικής απάντησης δεν θα είχαμε παρά μόνο πράξη παράνομης επέμβασης στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και όχι του δημοσίου, οπότε θεραπεία θα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο." Επομένως, η τελευταία θέση του ενάγοντα μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνεται πως ήταν η θέση του ενάγοντα ότι, επειδή η κατεδάφιση συνεπάγεται μόνιμη αποστέρηση ενώ η επίταξη αφορά μόνο προσωρινή αποστέρηση, οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνταν στην κατεδάφιση της επίδικης οικίας με μόνο το διάταγμα επίταξης. Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα εγέρθηκε και στην υπόθεση Ταμάσιου ν. Δημοκρατίας
(1991)4 ΑΑΔ
- Μάλιστα η εν λόγω υπόθεση αφορούσε, όπως και η παρούσα, ενέργειες που έλαβαν χώρα στη βάση διατάγματος επίταξης, για βελτίωση υφιστάμενου δρόμου και συνεπάγονταν μόνιμη αποστέρηση. Το Δικαστήριο στην απόφαση Ταμάσιου ( ανωτέρω), αφού αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία, κατέληξε ότι: «Βελτιωτικά έργα δρόμων δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα της επίταξης και γίνονται για το σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε το διάταγμα επίταξης.... Οι πράξεις για τις οποίες παραπονείται η αιτήτρια δε συνιστούν παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία με βάση το Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Η Διοίκηση νομιμοποιείται στην εκτέλεση των έργων με βάση το Διάταγμα Επίταξης.» Υπενθυμίζεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο διάταγμα επίταξης αναφέρει ρητά ότι επιτάσσεται η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία για σκοπό δημόσιας ωφέλειας, ήτοι τη βελτίωση/διαπλάτυνση της οδού Αγίου Ιλαρίωνος στη Λευκωσία. Η κατεδάφιση της επίδικης οικίας έγινε προς επίτευξη του πιο πάνω σκοπού. Επομένως, στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Ταμάσιου (ανωτέρω), οι αιτιάσεις του ενάγοντα απορρίπτονται. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι τόσο η είσοδος όσο και κατεδάφιση της επίδικης οικίας καλύπτονταν από το διάταγμα επίταξης. Επομένως, δεν μπορεί να προκύψει παράνομη είσοδος στην επίδικη περιουσία. Συνολικά, οι ενέργειες που έλαβαν χώρα στο επίδικο υποστατικό, έγιναν στη βάση και στο πλαίσιο της διοικητικής πράξης της επίταξης, η οποία ουδέποτε προσβλήθηκε και τεκμαίρεται νόμιμη. Είναι δε προφανές ότι δεν μπορεί να προκύψει παράνομη είσοδος ή παραμονή επέμβαση από ενέργειες που γίνονται κατ' εφαρμογήν και εντός των ορίων που εξουσιοδοτούν νόμιμες διοικητικές πράξεις. Κατά τη κρίση μου, θα ήταν νομικά και λογικά άτοπο να κριθεί παράνομη η είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία διενεργείται στη βάση νόμιμης και νομικά ισχυρής διοικητική πράξης. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι οι επίδικες εργασίες συνεπαγόταν μόνιμη αποστέρηση, καλύπτεται και από τη μεταγενέστερη διαδικασία απαλλοτρίωσης, η οποία είναι παραδεκτό ότι έλαβε χώρα μεταγενέστερα και καθόλα νόμιμα ως η νομολογία υποδεικνύει. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Χριστοδουλίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Δημοκρατία ν. Παντελίδη κ.ά. ( ανωτέρω). Συνακόλουθα, δεν μπορεί, όπως και να ιδωθούν τα γεγονότα, να προκύψει παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία. Υπό το φως των πιο πάνω η αξίωση του ενάγοντα για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία δεν μπορεί να επιτύχει. Τέλος, στην υπό κρίση υπόθεση εγέρθηκε με το δικόγραφο του ενάγοντα ισχυρισμός περί αμέλειας. Παρόλο που στην αγόρευσή του ο ενάγων δεν ανέπτυξε οποιοδήποτε ισχυρισμό ή επιχειρηματολογία σε σχέση με το αστικό αδίκημα της αμέλειας, θα εξετάσω το ζήτημα επιγραμματικά για σκοπούς πληρότητας. Η έννοια της αμέλειας έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης και η έννοια της έχει διασαφηνιστεί από τη Νομολογία. Στην απόφαση Ξενοφώντος ν. Zoo Bar (ανωτέρω), συγκεφαλαιώθηκαν οι σχετικές αρχές ως ακολούθως: «Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας.» Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει προσδιοριστεί το με ποιο τρόπο παρέβησαν οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας τυχόν είχαν έναντι του ενάγοντος. Αντίθετα προκύπτει ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν στη βάση του διατάγματος επίταξης. Επιπλέον, προκύπτει ότι η εναγόμενη 3 ενήργησε σύμφωνα με τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Επομένως, μέσα από τα ενώπιόν μου δεδομένα δεν προκύπτει οτιδήποτε που να θεμελιώνει το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Εν πάση περιπτώσει, η πράξη της κατεδάφισης, εφόσον έγινε στη βάση και στο πλαίσια του επίδικου διατάγματος επίταξης, δεν μπορεί να συνιστά αμέλεια. Συνεπώς, ούτε το αστικό αδίκημα της αμέλειας έχει αποδειχθεί καθ' οιοδήποτε τρόπο. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 3 και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο