ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΑΚΑΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4506/2011, 7/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4506/2011 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσας -και-
- XXXXX ΜΑΚΑΡΙΟΥ
- UNIVENTURES GROUP PLC Εναγόμενοι ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/03/2013 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας -και-
- XXXXX ΜΑΚΑΡΙΟΥ
- UNIVENTURES GROUP PLC Εναγόμενοι Ημερομηνία: 7 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Κυριάκος Ν. Θεοδωρίδης και κα Δ. Κωνσταντίνου για Γιώργο Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1: Ο κ. Γιώργος Τ. Χριστοφίδης και κα Μεττή για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα η οποία είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο αξιώνει με την υπό κρίση αγωγή της το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου που χορήγησε στους εναγόμενους. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η εναγόμενη 2, εκπροσωπούμενη από τους ίδιους δικηγόρους, αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της για το ποσό και τόκους σύμφωνα με την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού όπως με λεπτομέρεια θα καταγραφεί πιο κάτω. Ως εκ τούτου η ακροαματική διαδικασία όπως και η παρούσα απόφαση αφορά πλέον την απαίτηση μόνο σε σχέση με τον εναγόμενο 1 και έτσι οι σχετικές αναφορές στη συνέχεια της απόφασης μου αναπροσαρμόζονται και θα περιορίζονται σε αυτόν. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Η ενάγουσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησής της ότι οι αξιώσεις της βασίζονται σε έγγραφη συμφωνία παραχώρησης δανείου προς τον εναγόμενο 1 (πρωτοφειλέτη), η οποία συνάφθηκε στις 30.12.2010 με την οποία του παραχώρησε επαγγελματικό δάνειο ύψους €159.000,00 (Τεκμ. 1). Το ως άνω δάνειο εγγυήθηκε με την υπογραφή σχετικού εγγράφου εγγύησης η εναγόμενη 2 (Τεκμ.7). Η επιστολή προσφοράς για την παραχώρηση του δανείου η οποία προηγήθηκε καταχωρήθηκε ως Τεκμ.
- Για την λειτουργία του δανείου ανοίχθηκε ο λογαριασμός αρ. XXXXX7255 ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε σε XXXXX
- Προνοείτο στη συμφωνία ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Εφόσον δεν γινόταν απαίτηση, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις οι οποίες συμφωνήθηκαν σε 138 μηνιαίες ύψους €1.754.67σ. εκάστη, με όλες τις δόσεις πληρωτέες κάθε μήνα με πρώτη δόση πληρωτέα στις 22.01.2011 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Ο λογαριασμός του δανείου κατά ή περί τις 03.05.2011 παρουσίαζε, κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας χρεωστικό υπόλοιπο €157.911,65σ. καθώς επίσης και καθυστερημένες δόσεις για το ποσό των €1.753,51σ. Έτσι ο εναγόμενος 1 στις 03.05.2011 κλήθηκε γραπτώς από την ενάγουσα να προβεί σε άμεση εξόφληση του, πληροφορώντας τον παράλληλα ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ο λογαριασμός δανείου θα φέρει τόκο προς 14% το χρόνο και θα τερματιστεί η λειτουργία του (Τεκμ. 3). Η ενάγουσα, με βάση ρητό όρο της πιο πάνω συμφωνίας δανείου κατά ή περί την 15.06.2011, τερμάτισε την λειτουργία του αφού ο εναγόμενος 1 δε συμμορφώθηκε με την επιστολή της και τον κάλεσε όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό το οποίο κατά την ημερομηνία τερματισμού ανερχόταν στο ποσό των €159.469,17σ. πλέον τόκους προς 14% το χρόνο μέχρι εξόφλησης (Τεκμ. 4). Ο εναγόμενος 1 στην Υπεράσπιση του αρνείται την αξίωση της ενάγουσας εγείροντας παράλληλα τον ισχυρισμό ότι η ως άνω συμφωνία είχε συναφθεί για την εξόφληση υφιστάμενου χρέους της Globalvalue Plc και ότι αυτή έγινε με άλλους όρους τους οποίους δεν αναφέρει η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται, καταγράφοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς και υπό μορφή παροχής λεπτομερειών της ισχυριζόμενης απάτης και/ή δόλου εκ μέρους της ενάγουσας, ότι η υπογραφή εκ μέρους των εναγόμενων δόθηκε αφού οι εναγόμενοι εξαπατήθηκαν δόλια από τις προφορικές διαβεβαιώσεις και/ή δεσμεύσεις και/ή υποσχέσεις της ενάγουσας ότι όλα τα δάνεια του όπως και αυτό στην Marfin Egnatia Bank για την οποία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την ενάγουσα, θα εξοφλούνταν πλήρως με την μεταβίβαση διά αγοράς εκ μέρους της ενάγουσας οικίας στην Αράχωβα στην Ελλάδα η οποία του ανήκε και η ενάγουσα θα προέβαινε στις σχετικές προς τούτο ενέργειες. Ο εναγόμενος 1 επιφύλαξε το δικαίωμα του να αναφερθεί λεπτομερώς κατά την ακροαματική διαδικασία σε σχέση με τους ως άνω ισχυρισμούς του. Κατά συνέπεια των ως άνω, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κωλύεται να εγείρει την παρούσα αγωγή και να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό λόγω κωλύματος εξ υποσχέσεως και/ή εκ παραστάσεως. Ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου και/ή οι όροι αυτής αντίκεινται στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο και λόγω του ότι περιέχονται καταχρηστικές και/ή άδικες και/ή επαχθείς ρήτρες για τους εναγόμενους, η ενάγουσα δε δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν πρόωρος και ότι το οφειλόμενο ποσό προκύπτει από παράνομο ανατοκισμό ή/και παράνομες ή/και υπερβολικές χρεώσεις. Ισχυρίζεται τέλος ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα αφού το χρεωστικό υπόλοιπο προκύπτει από λανθασμένο υπολογισμό τόκων και υπερχρεώσεων. Τα ως άνω ασφαλώς υπήρξαν αντικείμενο άρνησης της ενάγουσας στην Απάντηση στην Υπεράσπιση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Η κυρίως εξέταση του κ. XXXXX Αδαμίδη (ΜΕ1), έγινε διά της κατάθεσης και ανάγνωσης Γραπτής Δήλωσής του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Όταν αποπειράθηκε να καταθέσει τα σχετικά έγγραφα στα οποία έκανε αναφορά στο Έγγραφο Α, δηλαδή την επίδικη συμφωνία, το έγγραφο της εγγύησης και γενικά όλα τα αφορώντα τη δανειοδότηση έγγραφα, επειδή προσκομίστηκαν αντίγραφα και όχι τα πρωτότυπα τους, υποβλήθηκε ένσταση εκ μέρους του συνηγόρου των εναγόμενων. Κρίθηκε όμως ικανοποιητικός ο λόγος για τον οποίο δεν παρουσιάστηκαν τα πρωτότυπα και έτσι επιτράπηκε η κατάθεση τους και σημειώθηκαν ως Τεκμ. 1 -
- Όπως εξήγησε ο μάρτυρας οι αξιώσεις της ενάγουσας διαφοροποιήθηκαν από αυτές που δικογραφούνται και είναι πλέον σύμφωνες με την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού την οποία κατάθεσε ως Τεκμ.
- Έτσι, η ενάγουσα αξιώνει σήμερα, με επιφύλαξη των θέσεων της ότι στον επίδικο λογαριασμό δανείου όλες οι χρεώσεις που έχουν γίνει ήταν καθόλα νόμιμες και κανονικές με βάση τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, σύμφωνα με την ανακατασκευασμένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού δανείου για τη χρονική περίοδο από 31.03.2011 μέχρι 04.11.2020, από την οποία αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις εξόδων και δικαιωμάτων της ενάγουσας για την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, καθώς επίσης περιόρισε το επιτόκιο που χρεώθηκε αυτός, στο εκάστοτε ισχύον Βασικό Επιτόκιο πλέον το Συμφωνηθέν Περιθώριο (margin), από την 15.06.2011 (ημερομηνία τερματισμού), μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τόκο υπερημερίας προς 2% το χρόνο. Έτσι, σύμφωνα με το Τεκμ. 10, προκύπτει οφειλόμενο από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα το ποσό των €400.835,68σ. πλέον τόκο προς 10% επί ποσού €387.357,75σ. από την 04.11.2020 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο μέχρι εξοφλήσεως ποσά για τα οποία όπως προανέφερα εκδόθηκε ήδη απόφαση για την εναγόμενη
- Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ήταν στην υπηρεσία της Marfin Popular Bank Public Co Ltd μέχρι τις 29.03.2013 και έκτοτε είναι στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, η οποία ανέλαβε τις εργασίες της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Στα καθήκοντα του είναι να παρουσιάζεται και ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταθέτει σχετικά με τις δικαστηριακές υποθέσεις. Αναφέρθηκε στις αλλαγές και μετονομασίες που επήλθαν στην ενάγουσα με την πάροδο των χρόνων από της έγερσης της αγωγής και μετά και στις σχετικές ειδοποιήσεις περί μεταβίβασης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Public Co Ltd στη σημερινή ενάγουσα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην οποία μεταφέρθηκε και ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός. Στη βάση των πιο πάνω, ο επίδικος λογαριασμός δανείου του εναγόμενου 1 αρ. XXXXX7255 παρουσιάζεται πλέον ως νέος αριθμός λογαριασμού XXXXX
- Τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια, ευρίσκονταν, όπως ανέφερε, στην κατοχή και τη φύλαξη του σε ξεχωριστό φάκελο που διατηρεί η υπηρεσία του, όπως διατηρεί ξεχωριστούς φακέλους και για κάθε πελάτη της τράπεζας με τον οποίο ασχολείται το Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και αυτά συνάδουν με την ηλεκτρονική τήρηση στον κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας τα οποία εμπίπτουν στην έννοια των Τραπεζικών Βιβλίων σύμφωνα με τον Νόμο στα οποία ανέφερε ότι είχε πρόσβαση. Ο μάρτυρας εξήγησε τους όρους της επίδικης συμφωνίας και τους λόγους για τους οποίους η ενάγουσα τερμάτισε την λειτουργία του. Περαιτέρω, αναφερόμενος στην κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου (Τεκμ. 6), ανέφερε ότι την 31.12.2019 ο λογαριασμός αυτός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο για ποσό €515,159.27σ.πλέον 14% τόκους από 01.01.2020, επί του ποσού €514.959.00 μέχρι εξοφλήσεως. Ανέφερε ότι η προαναφερόμενη κατάσταση λογαριασμού είναι προϊόν του ηλεκτρονικού υπολογιστή, η οποία αποτελούσε στην ουσία αντίγραφο καταχώρισης στα Τραπεζικά Βιβλία της ενάγουσας και την οποία είχε συγκρίνει έτσι ώστε με βεβαιότητα διαβεβαιώνει ότι είναι η ορθή αντιγραφή των αρχικών καταχωρίσεων στα Τραπεζικά Βιβλία της ενάγουσας. Αναφέρθηκε στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ο οποίος έγινε σύμφωνα με τους όρους της με επιστολή της ενάγουσας με ημερομηνία 15.06.2011 αφού οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την προειδοποιητική επιστολή της με ημερομηνία 03.05.
- Ανέφερε ότι οι επιστολές της ενάγουσας με ημερομηνίες 03.05.2011 και 15.06.2011 προς τον εναγόμενο 1, κοινοποιήθηκαν κατά τις ίδιες ημερομηνίες και στην εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα (Τεκμ.3, 4, 8 και 9). Ο μάρτυρας επεξήγησε την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω και πως διαμορφώθηκε το οφειλόμενο μέχρι και σήμερα ποσό το οποίο αξιώνει η ενάγουσα και από τον εναγόμενο
- Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ1 κλήθηκε να απαντήσει σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και υποβολές σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου δανείου και του λογαριασμού που ανοίχθηκε σε σχέση με αυτό, τις χρεώσεις που γίνονταν σε αυτόν, τα επιτόκια που εφαρμόζονταν και τον τρόπο αλλαγής των επιτοκίων. Με σαφήνεια και λεπτομέρεια, παραπέμποντας σε σχετικά παραδείγματα από τα συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία είχε καταθέσει ως τεκμήρια κρίνω ότι απαντούσε τεκμηριωμένα. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέτασή του, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν υπό την έννοια ασφαλώς της υπόδειξης σε αυτόν οποιωνδήποτε συγκεκριμένων χρεώσεων που έγιναν ή υπήρχαν στις καταστάσεις του επίδικου δανείου (Τεκμ. 6 και 10), οι οποίες δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει. Οι σχετικές ερωτήσεις υπό επεξηγηματική μάλλον μορφή και οι σχετικές υποβολές που δεν συνοδεύονταν με διαφορετική υπόδειξη, τις οποίες ασφαλώς ο μάρτυρας απέρριπτε, ουσιαστικά άφησαν το περιεχόμενο των Τεκμ. 6 και 10 αλώβητο και αδιαμφισβήτητο ως προς τις χρεώσεις και πιστώσεις που παρουσιάζονται σ' αυτούς και η σχετική προσπάθεια αμφισβήτησης τους κρίνω ότι παρέμεινε μετέωρη και σε θεωρητικό επίπεδο και ως εκ τούτο ατεκμηρίωτη. Περαιτέρω, όσες φορές ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να εξηγήσει οποιεσδήποτε χρεώσεις ή ποσά τα οποία παρουσιάζονταν στις αναφερόμενες καταστάσεις λογαριασμών, αυτός έδιδε σαφείς απαντήσεις συσχετίζοντας τα ποσά με τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου. Αναφερόμενος σε συγκεκριμένες καταθέσεις που του υποδείχθηκαν από τον λογαριασμό, ανέφερε ότι αυτές αντιλογίστηκαν, επεξηγώντας τι εννοούσε με τον όρο αυτό ότι δηλαδή συνέβη αυτό στις περιπτώσεις που του υποδείχθηκαν καθώς όπως φαίνεται δεν μπορούσαν να πιστωθούν εν τέλει στον λογαριασμό δανείου τα ποσά που μεταφέρθηκαν εκεί καθώς δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στον λογαριασμό του εναγόμενου από όπου πληρώνονταν με πάγια εντολή του και έτσι προέκυψε οφειλόμενη δόση κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου κατά τρόπο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ο τερματισμός της ως πρόωρος και επομένως η περί του αντιθέτου θέση του εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Ειδικότερα σε σχέση με την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 10, ο ΜΕ1 αφού εξήγησε ότι ο ίδιος έδωσε εντολή, σε συγκεκριμένο πρόγραμμα για να ετοιμαστεί αφού έλαβε υπόψη και βασίστηκε στην κατάσταση του επίδικου δανείου (Τεκμ. 6), κατά τρόπο που να διαπιστώσει ποιες χρεώσεις και πιστώσεις είχαν γίνει τρόπο ορθής ετοιμασίας του Τεκμ.
- Ο μάρτυρας ρωτήθηκε εξαντλητικά ως προς το περιεχόμενο των Τεκμ. 6 και 10, όσον αφορά τις χρεώσεις που φαίνονταν σε αυτό, καθώς και στο ύψος του επιτοκίου που χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Έδωσε σαφείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις απορρίπτοντας πλήρως τη θέση ότι σε αυτόν υπήρχαν παράνομες χρεώσεις. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε επί όλου του φάσματος της μαρτυρίας του και εκεί και όπου ρωτήθηκε ήταν θετικός και σταθερός στις απαντήσεις του παραπέμποντας στο περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων - τεκμηρίων. Οι απαντήσεις του δίδονταν με άνεση και φυσικότητα και χωρίς δισταγμό ή δυσκολία και ήταν πλήρως επεξηγηματικός και κατατοπιστικός για όσα αφορούσαν την επίδικη συμφωνία και τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 6 και 10). Δεν διαπίστωσα οποιανδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του εφόσον παρέμεινε σταθερός και συνεπής σε όσα κατάθεσε κατά την κυρίως εξέταση του όπως και στις προηγηθείσες απαντήσεις του κατά την αντεξέτασή του. Όπου η ερώτηση που του υποβαλλόταν δεν ενέπιπτε στο πεδίο γνώσεων του, δε δίσταζε, να απαντήσει με ειλικρίνεια ότι δεν γνώριζε και ότι δεν μπορούσε να απαντήσει, χωρίς όμως η άγνοια του αυτή να χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του ως ασαφή ή ότι εμπεριείχε κενά ή αντιφάσεις όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 1 στην αγόρευση του. Διεξήλθα τις προς τούτο επισημάνσεις του ανατρέχοντας στη σχετική μαρτυρία και δεν διέκρινα αυτά που εισηγείται καθώς ο μάρτυρας κατέβαλλε φανερά προσπάθεια να μη δίδει υποθετικές απαντήσεις και περιοριζόταν, όπως και έπρεπε κατά την αντίληψη μου, σε όσα καταγράφονταν στα έγγραφα που προσκόμισε και έγιναν αποδεκτά ως τεκμήρια. Ο κ. XXXXX Στυλιανού (ΜΕ2), ανέφερε ότι κατέχει τη θέση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Δικαστηριακών Λειτουργών του Τμήματος Προβληματικών Λογαριασμών/Ανάκτησης Χρεών (Recoveries Department) στην ενάγουσα. Εξήγησε ότι στο πλαίσιο των καθηκόντων του, έχει την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών και εγγράφων των πελατών της ενάγουσας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο επίδικος λογαριασμός δανείου του εναγόμενου
- Ο μάρτυρας κλήθηκε για να εξηγήσει πώς έγινε η διαδικασία πίστωσης του ποσού του επίδικου δανείου, όπως φαίνεται μέσα από τα ηλεκτρονικά συστήματα της ενάγουσας. Η Γραπτή του Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και εξήγησε ότι το δάνειο είχε δοθεί προσωπικά στο όνομα του εναγόμενου 1 και ως εκ τούτου κρίθηκε σκόπιμο ότι θα έπρεπε να πιστωθεί πρώτα στον προσωπικό του λογαριασμό που διατηρούσε στην ενάγουσα και μετά να γίνει η μεταφορά του πιστωθέντος ποσού σε λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ως εκ τούτου, αρχικά το ποσό μεταφέρθηκε στον λογαριασμό αρ. XXXXX8787 του εναγόμενου 1 και ακολούθως εξοφλήθηκε ο λογαριασμός με αρ. XXXXX0390, ο οποίος αφορούσε λογαριασμό της Clobalvalue Plc. Περαιτέρω, ο ΜΕ2 κατάθεσε στο Δικαστήριο τo Τεκμ. 11 το οποίο είναι Πιστοποιητικό Σύμφωνα με το Άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και τα Τεκμ. 12 και 13 που είναι οι καταστάσεις λογαριασμού του εναγόμενου 1 και της Globalvalue Plc με σκοπό να αποδειχθεί η κατάληξη του ποσού της δανειοδότησης και πως αυτό χρησιμοποιήθηκε, πράξεις που παραδέχθηκε και ο εναγόμενος 1 κατά την αντεξέτασή του ότι έγιναν εν γνώσει του και για τον σκοπό που συνήφθη αυτό. Στα ως άνω τεκμήρια φαίνονται αναλυτικά όλες οι πράξεις που έγιναν στους λογαριασμούς XXXXX8787 και XXXXX
- Όσα δε φαίνονται στα ως άνω τεκμήρια επιβεβαιώνουν, κατά την αντίληψη μου, όσα ανάφεραν οι ΜΕ σχετικά με την παραχώρηση και εκταμίευση του επίδικου δανείου στον εναγόμενο 1 σύμφωνα με οδηγίες του και τη σύμφωνη γνώμη του και κατά τα συμφωηθέντα με την ενάγουσα. Στη βάση δε της επιστολής προσφοράς (Τεκμ. 2), την οποία αποδέχθηκε ο εναγόμενος 1 και προς τούτο την προσυπέγραψε, ο ως άνω λογαριασμός XXXXX0390 ήταν ένας από τους δύο λογαριασμούς που έπρεπε να εξοφληθεί και ανήκε στην Global Value Plc η σχέση της οποίας με την εναγόμενη 2 επεξηγείται στις παρ. 5 και 6 της Γραπτής Δήλωσης του εναγόμενου 1 (Έγγραφο Γ), όπως και στην παρ. 17 αυτής και επομένως δεν ήταν αυτή ο οποιοσδήποτε τρίτος, όπως ο εναγόμενος 1 άφησε να υπονοηθεί στη Γραπτή του Δήλωση. Από την αντεξέταση του μάρτυρος δεν προέκυψε οτιδήποτε που θα μείωνε την αξιοπιστία της μαρτυρίας του και ότι το ποσό της δανειοδότησης πράγματι χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό για τον οποίο έγινε καθ' υπόδειξη και σύμφωνα με τη θέληση του εναγόμενου
- Για τούτο ο μάρτυρας κρίνεται ως ειλικρινής και κατά συνέπεια αποδέχομαι τη μαρτυρία του εφόσον επιπρόσθετα συνάδει με το περιεχόμενο των εγγράφων/τεκμηρίων στα οποία παρέπεμψε και τα οποία επεξήγησε αρκούντως ικανοποιητικά τα οποία επίσης αποδέχομαι. Η κυρίως εξέταση του εναγόμενου 1 έγινε με την κατάθεση από αυτόν Γραπτής Δήλωσης η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα και στην επαγγελματική του σταδιοδρομία στο εξωτερικό όπως και στην Κύπρο σε τραπεζικά ιδρύματα. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι έκανε σπουδές λογιστικής και απέκτησε τον τίτλο Associate Chartered Accountant στην Αγγλία όπου και απέκτησε συναφή επαγγελματική εμπειρία και ακολούθως τραπεζική εμπειρία και σε ιδιωτικό όμιλο εταιρειών στην Κύπρο. Εξέθεσε τη δική του εκδοχή σε σχέση με την επίδικη δανειοδότησή του προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς. Παραδέχθηκε ότι ήταν πρωτοφειλέτης στο επίδικο δάνειο. Ισχυρίστηκε όμως ότι βασίστηκε σε υποσχέσεις της ενάγουσας ότι θα συμψήφιζαν το δάνειο του με άλλο προσωπικό του δάνειο σε τραπεζικό ίδρυμα της Ελλάδας το οποίο ταυτίζει με ενάγουσα Marfin Popular Bank Public Co Ltd, τα οποία θα εξοφλούνταν με την πώληση ακινήτου του στην Ελλάδα. Κατέθεσε το έντυπο για τον υπολογισμό των επιτοκίων της ενάγουσας ως Τεκμ. 14 και της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ως Τεκμ. 15 και 16 προς στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού του για χρέωση τόκων καθ' υπέρβαση των συμφωνημένων αλλά και των εκάστοτε ισχυόντων βασικών επιτοκίων τόσο της ενάγουσας όσο και αυτών που καθορίζονταν από την Κεντρική Τράπεζα. Ο εναγόμενος 1 δεν αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών των παραγράφων 5 - 23 της Γραπτής Κατάθεσης του (Έγγραφο Γ), εφόσον σύμφωνα με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας σε αυτές προβάλλονται ισχυρισμοί εκτός δικογράφων και έτσι θα πρέπει να αγνοηθούν και δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτοί. Στις παραγράφους αυτές ο εναγόμενος 1 δίδει τη δική του εκδοχή για το πως προέκυψε η επίδικη δανειοδότηση όσο και άλλες που προϋπήρχαν και αφορούσαν και άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα στις οποίες υπό διάφορες ιδιότητες εμπλεκόταν ο ίδιος και οι οποίες τον άφησαν εκτεθειμένο οικονομικά σε βαθμό που πλέον δεν κατέχει οποιανδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία τόσο αυτός όσο και οι γονείς του επιρρίπτοντας την ευθύνη ως προς τούτο στην ενάγουσα. Λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την επαγγελματική του εμπειρία, όπως καταγράφηκαν πιο πάνω, πολύ δε περισσότερο την διευθυντική θέση που κατείχε σε τραπεζικό ίδρυμα και όσα επιπρόσθετα προέκυψαν γι' αυτή κατά την αντεξέτασή του και τις σχετικές του παραδοχές, κρίνω ότι η επίκληση προφορικής συμφωνίας ή και παραστάσεων εκ μέρους της ενάγουσας δεν μπορεί να είναι παρά εκ των υστέρων σκέψη του ή έστω ενδόμυχη δική του σκέψη την οποία δεν μπόρεσε να υλοποιήσει. Η παράλειψη του να ζητήσει όπως η κατ' ισχυρισμό του προφορική συμφωνία συμπεριληφθεί είτε στη συμφωνία δανείου είτε σε κάποια ξεχωριστή, με οδήγησαν στην πιο πάνω αντίληψη μου. Ο μάρτυρας, ενώ επιφυλάχθηκε να προσκομίσει σχετική μαρτυρία στο δικόγραφο του, εντούτοις παρέλειψε να το κάμει αν και προκλήθηκε προς τούτο κατά την αντεξέταση του. Η δικαιολογία που έδωσε προς τούτο δεν κρίνεται ως πειστική. Όσα πρόβαλε εκ των υστέρων κρίνω ότι είναι μεταγενέστερες σκέψεις του με απώτερο σκοπό να πλήξει την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας την οποία όμως στην αντεξέταση του και πάλι αντιφατικά δεν αμφισβήτησε και αποδέχθηκε. Μου προκάλεσε ακόμα εντύπωση ότι σε καμιά στιγμή κατά την μαρτυρία του δεν κατονόμασε οποιοδήποτε από τα πρόσωπα με τα οποία συζητούσε και κατ' ισχυρισμό του είχε συμφωνήσει τα ως άνω είτε διευθυντικό στέλεχος ή αρμόδιο υπάλληλο της ενάγουσας. ήταν δε ακατανόητη η θέση του όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέτασή του αν ήταν η συμφωνία δανείου εξ υπαρχής άκυρη απαντώντας ως εξής στη σελ. 7 του πρακτικού: « Όχι, εγώ λέω ότι δεν είναι άκυρο, διότι έγινε γι' αυτόν τον λόγο.» και στη συνέχεια «Κατ' εμένα το αποδέχτηκα και το υπέγραψα, ώστε να χρωστώ σε αυτήν την τράπεζα, στην οποία εργάστηκα και ήμουν και μέτοχος και ούτε είχα λόγο να μείνει απλήρωτη, για να ενωθούν τα δύο μου δάνεια και οικειοθελώς να παραχωρήσω το ακίνητο στην Ελλάδα, στην τράπεζα, για να εξοφληθούν και τα δύο δάνεια. Εάν είπα αυτό ήταν ψέμα, τότε είναι άκυρο το δάνειο.» Δεν μπορεί παρά να επισημανθεί η εγγενής αντίφαση στα λεγόμενα του εναγόμενου
- Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που θα πρέπει να μνημονευθεί σε σχέση με αυτή τη πτυχή της υπόθεσης που καθιστά τη θέση του εναγόμενου 1 μη αποδεκτή. Ενώ αυτός ισχυρίζεται προφορική συμφωνία η οποία διαλάμβανε και ενέργειες για πώληση ακινήτου στην Ελλάδα εκ μέρους της ενάγουσας, εντούτοις δεν προσκόμισε ούτε ως προς αυτό οποιανδήποτε μαρτυρία. Αποκάλυψε βέβαια κατά την αντεξέτασή του ότι αυτό εξασφάλιζε δανειακές υποχρεώσεις του στην Ελλάδα και η εκεί τράπεζα, στην οποία έκανε αναφορά και ξεκαθαρίστηκε από τον δικηγόρο του ότι επρόκειτο για την Marfin Egnantia Bank που ήταν τράπεζα που λειτουργούσε στην Ελλάδα και καθόλου δεν είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την ενάγουσα. Επομένως και γι' αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο απορρίπτονται οι σχετικοί ισχυρισμοί του οι οποίοι μάλιστα όπως είναι και η ίδια η παραδοχή του στο Έγγραφο Γ (παρ. 8), δεν δικογραφούνται που έτσι και αλλιώς καθίστανται και γι' αυτόν τον λόγο απαράδεκτοι και απορρίπτονται. Όλα δε αυτά λαμβάνοντας υπόψη και τις γνώσεις του προερχόμενες από την επαγγελματική του εμπειρία ως προς την ακολουθούμενη πρακτική εκ μέρους των τραπεζών να συνάπτουν γραπτές συμφωνίες με τους πελάτες τους με τον μάρτυρα να λέγει ότι η ενάγουσα (Λαϊκή Τράπεζα) προέβαινε και σε προφορικές συμφωνίες «εξ ου και έκλεισε», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά με τον ίδιο όμως να απεκδίδεται οποιασδήποτε ευθύνης αν και επιφορτισμένος με σχετικά καθήκοντα ελέγχου χορηγήσεων. Σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία του ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται βασικά ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα με βάση το επίδικο δάνειο, αφού όπως ισχυρίζεται το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στα Τεκμ. 6 και 10 είναι λανθασμένα αφού η ενάγουσα συνεχίζει να χρεώνει βασικό επιτόκιο 6% αδιάληπτα ενώ αυτό θα έπρεπε να διαφοροποιείται ανά τριμηνία. Ως αποτέλεσμα, τα ποσά που χρεώνονται, ισχυρίστηκε ότι είναι πολύ μεγαλύτερα από τα πραγματικά διότι ανατοκίζονται με λανθασμένο επιτόκιο δύο φορές το χρόνο, χωρίς όμως να παρουσιάζονται λεπτομέρειες και σχετική μαρτυρία η οποία να τεκμηριώνει αυτόν τον ισχυρισμό του. Η όποια αμφισβήτηση των ως άνω έγινε παραγνωρίζοντας πλήρως το γεγονός ότι ο λογαριασμός του δανείου είχε τερματισθεί ήδη από τους πρώτους μήνες λειτουργίας του συνεπεία της εκ μέρους του παράβασης των όρων της συμφωνίας και επομένως δεν ίσχυαν για ένα τερματισμένο λογαριασμό οι όποιες διακυμάνσεις των επιτοκίων της ενάγουσας κατά τα Τεκμ. 14,15 και 16 τα οποία κατάθεσε χωρίς καν να τα επεξηγήσει σε συσχετισμό με τον ανακατασκευασμένο λογαριασμό και υποδεικνύοντας που αυτός δεν συνάδει με αυτά. Ούτε και πρόσφερε άλλη μαρτυρία προς τούτο. Η μαρτυρία που προσπάθησε να εισαγάγει με τις παρ. 25 -29 του Εγγράφου Γ όπως και τα ως άνω τεκμήρια κρίνω ότι παρέμειναν ατεκμηρίωτα και δεν συνιστούν παρά μόνο γενικές και ατεκμηρίωτες αναφορές και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Επομένως ο εναγόμενος 1 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε απτή και αξιόπιστη μαρτυρία με σκοπό να αμφισβητήσει την απαίτηση της ενάγουσας, ενώ στο σύνολό της η μαρτυρία του ελέγχεται ως αδύνατη με κενά, ασάφειες και αντιφάσεις που δημιουργούν σαφέστατα αμφιβολίες για την αξιοπιστία του. Κάτω από το ίδιο πρίσμα αντικρίζονται και οι ισχυρισμοί του περί δόλου ή απάτης εκ μέρους της ενάγουσας και σε βάρος του παρέμειναν και πάλι αόριστοι, έωλοι και αναπόδεικτοι και ως εκ τούτου απορρίπτονται. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 όπως και στην Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση επίσης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «. Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η μαρτυρία των ΜΕ 1 και 2 ως προς τις χρεώσεις και πιστώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό δανείου (Τεκμ. 6 και 10) και πως διατέθηκε το ποσό του δανείου δεν έχει αμφισβητηθεί δεόντως από τον εναγόμενο 1 καθώς αυτός δεν προσκόμισε οποιανδήποτε μαρτυρία που να τις αμφισβητεί. Η μαρτυρία των ΜΕ 1 και 2 καλύπτει και ικανοποιεί πλήρως τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.54(Ι)/94[1]. Τουναντίον ο εναγόμενος 1 κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε ώστε να αποδείξει ότι οποιεσδήποτε καταχωρήσεις υπήρχαν στον λογαριασμό που προήλθε από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd από την οποία ανέλαβε στη συνέχεια η ενάγουσα δεν ήταν νόμιμες και κανονικές. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του ως άνω Άρθρου 22, εφόσον οι προϋποθέσεις του Άρθρου αυτού τηρούνται και ικανοποιούνται, τότε τέτοιες καταχωρήσεις σε Τραπεζικούς Λογαριασμούς, οι οποίοι θεωρούνται Τραπεζικά Βιβλία, θεωρούνται εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένα σε αυτή. Ουσιαστικά δηλαδή το Άρθρο 22 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ο εναγόμενος 1 απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης για την αμφισβήτηση της νομιμότητας και εγκυρότητας των καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό του δανείου του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ 1, προκύπτει ξεκάθαρα ότι ικανοποιούνται πλήρως οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, (Κεφ. 9). Προκύπτει περαιτέρω ότι τα Τεκμ. 6 και 10 αποτελούν αντίγραφα καταχώρισης στα Τραπεζικά Βιβλία της ενάγουσας που διατηρούνται σε ηλεκτρονικό κεντρικό υπολογιστή της ενάγουσας, τα οποία αποτελούν τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας και η εκτύπωση τους έγινε από τον ίδιο τον ΜΕ 1 και έχουν ελεγχθεί από αυτόν, ο οποίος δήλωσε με βεβαιότητα ότι είναι ο σωστός λογαριασμός καθώς προέβη σε ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρίσεων στα Τραπεζικά Βιβλία της ενάγουσας. Αναφορικά με τις χρεώσεις του λογαριασμού δανείου, πέραν από απλές, γενικές και αόριστες υποβολές που αφορούσαν κυρίως το ύψος του επιτοκίου από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου 1, οι οποίες όμως δεν έγιναν αποδεκτές από τον ΜΕ 1 όπως ούτε και οι θέσεις του εναγόμενου 1 όπως αυτές εμπεριέχονται στις παρ. 25 - 29 του Εγγράφου Γ οι οποίες όπως του υποβλήθηκε και κατά την αντεξέταση του από τον δικηγόρο της ενάγουσας, είναι ανυπόστατες και σε καμία περίπτωση δεν καλύπτουν τη σύμβαση δανείου. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αμφισβητεί ουσιαστικά και τεκμηριωμένα οποιανδήποτε χρέωση ή συναλλαγή ή χρεοπίστωση στα Τεκμ. 6 και 10 ως είχε καθήκον και υποχρέωση με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία επί του ζητήματος. Στην υπόθεση C.T.A. Techno Marketing κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(2004)1 Α.Α.Δ, σελ. 720 όπου οι Εφεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος του ποσού που διεκδικούσε η τράπεζα και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα στηρίχτηκε στις καταστάσεις λογαριασμού που τέθηκαν ενώπιον του ως τεκμήρια, τα οποία είχαν εκτυπωθεί από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της τράπεζας, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την θέση αυτή των Εφεσειόντων και αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ο υπάλληλος της τράπεζας ως ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη του χρέους. Στην σελ. 6 της απόφασης του το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: "Βασιζόμενο το Δικαστήριο στην ενώπιον του μαρτυρία και έχοντας κατά νου την αυθεντία Μαρσέλ κ.ά v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)Α.Α.Δ 1858 κατέληξε, ορθά, ως ακολούθως: "Υπενθυμίζω πως στην παρούσα υπόθεση η Υπεράσπιση ουδεμία μαρτυρία επρόσφερε. Δεν παρήλασε οιοσδήποτε μάρτυρας που να εισηγηθεί ότι η Α ή Β χρέωση στον επίδικο λογαριασμό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή ότι πρόκειται για λανθασμένη καταχώρηση. Ούτε εις οιονδήποτε των μαρτύρων των Εναγόντων επροτάθηκε κάτι τέτοιο. Αντιπαραθέτοντας τα δεδομένα με την υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) σημειώνω πως ο Εναγόμενος 2 πέραν από εγγυητής των Εναγομένων 1 ήταν και ο διευθυντής τους και από πλευράς τους το φυσικό πρόσωπο που διεύθυνε τις επιχειρήσεις και λογαριασμούς τους. Είχε προσωπική ανάμιξη σε πλήρες επίπεδο στα του επίδικου λογαριασμού. Όπως και οι Εναγόμενοι 1 έτσι και αυτός είχε πλήρη ευχέρεια, αν έτσι ήταν η πραγματικότητα, να αμφισβητήσει τις χρεώσεις που καταγράφονται στο Τεκμήριο 6". Η μη προσφορά μαρτυρίας από τον εναγόμενο 1 δεν ενδυναμώνει την υπόθεση, όμως ανεξάρτητα τούτου υπό τις περιστάσεις αισθάνομαι ικανοποιημένος ότι οι σχετικές καταστάσεις αποδίδουν την αληθινή και πραγματική εικόνα των χρεώσεων και πιστώσεων στον επίδικο λογαριασμό». Περαιτέρω στην υπόθεση Τσιακλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2005)1 Α.Α.Δ. σελ. 768 το Δικαστήριο στην σελ. 777 της απόφασης αναφέρει τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, κρίνουμε, ότι η θέση του Δικαστηρίου πως οι σχετικοί με τα ποσά τα οποία ζητούσε ο Εφεσείων να αφαιρεθούν ισχυρισμοί δεν ήταν δικογραφημένοι, ήταν σωστή. Η θέση του Εφεσείοντα ότι καλυπτόταν το θέμα από τους γενικούς ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης, δεν είναι ορθή. Καμία ειδική αναφορά στο θέμα δεν έγινε στα δικόγραφα, αλλά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε προφορική ή άλλη μαρτυρία εκ μέρους του Εφεσείοντα-εναγομένου που να υποστηρίζει τη θέση αυτή. Έτσι, δε χωρεί επέμβαση μας στο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη τράπεζα απέδειξε την υπόθεση της αναφορικά με το οφειλόμενο από τον Εφεσείοντα ποσό, όπως προέκυπτε από το Τεκμήριο 52». Αναφορικά με την υποχρέωση του εναγόμενου αρ. 1 να αποδείξει με μαρτυρία οποιεσδήποτε χρεώσεις αμφισβητεί στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου, σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Κόμπου v. Universal Bank Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 194 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 3: «Μελετήσαμε το πιο πάνω σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου και κρίνουμε ότι η κατάληξή του είναι, με βάση τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης ορθή. Η υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Coral Foods Ltd κ.ά. Πολ. Έφεση αρ. 276/05 ημερ. 17/9/08, που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα για να υποστηρίξει τη θέση του ότι οι εφεσίβλητοι δεν απέδειξαν το τελικό ποσό που όφειλε ο Εφεσείων, κρίνουμε ότι διακρίνεται από την παρούσα ως προς τα γεγονότα της, για τους εξής βασικά λόγους: (α) διότι σ' εκείνη την υπόθεση δεν ήσαν σε θέση οι Ενάγοντες να επεξηγήσουν συγκεκριμένες χρεώσεις που εμφανίζονταν στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν με βάση το άρθρο 5 Α
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ούτως ώστε η βαρύτητά τους δεν κρίθηκε αρκετή να υποστηρίξει την απαίτηση, (β) διότι στην υπόθεση εκείνη είχε εφαρμογή ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/77ως είχε τροποποιηθεί) που περιόριζε το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου στο 9% και (γ) διότι υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού. Στην παρούσα περίπτωση ενώ ο μάρτυρας των Εφεσιβλήτων Μουαïμης, που παρουσίασε τα τεκμήρια 18 και 19 (καταστάσεις λογαριασμού), αντεξετάστηκε για άλλα θέματα, δεν του ζητήθηκε, όπως ορθά αναφέρει και το πρωτόδικο δικαστήριο, να εξηγήσει τις καταχωρήσεις στα εν λόγω τεκμήρια. Επομένως, όσον αφορά το παράπονο ότι δεν αποδείχθηκαν τα υπόλοιπα των λογαριασμών, ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίπτεται». Σύμφωνα επομένως με τη θέση της ενάγουσας όπως διατυπώνεται και αναλύεται στην αγόρευση του συνηγόρου της, ότι το Άρθρο 22 του Κεφ. 9 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι οι καταχωρίσεις που υπάρχουν στα Τραπεζικά Βιβλία, είναι ορθές και ως εκ τούτου το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στον εναγόμενο 1 ο οποίος όφειλε να το είχε ανατρέψει. Η πιο πάνω θέση επαναβεβαιώθηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2014)(1β) ΑΑΔ 1491όπου το Δικαστήριο στις σελίδες 5 και 6 της απόφασης του αναφέρει τα ακόλουθα: «. Σύμφωνα με τον Νόμο, αντίγραφα των καταχωρήσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρήσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρημένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ -v- Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α
(2009)1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από την Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της Τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι η καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρήσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». Επομένως στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας κρίνω ότι ικανοποιούνται πλήρως οι πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, καθιστώντας τις καταχωρήσεις σε αυτόν εκ πρώτης όψεως δεόντως αποδεδειγμένες. Περαιτέρω με βάση την ισχύουσα νομολογία η παρουσίαση από την ενάγουσα του ανακατασκευασμένου λογαριασμού (Τεκμ. 10) με την οποία διαμορφώνεται το ποσό της απαίτησης της ενάγουσας, αφαιρουμένων χρεώσεων και άλλων δικαιωμάτων και με διαφορετικό υπολογισμό του τόκου, κρίνω ότι αποτελεί επιτρεπτή ενέργεια χωρίς να οδηγεί την μαρτυρία αυτή εκτός δικογράφων ως η εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου 1 (βλ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, (2010 1(B) Α.Α.Δ 1238 και Ζερβού κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ 2192). Παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα στις αξιώσεις της όπως αυτές φαίνονται στην έκθεση απαιτήσεώς της αξιώνει πέραν του οφειλόμενου ποσού και τόκο επί του οφειλόμενου ποσού προς 14% το χρόνο από την 21.06.2011 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης, με τη Δήλωση Κατάθεσης του ΜΕ 1 η ενάγουσα περιόρισε την απαίτηση της στο ποσό των €400.835,68σεντ πλέον τόκο προς 10% δηλαδή 5% το συμβατικό επιτόκιο, 3% το περιθώριο και 2% τόκος υπερημερίας επί του ποσού των €387.357,75σεντ από την 04.11.2020 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο κάθε 1η Ιανουαρίου και κάθε 1η Ιουλίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως. Όπως προκύπτει από την επίδικη συμφωνία [όρος 3 (γ) του Τεκμ. 1] για την παραχώρηση του επίδικου δανείου η ενάγουσα δικαιούτο κατά την κρίση της να μεταβάλλει το επιτόκιο καθώς και οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις και έξοδα αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ήταν δεσμευτική για τον εναγόμενο 1 στον οποίο θα είχε γνωστοποιηθεί με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν. Με βάση τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο (Ν.160(Ι)/99), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1.01.2001, ένα Τραπεζικό Ίδρυμα (όπως η ενάγουσα) μπορεί με σχετική γνωστοποίηση του προς τον πελάτη να προβαίνει σε αύξηση του επιτοκίου του λογαριασμού του. Περαιτέρω ο Νόμος Ν.160(Ι)/99, επιτρέπει στα Τραπεζικά Ιδρύματα να κεφαλαιοποιήσουν τον τόκο δύο φορές το χρόνο, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, αλλά ούτε και αντικρούστηκε από τη μαρτυρία του εναγόμενου 1, στάλθηκαν προς τον εναγόμενο 1 η προειδοποιητική επιστολή ημερ. 03.05.2011 και η επιστολή τερματισμού με ημερομηνία 15.06.2011 (Τεκμ. 3 και 4), με τις οποίες ενημερώθηκε για την αύξηση του επιτοκίου του επίδικου λογαριασμού δανείου σε 14% το χρόνο. Το δικαίωμα ενός Τραπεζικού Ιδρύματος να τροποποιεί το επιτόκιο ενός τραπεζικού λογαριασμού μέχρι το επιτρεπόμενο νόμιμο επιτόκιο, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας παραχώρησης τέτοιου λογαριασμού και το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 479 όπου στις σελίδες 11 και 12 της απόφασης του αναφέρει τα ακόλουθα: «Στην παρούσα περίπτωση η Εφεσείουσα Τράπεζα δεν απαιτούσε την επιδίκαση τόκου επί τόκου. Η αξίωση της ήταν για ΕΥΡΩ66.668,49σεντ με τόκο 12,5% από 18/3/2005 με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως. Η Εφεσείουσα Τράπεζα είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων (Τ.1), να τροποποιήσει το επιτόκιο μέχρι το επιτρεπόμενο νόμιμο επιτόκιο. Η Εφεσείουσα Τράπεζα τροποποίησε το επιτόκιο με σχετικές επιστολές ημερομηνίας 26/8/2002 οι οποίες στάληκαν στους Εφεσίβλητους, στις οποίες αναφερόταν ότι το επιτόκιο του λογαριασμού μεταβαλλόταν σε 12,5% και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου κάθε χρόνο. Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια κρίνεται ότι η αξίωση της Εφεσείουσας Τράπεζας ήταν καθόλα νόμιμη». Η πιο πάνω νομική θέση ακολουθήθηκε και υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου),
(2005)1 ΑΑΔ 818, στην υπόθεση Κόμπου v. Universal Bank Ltd (ανωτέρω) και στην υπόθεση Χρίστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd,
(2012)1 ΑΑΔ
- Οι πιο πάνω αποφάσεις υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Φωτίου v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση 39/2012 ημερ. 03.05.2018 όπου στη σελ. 6 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε στην απόφαση του με την χρέωση τόκου και δικαιολόγησε πλήρως την κρίση του. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την σελ. 13 της απόφασης. "Όσον αφορά το ύψος του επιτοκίου η μαρτυρία των εναγόντων αναφέρθηκε σε 9% και τούτο κρίνεται δικαιολογημένο αφού πέραν του αρχικά συμφωνημένου 8% οι ενάγοντες ως είχαν συμβατικό δικαίωμα (όρος 2 τεκμηρίου 1) αύξησαν το ποσοστό σε 9% με σχετικές επιστολές τους (τεκμήρια 6 και 7). Επιπλέον όμως έστω και αν υπήρξε χρέωση μεγαλύτερου επιτοκίου ή κεφαλαιοποίησης τόκου η γνωστοποίηση στους εναγόμενους του θέματος αυτού με επιστολές κρίνεται ως ικανοποιητικό στοιχείο. Σχετική επί του θέματος αυτού αλλά και των προηγούμενων θεμάτων προβάλλει η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 163/06 ημερομηνία 15/05/
- Επισημαίνεται εδώ η παντελής έλλειψη υπόδειξης οποιωνδήποτε αντισυμβατικών χρεώσεων επί του τεκμηρίου 8 αλλά και αντεξέτασης επί του περιεχομένου του". H ενάγουσα εδώ σημειώνεται ότι δεν αξιώνει ποσοστό τόκου, πέραν του συμβατικού ποσοστού τόκου όπως αυτό συμφωνήθηκε με την επίδικη συμφωνία της 30.12.2010 (Τεκμ. 1). Υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου 1 ότι ο υπολογισμός του τόκου φέρεται να έγινε με διαιρέτη 360 και όχι με 365 ημέρες, κάτι το οποίο αποδέχθηκε ο ΜΕ1, αφού όπως εξήγησε αυτό προνοείτο από την συμφωνία δανείου ημερ. 30.12.
- Στο Τεκμ.1, γίνεται ρητή αναφορά στον όρο 3 (α) ότι θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Με βάση την ισχύουσα νομολογία ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1 δεν ευσταθεί. Στην πρόσφατη απόφαση του ο αδελφός δικαστής κ. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση με Αρ. Αγωγής 4507/2011 Ε.Δ. Λευκωσίας Marfin Popular Bank Public Co Ltd v.
- Univentures Grup PLC (Ημερ. 11.06.2021) στην οποία εξετάστηκε ο ίδιος ισχυρισμός ανέφερε τα ακόλουθα: «Πέραν του γεγονότος ότι προνοείτο συμβατικά η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, οι επίδικες συμφωνίες διέπονται από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/1999, (τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001) στον οποίο δεν υπάρχει καθορισμός μέγιστου ποσοστού επιτοκίου ενώ παράλληλα προνοείται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δικαιούνται να κεφαλαιοποιούν τον τόκο δύο φορές τον χρόνο. Στην υπόθεση Παχατουριάν ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 322, το Δικαστήριο εξέτασε σχετικό όρο υπολογισμού τόκου, πανομοιότυπο με αυτόν που περιλαμβάνεται στη συμφωνία δανειοδότησης ημερ. 11.06.2006. Τόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο δεν θεώρησαν τον όρο αυτό ως επιλήψιμο. Ομοίως, στην υπόθεση Archbold Invest. Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1084, όπου υπήρχε επίσης πρόνοια περί τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος των 360 ημερών, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί 360 ημερών αντί 365, δεν οδηγούσε σε χρέωση πέραν του εκ του νόμου επιτρεπόμενου 9%. Στην παρούσα υπόθεση δεν καταδείχθηκε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου ως προνοείται στις σχετικές συμφωνίες, ήτοι με τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, οδήγησε τούτο στην ενσωμάτωση στον αναδομημένο λογαριασμό παράνομων χρεώσεων τόκων. Αντίθετα, ρητά τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι στο πλαίσιο της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού, κατά τον τρόπο που εξήγησε τούτο ο μάρτυρας των εναγόντων, πέραν από διάφορες χρεώσεις, έξοδα, δικαιώματα και τόκους που αφαιρέθηκαν, συνυπολογίστηκε τόκος χαμηλότερος από τον συμφωνηθέντα». Παρόμοια υπήρξε και εν προκειμένω η παρασχεθείσα από την ενάγουσα μαρτυρία και το σκεπτικό της ως άνω απόφασης αν και καθοδηγητικό, με βρίσκει σύμφωνο και υιοθετείται και για τους σκοπούς της παρούσας. O Εναγόμενος αρ. 1 με την Υπεράσπιση του αρνείται την αξίωση της ενάγουσας και εγείρει διάφορους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, για τους οποίους όμως δεν προσκόμισε οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία προς το Δικαστήριο ώστε να τεκμηριώσει και να αποδείξει την Υπεράσπιση του. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1 ότι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου που παρουσιάζεται στα Τεκμ. 6 και 10 είναι λανθασμένο ή/και περιλαμβάνει λανθασμένες χρεώσεις και υπερχρεώσεις, δεν τεκμηριώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ούτε και όπως αναλυτικότερα ανέφερα και πιο πάνω, δεν παρουσιάστηκε από τον εναγόμενο μαρτυρία οποιασδήποτε μορφής προς υποστήριξη και τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού. Επαναλαμβάνοντας και υιοθετώντας την ως άνω νομολογία, κρίνω ότι ο εναγόμενος 1 απέτυχε να αποδείξει, ως είχε καθήκον, ότι στο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου υπήρχαν οποιεσδήποτε λανθασμένες χρεώσεις ή υπερχρεώσεις και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται. Έχει νομολογηθεί κατ' επανάληψη ότι η ερμηνεία εγγράφων είναι νομικό ζήτημα το οποία αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Περαιτέρω η βασική αρχή η οποία προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών είναι όπως αυτή εκφράζεται στο έγγραφο. Σχετική επί του θέματος είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αλεξάνδρου v. Κόσμος Ασφαλιστική Δημόσια Εταιρεία Λτδ ECLI:CY:AD:2019:A32, Πολ. Έφ. 34/2013 ημερ. 4.02.2019 όπου στη σελίδα 8 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η ερμηνεία των πιο πάνω όρων επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου και είναι μια άσκηση με αμιγώς νομικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Liberty Life Insurance Ltd v. Άντρης Μιχαήλ κ.α Πολ. Έφεση 88/2010 ημερ. 8/3/2015 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς την ερμηνεία συμφωνίας. "Υπάρχει δε, συναφώς, πάντοτε κατά νου ότι μια γραπτή συμφωνία περιέχει τα συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κατά τον χρόνο σύναψης της· αντανακλούν την κοινή πρόθεση τους αναφορικά με το αντικείμενο της. Όταν στην συνέχεια, κατά την εκτέλεση της συμφωνίας προκύψει διαφορά ως προς την σημασία κάποιων όρων της, κριτής αυτής είναι ο ουδέτερος αναγνώστης του κειμένου της. Εφόσον δε η διαφορά αχθεί ενώπιον Δικαστηρίου, τον ρόλο αυτόν αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ο αρμόδιος για την εκδίκαση της υπόθεσης δικαστής, εφαρμόζοντας καθιερωμένους κανόνες ερμηνείας εγγράφων συμφωνιών. Ο συνήθης κανόνας, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει και σε συμπεράσματα ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει, στους επίδικους όρους μιας συμφωνίας, οποιαδήποτε ασάφεια ή δυσκολία στην αντίληψη της σημασίας τους, συνίσταται στην απόδοση σε αυτούς της συνήθους λεξικολογικής σημασίας, δηλαδή της σημασίας αυτοί φέρουν όταν χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη. (βλ. Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ v. Συμβ. Αποχετεύσεως Λ/σιας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630· Pell Frischmann Cons. Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ 33· Χαραλάμπους v. Αχιλλέως κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058 και Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1156)"». Περαιτέρω σύμφωνα με τη νομολογία όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί γραπτώς, εξωγενής μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή για να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τροποποιήσει τους όρους του εγγράφου. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1042, όπου στην σελίδα 8 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ' εξαίρεση στον γενικό κανόνα εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί κάτω από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας (ΜΑΥΡΟΥ Ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ
(1984)1 C.L.R. 635), την πραγματική φύση της συναλλαγής (ΚΥΡΙΟ (I.T.H) COMPANY V. KASSAPI [1980] 2 J.S.C 259) και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (ΛΟÏΖΙΔΟΥ Ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ [1973] 9 J.S.C. 1219)». Ως προς την Υπεράσπιση του κωλύματος εξ υποσχέσεως (promissory estoppel) παραπέμπω στην υπόθεση Κυριακή Μαυρομιχάλη κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1 ΑΑΔ 530 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εξ υποσχέσεως κώλυμα μπορεί να προκύψει μόνο από σαφείς και θετικές παραστάσεις, οι οποίες γίνονται από το πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται η συμβατική υποχρέωση, ως αποτέλεσμα των οποίων ο οφειλέτης, βασιζόμενος σ' αυτές, αναπροσαρμόζει τη συμπεριφορά του επί του προκειμένου, με τρόπο που θα ήταν άδικο σε μεταγενέστερο στάδιο να κληθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις (βλ. μεταξύ άλλων, Ελληνική Τράπεζα Λτδ v. Πολυδωρίδη και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 68)». Η ως άνω μαρτυρία και η αξιολόγηση που έτυχε δεν κατέδειξαν ότι εφαρμόζονται οι αρχές που αναδύονται από τις πιο πάνω αποφάσεις για να εφαρμόζεται εν προκειμένω η ως άνω Υπεράσπιση του εξ υποσχέσεως κωλύματος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Σύμφωνα με τη μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα ως άνω και τις νομοθετικές και νομολογιακές αρχές που ισχύουν εν προκειμένω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: (α) Η συμφωνία με ημερ. 30.12.2010 για την παραχώρηση του επίδικου δανείου (Τεκμ.1) με την εκ των προτέρων ενυπόγραφη αποδοχή από τον εναγόμενο 1 της προσφοράς που του έγινε από την ενάγουσα (Τεκμ. 2), είναι έγκυρη, νομότυπη και νόμιμη. (β) Η συμφωνία (Τεκμ.1), ρητά εκφράζει την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. (γ) Για την λειτουργία της επίδικης συμφωνίας ανοίχθηκε λογαριασμός δανείου με αρ. XXXXX7255 (νέος αριθμός XXXXX4552) στο όνομα του εναγόμενου 1, στον οποίον κατά την διάρκεια της λειτουργίας του και πριν τον τερματισμό του, έγιναν διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις όπως αυτές παρουσιάζονται στην αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Τεκμ. 6), με βάση τον οποίο ετοιμάστηκε από τον ΜΕ 1 η ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.10) από την οποία διαγράφηκαν χρεώσεις και τόκοι πέραν των συμφωνηθέντων και έτσι αποδίδει πλέον την αληθινή και πραγματική εικόνα των χρεώσεων και πιστώσεων του επίδικου λογαριασμού από τις οποίες προκύπτει οφειλόμενο το ποσό των €400.835,68σ. πλέον τόκο προς 10% επί ποσού €387.357,75σ. από την 04.11.2020 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο μέχρι εξοφλήσεως. (δ) Η ενάγουσα σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας απέστειλε προς τους εναγόμενους την προειδοποιητική επιστολή με ημερομηνία 03.05.2011 (Τεκμ. 3) με την οποία τους ενημέρωναν για τις προθέσεις τους σε σχέση με την περαιτέρω λειτουργία του λογαριασμού η οποία συνιστούσε γραπτή ζήτηση προς πληρωμή και εξόφληση του χρέους και την επιστολή τερματισμού με 15.06.2011 (Τεκμ. 4) με την οποία τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία. (ε) Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 περί διαβεβαιώσεων που του είχαν δοθεί δεν έχουν τεκμηριωθεί με αποδεκτή μαρτυρία και απορρίπτονται και έτσι δεν συντρέχει εδώ κώλυμα εξ υποσχέσεως (Promissory estoppel). Ούτε και έχουν αποδειχθεί και οι ισχυρισμοί του ότι η ενάγουσα τον εξαπάτησε ή ενήργησε δόλια κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των ευρημάτων μου στα οποία κατέληξα βρίσκω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει στο βαθμό και επίπεδο που εξετάζεται σε αυτής της φύσης τις υποθέσεις τις αξιώσεις της και εναντίον του εναγόμενου 1 (βλ. D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 ΑΑΔ 263). Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1 αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα με την εναγόμενη 2 για το ποσό των €400.835,68σεντς, πλέον τόκο προς 10% από την 04.11.2020 επί του ποσού €387.357,75σεντς μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο μέχρι εξοφλήσεως. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι όσα έξοδα αλληλοκαλύπτονται με αυτά που επιδικάστηκαν εναντίον της εναγόμενης 2 αυτά θα υπολογιστούν και εισπραχθούν μια μόνο φορά. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(1)«Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ΄ αυτό.
(2)Αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο της καταχώρησης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση.
(3)Αντίγραφο της καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί περαιτέρω ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώρηση». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο