← Κύπρος

Focus Expectations Ltd ν. Solar 3 Investments Un Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1522/19, 31/1/2022

Focus Expectations Ltd ν. Solar 3 Investments Un Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1522/19, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1522/19 Μεταξύ: Focus Expectations Ltd Ενάγουσα V

  1. Solar 3 Investments Un Ltd
  2. Solar 7 Investments Un Ltd
  3. G.P.H. Green Properties Holding Ltd
  4. XXXXX Βασιλείου Εναγόμενων Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Χρ. Επιφανίου (κα) Για τους Εναγόμενους: Ντ. Βαρωσιώτου (κα) Ενδιάμεση Απόφαση Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή[1], η ενάγουσα εταιρεία (στο εξής «η ενάγουσα»), επιδιώκει την έκδοση διακηρυκτικών και αναγνωριστικών αποφάσεων σε σχέση με το ποσοστό των μετοχών της εναγόμενης 1 και/ή της εναγόμενης 2, των οποίων είναι δικαιούχος, καθώς επίσης και ίδιου τύπου απόφασης ως προς τον υπολογισμό των μερισμάτων που δικαιούται από τις εταιρείες αυτές, ως μέτοχός τους. Ζητά επίσης την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων 1-3 εταιρειών και του εναγόμενου 4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα (στο εξής, ως ομάδα, «οι εναγόμενοι» ή, ατομικά, «η εναγόμενη 1», «η εναγόμενη 2» κ.ο.κ.), για το μέγιστο ποσό των €134.552,58[2], επί διαφόρων νομικών βάσεων, μεταξύ των οποίων

(1)η παράβαση συμφωνίας,
(2)ο δόλος,
(3)η απάτη,
(4)οι ψευδείς παραστάσεις,
(5)η παράβαση, (α) καταπιστεύματος, (β) θέσμιου καθήκοντος, (γ) καθήκοντος πίστης και εμπιστοσύνης και (δ) καθήκοντος επιμέλειας και
(6)οι αρχές, (α) της αποκατάστασης, (β) της επιείκειας και (γ) του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επιζητούνται, επίσης, γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωριτικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, καθώς επίσης αποζημιώσεις σε σχέση με οφειλές που θα προκύψουν μετά την καταχώρηση της αγωγής. Εναντίον της εναγόμενης 3, ειδικά, επί των πλείστων πιο πάνω νομικών βάσεων, ζητά και αποζημιώσεις για το πόσο των €10.507,71. Τέλος επιδιώκει την έκδοση, εναντίων των εναγομένων και/ή αντιπροσώπων τους, διαταγμάτων ένορκης αποκάλυψης και παράδοσης στοιχείων, πληροφοριών και εγγράφων, καθώς επίσης και παρεπόμενων επικουρικών διαταγμάτων σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των εναγόμενών και τις διάφορες δοσοληψίες μεταξύ τους, αλλά και με άλλες εταιρείες, οι οποίες κατονομάζονται, αλλά και σε σχέση με τα μερίσματα που εκδόθηκαν από τις εναγόμενες 1, 2 και 3 και τα πρόσωπα προς τα οποία αποδόθηκαν. Η επίδικη αίτηση Στις 09.08.21, η ενάγουσα καταχώρησε δια κλήσεως αίτηση (στο εξής «η επίδικη αίτηση»), με την οποία επιδιώκει την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Καθ' ής η Αίτηση 1 και/ή στην Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή 3, και/ή στους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της και/ή σε οποιοδήποτε άλλο νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της και/ή στον Καθ' ού η Αίτηση 4 ως Διευθυντή αυτής από το να αποξενώσουν και/ή πωλήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή δωρήσουν και/ή μειώσουν την αξία και/ή εκχωρήσουν οποιαδήποτε από τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2 στην Κύπρο ή στο εξωτερικό και/ή οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τους απευθείας και/ή έμμεσα και/ή τους ανήκει δικαιωματικά (beneficially) και/ή κατέχεται μέσω άλλων νομικών και/ή φυσικών προσώπων, περιλαμβανομένων των μετοχών και/ή του μεριδίου που κατέχουν οι Εναγόμενες 1 και 2 στις ελληνικές εταιρείες ΦΩΤΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΑΝΔΡΑΣ ΔΥΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ΘΥΜΟΙΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Β. Άνευ βλάβης του ανωτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή περαιτέρω, διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Καθ' ής η Αίτηση 1 και/ή στην Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή 3, και/ή στους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της και/ή σε οποιοδήποτε άλλο νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της και/ή στον Καθ' ού η Αίτηση 4 ως Διευθυντή αυτής από το να αποξενώσουν και/ή πωλήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή δωρήσουν και/ή μειώσουν την αξία και/ή εκχωρήσουν οποιαδήποτε από τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2 στην Κύπρο ή στο εξωτερικό και/ή οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τους απευθείας και/ή έμμεσα και/ή τους ανήκει δικαιωματικά (beneficially) και/ή κατέχεται μέσω άλλων νομικών και/ή φυσικών προσώπων, περιλαμβανομένων των μετοχών και/ή του μεριδίου που κατέχουν οι Εναγόμενες 1 και 2 στις ελληνικές εταιρείες ΦΩΤΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΑΝΔΡΑΣ ΔΥΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ΘΥΜΟΙΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, μέχρι του ποσού των €156.402,21 το οποίο ανταποκρίνεται σε οφειλόμενο ποσό προς την Αιτήτρια μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό οφείλεται, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτηση, δυνάμει του ιδιωτικού συμφωνητικού, μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και έκδοσης τελικής απόφασης ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει και απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 4 και/ή τους διευθυντές και/ή τους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή μέσω οποιοσδήποτε άλλου νομικού και/ή φυσικού προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους, από το να αποδεχθούν και/ή εγκρίνουν και/ή επικυρώσουν (ratify) οποιαδήποτε μεταβίβαση και/ή κατασπατάληση (dissipation) και/ή δωρεά και/ή πώληση και/ή ενεχυρίαση των μετοχών που κατέχει η Αιτήτρια στις Εναγόμενες 1 και 2 και/ή από το να τροποποιήσουν και/ή να αλλάξουν με οποιοδήποτε τρόπο το Μητρώο Μελών (Register of Members) των Εναγομένων 1 και 2 και/ή από το να εκδώσουν και/ή προκαλέσουν την έκδοση νέων πιστοποιητικών μετοχών και/ή λάβουν οποιαδήποτε παρόμοιας φύσης απόφαση η οποία θα απολήγει, άμεσα ή έμμεσα στην μείωση καθ' οιονδήποτε τρόπο του συμφέροντος της Αιτήτριας στις Εναγόμενες 1 και 2 μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και έκδοσης τελικής απόφασης ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει και απαγορεύει στους Καθ' ων η αίτηση από το να λάβουν ή να συναινέσουν στη λήψη οποιουδήποτε ψηφίσματος (resolution) και/ή άλλης απόφασης που θα σκοπεί και/ή δυνατόν να απολήγει στην μετατροπή και/ή αλλαγή της νομικής κατάστασης (status quo) των Καθ' ού η Αίτηση 1 και 2 και/ή στη μείωση της αξίας των μετοχών των Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2 και των περιουσιακών τους στοιχείων στην Κύπρο και στο εξωτερικό και/ή στη μεταβολή και/ή αλλαγή των διευθυντών και/ή του γραμματέα και/ή του εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων 1 και 2 και /ή της εταιρικής δομής (corporate structure) και/ή της μετοχικής δομής (share capital structure) και/ή των εγγεγραμμένων μετόχων (registered shareholders) και/ή των τελικών πραγματικών δικαιούχων (ultimate beneficial owners) και/ή του μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 1 και 2, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μειώνεται το ποσοστό συμμετοχής της Αιτήτριας στο μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων 1 και 2, μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης και έκδοσης τελικής απόφασης ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου να απαγορεύει και/ή να αποτρέπει τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή οποιονδήποτε εξ' αυτών, είτε προσωπικά και/ή μέσω των διευθυντών και/ή αξιωματούχων και/ή υπηρετών αυτών, από το να ψηφίσουν και να εξουσιοδοτήσουν και/ή να πραγματοποιήσουν και/ή συμφωνήσουν και/ή να αποφασίσουν και/ή να διευκολύνουν και/ή να επιτρέψουν οποιεσδήποτε αποφάσεις και/ή ενέργειες των Καθ' ων η Αίτηση ή οποιουδήποτε εξ' αυτών, που θα έχει σαν άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την εκκαθάριση (liquidation) και/ή την αφερεγγυότητα (insolvency) και/ή την διαγραφή (dissolution - strike off) των Εναγομένων 1 και 2 μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και έκδοσης τελικής απόφασης ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. ΣΤ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσει τους Καθ' ών η Αίτηση 1, 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή τους διευθυντές και/ή τους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή μέσω οποιοσδήποτε άλλου νομικού και/ή φυσικού προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους, όπως λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μεταφέρουν και καταθέσουν σε συγκεκριμένο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το ποσό των €37422,74 το οποίο εκδόθηκε ως μέρισμα από την Εναγόμενη 1 για την περίοδο 2013 μέχρι 2017 και από την Εναγόμενη 2 για τα έτη 2013 μέχρι 2019 και αναλογεί στην Αιτήτρια και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό εκδόθηκε ή θα εκδοθεί ως μέρισμα για τα επόμενα έτη και το οποίο δικαιούται να εισπράξει αναλογικά η Αιτήτρια από την Εναγόμενη 1 και 2 μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και έκδοσης τελικής απόφασης ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Ζ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Καθ' ών η Αίτηση 1, 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή τους διευθυντές και/ή τους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή μέσω οποιοσδήποτε άλλου νομικού και/ή φυσικού προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους από το να καταβάλουν οποιοδήποτε μέρισμα και/ή άλλο ποσό ως κέρδος σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός και αν πληρώσουν στην Ενάγουσα το ποσό των €37422,74 το οποίο εκδόθηκε ως μέρισμα από τις Εναγόμενες 1 και 2 ήδη για τα έτη 2013 μέχρι 2017(για την Solar 3) και για τα έτη 2013 μέχρι 2019(για την Solar 7) και αναλογεί στην Αιτήτρια και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό εκδόθηκε ή θα εκδοθεί ως μέρισμα για τα επόμενα έτη και το οποίο δικαιούται να εισπράξει αναλογικά η Αιτήτρια μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και έκδοσης τελικής απόφασης ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Η. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Καθ' ών η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 όπως, εντός 7 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος να ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία να περιλαμβάνει: (α) όλα του τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2, τα οποία βρίσκονται είτε εντός είτε εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα τους ή όχι και είτε αυτά τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και/ή τα οποία κατέχονται από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ως καταπιστευματοδόχος και/ή ως ονομαστικός ιδιοκτήτης (nominee) προς όφελος και/ή για τους Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2, ως πραγματικοί ιδιοκτήτες (beneficial owner), προσδιορίζοντας την αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων όλων των τραπεζικών λογαριασμών στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, είτε τηρούνται στο όνομα τους ή στο όνομα οποιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένων (χωρίς περιορισμό) οποιωνδήποτε τραπεζικών λογαριασμών, οποιοδήποτε και αν είναι το υπόλοιπο αυτών των λογαριασμών. (β) Τις αναλυτικές καταστάσεις όλων των τραπεζικών λογαριασμών των Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2 τους οποίους διατηρούν είτε στο όνομα τους είτε των οποίων οι Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2 είναι πραγματικοί κάτοχοι και/ή ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι και/ή τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owner) και οι οποίοι τραπεζικοί λογαριασμοί βρίσκονται σε τράπεζες εντός δικαιοδοσίας και/ή εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, από τον Ιανουάριο του 2013 και εντεύθεν και/ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο. (γ) Θα δηλώνει και/ή θα αποκαλύπτει τα έσοδα τα οποία λαμβάνουν και/ή όφευλαννα λαμβάνουν οι Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2, ως μέτοχοι των εταιρειών ΘΥΜΟΪΤΗΣ και ΦΩΤΕΝΕΡΓΕΙΑ, από την ΘΥΜΟΪΤΗΣ και ΦΩΤΕΝΕΡΓΕΙΑ και αναλυτικές οικονομικές καταστάσεις των εταιρειών ΘΥΜΟΪΤΗΣ και ΦΩΤΕΝΕΡΓΕΙΑ και/ή των περιουσιακών τους στοιχείων και/ή άλλα έγγραφα τα οποία αποκαλύπτουν τα έσοδα που λαμβάνουν οι ΘΥΜΟΪΤΗΣ και ΦΩΤΕΝΕΡΓΕΙΑ από τα φωτοβολταϊκά πάρκα στην Ελλάδα και/ή από την ΔΕΗ και/ή από άλλες πηγές εισοδημάτων. (δ) Θα δηλώνει και/ή θα αποκαλύπτει κάθε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή χρέωση και/ή πίστωση και/ή κατάθεση και/ή είσπραξη που έγινε από την εταιρεία ΘΥΜΟΪΤΗΣ και/ή από οποιαδήποτε άλλη οντότητα και/ή πρόσωπο εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας στους ανωτέρω αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή άλλως πως και σχετίζεται με την απόδοση μερισμάτων και/ή κερδών και/ή άλλων εσόδων στις Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2 από επένδυση σε φωτοβολταικό πάρκο ευρισκόμενο στη θέση «Γκιγκιντάσι» του Δήμου Μαρκοπούλου του Νομού Αττικής, στην Ελλάδα και/ή άλλως πως, από τον Ιανουάριο του 2013 και μέχρι την έκδοση απόφασης. (ε) Θα δηλώνει και/ή θα αποκαλύπτει κάθε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή χρέωση και/ή πίστωση και/ή κατάθεση και/ή είσπραξη που έγινε από την εταιρεία «ΦΩΤΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΑΝΔΡΑΣ ΔΥΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και/ή από οποιαδήποτε άλλη οντότητα και/ή πρόσωπο εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας στους ανωτέρω αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή άλλως πως και σχετίζεται με την απόδοση μερισμάτων και/ή κερδών και/ή άλλων εσόδων στις Εναγόμενες 1 και/ή 2 από επένδυση σε φωτοβολταικό πάρκο ισχύος 699,96 kwp στον Δήμο Ασπροπύργου στην τοποθεσία «Αγία Παρασκευή ή Κουτάλα ή Στρίφι», στην Ελλάδα και/ή άλλως πως, από τον Ιανουάριο του 2013 και μέχρι την έκδοση απόφασης. (στ) Θα αποκαλύπτει τις εξελεγμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και θα αναφέρει τα στοιχεία των εξελεγμένων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2 για τα οικονομικά έτη 2013 και μέχρι την έκδοση απόφασης στην Αίτηση. (ζ) Θα αποκαλύπτει πληροφορίες για τα μερίσματα που εκδόθηκαν από τις Εναγόμενες 1 και/ή 2 και/ή διανεμήθηκαν στους μετόχους και/ή τα σχετικά ψηφίσματα και/ή αποφάσεις των εταιρειών και/ή της γενικής συνέλευσης των μετόχων και/ή του Διοικητικού τους Συμβουλίου των Καθ' ών η Αίτηση 1 και/ή 2 τα οποία ενέκριναν την έκδοση των μερισμάτων για τα έτη 2013 και μέχρι την έκδοση απόφασης και/ή τον τρόπο πληρωμής των μερισμάτων και/ή πληροφορίες αναφορικά με τα πρόσωπα στα οποία πληρώθηκαν τα μερίσματα τα οποία εκδόθηκαν και/ή που βρίσκεται η αναλογία μεριδίου που θα έπρεπε να καταβληθεί στην Ενάγουσα. Θ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Καθ' ών η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 όπως παρουσιάσουν και παραδώσουν αντίγραφα στους δικηγόρους της Αιτήριας, όλων των εγγράφων, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή και/ή φύλαξη τους και/ή τα οποία μπορούν να ανευρεθούν με εύλογες προσπάθειες από τους Εναγόμενους, αναφορικά με τα αιτούμενα Διατάγματα υπό το αιτητικό Ζ(α)-(ζ) ανωτέρω. I. Επικουρικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο θα επιτρέπει τη χρήση των εγγράφων και των πληροφοριών τα οποία θα αποκαλυφθούν από τους Εναγόμενους με βάση τα αιτούμενα Διατάγματα υπό τα αιτητικά Η(α)-(ζ) και Θ ανωτέρω; στα πλαίσια της παρούσας αγωγής είτε σε οποιαδήποτε Δικαστική ή άλλη διαδικασία εναντίον όλων των Εναγομένων και/ή άλλων προσώπων, είτε εντός είτε εκτός της δικαιοδοσίας τους Δικαστηρίου.» Η επίδικη αίτηση στηρίζεται στους εξής Νόμους: περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 και περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 (με ειδική αναφορά στα άρθρα των δύο νόμων αυτών), περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και κανονισμούς, περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, στις Διαταγές 1, 28, 39, 40, 47, 48, 57 και 64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (με ειδική αναφορά στους θεσμούς των Διαταγών αυτών), στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, στις αρχές που διέπουν την αποκάλυψη και προσαγωγή εγγράφων και πληροφοριών ως αυτές αναγνωρίστηκαν στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others vs Commissioner of Customs and Excise [1973] 2 All ER 943, στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Mareva», στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τη συνοδεύει, δε, πυκνογραμμένη, αποτελούμενη από 33 σελίδες, ένορκη δήλωση - την οποία συνοδεύουν 30 έγγραφα/τεκμήρια - του XXXXX Χατζηγεωργίου, διευθυντή και μετόχου της ενάγουσας (στο εξής «ο Χατζηγεωργίου»), στην οποία, συνοπτικά, αναφέρει τα εξής: Εκ μέρους των εναγομένων 1 και 3, αλλά και της ελληνικής εταιρείας Ραμπίλλιον Ενεργειακή ΑΕ (στο εξής «η Ραμπίλλιον») ενεργούσε ο εναγόμενος 4, με τον οποίο, για λογαριασμό της ενάγουσας, συνομιλούσε ο Χατζηγεωργίου. Η ενάγουσα, στη βάση παραστάσεων του εναγόμενου 4, ζήτησε και έλαβε τρεις προσφορές της Ραμπίλλιον για κατασκευή και εγκατάσταση τριών φωτοβολταϊκών πάρκων σε ακίνητή της (της ενάγουσας) περιουσία στο χωριό Γιόλου στην επαρχία Πάφου έναντι συγκεκριμένου τιμήματος και συγκεκριμένου τρόπου πληρωμής του, τις οποίες η ενάγουσα κατακύρωσε[3]. Μεσούσης της διαδικασίας αυτής και της επικείμενης συνεργασίας της ενάγουσας με την Ραμπίλλιον, ο εναγόμενος 4 πρότεινε στον Χατζηγεωργίου όπως η ενάγουσα επενδύσει, δια συμμετοχής της στο μετοχικό κεφάλαιο της κυπριακής εταιρείας εναγόμενης 1[4], η οποία θα καθίστατο, με την σειρά της, μέτοχος στην Ελληνική εταιρεία Θυμοΐτης Ενεργειακή-Κ.Γεωργιάδης & Σια Ε.Ε. (στο εξής «η Θυμοΐτης»), η οποία είναι δικαιούχος φωτοβολταϊκών σταθμών και πάρκων στην Ελλάδα, με συγκεκριμένα, εγγυημένα, κέρδη από μια τέτοια επένδυση. Σημειώνεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως ο Χατζηγεωργίου αναφέρει, η εναγόμενη 3 εμπορευόταν υπό την επωνυμία Neon Energy, επωνυμία την οποία χρησιμοποιούσε και ο όμιλος εταιρειών, στον οποίον φαίνεται να ανήκαν οι εναγόμενες 1 και 3 και η Ραμπίλλιον. Στη βάση των ανωτέρω, και ειδικότερα των παραστάσεων του εναγόμενου 4 περί εγγυημένων κερδών από την επένδυση, η ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία με την εναγόμενη 1 και την εναγόμενη 3 για αγορά από τη τελευταία συγκεκριμένου μεριδίου των μετοχών της πρώτης έναντι συγκεκριμένου χρηματικού ποσού. Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4 γνώριζαν ότι η ενάγουσα είχε δανειοδοτηθεί από τραπεζικό ίδρυμα για καταβολή του κόστους κατασκευής και εγκατάστασης των φωτοβολταϊκών πάρκων που θα κατασκεύαζε η Ραμπίλλιον στην Παφο, οι οποίοι την διαβεβαίωσαν ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για την αγορά, από την εναγόμενη 3, των μετοχών της εναγόμενης 1 και θα μπορούσε να αποπληρώσει τις οφειλές της προς την Ραμπίλλιον σε μεταγενέστερο χρόνο. Σε ότι αφορά στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία, δεν καθίσταται αναγκαίο να καταγραφούν με λεπτομέρεια οι ισχυρισμοί του Χατζηγεωργίου ως προς, (α) τα ακριβή κέρδη που θα είχε η ενάγουσα από την αγορά του συγκεκριμένου μεριδίου των μετοχών της εναγόμενης 1, και (β) τις διαφωνίες των μερών ως προς το συμφωνηθέν κόστος κατασκευής και εγκατάστασης των φωτοβολταϊκών πάρκων στη Πάφο και την όποια, εκκρεμούσα, σχετική οφειλή της ενάγουσας. Ως προς το (α), αρκεί να σημειωθεί ότι, στη βάση των σχετικών αναφορών του Χατζηγεωργίου, όντως, η εναγόμενη 1 κατέστη μέτοχος της Θυμοΐτης και όντως, ως τέτοια, άντλησε και αντλεί κέρδη από την εκμετάλλευση και λειτουργία φωτοβολταϊκών σταθμών και/ή πάρκων στην Ελλάδα, από τα οποία θα πρέπει, μέρος (στη βάση του ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει) να αποδίδει, υπό μορφή μερίσματος, στη ενάγουσα. Ως προς το (β), η ενάγουσα, για τους λόγους που αναφέρει ο Χατζηγεωργίου, θεωρεί ότι το πραγματικό κόστος των πάρκων προκύπτει από τις σχετικές αναφορές, (
  1. i)των κατακυρωθεισών από αυτήν προσφορών της Ραμπίλλιον και (
  2. ii)κάποιων επιστολών που ακολούθησαν, χρονικά, της υπογραφής των σχετικών συμφωνιών της με την Ραμπίλλιον, προβάλλοντας τη θέση ότι, το κατά πολύ αυξημένο κόστος που αναφέρεται στις σχετικές συμφωνίες δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό, συμφωνηθέν μεταξύ των μερών, κόστος τους, έναντι του οποίου, εν πάση περιπτώσει, έχει ήδη καταβάλει συγκεκριμένα ποσά. Επανερχόμενος στην ουσία της διαφοράς των μερών ως προς τα μερίσματα που δικαιούται η ενάγουσα ως μέτοχος της εναγόμενης 1, η θέση του Χατζηγεωργίου είναι ότι, μολονότι τελευταία λαμβάνει τα κέρδη της ως μέτοχος της Θυμοΐτης, εντούτοις, με εξαίρεση κάποια μερίσματα που δόθηκαν στα αρχικά στάδια της συνεργασίας των μερών, δεν αποδίδονται στην ενάγουσα τα κέρδη που της αναλογούν. Ως προς τους λόγους που η εναγόμενη 1 δεν καταβάλλει στην ενάγουσα τα μερίσματα που της αναλογούν, ο Χατζηγεωργίου, με παραπομπή σε σχετικές επιστολές της εναγόμενης 1 και/ή των συνηγόρων της, αλλά και αναφορές προσώπου που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Ραμπίλλιον σε δικαστική διαδικασία στην Ελλάδα (σχετικά τεκμήρια επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Χατζηγεωργίου), αναφέρει ότι οι εναγόμενες 1 και 3, αλλά και η εταιρεία Green Capital Ltd από τα Cayman Islands[5] (στο εξής «η Green Captital»), επικαλούμενες, δήθεν, οφειλές της ενάγουσας προς την Ραμπίλλιον σε σχέση με τα τρία φωτοβολταϊκά πάρκα στη Πάφο, αρνούνται να της καταβάλουν τα κέρδη της από την επένδυση της στην εναγόμενη 1, τα οποία, ετσιθελικά, κατακρατούν και δήθεν λογίζονται έναντι της κατ' ισχυρισμό οφειλής της. Είναι η συναφής, βασική, θέση του Χατζηγεωργίου ότι, ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι εταιρείες αυτές ανήκουν σε κοινό όμιλο εταιρειών, πρόκειται για εντελώς διαφορετικά, μεταξύ τους, νομικά πρόσωπα, οι σχέσεις των οποίων με την ενάγουσα διέπονται από ανεξάρτητες συμβάσεις, για διαφορετικές, μεταξύ τους, επενδύσεις της τελευταίας. Είναι η, επί τούτου, θέση του Χατζηγεωργίου ότι, οι εναγόμενες 1 και 3 δεν νομιμοποιούνται να μην αποδίδουν στην ενάγουσα τα οφέλη της επένδυσης της στην πρώτη και ότι, η όποια ενδεχομένως διαφορά της Ραμπίλλιον με την ενάγουσα σε σχέση με το κόστος των φωτοβολταϊκών πάρκων στη Παφο θα πρέπει να αποφασιστεί από τα αρμόδια ελληνικά Δικαστήρια[6] στη βάση των προνοιών των μεταξύ τους συμφωνιών[7]. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό ότι, στη βάση πάντα των όσων αναφέρει ο Χατζηγεωργίου, αρχικά, και παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα κατέβαλε το απαιτούμενο αντίτιμο, δεν της μεταβιβάστηκαν όλες οι μετοχές που δικαιούτο στην εναγόμενη 1, και κατόπιν σχετικών παραστάσεων της, ενημερώθηκε, σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι της παραχωρήθηκαν, για σκοπούς συμπλήρωσης όλου του πακέτου μετοχών που της αναλογούσαν, και μετοχές στην εναγόμενη 2, κυπριακή εταιρεία, η οποία είναι μέτοχος στην ελληνική εταιρεία Φωτενέργεια Μάνδρας Δύο Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (στο εξής «η Φωτενέργεια»), η οποία, Φωτενέργεια, είναι, και αυτή, δικαιούχος φωτοβολταϊκού πάρκου στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να δικαιούται μερίσματα και από την εναγόμενη 2, τα οποία, επίσης, δεν τις καταβάλλονται. Επανερχόμενος στην ουσία της διαφοράς, στη βάση υπολογισμών της ενάγουσας, ως αυτοί, με λεπτομέρεια, καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Χατζηγεωργίου, οι εναγόμενες 1, 2 και 3, αλλά και ο εναγόμενος 4 (ως πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, αλλά και για λογαριασμό δύο άλλων φυσικών προσώπων (κατονομάζονται))[8], παράνομα και εντελώς αδικαιολόγητα δεν έχουν αποδώσει στην ενάγουσα μερίσματα συνολικού ύψους €156.402,21, ποσό το οποίο αφορά στην διαφορά μεταξύ του ποσού που θα έπρεπε να της αποδοθεί ως όφελος από την επένδυση της στις εναγόμενες 1 και 2 μέχρι και τον Ιούνιο του 2021 (€181,614,60) και του ποσού που της καταβλήθηκε, στα αρχικά στάδια (€25.212,39). Σε σχέση με τους κατά καιρούς ισχυρισμούς των εναγομένων, δια των οποίων αμφισβητούν την ορθότητα των υπολογισμών της ενάγουσας ως προς το ύψος των μερισμάτων που θα έπρεπε να λάβει από την επένδυση της στις εναγόμενες 1 και 2, ο Χατζηγεωργίου ισχυρίζεται ότι οι παραστάσεις του εναγόμενου 4 προς τον ίδιο, αλλά και οι όροι της μεταξύ της ίδιας και της εναγόμενης 1, συναφούς, συμφωνίας είναι ξεκάθαρες/οι και προσδιοριστικές/οι των εγγυημένων κερδών της ενάγουσας από την εν λόγω επένδυση, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να κωλύονται να προβάλουν δικαιολογίες για απόδοση μειωμένων κερδών. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό ότι, στη βάση του περιεχομένου τεκμηρίου 8 της ένορκης δήλωσης Χατζηγεωργίου, περί τον Νοέμβριο 2015 η Green Capital και η εναγόμενη 3, μέσω επιστολής τους, ενημέρωσαν την ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ότι η Ραμπίλλιον έχει εκχωρήσει τα δικαιώματα της επί των συμφωνιών για την κατασκευή και εγκατάσταση των τριών φωτοβολταϊκών πάρκων στην Πάφο στην πρώτη και ότι δόθηκαν οδηγίες στις εναγόμενες 1 και 2 να μην αποδίδουν πλέον μερίσματα στην ενάγουσα μέχρι την αποπληρωμή των οφειλών της σε σχέση με την κατασκευή, εγκατάσταση και συντήρηση των πάρκων στην Πάφο. Επανερχόμενος στα όσα συναφή με την απαίτηση της Green Capital αναφέρει ο Χατζηγεωργίου, η Green Capital, ως, δήθεν, εκδοχέας της Ραμπίλλιον, καταχώρησε στα Ελληνικά Δικαστήρια διαδικασίες, μέσω των οποίων εξασφάλισε τέσσερις διαταγές πληρωμής εναντίον της ενάγουσας, τρεις εκ των οποίων, κατόπιν διαδικασιών ανακοπής που καταχώρησε η τελευταία, ακυρώθηκαν λόγω έλλειψης αιτίας. Ως προς την τέταρτη διαταγή πληρωμής, κατά τον χρόνο ετοιμασίας της ενόρκου δηλώσεως του Χατζηγεωργίου, η σχετική διαδικασία ανακοπής δεν είχε ακόμα εκδικαστεί. Είναι η περαιτέρω θέση της ενάγουσας, ως αυτή προκύπτει από τα όσα σχετικά αναφέρει ο Χατζηγεωργίου, ότι «καταβάλλονται προσπάθειες αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των ελληνικών εταιρειών ΘΥΜΟΪΤΗΣ και ΦΩΤΕΝΕΡΓΕΙΑ, γεγονός που επηρεάζει τα συμφέροντα» των εναγομένων 1 και 2 και κατ' επέκταση και της ενάγουσας. Σχετικά αναφέρει ότι, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, περί το 2018 και 2019, διενεργήθηκε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου των πιο πάνω ελληνικών εταιρειών και αποδόθηκαν συγκεκριμένα κεφάλαια στους μετόχους τους, με την εναγόμενη 1 να φέρεται να έχει λάβει, ως παρεπόμενο της μείωσης, το συνολικό ποσό των €469.861,85, ως ο κυρίως μέτοχος της Θυμοΐτης και την εναγόμενη 2, το ποσό των €378.332,51, ως ο κυρίως μέτοχος της Φωτενέργεια. Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα έχει υποβάλει καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον των όλων των εναγομένων και των δυο φυσικών προσώπων, που κατονομάζονται, και αποτελεί θέση της ότι «πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, της απάτης, της συνωμοσίας για καταδολίευση και της κλοπής από αξιωματούχους ή διευθυντές ή κλοπής από αντιπρόσωπο». Τέλος, είναι η θέση του Χατζηγεωργίου ότι, οι εναγόμενες 1 και 2, με τη συνδρομή των λοιπών εναγόμενων και των δύο άλλων προσώπων που παρουσιάζονται ως τελικοί δικαιούχοι όλων των εμπλεκόμενων εταιρειών, δεν συγκαλούν, ως οφείλουν, συνελεύσεις μετόχων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα, ως μέτοχός τους, να μην λαμβάνει μέρος στην λήψη αποφάσεων που τις αφορά. Είναι, δε, η συναφής θέση του ότι, η απόφαση των εναγόμενων 1 και 2 να μην αποδίδουν στην ενάγουσα μερίσματα, ενόψει του ότι δεν λήφθηκε στα πλαίσια τέτοια συνέλευσης, αλλά κατόπιν ενεργειών μη εξουσιοδοτημένων προσώπων, είναι παράνομη. Θέτοντας ως θεμέλιο τα πιο πάνω, ο Χατζηγεωργίου, για λογαριασμό της ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν όλα τα αιτούμενα διατάγματα, καθότι πληρούνται, ως είναι η θέση του, οι από του νόμου και τη νομολογία προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα μη αποξένωσης περιουσίας ή μη μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου των εναγομένων 1 και 2 και γενικότερα τα διατάγματα που σκοπό έχουν να διατηρηθεί κεφάλαιο και αξία στις εταιρείες αυτές, η ενάγουσα, αν και εφόσον επιτύχει η παρούσα αγωγή της, θα αδυνατεί να εκτελέσει την υπέρ της απόφαση, ενώ αναφορικά με την αναγκαιότητα έκδοσης των διαταγμάτων για αποκάλυψη πληροφοριών και εγγράφων, αναφέρει ότι αυτά είναι αναγκαία ώστε να «καταστεί δυνατό να εξεταστεί η πραγματική κατάσταση των κυπριακών εταιρειών αλλά και των ελληνικών εταιρειών και να εντοπιστούν αν υπήρξαν άλλες παραβιάσεις ή άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται». Η ένσταση Οι Εναγόμενοι, αφού τους επιδόθηκε η επίδικη αίτηση, καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ενστάσεως (στο εξής «η ένσταση») προβάλλοντας ως λόγους ένστασης, επί του κυρίως σώματός της, τους ακόλουθους: « 1. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή κατά νόμο και ουσία αβάσιμη. 2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου 14/1960, ώστε να αιτιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τα οποία σε κάθε περίπτωση εκδίδονται από τα Δικαστήρια με μεγάλη φειδώ. Δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και/ή αιτία αγωγής. Πολύ περισσότερο δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση και/ή αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 4 στα πλαίσια της οποίας να μπορούν να εκδοθούν οποιαδήποτε διατάγματα. Δεν υπάρχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής και/ή ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα/Αιτήτρια θεραπεία. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του Ν. 14/60, ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν προσκόμισε καθόλου και/ή ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση είναι ·, αφερέγγυοι και ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής δεν θα μπορέσει να εισπράξει το λαβείν Λ την από τους Εναγόμενους /Καθ' ων η Αίτηση. 3. Με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο όπως εκδοθούν τα εν λόγω διατάγματα. Έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει σοβαρή και/ή ανεπανόρθωτη βλάβη σε βάρος των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, θα επηρεάσει την επιχειρηματική δραστηριότητα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση καθώς επίσης θα επηρεάσει τρίτα μέρη τα οποία δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. 4. Δεν συντρέχει η ύπαρξη του κατεπείγοντος και/ή η ύπαρξη ιδιαζουσών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση τέτοιας δραστικής φύσεως διαταγμάτων. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν προσκόμισε μαρτυρία για να αποδείξει πως υπάρχει οποιοσδήποτε πραγματικός και/ή επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων, ως όφειλε να πράξει. Οι λόγοι που προβάλλονται στην Ε/Δ που συνοδεύει την Αίτηση δεν αιτιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων. 5. Δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα αιτούμενα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και/ή τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ζημιά μεγαλύτερη και/ή μη ανατρέψιμη στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση καθώς επίσης και σε τρίτα άτομα τα οποία δεν είναι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία. 6. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση σε βαθμό που να μην αιτιολογείται η έγκριση οποιουδήποτε διατάγματος. Το πιο πάνω στοιχείο είναι ενδεικτικό της κακοπιστίας, κακοβουλίας και σκοπιμότητας που ενέχει η καταχώρηση της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής και της υπό κρίση αίτησης. 7. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα, εκδικητικά και με αλλότρια κίνητρα. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και ουσιαστικά ζητεί από το Δικαστήριο να καταστεί αρωγός ώστε να λάβει οικονομικό πλεονέκτημα και/ή να επωφεληθεί λαμβάνοντας μερίσματα από τα ισχυριζόμενα κέρδη που προκύπτουν δυνάμει του Ιδιωτικού Συμφωνητικού για την προσχώρηση σε ιδιωτική εταιρεία συμμετοχής σε έργο φωτοβολταϊκού συστήματος ημερ. 04/10/2012 ενώ η ίδια παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις οικονομικές της υποχρεώσεις και να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά που προκύπτουν από τις Συμφωνίες για Μελέτη και Κατασκευή μονάδας παραγωγής ενέργειας από φωτοβολταϊκά στοιχεία ημερ. 22/10/2012. Επικαλείται δε εντέχνως ότι η διαφορά των μερών που προκύπτει από τις Συμφωνίες για Μελέτη και Κατασκευή μονάδας παραγωγής ενέργειας από φωτοβολταϊκά στοιχεία ημερ. 22/10/2012 θα επιλυθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια και καλεί το Δικαστήριο ουσιαστικά να αγνοήσει τις δικές της υποχρεώσεις και να εκδώσει προς όφελος της διατάγματα στηριζόμενη δήθεν σε αδικοπραξίες που στηρίζονται στο Ιδιωτικό Συμφωνητικό για την προσχώρηση σε ιδιωτική εταιρεία συμμετοχής σε έργο φωτοβολταϊκού συστήματος ημερ. 04/10/2012. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια καλεί το Δικαστήριο να παραβλέψει τις οικονομικές υποχρεώσεις της και να παραβλέψει το γεγονός πως τα χρέη της Ενάγουσας/Αιτήτριας υπερτερούν έναντι των παρακρατημένων ποσών. Η κακοπιοτία της Ενάγουσας/Αιτήτριας φαίνεται και από το γεγονός πως αρνήθηκε να αποδεχθεί οποιαδήποτε από τις προτεινόμενες εισηγήσεις προς διευθέτηση της διαφοράς των μερών και τουναντίον ζητεί από το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει την παρούσα αίτηση αποσπασματικά και/ή αγνοώντας το γεγονός πως η ίδια δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις ως προκύπτουν από τις Συμφωνίες για Μελέτη και Κατασκευή μονάδας παραγωγής ενέργειας από φωτοβολταϊκά στοιχεία ημερ. 22/10/2012. 8. Η παρούσα αγωγή και αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή ενοχλητική και/ή έχει εγερθεί έχοντας αλλότριο σκοπό, με σκοπό την άσκηση πίεσης στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση και την προσπόριση οικονομικού οφέλους ενώ η ίδια παραλείπει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της. 9. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν προέβη σε πλήρη και ακριβή αποκάλυψη (full and frank disclosure), αφού παρουσίασε τα γεγονότα διαστρεβλωμένα και παραπλανητικά. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια προσπαθεί να παραπληροφορήσει και/ή να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο, προβάλλοντας ψευδείς και/ή αβάσιμους και/ή αναληθείς ισχυρισμούς, διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα με παραπλανητικό τρόπο, για να επιτύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζοντας την υποχρέωση για ειλικρινή αποκάλυψη. Συνδυαστικά με όλα τα πιο πάνω: 10. Το Αιτητικό Α είναι γενικό και/ή αόριστο και δεν δύναται να εκδοθεί. Περαιτέρω επηρεάζει δραστικά την επιχειρηματική δραστηριότητα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση πράγμα ανεπίτρεπτο και/ή επεμβαίνει δραστικά στον τρόπο λειτουργίας και διεκπεραίωσης των δραστηριοτήτων τους. 11. Δεν πληρούνται οι δια νόμου προϋποθέσεις για την έκδοση του Αιτητικού Β για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση το ποσό του οποίου εξαιτείται η παγοποίηση δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά ποσά που αντιστοιχούν στα μερίσματα τα οποία δικαιούται η Ενάγουσα/Αιτήτρια και τα οποία κατακρατούνται έναντι των οφειλών της για την κατασκευή και συντήρηση των πάρκων. Η απόδοση των μερισμάτων εξαρτάται από τις εκάστοτε φορολογικές αλλαγές και δεν πρόκειται για εγγυημένα ποσά ως ψευδώς και παραπλανητικά αναφέρεται στην Ε/Δ που συνοδεύει την Αίτηση. Εν τη προκειμένη περίπτωση τα κέρδη έχουν μειωθεί λόγω εξωγενών παραγόντων όπως η αλλαγή φορολογίας και η επιβολή έκτακτης εισφοράς φόρου αμύνης από το Ελληνικό Κράτος. Συνεπώς το ποσό που ζητά η Ενάγουσα/Αιτήτρια όπως παγοποιηθεί δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά ποσά. 12. Τα Αιτητικά Γ και Δ δεν δύναται να εκδοθούν διότι επεμβαίνουν με δραστικό τρόπο στην επιχειρηματική δραστηριότητα και/ή στη λήψη αποφάσεων για τη λειτουργία των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1-3 με τρόπο που τυχόν έκδοση τους θα επηρεάσει εκ βέβαιου τις συναλλαγές τους με τρίτα πρόσωπα και/ή επενδυτές. Δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας και νομολογίας, τα Δικαστήρια ασκούν με εξαιρετική φειδώ την διακριτική τους εξουσία για έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων, αφού πρέπει να ικανοποιούνται όχι μόνο οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά περαιτέρω να αποδεικνύονται εξαίρετοι λόγοι που να αιτιολογούν την έκδοση τους, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει εν τη προκειμένη περίπτωση. Η επενδυτική δραστηριότητα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1-3 συνάδει απόλυτα με την επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιρειών και τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει με ανεπανόρθωτο τρόπο τη φύση και δραστηριότητα των εταιρειών. 13. Τα αιτούμενα διατάγματα στα Αιτητικά Γ και Δ καταστρατηγούν το Άρθρο 26 του Συντάγματος και/ή τον Περί Συμβάσεως Νόμο (Κεφ. 149), αφού τυχόν έκδοση τους θα περιορίσει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» με τρίτα πρόσωπα και/ή επενδυτές, κάτι το οποίο επηρεάζει τη φύση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Εν τη προκειμένη περίπτωση δεν αιτιολογείται με οιονδήποτε τρόπο ο περιορισμός του πιο πάνω δικαιώματος. 14. Το αιτούμενο διάταγμα στο Αιτητικά Ε είναι γενικό και αόριστο. Περαιτέρω, επεμβαίνει : .αστικά στον τρόπο λειτουργίας των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση. 15. Τα Αιτητικά ΣΤ και Ζ δεν μπορούν να επιτύχουν αφού είναι γενικά και/ή αόριστα και/ή περαιτέρω αφορούν μελλοντικά ενδεχόμενα μερίσματα από τυχόν κέρδη. 16. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal και/ή δεν έχουν δοθεί επαρκείς δικαιολογίες για να αιτιολογούν την έκδοση τέτοιων δραστικών διαταγμάτων, τα οποία ως είναι καλά γνωστό εκδίδονται με φειδώ και/ή σε σπάνιες περιπτώσεις. Η αιτούμενη έκδοση τους αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας (fishing information) και/ή στην εκμαίευση μαρτυρίας και/ή πληροφοριών που δεν δύναται να δοθεί σε αυτό το στάδιο. Η Αίτηση δεν πληροί τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις και/ή τα νομολογιακά καθορισθέντα κριτήρια, για την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων Αποκάλυψης. Η πληροφόρηση που αναζητείται και επιδιώκεται με τα Διατάγματα, δεν αποσκοπεί στο να πληρωθούν κενά στα γεγονότα ή στην αποκάλυψη ελλείποντος μέρους από J την όλη υπόθεση ή του υπολειπόμενου κομματιού του παζλ («missing piece of the jigsaw»), αφού ως επιμαρτυρείται από το σώμα της Ε/Δ που συνοδεύει την Αίτηση τα στοιχεία που επιζητεί η Ενάγουσα/Αιτήτρια της έχουν ήδη γνωστοποιηθεί. Σε κάθε περίπτωση οι πληροφορίες που ζητά η Ενάγουσα/Αιτήτρια βρίσκονται δημοσιευμένες και κοινοποιημένες στην σελίδα του Εφόρου Εταιρειών.» Την ένσταση συνοδεύει πυκνογραμμένη, αποτελούμενη από 20 σελίδες, ένορκη δήλωση - την οποία συνοδεύουν 34 έγγραφα/τεκμήρια - του εναγόμενου 4, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, μεταξύ άλλων, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Στα πλαίσια της εν λόγω ένορκης δήλωσης, ο εναγόμενος 4 αποδέχεται τον βασικό ισχυρισμό της ενάγουσας που θέλει την τελευταία να μην λαμβάνει μερίσματα από την επένδυσή της στις εναγόμενες 1 και 2, πλην όμως, για τους λόγους που εκεί αναφέρει, υποστηρίζει ότι τα μη καταβληθέντα προς αυτή μερίσματα ανέρχονται σε ένα ποσό περί τις €97.000 και όχι στο ποσό που ισχυρίζεται η ενάγουσα (περί τις €156.000). Κατά μία σχετική εκδοχή του εναγόμενου 4, η κατακράτηση των εν λόγω μερισμάτων, χωρίς επί τούτου να έχει συμφωνήσει η ενάγουσα[9], γίνεται ως η μόνη λογική και δυνατή λύση για εξόφληση των οφειλών της τελευταίας προς την εναγόμενη 3[10] για την κατασκευή, εγκατάσταση και συντήρηση των φωτοβολταϊκών πάρκων στην Πάφο. Κατά την άλλη σχετική εκδοχή του, η κατακράτηση των μερισμάτων γίνεται σε συνεννόηση με την ενάγουσα και με σκοπό να επωφεληθεί η τελευταία ώστε να καταστεί δυνατή η εξόφληση των οφειλών της προς την εναγόμενη 3 για τα πάρκα. Κρίνεται επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι, στη βάση των όσων ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση, η θέση της ενάγουσας ότι οι συμφωνίες κατασκευής των πάρκων στην Πάφο είναι εντελώς άσχετες και διάφορες από τις συμφωνίες επένδυσής της στις εναγόμενες 1 και 2 είναι λανθασμένη, καθότι πρόκειται για συμφωνίες οι οποίες έγιναν μεταξύ της ενάγουσας και εταιρειών του ιδίου ομίλου και στα πλαίσια μιας γενικής συμβατικής σχέσης των μερών, με αποτέλεσμα οι συμφωνίες αυτές να είναι άρρηκτα συνυφασμένες μεταξύ τους και να πρέπει να αντικρίζονται ως μια συνολική συμβατική σχέση των μερών. Για σκοπούς εξέτασης της επίδικης αίτησης δεν καθίσταται επάναγκες να γίνει λεπτομερής αναφορά στα όσα ο εναγόμενος 4 αναφέρει σε σχέση με, (α) το τρόπο που κατέληξαν στο ακριβές κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο από την ενάγουσα ποσό για τα φωτοβολταϊκά πάρκα της Πάφου, και (β) το ύψος των μη καταβληθέντων σ' αυτήν μερισμάτων για την επένδυση της στις εναγόμενες 1 και 2. Περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι, κατά τους εναγόμενους, ως προς το (α), οι οφειλές της για την κατασκευή, εγκατάσταση και συντήρηση των φωτοβολταϊκών πάρκων στην Πάφο (πριν την αφαίρεση του ποσού των κατακρατηθέντων μερισμάτων) ανερχόταν στον ποσό των €159.976, 23, ενώ, ως προς το (β), το ύψος των μη αποδοθέντων στην ενάγουσα μερισμάτων, μέχρι και την ετοιμασία της ένστασης, ανέρχεται στο ποσό των €97.870,37. Προβάλλεται, δε, και ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα, πέραν της οφειλής της σε σχέση με τα πάρκα, οφείλει προς την Εναγόμενη 3 και ένα ποσό της τάξης των €10.000 υπό μορφή δικηγορικών εξόδων. Ούτε καθίσταται ανάγκη να καταγράψω με λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 4 αναφορικά με τις ελληνικές δικαστικές διαδικασίες σε σχέση με τις διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν εναντίον της ενάγουσας και τους λόγους που τούτες ακυρώθηκαν κατόπιν των διαδικασιών ανακοπής που καταχώρησε η τελευταία. Αξίζει απλά να σημειώσω ότι, κατά τον εναγόμενο 4, οι εναγόμενοι θεωρούν τις ακυρωτικές αποφάσεις των ελληνικών Δικαστηρίων λανθασμένες και επί τούτου έχουν δώσει οδηγίες στους συνηγόρους τους για να καταχωρήσουν έφεση. Ως προς τα αιτούμενα διατάγματα, είναι η θέση των εναγομένων ότι δεν δικαιολογείται η έκδοσή τους καθότι καμιά εκ των αναγκαίων προϋποθέσεων δεν πληρούται. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960(στο εξής «το άρθρο 32») είναι η θέση των εναγομένων ότι δεν αποδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση και ότι αυτό είναι πιο έκδηλο σε σχέση με τον εναγόμενο 4, εναντίον του οποίου, ως διατείνονται, δεν προκύπτει οποιοδήποτε σοβαρό θέμα προς συζήτηση. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 , είναι η θέση των εναγομένων ότι αυτή δεν πληρούται, καθότι, από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο μέσω της αίτησης, άλλα, πολύ περισσότερο, μέσω των αναντίλεκτων (εν όψει μη αντεξέτασης) ισχυρισμών του εναγόμενου 4, καταδεικνύεται το εντελώς ανεδαφικό των ισχυρισμών της ενάγουσας, καθώς επίσης και ότι τα όσα η τελευταία ισχυρίζεται δεν αφορούν σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε δεύτερες σκέψεις με μόνο σκοπό να αποφύγει τις ευθύνες της σε σχέση με τις οφειλές της για τα φωτοβολταϊκά πάρκα της Πάφου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι καμιά απολύτως ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα υποστεί η ενάγουσα εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Προς τούτο υποστηρίζει ότι, καμιά μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς της που να καταδεικνύει ότι τυχόν απόφαση υπέρ της δεν θα ικανοποιηθεί, ούτε και ότι την παρούσα υπόθεση περιβάλλουν ειδικές περιστάσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για ικανοποίηση της προϋπόθεσης αυτής. Ως προς δε τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου των εταιρειών Θυμοΐτης και Φωτενέργεια, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν πρόκειται για ενέργεια αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, ως η ενάγουσα διατείνεται, αλλά για αναγκαία μείωση του μετοχικού κεφαλαίου δύο εταιρειών οι οποίες συνεχίζουν να λειτουργούν και να καταγράφουν κέρδη. Ισχυρίζονται, ακόμα, ότι, η μείωση αυτή δεν έχει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, επηρεάσει τις εναγόμενες 1 και 2, ως μετόχους τους. Είναι στη βάση όλων των πιο πάνω που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει ότι, πέραν των όποιων κρίσεών του επί των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32, δεν είναι, ούτε δίκαιο αλλά ούτε και εύλογο να εκδοθούν τα εν λόγω διατάγματα. Ένας άλλος λόγος που προβάλλουν οι εναγόμενοι, για τον οποίον, κατά τη θέση τους, δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, είναι και η καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της επίδικης αίτησης. Προς τούτο, ο εναγόμενος 4 παραπέμπει στην επιστολή που απεστάλη από την Green Capital και την εναγόμενη 3 προς την ενάγουσα κατά το Νοέμβριο 2015 (τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσης του Χατζηγεωργίου), στα πλαίσια της οποίας, μεταξύ άλλων, την ενημέρωσαν ότι δεν θα της καταβάλλονταν πλέον μερίσματα από τις εναγόμενες 1 και 2 μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής της σε σχέση με τα φωτοβολταϊκά πάρκα της Πάφου. Κατά συνέπεια, κατά τους εναγόμενους, η ενάγουσα, έκτοτε, γνωρίζει περί της μη καταβολής των μερισμάτων σε σχέση με την επένδυσή της στις εναγόμενες 1 και 2 και ότι αυτή (η μη καταβολή) γίνεται λόγω των οφειλών της σε σχέση με τα πάρκα της Πάφου, και παρά ταύτα, η αγωγή καταχωρήθηκε μόλις το 2019, ενώ η επίδικη αίτηση, μόλις το 2021. Ο εναγόμενος 4, συναφώς, ισχυρίζεται ότι τίποτα σημαντικό δεν έχει λάβει χώρα στο μεταξύ που να δικαιολογεί την προώθηση της επίδικης αίτησης σε τόσο καθυστερημένο στάδιο. Ως προς δε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι δεν ενημερωνόταν αναφορικά με τους ελεγμένους λογαριασμούς των εναγομένων 1 και 2, ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι οι λογαριασμοί αυτοί κατατίθενται στον Έφορο Εταιρειών και είναι προσβάσιμοι από την ενάγουσα. Ισχυρίζεται, ακόμα, ότι, όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία τα οποία ήταν αναγκαία για να επιδιωχθεί η εξασφάλιση των αιτούμενων προσωρινών θεραπειών ήταν γνωστά στην ενάγουσα και/ή μπορούσαν να γίνουν γνωστά σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Ακροαματική διαδικασία Οι συνήγοροι των μερών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας, έκαστος, το περιεχόμενο της αγόρευσής του. Επίσης, κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την επίδικη αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε, ούτε και καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από οποιανδήποτε πλευρά. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ή και τα δύο μαζί αν αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διαφορετικά θα απορρίψει την αίτηση. Προς τούτο, απαιτείται η στάθμιση του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, την οποία τυχόν να υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά συνεπεία της ενδιάμεσης αυτής απόφασής του, και, ακολούθως, η επιλογή της ολιγότερο επιβλαβούς πορείας, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 και Films Rover v. Cannon Film Sales [1986] 3 All ER 772, σελ. 780 και 781). Ως προς τη σημασία της τυχόν καθυστέρησης από πλευράς του ενάγοντα να αποταθεί στην δικαιοσύνη για να επιδιώξει την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέριση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. (Βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co. of U.S.A.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791. Βλ. και Copinger and Skone James (πιο πάνω) παραγ. 633 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 360-61, Kerly's Law on Trade Marks and Trade Names, 12η έκδοση, παραγ. 15-68 και John Drysdale & Michael Silverleaf "Passing off Law and Practice", 2α έκδοση, παραγ. 6-16)». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η έννοια της πιθανότητας, ως αναφέρθηκε, εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Το ζήτημα όμως δε τελειώνει εδώ. Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε, πρόσφατα, στην Lariena Investments Ltd v. RFI Consortium, Πολ. Εφ. Ε164/2019 (απόφαση ημερομηνίας 22.01.2021), «Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Όπως τέθηκε στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 , που παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του και τον κίνδυνο που ενέχεται από την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται με την κατοχή των επιδίκων μετοχών. Μεταξύ αυτών είναι και ο κίνδυνος παράνομης επέμβασης στις δραστηριότητες της NWCC και της αποξένωση των μετοχών αυτής.»» Ως προς δε την πιθανότητα αποξένωσης περιουσίας από πλευράς του εναγόμενου, στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 αναφέρθηκε ότι «δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δέστε τις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ (ανωτέρω), Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Διαταγή 48, θεσμός 4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520, σελ. 527). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης, και τούτο στα πλαίσια της ρηθείσας εκδίκασης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων (ανωτέρω), Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Όσον τώρα αφορά στα διατάγματα αποκάλυψης, στην Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued». Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο πιο πάνω, σχετικό με αυτήν, νομικό πλαίσιο. Εξ αρχής σημειώνω ότι η θέση των εναγομένων ότι η ενάγουσα δεν έχει ικανοποιήσει, με το δικόγραφό της έκθεσης απαίτησης και την προσκομισθείσα από πλευράς της μαρτυρία, τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, ως υποδείχθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της σχετικής, με αυτή, νομολογίας, το Δικαστήριο αποφασίζει επί τούτης στη βάση του περιεχομένου του δικογράφου. Μια ανάγνωση και μόνο των σχετικών δικογράφων καταδεικνύει με κάθε σαφήνεια ότι, τα όσα η ενάγουσα εκεί ισχυρίζεται, αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση εναντίον όλων των εναγομένων, στου οποίους αποδίδει συγκεκριμένες ενέργειες και παραλήψεις που απολήγουν στην μη απόδοση στην ίδια συμφωνηθέντων μερισμάτων που της αναλογούν στη βάση της επένδυσής της στις εναγόμενες 1 και 2 καθώς επίσης και μη σύγκληση των συνελεύσεων των μετόχων των εν λόγω εταιρειών των οποίων είναι μέτοχος. Η δε αναφορά των εναγομένων ότι, ειδικά, για τον εναγόμενο 4 δεν πληρούται η συγκεκριμένη προϋπόθεση, καταδεικνύει ακριβώς και τη δική τους πεποίθηση ότι, τουλάχιστον για τους εναγόμενους 1, 2 και 3 και αυτοί αποδέχονται ότι τούτη πληρούται. Ειδικότερα, τώρα, με τον εναγόμενο 4, σε συμφωνία με τη σχετική εισήγηση της συνηγόρου της ενάγουσας (βλέπε γραπτή αγόρευσή της), προκύπτει αβίαστα ότι αποδίδεται σε αυτόν, ως το φυσικό πρόσωπο/εκπρόσωπος και διευθυντής των λοιπών εναγομένων, παράβαση καθήκοντος, αμέλεια, δόλος και ψευδείς παραστάσεις για διάφορα θέματα. Όπως, (α) παράβαση του καθήκοντός του ως θεματοφύλακας της περιουσίας της ενάγουσας, αλλά και της περιουσίας των εναγομένων εταιρειών, εκ μέρους των οποίων ενεργούσε και ενεργεί, (β) παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχε και έχει έναντι της ενάγουσας ως πρόσωπο που επηρεάζεται από τις ενέργειες και παραλήψεις του (γ) παράβαση των καθηκόντων του ως διευθυντής των εναγομένων 1, 2 και 3, μεταξύ άλλων, και αναφορικά με την σύγκληση γενικών συνελεύσεων των μετόχων τους και την μη συμμόρφωσή τους με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και (δ) σε σχέση με τις ενέργειές του και την όποια ανάμιξή του στην απόφαση να κατακρατούνται και να μην καταβάλλονται τα μερίσματα από την επένδυσή της στις εναγόμενες 1 και 2. Κατά συνέπεια η πρώτη προϋπόθεση κρίνω ότι πληρούται. Όσο δε αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των εναγομένων ότι, εν όψει της μη αντεξέτασης του εναγόμενου 4, όλοι οι ισχυρισμοί του θα πρέπει να γίνουν αποδεκτοί και, στη βάση αυτής της θεώρησης, να κριθεί ότι η εκδοχή της ενάγουσας είναι πλασματική και/ή εν πάση περιπτώσει το αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεών της. Ας μην λησμονείται ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιεσδήποτε τελικές κρίσεις ως προς τη διαφορά των μερών, ούτε και προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των ενόρκως δηλούντων και ότι αντικρίζει τη μαρτυρία του αιτητή στην όψη της και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο τούτη χαρακτηρίζεται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, στο πλαίσιο, πάντα, της καθοδήγησης που παρέχεται από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε Πολιτική Έφεση Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, (ανωτέρω)). Δεν μου διαφεύγει το μέρος εκείνο της σχετικής νομολογίας που υποδεικνύει ότι, κάποιου είδους, έστω και περιορισμένη, αξιολόγηση δυνατό να πρέπει να διενεργείται. Μια τέτοια, ωστόσο, αξιολόγηση, δεν επιτρέπει τα όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, δηλαδή κατάληξη ως προς το ανεδαφικό ή μη της εκδοχής της ενάγουσας ή ως προς το αποδεκτό ή μη της αντίθετης εκδοχής των εναγομένων. Η επί του προκειμένω κρίση μου είναι ότι η ενάγουσα, στη βάση των όσων ισχυρίζεται μέσω της ένορκης δήλωσης Χατζηγεωργίου και των εκεί επισυναπτόμενων τεκμηρίων, έχει αποδείξει, στον απαραίτητο βαθμό ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας στην παρούσα αγωγή εναντίον και των τεσσάρων Εναγομένων, με αποτέλεσμα να κρίνω ότι και η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται. Συναφώς και προς επίρρωση τη μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου σημειώνω ότι, κατά την μία σχετική εκδοχή των ίδιων των εναγομένων, η μη καταβολή των μερισμάτων, τα οποία, καθ' ομολογία τους, δικαιούται η ενάγουσα (περί τα €97.000), γίνεται στη βάση μονομερούς ενέργειας τους, χωρίς τη συγκατάθεση της πρώτης. Αυτά, δε, καταβάλλονται σε πρόσωπο άλλο από το πρόσωπο που κατασκεύασε και εγκατέστησε τα φωτοβολταϊκά πάρκα (Ραμπίλλιον) και άλλο από τον παρουσιαζόμενο εκδοχέα του (Green Capital). Πιο συγκεκριμένα, αποδίδονται στην εναγόμενη 3, η οποία, συμβατικά, έναντι της ενάγουσας, είχε απλά αναλάβει τη συντήρηση, για το ετήσιο τίμημα των €1000, για έκαστο πάρκο (για την οποία συντήρηση, πάντα κατά τους εναγόμενους, η ενάγουσα οφείλει μόλις €7000) και όχι τη κατασκευή και εγκατάστασή τους, στις οποίες αφορά το μέγιστο μέρος της κατ' ισχυρισμό οφειλής της ενάγουσας για τα εν λόγω πάρκα. Αναφορικά τώρα με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, είμαι της γνώμης ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να ικανοποιήσει τούτη. Και εξηγώ. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, αυτή θα αφορά σε απόδοση θεραπείας αποζημιώσεων. Εξ ου και η ενάγουσα, τόσο στα πλαίσια της ενόρκου δηλώσεως του Χατζηγεωργίου, όσο και στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της, υποστηρίζει ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται, όχι γιατί δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση της απαίτησής της μέσω θεραπείας αποζημιώσεων, αλλά γιατί υπάρχει υπαρκτός κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας των εναγομένων 1 και 2, στις οποίες αφορούν όλα, ανεξαιρέτως, τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα[11]. Είναι η συναφή θέση της ενάγουσας ότι, συγκεκριμένα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο παρελθόν, αλλά και συμπεριφορά που επέδειξαν οι εναγόμενοι - καθώς επίσης και άλλα πρόσωπα τα οποία φέρονται να ελέγχουν τούτους - δικαιολογούν κρίση ότι ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 και 2 είναι υπαρκτός. Είναι σε αυτή τη βάση, και με γνώμονα τη σχετική επί του θέματος νομολογία, που η ενάγουσα υποστηρίζει ότι κατάφερε να αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Προς τούτο δε στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της, με ειδική αναφορά, στις σελίδες 21, 22 και 23, η ενάγουσα παραθέτει τέτοιες κατ' ισχυρισμό ενέργειες και παραλήψεις των εναγομένων - καθώς επίσης και άλλων προσώπων που φέρονται να τους ελέγχουν - ισχυριζόμενη ότι οι αναφορές αυτές αποδεικνύουν "στο μέτρο που απαιτείται" την ήδη διενεργηθείσα αποξένωση, αλλά και τον κίνδυνο περαιτέρω αποξένωσης περιουσίας, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης στο μέλλον. Με κάθε σεβασμό προς τη σχετική εισήγηση, αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Και αυτό γιατί, κάθε προβαλλόμενος από την ενάγουσα ισχυρισμός αποξένωσης, αφορά, αποκλειστικά, στα μερίσματα που δεν της αποδίδονται, και δη σε δική της περιουσία και όχι σε περιουσία των εναγομένων 1 και 2 στις οποίες αφορούν τα επιζητούμενα προσωρινά διατάγματα. Και οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται χωρίς να αμφισβητείται η συναφής θέση των εναγομένων ότι τα ρηθέντα μερίσματα καταβάλλονται στην εναγόμενη 3 προς εξόφληση της κατ' ισχυρισμό οφειλής της ενάγουσας προς αυτή, και δη σε ήδη διάδικο στη παρούσα αγωγή, εναντίον της οποίας επιζητούνται σχετικές τελικές θεραπείες, πλην όμως δεν επιζητούνται διατάγματα για προστασία της περιουσία της. Η μόνη αναφορά σε αποξένωση περιουσίας που δεν ανήκει στην ενάγουσα, αφορά στις μετοχές των Θυμοΐτης και Φωτενέργεια, οι οποίες μειώθηκαν, μείωση η οποία δεν έχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο συσχετιστεί με οποιονδήποτε κίνδυνο αποξένωσης περιουσίας των εναγομένων 1 και 2, στις οποίες, επαναλαμβάνω, αφορούν, αποκλειστικά, τα επιζητούμενα, ενδιάμεσα, προσωρινά, απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα. Συναφώς με τη μόλις πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου, σημειώνεται ότι, τουναντίον, στη βάση των όσων η ενάγουσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων 1 και 2 έχουν αυξηθεί ως αποτέλεσμα της μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου των Θυμοΐτης και Φωτενέργεια, μιας και οι πρώτες φέρονται να έχουν λάβει μεγάλα χρηματικά ποσά ως μέτοχοι των τελευταίων. Όσο δε αφορά αυτές καθ' αυτές τις Θυμοΐτης και Φωτενέργεια, η μείωση του μετοχικού τους κεφαλαίου, δεν συσχετίστηκε με όποια απώλεια στα κέρδη τους ή αδυναμία ή έστω περιορισμό της δυνατότητας τους να λειτουργούν κανονικά επικερδώς και να καταβάλλουν στις εναγόμενες 1 και 2, ως μετόχους των, τα κέρδη που τους αναλογούν και κατά συνέπεια δεν συσχετίστηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με ενδεχόμενη αδυναμία από πλευράς των τελευταίων να ικανοποιήσουν τυχόν εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Όσο δε αφορά στους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί συμπεριφοράς των εναγομένων και/ή άλλων φυσικών προσώπων, που φέρονται να τους ελέγχουν, περιορίζομαι απλά να υποδείξω ότι πρόκειται για ενέργειες και/ή φερόμενες ενέργειες, οι οποίες ήδη λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια της εξέτασης ως προς την πλήρωση ή μη της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, και αποτέλεσαν μέρος της βάσης για την οποία κρίθηκε ότι η εν λόγω προϋπόθεση ικανοποιήθηκε. Καμία τέτοια ενέργεια ή φερόμενη ενέργεια ή συμπεριφορά των προσώπων αυτών, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί του ότι ελλοχεύει κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 και 2, που εδώ είναι το ζητούμενο (βλ. Shishkarev v. Lanuria Limited Πολ. Εφ. Ε385/2016, απόφαση ημερομηνίας 07.06.2018)[12]. Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στο απόγειο της αποδεικτικής αξίας της μαρτυρίας της ενάγουσας, και στον βαθμό που αυτή υπέχει σημασίας σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, εκείνο που αποδίδεται στους εναγόμενους είναι η παράνομη κατακράτηση (μέχρι και την ημέρα καταχώρησης της επίδικης αίτησης) ενός ποσού περί τις €156.000, καθώς επίσης και η πρόθεση να συνεχίσουν να κατακρατούν, μελλοντικά, μερίσματα έως ότου εξοφληθεί η εναπομείνασα, κατ' ισχυρισμό, οφειλή της ενάγουσας προς τρίτους, η οποία, αναμενόμενη μελλοντική κατακράτηση καθορίζεται στα πλαίσια της ένστασης, ως ανερχόμενη στα €72.000 περίπου. Δηλαδή, αν ήθελε η ενάγουσα επιτύχει στην παρούσα αγωγή και ήθελε κριθεί ότι οποιαδήποτε ήδη διενεργηθείσα κατακράτηση, αλλά και οποιαδήποτε μελλοντική τέτοια, είναι παράνομες, και κατά συνέπεια οι εναγόμενες ή έστω κάποιες εξ αυτών θα πρέπει να διαταχθούν να αποζημιώσουν τούτη, τότε η σχετική διαταγή θα αφορά σε ένα ποσό περί τα €228.000 (€156000 + €72000), ποσό, το οποίο μπορεί, προφανώς, να ικανοποιηθεί μέσω της απόδοσης σχετικής θεραπείας αποζημιώσεων. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε που να θέλει τις εναγόμενες 1 και 2, ή οποιονδήποτε άλλον εναγόμενο να είναι αφερέγγυος ή να αδυνατεί να ικανοποιήσει μία τέτοια ενδεχόμενη εναντίον του απόφαση. Τουναντίον, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητούνται, οι εναγόμενοι φέρονται να είναι φερέγγυα πρόσωπα τα οποία δραστηριοποιούνται και ειδικότερα οι εναγόμενες 1, 2 και 3, να είναι κυπριακές εταιρείες οι οποίες λειτουργούν κανονικά και εξασφαλίζουν κέρδη και δεν επιδεικνύουν τάση αποξένωσης περιουσίας τους. Όσο δε αφορά συγκεκριμένα στις εναγόμενες 1 και 2, οι οποίες φέρονται να παραβιάζουν τις μεταξύ τους και της Ενάγουσας επίδικες συμφωνίες και να μην αποδίδουν στην τελευταία μερίσματα, ως ήδη σημειώθηκε, κατά τον προηγούμενο έτος, πέραν των κερδών τους από τα φωτοβολταϊκά πάρκα της Θυμοΐτης και Φωτενέργεια, έχουν λάβει, έκαστη, και χρηματικά ποσά (μεγαλύτερα της όποιας απαίτησης της ενάγουσας) συνεπεία της μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου των τελευταίων δύο αυτών ελληνικών εταιρειών. Εν κατακλείδι, και πάντα στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, κρίνω ότι, εν απουσία ικανοποιητικής μαρτυρίας που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 και 2 είναι υπαρκτός ή ότι μια τέτοια ενδεχόμενη αποξένωση θα επιδράσει ουσιωδώς στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ της (τα μερίσματα της ενάγουσας αποδίδονται εδώ και έξι χρόνια στην εναγόμενη 3, εναντίον της οποίας επιζητείται σχετική τελική θεραπεία και δεν προωθείται θέση περί ενδεχόμενης αποξένωσής τους, ούτε και επιζητείται οποιοδήποτε διάταγμα για προστασία της περιουσίας της), και με την κοινή σύμφωνη θέση των διαδίκων ότι τυχόν εκδοθείσα, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, απόφαση μπορεί να ικανοποιηθεί με αποζημιώσεις, κρίνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Η μόλις εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου επί της τρίτης προϋπόθεσης σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της επίδικη αίτησης που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Συνεπεία δε του δικαιοδοτικού του χαρακτήρα των προϋποθέσεων του άρθρου 32, παρέλκει ανάγκη λεπτομερούς ενασχόλησης του Δικαστηρίου και με το ισοζύγιο της ευχέρειας. Παρεμφερώς, ωστόσο, σημειώνω ότι, και να ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, και πάλι δεν θα εξέδιδα τα αιτούμενα διατάγματα, μιας και θεωρώ ότι η έκδοσή τους δεν θα ήταν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα την καθυστέρηση που έχει επιδείξει η ενάγουσα στο να αποταθεί στο Δικαστήριο για εξασφάλισή τους και της επακόλουθης εικόνας που έχει δημιουργήσει στους εναγόμενους συνεπεία αυτής της αδράνειάς της (Avila Management Services Limited κ.α. (ανωτέρω))[13]. Εντελώς συνοπτικά, και χωρίς να ενδιατρίβω με λεπτομέρεια επί του ζητούμενου, απλά σημειώνω ότι, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, από το 2015 η ενάγουσα έχει λάβει σχετική γραπτή απαίτηση από την Green Capital Ltd και την εναγόμενη 3 (βλέπε Τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσης χατζηγεωργίου), σύμφωνα με την οποία, μεταξύ άλλων, την ενημερώνουν ότι η πρώτη κατέστη εκδοχέας των δικαιωμάτων της Ραμπίλλιον σε σχέση με την κατασκευή και εγκατάσταση των 3 φωτοβολταϊκών πάρκων στην Πάφο και ότι οι εναγόμενες 1 και 2 δεν σκοπεύουν να της αποδώσουν οποιαδήποτε μερίσματα στο μέλλον μέχρι και την εξόφληση της κατ' ισχυρισμό οφειλής της σε σχέση με τα εν λόγω πάρκα. Παρά ταύτα, η αγωγή καταχωρήθηκε μόλις τον Ιούνη του 2019[14], ενώ η επίδικη αίτηση μόλις τον Αύγουστο του 2021. Οι όποιες δε αναφορές της ενάγουσας για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης, με κάθε σεβασμό, δεν μπορούν να αποτελέσουν επαρκή δικαιολογία τούτης. Και εξηγώ. Μία εξ αυτών ήταν η θέση ότι θα έπρεπε, για σκοπούς καταχώρησης της επίδικη αίτησης, να αναμένει την περάτωση των διαδικασιών στα ελληνικά Δικαστήρια σε σχέση με τις διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν εναντίον της και ότι αυτές περατώθηκαν μόλις πρόσφατα. Αυτή η θέση έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τη έτερη, συναφή, βασική, τοποθέτηση της ότι, τα όσα περιβάλλουν τη σχέση της με τη Ραμπίλλιον και ακολούθως με την Green Capital Ltd (συνεπεία της συμφωνίας εκχώρησης), είναι εντελώς άσχετα με την παρούσα αγωγή και δεν θα πρέπει να συνυπολογιστούν για σκοπούς κρίσης επί των επίδικων ζητημάτων της. Μία άλλη δικαιολογία της ενάγουσας για την καθυστέρηση ήταν ότι, είναι μέσω της ένστασης (στην επίδικη αίτηση) που έχει λάβει γνώση ότι μέχρι και σήμερα έχουν κατακρατηθεί μερίσματα ύψους περίπου €97.000, η οποία ένσταση καταχωρήθηκε μόλις πρόσφατα. Η θέση της αυτή έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τη έτερη, βασική, συναφή, τοποθέτησή της ότι, η επίδικη συμφωνία για την επένδυσή της στην εναγόμενη 1, και κατ' αναλογία και για την επένδυσή της στην εναγόμενη 2, είναι αρκούντως προσδιοριστική των μερισμάτων που θα έπρεπε να τις αποδοθούν, τα οποία χαρακτηρίζονται και ως εγγυημένα, και τα οποία προκύπτουν στη βάση συγκεκριμένης φόρμουλας που προνοείται στην εν λόγω συμφωνία, και η οποία φόρμουλα αποτέλεσε τη βάση για τον υπολογισμό, από την ίδια, του κατακρατηθέντος ποσού, το οποίο και προσδιόρισε στα €156.402.21. Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου, (α) η απόφαση των εναγομένων να πάψουν να της αποδίδουν μερίσματα, (β) η μετουσίωση σε πράξη της απόφασης αυτής, (β) ο τρόπος υπολογισμού των μερισμάτων που της αναλογούν, (γ) τα πρόσωπα που ευθύνονται για την μη απόδοση των μερισμάτων και γενικότερα, (δ) οι αναγκαίες πληροφορίες για προώθηση της παρούσας αγωγής και της επίδικης αίτηση ήταν γνωστές στην ενάγουσα ή θα μπορούσαν, ευκόλως, να γίνουν γνωστές σε αυτή από το 2015 ή έστω 2016. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω για να δικαιολογήσω του λόγου το ασφαλές της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της επίδικης αίτησης. Καθυστέρηση, που ως ήδη ανέφερα ανωτέρω, θα αποτελούσε και αυτήν, στα πλαίσια της εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, τη βάση για να απορριφθεί η επίδικη αίτηση, μιας και μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής η ενάγουσα φαίνεται να μην αντιδρά προς ανατροπή των τετελεσμένων από την εν προκειμένω κατακράτηση των μερισμάτων και κατά συνέπεια η ευχέρεια του ισοζυγίου θα έπρεπε να κλίνει προς τη διατήρηση των δεδομένων αυτών. Όσο δε αφορά στα επιζητούμενα διατάγματα αποκάλυψης, πέραν της μη πλήρωσης όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 32, αλλά και του ότι δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τούτα, η ενάγουσα δεν κατάφερε να πείσει ότι οι επιζητούμενες μέσω των εν λόγω διαταγμάτων πληροφορίες και στοιχεία είναι αναγκαίες/α στη βάση της αναγνωρισμένης από τη σχετική, με αυτού του τύπου διατάγματα, νομολογία. Όπως, συναφώς, αναφέρει ο Χατζηγεωργίου στην ένορκή δήλωσή του «με την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών και εγγράφων θα καταστεί δυνατό να εξεταστεί η πραγματική κατάσταση των κυπριακών εταιρειών αλλά και των ελληνικών εταιρειών και να εντοπιστούν αν υπήρξαν άλλες παραβιάσεις ή άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται». Όπως όμως προκύπτει από τα όσα σχετικά αναφέρει ο Χατζηγεωργίου, η ενάγουσα φέρεται να κατέχει επαρκείς πληροφορίες και έγγραφα που αποκαλύπτουν την ανάμιξη κάθε προσώπου, που, ενδεχομένως, σχετίζεται με την όποια επικαλούμενη από πλευράς της παρανομία, καθώς επίσης και όλα εκείνα τα στοιχεία και λεπτομέρειες που της επιτρέπουν να προσδιορίσει επαρκώς την απαίτηση της, αλλά και τα πρόσωπα από τα οποία μπορεί να επιδιώξει θεραπείες. Υποδεικνύω, συναφώς, ότι, στο βαθμό που αφορά στην παρούσα αγωγή και την απαίτηση της για απόδοση των μερισμάτων που της αναλογούν, η ενάγουσα παρουσιάζεται ικανή να προσδιορίσει το ύψος των κατακρατηθέντων μερισμάτων, καθώς επίσης και τα πρόσωπα που ευθύνονται για την εν λόγω κατακράτηση. Επίσης, να προσδιορίσει τα πρόσωπα που ελέγχουν τον εναγόμενο 4 και τις φερόμενες εμπλεκόμενες - στην παρανομία που οδήγησε στην καταχώρησή της παρούσας αγωγής - εταιρείες (εναγόμενες και μη), αλλά και να παραπέμψει σε έγγραφα και στοιχεία που καταδεικνύουν, κατά την ίδια, τον ασκηθέντα αυτό έλεγχο. Επίσης, στη βάση των εγγράφων αυτών, όχι απλά κατονομάζει τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα που, κατ' ισχυρισμό της, ελέγχουν τους εναγόμενους και τις λοιπές εμπλεκόμενες εταιρείες, αλλά προέβη και σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία εναντίον τους. Εν ολίγοις, η ενάγουσα δεν έπεισε ότι οι επιζητούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την προώθηση της παρούσας αγωγής ή για την έγερση άλλης αγωγής εναντίον των προσώπων, που, κατά την ίδια, ελέγχουν τους εναγόμενους. Ξενίζει, ακόμα, το γεγονός ότι, παρά τα όσα ισχυρίζεται σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά, η παρούσα αγωγή δεν στράφηκε και εναντίον τους. Η εν προκειμένω προσπάθεια της ενάγουσας για εξασφάλιση των διαταγμάτων αποκάλυψης, περισσότερο μοιάζει με επιθυμία λήψης πληροφοριών για ικανοποίηση της περιέργειας της, παρά για αναγκαία ενέργεια για σκοπούς προώθησης της παρούσας αγωγής ή την έγερση άλλης. Πόσο μάλλον, που στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρίζουν διερεύνησης κατά τη δίκη της παρούσας αγωγής, στοιχείο που επενεργεί, ως υποδείχθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής νομικής πτυχής, ανασταλτικά στην έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων. Κατά συνέπεια, και για τον λόγο αυτό δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν τα εν προκειμένω διατάγματα. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγω για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1‑4 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................... Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καταχωρήθηκε, δια γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 14.06.2019, το οποίο τροποποιήθηκε στις 21.07.2020. [2] Επιζητούνται και διαζευκτικές, όμοιου τύπου, θεραπείες για μικρότερα ποσά, επί των ίδιων νομικών βάσεων, στη βάση ενδεχόμενης κρίσης του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δεν είναι δικαιούχος 120000 μετοχών της εναγόμενης 1 μόνο, αλλά λιγότερων τέτοιων μετοχών
(110000), πλέον ενός μικρού πακέτου μετοχών στην εναγόμενη 2
(10000), καθώς επίσης και στη βάση τυχόν κρίσης του δικαστηρίου ότι δικαιούται άλλο μικρότερο ποσό. [3] Αρχικά, σκοπός ήταν να κατασκευαστούν τέσσερα τέτοια πάρκα, και υποβλήθηκαν τέσσερις σχετικές προσφορές, πλην όμως λόγω μη έκδοσης των αναγκαίων αδειών από τους αρμόδιους φορείς σε σχέση με το ένα εξ αυτών, τα μέρη προχώρησαν με την κατασκευή μόνο τριών πάρκων. [4] Τις μετοχές θα τις αγόραζε από την εναγόμενη 3, η οποία ήταν μέτοχος της εναγόμενης
  1. [5] Παρουσιάζεται ως εκδοχέας της Ραμπίλλιον κατόπιν μεταξύ τους συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων που συνομολογήθηκε το 2015 σε σχέση με τη συμφωνία της πρώτης με την ενάγουσα για τη κατασκευή και εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών πάρκων στην Πάφο. [6] Η δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων προβλέπεται στις σχετικές συμβάσεις των μερών. [7] Συνομολογήθηκε μία συμφωνία για κάθε πάρκο. [8] Τα οποία παρουσιάζονται ως τα πρόσωπα που λαμβάνουν τις αποφάσεις και εκμεταλλεύονται τις εταιρείες αυτές [9] Παρά τις σχετικές προσπάθειες που έγιναν. [10] Παρά την κοινώς αποδεκτή θέση ότι η αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας για την κατασκευή και εγκατάσταση των τριών φωτοβολταϊκών πάρκων στην Πάφο είναι η Ραμπίλλιον, και ότι μόνο η Green Capital παρουσιάζεται ως εκδοχέας της σε σχέση με τις ρηθείσες συμφωνίες, κατά μία, επαναλαμβανόμενη, εκδοχή του εναγομένου 4, η ενάγουσα φέρεται να οφείλει χρήματα για την εν λόγω κατασκευή και εγκατάσταση στην εναγόμενη
  2. Σημειώνεται, επίσης, ως κοινώς αποδεκτό, ότι, η εναγόμενη 3 είχε αναλάβει έναντι της ενάγουσας μόνο τη συντήρηση των τριών φωτοβολταϊκών πάρκων στην Πάφο, έναντι του ποσού των €1000, ανά έτος, ανά πάρκο, και η σχετική απαίτησή της από την τελευταία περιορίζεται στις €7000, καθότι, μετά πάροδο δύο και κάτι χρόνων από την κατασκευή των πάρκων, δεν επιτρέπεται στην εναγόμενη 3 η είσοδος στα πάρκα και κατά συνέπεια δεν εκτελεί εργασίες συντήρησης. [11] Όλες οι λοιπές τελικές θεραπείες που επιζητούνται με την παρούσα αγωγή, σκοπό έχουν να ενεργήσουν επικουρικά για σκοπούς σχηματισμού εικόνας της οικονομικής κατάστασης των εναγόμενων εταιρειών και των δοσοληψιών τους (περιλαμβανομένων των κερδών τους από την Θυμοΐτης και Φωτενέργεια), αλλά και για σκοπούς υπολογισμού του ύψους των μερισμάτων τα οποία δεν αποδίδονται στη ενάγουσα, καθώς επίσης και (α) το τρόπο με τον οποίο αποφασίζεται η απόδοση τέτοιων μερισμάτων σε άλλα πρόσωπα και όχι στην ενάγουσα, (β) ποια είναι τα πρόσωπα αυτά και (γ) ποια είναι τα πρόσωπα που παίρνουν τις εν λόγω αποφάσεις. [12] Στην οποία κρίθηκε ότι οι εκεί εναγόμενοι ενήργησαν με μεθοδευμένο τρόπο προς αποφυγή των υποχρεώσεών τους (μεταφορά περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων), συμπεριφορά που αποδείκνυε στον απαραίτητο βαθμό την ύπαρξη του επικαλούμενου από την εκεί ενάγουσα κινδύνου αποξένωσης. [13] Στην οποία, η εκεί καθυστέρηση των δύο μηνών (σε αντιδιαστολή με τα έξι, περίπου, χρόνια που εδώ αφορά), κρίθηκε ότι δεν δημιούργησε την εντύπωση αποδοχής από πλευράς της ενάγουσας των ενεργειών των εναγομένων). [14] Οι δε τελικές επιζητούμενες, μέσω της, θεραπείες, αποκρυσταλλώθηκαν ένα και πλέον χρόνο μετά, κατόπιν σχετικής τροποποίησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.