← Κύπρος

Χούντα κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ. 3405/18, 31/1/2022

Χούντα κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ. 3405/18, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3405/18 Μεταξύ:

  1. XXXXX Χούντα
  2. XXXXX Χούντα
  3. XXXXX Μπούρα Εναγόντων και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 15/11/19 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες Ημερομηνία: 31/1/2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κα Χ. Κότσαπα για κ.κ. Μ. Κορέλης & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενους: κα Κ. Πολυβίου, για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση αυτή οι ενάγοντες ζητούν τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ως ακολούθως: Παράγραφος 2:

(1)Κατά πόσο το κώλυμα έγερσης της αγωγής εδράζεται στο ότι η καταχώρηση αυτής αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων του διαδίκου; Εάν όχι, να διευκρινιστεί σε τι εδράζεται το κώλυμα. Παράγραφος 4:
(2)Πότε απομειώθηκαν οι λογαριασμοί των εναγόμενων σαν αποτέλεσμα των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του Ν.17(Ι)/2013; Παράγραφος 5:
(3)Πότε γνωστοποιήθηκε από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους η ύπαρξη της απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών ημερομηνίας 4/4/13;
(4)Πότε δεσμεύτηκαν οι λογαριασμοί των εναγόμενων λόγω της ύπαρξης της απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών ημερομηνίας 4/4/13;
(5)Ποιο το υπόλοιπο των λογαριασμών όταν αυτοί δεσμεύτηκαν λόγω ύπαρξης της απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών ημερομηνίας 4/4/13;
(6)Πότε προέβησαν στην απομείωση των λογαριασμών των εναγόντων που σημειώνεται στην παράγραφο αυτή οι εναγόμενοι;
(7)Λόγω ποιων περιστάσεων προχώρησαν οι εναγόμενοι σε απομείωση των εν λόγω λογαριασμών τη συγκεκριμένη στιγμή; (8 Συμφώνησε και/ή αποδέχτηκε η εναγόμενη κατά ή περί την 16/5/13 ότι οι λογαριασμοί των εναγόντων εκ παραδρομής απομειώθηκαν δυνάμει των Διαταγμάτων και σχετικά προέβη στη διόρθωση των υπολοίπων των Λογαριασμών από την 29/4/13;
(9)Χρέωνε τόκους στους και κινούσε τους λογαριασμούς μετά την 16/5/13;» Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19 και 48 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και έχουν προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Όλες οι αιτούμενες λεπτομέρειες στις οποίες δικονομικά μπορεί να δοθεί απάντηση και οι οποίες σχετίζονται ή αφορούν τους εναγόμενους έχουν ήδη δοθεί και απαντηθεί κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου αποκάλυψης εγγράφων. (δ) Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και/ή κωλυσιεργίας και/ή αναστολής της διαδικαστικής διαδικασίας. (ε) Με τις αιτούμενες λεπτομέρειες επιζητείται η μαρτυρία των εναγομένων/ καθ' ων η αίτηση και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας. (στ) Οι ενάγοντες δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών, σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας και μετά τα προηγηθέντα διαδικαστικά διαβήματα τα οποία έχουν λάβει χώρα και με τα οποία οι εναγόμενοι έχουν δεόντως συμμορφωθεί. (ζ) Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι αναγκαίες για σκοπούς πλήρους και δικαίας περατώσεως της υπόθεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει η XXXXX Κόκκινου που εργάζεται ως δικηγόρος στο γραφείο Χρυσαφίνης και Πολυβίου. Αναφέρει ότι οι εναγόμενοι συμμορφώθηκαν με διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων την 20 Νοεμβρίου 2019 και ενώ έχουν συμμορφωθεί, οι ενάγοντες προβαίνουν σε αδικαιολόγητη πολλαπλότητα των διαδικασιών που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Τα ερωτήματα που ζητούν δεν μπορούν να απαντηθούν βάσει των υφιστάμενων δικονομικών διατάξεων. Περαιτέρω, δεν είναι αναγκαίες λεπτομέρειες για σκοπούς δικαίας αποπεράτωσης της αγωγής. Ζητείται όπως αποκαλυφθεί μαρτυρία με την αίτηση και είναι προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι την 4 Απριλίου 2013 το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε απόφαση προσωρινής διαταγής εναντίον των εναγόντων και υπέρ του XXXXX Μακρή για το ποσό των €600.000 ως εξασφάλιση σε συμβατικό χρέος. Αυτή η απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αρχή Εξυγίανσης και στον Ειδικό Διαχειριστή των εναγομένων και ενώ την 16 Μαΐου 2013 οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την απομείωση των εμπρόθεσμων λογαριασμών που διατηρούσαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους. Την 5 Νοεμβρίου 2014 ο XXXXX Μακρής πέτυχε απόφαση για το ποσό των €650.000 εναντίον των εναγόντων από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Την 9 Μαρτίου 2015 οι εναγόμενοι αποφάσισαν σε απομείωση των λογαριασμών των εναγόντων κατά €304.577 αναφορικά με τον λογαριασμό XXXXX8815 και κατά €72.900 αναφορικά με τον λογαριασμό XXXXX7223. Η εν λόγω απομείωση των λογαριασμών είναι το παράπονο των εναγόντων εναντίον των εναγομένων. Οι εναγόμενοι απάντησαν με ειδική προδικαστική ένσταση στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης, όπου επικαλούνται κώλυμα στην έγερση τέτοιας αξίωσης, ένεκα του γεγονότος ότι οι ενάγοντες είχαν εγείρει την αγωγή 605/18 εναντίον των εναγομένων με την ίδια αξίωση στις 7.2.2018. Οι λεπτομέρειες που ζητούν οι ενάγοντες σε σχέση με την παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης, είναι οι ενάγοντες να αποκαλύψουν την νομική θεωρία στην οποία στηρίζονται ώστε να προβάλλουν κώλυμα. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι ενάγοντες για να προβάλουν το κώλυμα διατυπώνονται με σαφήνεια στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης. Επομένως, η ερώτηση των εναγόντων στην αίτηση η οποία εδράζεται στην υπεράσπιση του κωλύματος στοχεύει στο να υποχρεώσει τους εναγόμενους να αποκαλύψουν την νομική τους επιχειρηματολογία. Εκείνο που επεξήγησε το Εφετείο στην υπόθεση Συρίμη ν Παγκύπριας Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ 1 ΑΑΔ
(2010)1131, είναι ότι η σωστή δικογράφηση των θέσεων των μερών δυνάμει της Δ.19 κ.4, που προβλέπει για τη δικογράφηση, αφορά μόνο τη συνοπτική μορφή έκθεσης γεγονότων στην οποία στηρίζεται η αξίωση και τίποτε άλλο. Η σύντομη έκθεση των γεγονότων σε σχέση με την προβολή του κωλύματος εκτίθεται με σαφήνεια στην Υπεράσπιση και έτσι η υπεράσπιση σε σχέση με αυτό το σημείο δεν χρήζει περαιτέρω επεξήγησης με λεπτομέρειες. Το να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αναπτύξουν σε αυτό το στάδιο την νομική τους επιχειρηματολογία σε σχέση με το προδικαστικό σημείο δεν είναι επεξηγηματικό των θέσεων τους, αλλά συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα τους να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους. Η αίτηση βασίζεται στην διαταγή 19, κανονισμό 6 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «A further and better statement of the nature of the claim or defence or further and better particulars of any matter stated in any pleading , notice or written proceeding requiring particulars may in all cases be ordered upon such terms as to costs and otherwise as may be just». Σκοπός αυτής της διάταξης είναι να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να δώσουν στους ενάγοντες λεπτομέρειες της υπεράσπισής τους, που κανονικά θα έπρεπε να είχαν ήδη εκτεθεί στην έκθεση υπερασπίσεως. Οι ενάγοντες θα πρέπει να γνωρίζουν την υπόθεση που πρέπει να αντιμετωπίσουν. Η αντίστοιχη Αγγλική διάταξη της, πιο πάνω, διάταξης είναι το O.19 r. 7a. Εκείνο που επεξηγείται στο Αnnual Practice Book 1958 είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει σε διάδικο με το πρόσχημα ότι αναζητεί περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες να αποσπάσει από τον άλλο διάδικο απαντήσεις σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που θα προκύψουν μόνο με τη λήψη μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η αίτηση για να δεσμεύσει τον άλλο διάδικο σε σχέση με την μαρτυρία που δύναται να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης έχει εξουσία το Δικαστήριο να διατάξει την παροχή καλύτερων και επιπρόσθετων λεπτομερειών σε σχέση με πραγματικά ζητήματα που καταγράφονται στην Έκθεση Υπερασπίσεως. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Θεμιστοκλέους ν Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157, η αναζήτηση περισσότερων λεπτομερειών πρέπει να αποσκοπεί στο να βοηθά τον ενάγοντα να γνωρίζει την υπόθεση της άλλης πλευράς και όχι να έχει ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα χρησιμοποιήσουν οι εναγόμενοι στην ακρόαση. Σε εκείνη την υπόθεση το Εφετείο επεξήγησε ότι είναι ορθό να εγκρίνεται τέτοια αίτηση για να διευκρινίζονται και να εξειδικεύονται τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, ιδιαίτερα εάν το δικόγραφο είναι αόριστο. Δεν είναι θεμιτό, όμως, να χρησιμοποιείται αυτή η διαδικασία για να πληροφορείται ο αντίδικος για τον τρόπο που η άλλη πλευρά προτίθεται να αποδείξει την υπόθεσή της. Οι ενάγοντες θα πρέπει να μελετήσουν κατά πόσο τα γεγονότα που έχουν προβάλει οι εναγόμενοι στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης απαρτίζουν βάσιμη προδικαστική ένσταση. Δεν είναι υποχρέωση των εναγόμενων να τους αποστείλουν νομική γνωμοδότηση, να τους εξηγήσουν γιατί θεωρούν ότι αυτά τα γεγονότα απαρτίζουν βάσιμη προδικαστική ένσταση στην αγωγή. Αναφορικά με την παράγραφο 4 της υπεράσπισης, αυτή καταπιάνεται με το γεγονός ότι οι λογαριασμοί των εναγόντων απομειώθηκαν ως αποτέλεσμα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17
(1)/
  1. Το ερώτημα για το πότε έγινε η απομείωση μπορεί να είναι σημαντική μαρτυρία για τους ενάγοντες ώστε να αποδείξουν την απαίτηση τους, αλλά δεν συνιστά μέρος της υπεράσπισης των εναγομένων που προβάλλεται στην παράγραφο
  2. Είναι καθαρό ότι οι ενάγοντες επιχειρούν να αποκαλύψουν μαρτυρία για να την κάνουν χρήση για να αποδείξουν την απαίτησή τους. Τέτοιο αίτημα εκφεύγει από την δικαιοδοτική εμβέλεια της Δ.19 κ.
  3. Σε σχέση με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης και πάλι οι εναγόμενοι εκθέτουν συνοπτικά τα γεγονότα που υποστηρίζουν τη θέση τους ότι έλαβαν γνώση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ημερομηνίας 5.11.2014, με την οποία οι ενάγοντες θα έπρεπε να καταβάλουν το ποσό των €650.000 σε άλλο πρόσωπο. Όμως η απομείωση, ως αναφέρουν με την υπεράσπιση τους, είναι κάτι που τους επιβλήθηκε να την εφαρμόσουν με βάση τα σχετικά διατάγματα που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα βάσει της σχετικής Νομοθεσίας. Επομένως, η υπεράσπιση είναι πλήρως αποκρυσταλλωμένη ότι η απομείωση των λογαριασμών έγινε βάσει διαταγμάτων, οπότε δεν υπάρχει κάτι στην τοποθέτηση αυτή που να χρήζει περισσότερης επεξήγησης της θέσης των εναγομένων. Δεν είναι αρμόδιο το Δικαστήριο να διατάξει τους εναγόμενους να δώσουν τις πληροφορίες που ζητούν οι ενάγοντες με την αίτηση αυτή ώστε να προωθήσουν καλύτερα τις δικές τους θέσεις. Η αίτηση για λεπτομέρειες δεν είναι μηχανισμός αποκάλυψης μαρτυρίας που θα ήταν χρήσιμη για την υπόθεση της άλλης πλευράς. Οι ερωτήσεις 3, πότε γνωστοποιήθηκε η απόφαση, 4 πότε δεσμεύτηκαν οι λογαριασμοί, 5 ποιο ήταν το υπόλοιπο των λογαριασμών και 6 πότε προέβησαν στην απομείωση των λογαριασμών, είναι ερωτήματα χρήσιμα να τα γνωρίζουν οι ενάγοντες ώστε να εξασφαλίσουν μαρτυρία να αποδείξουν τις θέσεις τους, αλλά η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα δεν ξεκαθαρίζει καλύτερα τις θέσεις που έχουν διατυπώσει οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με το ερώτημα 8 ήτοι, κατά πόσο οι εναγόμενοι συμφωνούν ότι είναι εκ παραδρομής που απομειώθηκαν οι λογαριασμοί δυνάμει διαταγμάτων. Είναι ξεκάθαρο από την υπεράσπιση ότι οι εναγόμενοι απορρίπτουν την θέση ότι οι λογαριασμοί απομειώθηκαν εκ παραδρομής και προβάλλουν εναλλακτικά ότι η απομείωση ήταν το αποτέλεσμα των διαταγμάτων. Το ερώτημα 9 σε σχέση με τόκους και την κίνηση των λογαριασμών μετά την 16.5.2013, αφορά αποδεικτικό υλικό που θα ήθελε να έχει εις χείρας η πλευρά των εναγόντων για να αποδείξουν την θέση τους ότι οι λογαριασμοί απομειώθηκαν εκ παραδρομής δυνάμει των διαταγμάτων. Στην ουσία, αυτό το οποίο επιζητούν με την αίτηση είναι μαρτυρία που θα πρέπει να την αναζητήσουν μέσω της αποκάλυψης. Οι εναγόμενοι, ως προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, έχουν προβεί σε ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων στην κατοχή και/ή υπό τον έλεγχό τους που να σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Όμως, κακώς επιδιώκουν οι ενάγοντες να αναζητήσουν μαρτυρία που θεωρούν ότι θα ήταν βοηθητική για να αποδείξουν την υπόθεσή τους με αίτηση για την παροχή λεπτομερειών. Ο σκοπός της αίτησης είναι να αποκαλύψουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες ποια είναι η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης, ως και επίσης για να δεσμευθούν οι εναγόμενοι στη συγκεκριμένη υπεράσπιση που προβάλλεται με τα δικόγραφα, ώστε οι ενάγοντες να γνωρίζουν έγκαιρα την υπόθεση που θα έχουν να αντιμετωπίσουν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Αναφορικά με το ερώτημα 7 αυτό ήδη απαντάται με σαφήνεια στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης και δεν υπάρχει κάτι που χρήζει περαιτέρω διευκρίνισης σε σχέση με την προβληθείσα υπεράσπιση των εναγόμενων. Με τα συγκεκριμένα ερωτήματα ζητείται από τους εναγόμενους να αποκαλύψουν μαρτυρία που δυνατόν να ήταν βοηθητική να αποδείξουν την αξίωση τους. Δεν είναι νόμιμος ο σκοπός της αίτησης. Τα ερωτήματα για λεπτομέρειες θα πρέπει να περιορίζονται στο να αποκαλύψουν οι εναγόμενοι τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται για να προβούν στην δικογραφημένη τους υπεράσπιση ήτοι, ότι οι λογαριασμοί απομειώθηκαν ως συνέπεια των διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας βάσει ειδικής νομοθεσίας. Το αίτημα στην ολότητα του είναι αβάσιμο. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτητών - εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση -εναγόμενων, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.