← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου ΛΤΔ ν. Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 6526/13, 4/1/2022

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου ΛΤΔ ν. Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 6526/13, 4/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6526/13 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου ΛΤΔ Ενάγουσα και XXXXX XXXXX Ιωάννου Εναγόμενος --------------------------------------- Ημερομηνία: 04.01.2022 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κα Α. Κοζάκου για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σια ΔΕΠΕ Για εναγόμενο: κα Ά. Γεωργίου για Ανδρέας Ι. Καρύδης & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της τράπεζας για το ποσό των € 2.435,15 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 7.6.12, κεφαλαιοποιούμενου δύο φορές τον χρόνο. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της, ισχυρίστηκε ότι είναι τραπεζικός οργανισμός, δεόντως εγγεγραμμένος, δυνάμει γραπτής σύμβασης, ημερομηνίας 21.9.2000, παρείχε πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό στον Εναγόμενο. Η τράπεζα επίσης δικογράφησε τους όρους που παραλαμβάνονταν στην επίδικη συμφωνία. Στις 24.8.2007, ο Εναγόμενος αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, τον Μάιο του 2007, λόγω απεργιακών μέτρων η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ. 1,288,70 ή το ισάξιο σε €2.201,87 ως άτοκο δάνειο, έναντι των αποδοχών του. Κατά την αποχώρηση του Εναγόμενου, ο επίδικος λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο, €2.249,
  2. Η Ενάγουσα μέσω επιστολής της ημερομηνίας 7.6.12, πληροφόρησε τον Εναγόμενο για τον τόκο που θα επέβαλλε. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του, παραδέχτηκε την υπογραφή της επίδικης σύμβασης και τους ισχυρισμούς που αφορούν τη διάρκεια της εργοδότησής του στην Ενάγουσα. Ισχυρίστηκε ότι κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα εξόφλησε όλες τις οφειλές του πλην του ποσού των Λ.Κ. 1,288,70 ή του ισάξιου σε €2.201,87, το οποίο ισοδυναμούσε με το ποσό της άτοκης προκαταβολής έναντι του μισθού του. Ισχυρίστηκε όμως ότι ουδέν ποσό οφείλει, καθότι η Ενάγουσα μέσω βεβαίωσης της, ημερομηνίας 21.9.2007, δήλωσε ότι το ποσό του άτοκου δανείου θα παρέμενε ως άτοκο χρεωστικό υπόλοιπο στον λογαριασμό του μέχρι τη λήψη σχετικής απόφασης της Τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι επειδή ουδεμία απόφαση λήφθηκε δεν υφίσταται ποσό απαιτητό από την Τράπεζα εναντίον του. Τέλος αποδέχθηκε τη λήψη της επιστολής τερματισμού. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Κωνσταντίνου, ο οποίος δήλωσε πως κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην Ενάγουσα και σήμερα εργάζεται στη CAC Coral Ltd. Κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Ο μάρτυρας κατέθεσε σχετικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για τη μεταβίβαση εργασιών από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, προς την CAC Coral, ως Τεκμήριο
  3. Ο Μ.Ε.1, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέρθηκε στη σύμβαση πίστωσης προσωπικού και στους όρους αυτής, καταθέτοντας αντίγραφο αυτής ως Τεκμήριο
  4. Επίσης, κατέθεσε την επιστολή παραίτησης του Εναγόμενου ως Τεκμήριο
  5. Επιπρόσθετα αναφέρθηκε στα ωφελήματα που καταβλήθηκαν προς τον Εναγόμενο καταθέτοντας ως Τεκμήριο 4, σχετική επιστολή της Εθνικής Τράπεζας προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 17.9.07 και ως Τεκμήριο 5, τη σχετική επιστολή (απόδειξη) του Εναγόμενου προς την τράπεζα, ημερομηνίας 21.9.
  6. Επιπρόσθετα, εξήγησε τον λόγο που δεν διενεργήθηκε μισθοδοσία τον Μάιο του 2007, αναφέροντας ότι αυτό έγινε λόγω απεργιακών μέτρων που έλαβαν οι εργαζόμενοι στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Σε σχέση με την εν λόγω μισθοδοσία, ο Εναγόμενος έλαβε ως άτοκο δάνειο από την Εθνική Τράπεζα, το ποσό των Λ.Κ. 1,288,70 ή το ισάξιο σε € 2.201,87 και κατέθεσε σχετική επιστολή του Εναγόμενου ως Τεκμήριο
  7. Κατά το στάδιο που αποχώρησε ο Εναγόμενος από την τράπεζα, και αφού καταβλήθηκαν ήδη οι μισθοί του, διεφάνη ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός, παρουσίαζε υπόλοιπο € 2.249,
  8. Ο Μ.Ε.1, αναφέρθηκε στην κατάσταση λογαριασμού και στο ότι αυτή παρήχθη από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας και ότι αποτελεί αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου. Κατέθεσε σχετικά αντίγραφα του επίδικου λογαριασμού ως Τεκμήριο
  9. Η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το καθ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, πλην όμως ο Εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει. Κατέθεσε τέλος ως Τεκμήριο 8, επιστολή, ημερομηνίας 10.6.09, ως Τεκμήριο 9, επιστολή, ημερομηνίας 24.8.09, ως Τεκμήριο 10, επιστολή, ημερομηνίας 4.2.10, και ως Τεκμήριο 11, επιστολή, ημερομηνίας 27.4.
  10. Τέλος, αναφέρθηκε στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και κατέθεσε την επιστολή τερματισμού ως Τεκμήριο
  11. Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στο ύψος των μισθών του εναγόμενου και στους όρους της επίδικης σύμβασης. Επέμεινε ότι το ποσό που έλαβε ο Εναγόμενος ως άτοκη προκαταβολή, δεν είχε σχέση με το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Ήταν η θέση του ότι η επίδικη διαφορά δεν αφορά τον μισθό που έλαβε ο Εναγόμενος ως άτοκη προκαταβολή, αλλά το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού. Επίσης, υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι έπρεπε να εξοφλήσει το συνολικό του υπόλοιπο κατά την ημερομηνία αποχώρησής του από την τράπεζα. Επανειλημμένα ανέφερε κατά την αντεξέτασή του ότι η οφειλή προκύπτει από το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και όχι από την επίδικη άτοκη προκαταβολή του μισθού. Σε σχέση με το ζήτημα της προκαταβολής, δήλωσε ότι η τράπεζα δεν έλαβε απόφαση και δεν ζήτησε ποτέ πίσω την εν λόγω προκαταβολή από τους εργαζομένους. Αναφέρθηκε επίσης και στους όρους που αφορούν το επιτόκιο και την αυξομείωση αυτού. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Μιχαλοπούλου, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η προϊστάμενη του τμήματος προσωπικού, ως Μ.Ε.
  12. Κατά την κυρίως εξέτασή της, υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στην περίοδο εργοδότησης του Εναγόμενου και στο περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης, ημερομηνίας 21.9.
  13. Δήλωσε ότι κατά την αποχώρηση του Εναγόμενου, καταβλήθηκαν όλα τα ωφελήματά του, ενώ είχε και ο ίδιος την υποχρέωση να προβεί σε διευθέτηση των οφειλών του. Η μάρτυρας αναφέρθηκε και στα γεγονότα του Μαΐου του 2007 που δεν διενεργήθηκε μισθοδοσία λόγω απεργιακών κινητοποιήσεων. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στο υπόλοιπο του λογαριασμού και δήλωσε με παραπομπή στο Τεκμήριο 7 ότι το ποσό των Λ.Κ. 1,288,70 ή το ισάξιο σε € 2.201,87, πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγόμενου. Η μάρτυρας, με παραπομπή στο Τεκμήριο 8, ανέφερε ότι η ίδια επεξήγησε στον μάρτυρα τηλεφωνικώς ότι το οφειλόμενο ποσό δεν έχει σχέση με την άτοκη προκαταβολή που δόθηκε έναντι του μισθού του, αλλά ο Εναγόμενος αρνήθηκε να εξοφλήσει το υπόλοιπό του. Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν την Τράπεζα στο να δώσει προς τους εργαζομένους της ποσό ισάξιο με ένα μηνιαίο μισθό ως άτοκη προκαταβολή. Κατά τον χρόνο αποχώρησης του Εναγόμενου από την Τράπεζα, δεν υπήρχε απόφαση για το κατά πόσο η Τράπεζα θα ζητούσε το πιο πάνω ποσό πίσω. Δήλωσε ότι σε μεταγενέστερο στάδιο λήφθηκε απόφαση να μην ζητηθεί το πιο πάνω ποσό από τους υπαλλήλους της τράπεζας. Δέχθηκε ότι η ίδια έδωσε τις λανθασμένες οδηγίες ως το Τεκμήριο
  14. Επέμεινε ότι η ίδια ενημέρωσε τον Εναγόμενο για το πιο πάνω λάθος και ο ίδιος αρνήθηκε να πληρώσει το υπόλοιπο του. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 7 και στην ημερομηνία 8.6.2007 όπου φαίνεται πως το ποσό της άτοκης προκαταβολής πιστώθηκε στο λογαριασμό του Εναγομένου. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την πλευρά της Ενάγουσας, τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά του Εναγόμενου. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Εναγόμενου, ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος. Κατά την κυρίως εξέτασή του, κατέθεσε ως Έγγραφο Γ, γραπτή δήλωση‑κατάθεση. Στη γραπτή του δήλωση, αναφέρεται στα γεγονότα της εργοδότησής του από την Ενάγουσα, καθώς επίσης και στα γεγονότα της αποχώρησής του από αυτήν. Αναφέρθηκε στις συνθήκες και προϋποθέσεις υπό τις οποίες δόθηκε η εν λόγω άτοκη προκαταβολή και παρέπεμψε στην υπεύθυνη δήλωση, ημερομηνίας 8.7.
  15. Κατέθεσε, επίσης, τη σχετική εγκύκλιο της Τράπεζας ως Τεκμήριο 13β. Ήταν η θέση του ότι στο Τεκμήριο 6, δόθηκαν σαφείς οδηγίες από τη Μ.Ε.2, όπως το ποσό των Λ.Κ. 1,288,70, παραμένει ως άτοκο χρεωστικό υπόλοιπο στον λογαριασμό του μέχρι την τελική διευθέτηση του θέματος. Ήταν η θέση του ότι η τράπεζα δεν απέκοψε, ως όφειλε, τις όποιες οφειλές είχε κατά τον χρόνο αποχώρησής του και ως εκ τούτου, ουδεμία υποχρέωση είχε να καταβάλει πλέον οποιοδήποτε ποσό. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από τις απαντητικές επιστολές των συνηγόρων του. Οι εν λόγω επιστολές αποστελλόταν ως απάντηση στις διάφορες προειδοποιητικές επιστολές της Τράπεζας και στην επιστολή τερματισμού Τεκμήριο
  16. Αναφέρθηκε τέλος και στο ποσοστό επιτοκίου που κατά τη θέση του έπρεπε να φέρει ο επίδικος λογαριασμός. Κατά την αντεξέτασή του επέμεινε ότι το οφειλόμενο ποσό, αφορά την άτοκη προκαταβολή και ουδεμία υποχρέωση έχει να το πληρώσει. Επέμεινε επίσης ότι ουδέποτε αναγνώρισε ότι έγινε το οποιοδήποτε λάθος. Δέχτηκε όμως ότι στις 8.6.07, ο ίδιος έλαβε το ποσό της άτοκης προκαταβολής, ως εμφαίνεται και στο Τεκμήριο
  17. Δέχτηκε μάλιστα ότι την εν λόγω ημερομηνία, μειώθηκε και το χρεωστικό του υπόλοιπο. Ήταν η θέση του ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διαμόρφωση των διαφόρων ποσών. Αρνήθηκε επίσης ότι η τράπεζα τον ενημέρωσε οποτεδήποτε τηλεφωνικώς, σε σχέση με την εν λόγω οφειλή. Ήταν η θέση του ότι η τράπεζα παραδέχτηκε το λάθος της και ότι ο ίδιος ουδεμία υποχρέωση έχει να εξοφλήσει το οποιοδήποτε υπόλοιπο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Τομασίδης ως Μ.Υ.
  18. Ο Μ.Υ.1 εργάζεται στην εταιρεία Άρτεμις τραπεζικά συστήματα πληροφορίων. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε το Τεκμήριο
  19. Δήλωσε περαιτέρω ότι το όνομα του Εναγομένου είναι καταχωρημένου στο σύστημα Άρτεμις. Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε ότι το όνομα του Εναγομένου βρίσκεται ακόμη καταχωρημένο στο σύστημα Άρτεμις. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, προώθησαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων και θα αναφερθεί στο περιεχόμενο όπου κριθεί αναγκαίο κατωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, σαφήνεια και σταθερότητα. Οι πλείστες αναφορές του μάρτυρα προέκυψαν μέσα από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, η ύπαρξη και το περιεχόμενο της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Ειδικότερα, η θέση του ότι υπεγράφη η επίδικη σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, ημερομηνίας 21.9.2000 δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι για την εν λόγω σύμβαση ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αριθμόν XXXXX
  2. Περαιτέρω, οι αναφορές του ως προς το ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε αποτελούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου της Ενάγουσας δεν έχουν αμφισβητηθεί, κατά την αντεξέτασή του. Επιπρόσθετα, οι θέσεις του για την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών και της επιστολής τερματισμού, Τεκμήριο 12, όχι μόνο δεν έχουν αμφισβητηθεί αλλά επιβεβαιώνονται και από τις απαντητικές επιστολές των συνηγόρων του Εναγομένου, Τεκμήριο
  3. Αφ' ης στιγμής οι επιστολές που κατέθεσε ο Μ.Ε.1 απαντήθηκαν, έπεται ότι περιήλθαν εις γνώση του Εναγομένου και το ότι αποστάληκαν δεόντως. Η βασική θέση του μάρτυρα ότι το αξιούμενο ποσό δεν αφορά την αξίωση της άτοκης προκαταβολής αλλά το υπόλοιπο του λογαριασμού συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Συγκεκριμένα προκύπτει ότι το ποσό της άτοκης προκαταβολής έναντι αποδοχών ήταν Λ.Κ. 1,288,
  5. Το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού τον επίδικο χρόνο ήταν Λ.Κ.1257,21, δηλαδή ποσό μικρότερο από το πόσο της άτοκης προκαταβολής. Επίσης μέσα από το Τεκμήριο 7 προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό, στις 8.6.2007, πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγόμενου και συνακόλουθα μειώθηκε το υπόλοιπο του. Επιπλέον, το γεγονός ότι το ποσό της άτοκης προκαταβολής έναντι του μισθού του Εναγομένου πιστώθηκε στον λογαριασμό του τελευταίου ουσιαστικά δεν αμφισβητείται. Τέλος, η θέση του ότι οι επίδικες διευκολύνσεις έχουν μεταβιβαστεί στην εταιρεία CAC Coral Ltd, επιβεβαιώνεται από το διάταγμα του Ε/Δ Λευκωσίας, ημερομηνίας 20.12.2018, Τεκμήριο
  6. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2 ήταν το πρόσωπο, ο οποίο υπέγραψε το Τεκμήριο
  7. Η βασική της θέση ότι το ποσό της άτοκης προκαταβολής δεν είχε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας. Συγκεκριμένα προκύπτει από το Τεκμήριο 7, κατάσταση λογαριασμού, ότι το ποσό της εν λόγω προκαταβολής πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγόμενου και ουδέποτε χρεώθηκε εκ νέου. Επιπλέον, το γεγονός ότι το ποσό της άτοκης προκαταβολής έναντι του μισθού του Εναγομένου πιστώθηκε στον λογαριασμό του τελευταίου ουσιαστικά δεν αμφισβητείται. Επομένως η αναφορά της σε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόταν σε λάθος, προκύπτει από την υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης η θέση της ότι η ίδια ενημέρωσε σχετικά τον Εναγόμενο για το λάθος παρέμεινε σταθερή και πειστική κατά την αντεξέτασή της. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της Μ.Ε.2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγομένου Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του Εναγομένου περιστράφηκε γύρω από την υποχρέωση του να εξοφλήσει το αξιούμενο υπόλοιπο. Είναι σαφές πως το ζήτημα του εάν τελικά ο Εναγόμενος οφείλει ή όχι να εξοφλήσει το κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπο είναι νομικό ζήτημα και όχι ζήτημα γεγονότων. Έτσι οι θέσεις που προέβαλε στην γραπτή του δήλωση, ότι η Τράπεζα όφειλε να αποκόψει το επίδικο ποσό από το φιλοδώρημα αφυπηρέτησής του, άπτονται νομικής επιχειρηματολογίας και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης στο στάδιο που κρίνεται η αξιοπιστία του μάρτυρα. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Εναγόμενου επί των γεγονότων, παρατηρώ ότι μέρος αυτής συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας και δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα οι θέσεις του ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άτοκη προκαταβολή και οι θέσεις ως προς το ποσό του φιλοδωρήματος αφυπηρέτησής του δεν έχουν αμφισβητηθεί και συνάδουν με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Περαιτέρω, οι θέσεις του ως προς τα ποσά που κατέβαλε προς την Τράπεζα στις 21.9.2007 δεν έχουν αμφισβητηθεί και γίνονται δεκτές. Η βασική του θέση σε σχέση με το ότι το ποσό που παρέμεινε ως οφειλόμενο υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό, κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα, δεν είναι πειστική. Συγκεκριμένα, ενώ ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι το ποσό της άτοκης προκαταβολής πιστώθηκε στον λογαριασμό του, εντούτοις επέμεινε ότι αυτό έμεινε σε μεταγενέστερο χρόνο ως χρεωστικό υπόλοιπο στον λογαριασμό του. Η πιο πάνω θέση στερείται λογικής και πειστικότητας, αφού δεν είναι λογικά δυνατόν κάποιο πόσο να πιστώθηκε στον λογαριασμό του και αυτό ταυτόχρονα να παρέμενε ως χρεωστικό. Η επιμονή του Εναγομένου να στηρίζει τη θέση ότι παρέμεινε το ποσό της άτοκης προκαταβολής του μισθού του ως χρεωστικό υπόλοιπο, ενώ αναγνώρισε ότι το πιστώθηκε, δεικνύει την προσπάθεια του να παρουσιάσει μόνο την εικόνα που βοηθούσε την υπόθεσή του, καθιστώντας τη συγκεκριμένη θέση του μη πειστική. Επίσης, η θέση του ότι το επιτόκιο με το οποίο τοκιζόταν ο επίδικος λογαριασμός πριν τον τερματισμό ήταν 1.8% έμεινε μετέωρος και δεν τέθηκε σε στέρεο υπόβαθρο. Συγκεκριμένα, ως ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε ότι το πιο πάνω ποσοστό προκύπτει από πρόχειρο υπολογισμό του ίδιου. Όμως ο Εναγόμενος δεν επεξηγεί με οποιοδήποτε τρόπο τα δεδομένα επί των οποίων βασίστηκε και τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα. Επίσης δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για το επιτόκιο που συμφωνήθηκε μεταξύ Τράπεζας και ΕΤΥΚ. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Εναγομένου για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του όμως αφορούσε τις διαδικασίες καταχώρισης στο διατραπεζικό σύστημα Άρτεμις. Τα πιο πάνω δεν είναι επιβοηθητικά για την επίλυση των επιδίκων ζητημάτων στην παρούσα. Έτσι παρόλο που η μαρτυρία του Μ.Υ.1 κρίνεται αξιόπιστη, δεν είναι διαφωτιστική για τα επίδικα θέματα. Ευρήματα Έχοντας υπόψη τη πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Ο Εναγόμενος την 1η.9.1995 προσελήφθη στην υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Δυνάμει γραπτής σύμβασης με τίτλο «σύμβαση πίστωσης προσωπικού, ημερομηνίας 21.9.2000, παρασχέθη πίστωση από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο μέχρι το ύψος των συμφωνηθέντων μισθών του Εναγομένου. Για την εν λόγω σύμβαση ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αριθμόν XXXXX
  8. Για τον επίδικο λογαριασμό τηρείτο κατάσταση λογαριασμού αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Η επίδικη σύμβαση θα είχε αόριστη χρονική διάρκεια. Όμως η Τράπεζα θα είχε τη δυνατότητα να ανακαλέσει την επίδικη πίστωση σε περίπτωση που ο Εναγόμενος θα έχανε την ιδιότητα του υπαλλήλου αυτής. Ήταν ρητός όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι το οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο θα έφερε τόκο προς 7% ετησίως ή όπως αυτό θα συμφωνείται μεταξύ της Τράπεζας και της συντεχνίας των υπαλλήλων αυτής ΕΤΥΚ. Ο τόκος θα χρεώνεται κάθε 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περί τον Μάϊο του 2007, λόγω απεργιακών κινητοποιήσεων των υπαλλήλων της Τράπεζας, δεν διενεργήθηκε πληρωμή μισθοδοσίας. Αντί μισθοδοσίας η Τράπεζα χορήγησε σε κάθε υπάλληλο άτοκο δάνειο ίσο με το ύψος ενός μισθού. Ένεκα της πιο πάνω απόφασης πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγόμενου το ποσό των Λ.Κ 1288,70 ή το ισάξιο σε € 2,201,
  10. Το πιο πάνω πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγομένου και μειώθηκε το τότε οφειλόμενο υπόλοιπο. Το εν λόγω ποσό ουδέποτε χρεώθηκε εκ νέου στον επίδικο λογαριασμό. Ο Εναγόμενος στις 24.7.2007 υπέβαλε παραίτηση και στις 24.8.2007 αποχώρησε από την εργασία του. Κατά την παραίτησή του έλαβε το φιλοδώρημα αφυπηρέτησής του. Επίσης στις 21.9.2007 υπέγραψε το Τεκμήριο 6 στο οποίο αποδέχθηκε ότι οφείλει το ποσό των Λ.Κ. 1.288,70, ήτοι το ποσό που του χορηγήθηκε ως άτοκη προκαταβολή έναντι μισθών. Την ίδια ημερομηνία δόθηκαν οδηγίες από την Μ.Ε.2 όπως το πιο πάνω ποσό παραμείνει στον επίδικο λογαριασμό ως χρεωστικό υπόλοιπο, χωρίς να τοκίζεται. Σημειωτέον ότι στις 21.9.2007 ο λογαριασμός του Εναγομένου παρουσίαζε υπόλοιπο εκ Λ.Κ 1336,
  11. Ακολούθως ο Εναγόμενος προέβη σε πληρωμή ποσού 95 ΛΚ, ώστε στις 24.9.2007 ο λογαριασμός να παρουσίαζε υπόλοιπο εκ Λ.Κ. 1241,
  12. Μετά την πιο πάνω ημερομηνία σε δυο περιπτώσεις ο λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε από τον Εναγόμενο και έγιναν δυο πιστώσεις. Η τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 24.8.2009, 3.2.2010 και 27.4.2012 ενημέρωσε τον Εναγόμενο για το κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο Εναγόμενος με επιστολή των δικηγόρων του, ημερομηνίας 9.3.2010 αρνήθηκε τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης οφειλής. Ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε με την επιστολή ημερομηνίας 7.6.
  13. Ο Εναγόμενος, μέσω επιστολής των δικηγόρων του, ημερομηνίας 4.7.2012, απάντησε στην επιστολή τερματισμού και ισχυρίστηκε ότι ουδέν ποσό οφείλει. Κατά τον χρόνο τερματισμού της επίδικης σύμβασης ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε υπόλοιπο εξ € 2.435,
  14. Η Τράπεζα μέσω της επιστολής τερματισμού αύξησε το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού από 6.25 % σε 14%. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Προτού προχωρήσω κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλλω πως σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1 οι επίδικες διευκολύνσεις έχουν μεταβιβαστεί στην εταιρεία CAC Coral Ltd, στη βάση διατάγματος του Ε/Δ Λευκωσίας, Τεκμήριο 1, δυνάμει του άρθρου 18
(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Ν.169(Ι)/15. Επομένως, σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο η εταιρεία CAC Coral Ltd, έχει πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των επίδικων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων αυτών. Τέλος σημειώνεται ότι υπάρχει καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου σχετική ειδοποίηση, η οποία δόθηκε δυνάμει του άρθρου 18
(4)του πιο πάνω Νόμου. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία CAC Coral Ltd νομιμοποιείται στην προώθηση της παρούσας αγωγής. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την αξίωσή της, υπό των φως των επιδίκων θεμάτων. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί η συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί ο τερματισμός αυτής. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται είναι η παράβαση της σύμβασης εκ μέρους του Εναγόμενου και το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Θεμέλιο των ισχυρισμών της υπεράσπισης είναι το Τεκμήριο 6, στο οποίο καταγράφεται η θέση ότι το ποσό των Λ.Κ. 1.288,70 θα παρέμενε στον επίδικο λογαριασμό ως χρεωστικό υπόλοιπο, χωρίς να τοκίζεται. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, ένεκα του Τεκμηρίου 6, το ποσό των Λ.Κ. 1,288,
  1. δεν έχει καταστεί απαιτητό. Το εν λόγω Τεκμήριο θα πρέπει να εξετάσει μαζί με το σύνολο της ενώπιόν μου αξιόπιστης μαρτυρίας και συγκεκριμένα με το Τεκμήριο 7, την επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Επομένως κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί η αποδεικτική βαρύτητα του Τεκμήριου
  2. Η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου. Ταυτόχρονα υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία από τον Μ.Ε. 1 ότι η Τράπεζα τηρούσε τραπεζικό βιβλίο. Περαιτέρω, ο ίδιος μάρτυρας δήλωσε ότι οι καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 7 έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Τέλος, ο Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και αποτελούν ορθή αντιγραφή των αρχικών καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε η κατάσταση λογαριασμού να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010, ημερομηνίας 8.7.
  3. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1 ΑΑΔ 479, και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.2020. Επιπλέον διαφωτιστική είναι η απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών, ως προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας Deme - Dairy Ltd κ.α, ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, ημερομηνίας 11.12.2019, όπου κρίθηκε πως με την αποδοχή της κατάστασης λογαριασμού ως αντίγραφού του τραπεζικού βιβλίου: «Τα υπό αναφορά έγγραφα, στην απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησής τους, συνιστούσαν ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της Εφεσείουσας τράπεζας. Υπό το πρίσμα αυτό, το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των Εφεσιβλήτων, προκειμένου να αποδείξουν τη μη ύπαρξη των καταχωρήσεων και/ή την καταχώρηση εσφαλμένων καταχωρήσεων (Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479, 493).» Στην υπό κρίση δεν έχουν αμφισβητηθεί συγκεκριμένες χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό, μέχρι τις 21.9.
  1. Ο Εναγόμενος αυτό που ουσιαστικά ισχυρίστηκε ήταν ότι με την αποχώρησή του η Τράπεζα όφειλε να απέκοπτε το οποιοδήποτε τυχόν οφειλόμενο ποσό. Σύμφωνα με την πλευρά του Εναγομένου, το γεγονός ότι με την αποχώρησή του δεν εξοφλήθηκε το σύνολο έχει την έννοια ότι η Τράπεζα άφησε στον λογαριασμό του ποσό ισάξιο με το ποσό της άτοκης προκαταβολής. Περαιτέρω, η πλευρά του Εναγομένου στηριζόμενη στο Τεκμήριο 6 υποστηρίζει ότι το εν λόγω ποσό θα έπρεπε να μην τοκίζεται. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει απαιτητό μόνο εάν λαμβανόταν απόφαση από την Τράπεζα. Συνεπώς αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται είναι το εάν υπήρχε ποσό που να κατέστη σε οποιοδήποτε στάδιο πληρωτέο και προβάλλεται, επιπλέον, η θέση ότι οι χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό μετά την 21.9.2007 ήταν εσφαλμένες, αφού το επίδικο ποσό δεν έπρεπε να τοκιζόταν. Εν προκειμένω, διαπιστώνω ότι η ευχέρεια της τράπεζας να αποκόπτει οποιοδήποτε ποσό τυχόν όφειλε ο Εναγόμενος ήταν δυνητική και όχι υποχρεωτική. Το πιο πάνω προκύπτει ρητά από τη σύμβαση Τεκμήριο
  2. Επίσης, έχοντας υπόψη το σύνολο του Τεκμηρίου 7 διαπιστώνω ότι το ποσό της άτοκης προκαταβολής πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγόμενου και συνεπεία της πιο πάνω πίστωσης μειώθηκε αντίστοιχα το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι ουδέποτε το πιο πάνω ποσό χρεώθηκε στον λογαριασμό του Εναγόμενου. Αντίθετα το ποσό που παρουσιάζετο ως οφειλόμενο κατά τον χρόνο αποχώρησης του Εναγόμενου προέκυψε, αφού πιστώθηκε το ποσό της άτοκης προκαταβολής στο υπόλοιπο. Επιπλέον, μετά τις 21.9.2007 ημερομηνία που, κατά τον Εναγόμενο, θα έπρεπε να ολοκληρώνονταν όλες οι πληρωμές, έγιναν πληρωμές από τον ίδιο. Ειδικότερα, ο επίδικος λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε για άλλες πληρωμές, όπως φαίνεται από την χρέωση στις 26.9.2007 προς την αρχή τηλεπικοινωνίων Κύπρου και την χρέωση 22.10.2007 από πληρωμή κάρτας. Οι πιο πάνω χρεώσεις ουδόλως αμφισβητήθηκαν. Συνεπώς, δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ο ίδιος θεώρησε ότι έπρεπε να κλείσει ο επίδικος λογαριασμός και ότι το μη κλείσιμο του οφείλεται αποκλειστικά στο ότι η Τράπεζα άφησε το ποσό ως άτοκο χρεωστικό υπόλοιπο. Αν όντως το εμφανιζόμενο υπόλοιπο προέκυπτε λόγω της εσφαλμένης εντύπωσης της Τράπεζας, ότι το ποσό των Λ.Κ.1288,70 θα έπρεπε να παραμείνει ως άτοκο χρεωστικό υπόλοιπο, θα έπρεπε το ποσό που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός κατά την κατ' ισχυρισμόν συνολική εξόφληση από τον Εναγόμενο να ταυτίζετο με το ποσό της άτοκης προκαταβολής. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ως έχει αναλυθεί ανωτέρω. Επιπρόσθετα, καθίσταται προφανές ότι η αναφορά σε άτοκο χρεωστικό υπόλοιπο στο Τεκμήριο 6 ήταν προφανώς εσφαλμένη. Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού στις 21.9.2007 δεν ταυτίζεται με το ποσό της άτοκης προκαταβολής και πως το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή περιλαμβάνει και χρεοπιστώσεις, πέραν των τόκων, που έγιναν μετά την 21η.9.
  3. Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ποσό που εμφανίζεται ως υπόλοιπο μετά τις 21.9.2007 δεν ταυτίζεται και ούτε σχετίζεται με το ποσό της άτοκης προκαταβολής αλλά αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο του Εναγομένου, ως προκύπτει από το σύνολο των χρεώσεων-πιστώσεων μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, ως εμφαίνοντα στο αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου Τεκμήριο
  4. Σημειώνεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει εγερθεί ρητά ισχυρισμός στην Υπεράσπιση του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα κωλύεται να αξιώνει το επίδικο ποσό ένεκα του Τεκμήριου
  5. Σύμφωνα δε με την απόφαση Πούρικος ν. Σάββα (ανωτέρω), ο ισχυρισμός περί κωλύματος πρέπει να εγείρεται στα δικόγραφα. Επομένως, αφ' ης στιγμής δεν έχει εγερθεί ρητά ισχυρισμός περί κωλύματος στην Υπεράσπιση, η ύπαρξη του Τεκμηρίου 6 δεν μπορεί να κριθεί ότι επηρεάζει την αξίωση της Ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, ο κανόνας του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το έγγραφο είναι αποτέλεσμα λάθους. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.
  6. Στην υπό κρίση υπόθεση ως προκύπτει από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία το Τεκμήριο 6 είναι αποτέλεσμα λάθους. Συνεπώς και να εγείρετο ισχυρισμός περί κωλύματος, ο κανόνας δεν θα τύγχανε εφαρμογής. Επιπροσθέτως, το Τεκμήριο 6, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, δεν θα μπορούσε να είχε επίδραση στην αξίωση της Τράπεζας. Συγκεκριμένα κρίσιμο είναι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε για το γεγονός του λάθους στις 27.7.2009 από την Μ.Ε.
  7. Επίσης, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τυχόν ενημέρωση, ο Εναγόμενος όφειλε να αντιληφθεί, ως έμπειρος τραπεζικός υπάλληλος που ήταν, ότι το ποσό της άτοκης προκαταβολής ουδέποτε χρεώθηκε στον λογαριασμό του. Περαιτέρω, όφειλε να αντιληφθεί ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν έκλεισε, αφού ο ίδιος χρησιμοποιούσε τον επίδικο λογαριασμό για να προβεί σε τουλάχιστο μια κατάθεση μετρητών και ο εν λόγω λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε για δυο περαιτέρω πληρωμές. Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος βρίσκεται εν αδίκω και σύμφωνα με την απόφαση Papadopoulos v. National Bank of Greece
(1979)1 C.L.R. 10, στην οποία παρέπεμψε η κα Κοζάκου στην αγόρευσή της, η Τράπεζα δεν εμποδίζεται στην είσπραξη του ποσού που παρέμεινε οφειλόμενο. Επιπροσθέτως, η Ενάγουσα δεν εμποδιζόταν να επιβάλει τόκο. Επομένως, δεν έχει αποδειχθεί από μέρους του Εναγόμενου ότι υπήρξαν εσφαλμένες καταχωρήσεις στον λογαριασμό Τεκμήριο
  1. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η αξίωση της Τράπεζας μέχρι την ημερομηνία τερματισμού έχει αποδειχθεί επαρκώς μέσα από το Τεκμήριο
  2. Επομένως, η ύπαρξη του Τεκμήριου 6 δεν επηρεάζει την οφειλή του Εναγόμενου, αφού η απαίτηση δεν σχετίζεται με τα όσα καταγράφει το Τεκμήριο
  3. Στη βάση των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι με τη μη πληρωμή του υπολοίπου, παρά την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών, υπήρξε παράβαση των όρων της επίδικης σύμβασης από τον Εναγόμενο. Στη βάση της πιο πάνω παράβασης η Τράπεζα δικαιούτο να τερματίσει την επίδικη σύμβαση, πράγμα που έπραξε με την αποστολή της επιστολής τερματισμού. Συνεπώς, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τόσο η παράβαση της επίδικης σύμβασης όσο και ο νομότυπος τερματισμός αυτής. Επίσης έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία τερματισμού. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται να αξιώνει το πιο πάνω πόσο με τον αξιούμενο τόκο. Για το εν λόγω ζήτημα δεν απαιτούνται οποιεσδήποτε περίπλοκες μαθηματικές πράξεις, αφού η Τράπεζα αύξησε το επιτόκιο που ζητούσε με την επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 12 στις 7.6.
  4. Η επίδικη συμφωνία καταγράφει ότι ο επίδικος λογαριασμός θα χρεώνεται με επιτόκιο 7% ετησίως, το οποίο θα χρεώνεται δύο φορές ετησίως. Περαιτέρω, η σύμβαση προνοούσε ότι αύξηση του επιτοκίου μπορούσε να επέλθει μόνο κατόπιν συμφωνίας της Τράπεζας με τη συντεχνία ΕΤΥΚ. Επομένως, η αύξηση του επιτοκίου για να ήταν έγκυρη θα έπρεπε να προκύψει μετά από συμφωνία με τη συντεχνία ΕΤΥΚ. Στην υπό κρίση υπόθεση ουδεμία μαρτυρία τέθηκε προς τούτο. Συνακόλουθα η αύξηση επιτοκίου, κατά 7.75%, που έλαβε χώρα στις 7.6.2012 δεν βρίσκει έρεισμα στην επίδικη συμφωνία και δεν δικαιολογείται. Συνεπώς από το 14% του συνολικού επιτοκίου που αξιοί η Ενάγουσα δικαιούται μόνο το ποσοστό που προκύπτει αφαιρουμένης της επίδικης προσαύξησης, ήτοι το ποσοστό 6.25%. Επιπλέον η Ενάγουσα δικαιούται σε κεφαλαιοποίηση του τόκου ως η συμφωνία των μερών Τεκμήριο
  5. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της εταιρείας CAC Coral Ltd, η οποία έχει πλέον αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των € 2.435,15, από 7.6.2012 με τόκο προς 6.25% ετησίως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της CAC Coral Ltd και εναντίον του Εναγομένου, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.