← Κύπρος

ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΛΑΖΑΡΟΥ, ΑΓΩΓΗ ΑΡ: 889/2012, 24/1/2022

ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΛΑΖΑΡΟΥ, ΑΓΩΓΗ ΑΡ: 889/2012, 24/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ? Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΓΩΓΗ ΑΡ: 889/2012 Μεταξύ: ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων -και- XXXXX ΛΑΖΑΡΟΥ Εναγόμενη Και Δι Ανταξιώσεως XXXXX ΛΑΖΑΡΟΥ Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας -και-

  1. ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. XXXXX ΙΕΡΕΙΔΗΣ - Αρχιτέκτονας
  3. XXXXX ΜΙΧΑΗΛ - Αρχιτέκτονας, Αμφότεροι οι 2 και 3 εργαζόμενοι υπό την επωνυμία και/ή γνωστοί και/ή ως εταιρεία και ή άλλως πως ΙΕΡΕΙΔΗΣ & ΜΙΧΑΗΛ IMA ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, όλοι από τη Λευκωσία Εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα και Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1, 2, 3: κ. Αρτέμης Αρτεμίου, για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη και Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Χρ. Νεοφύτου για ΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΝΕΟΦΥΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει: α) €5.000 με βάση συμφωνίες προσφοράς υπηρεσιών ή/και ως εύλογη και δίκαιη αμοιβή για τέτοιες προσφερθείσες στην Εναγόμενη υπηρεσίες ή/και άλλως πως ως κατωτέρω. β) Νόμιμο τόκο επί του ποσού €5,000 από 25/02/2011 μέχρι τελικής εξόφλησης. γ) Έξοδα και Φ.Π. Α. Στην Έκθεση Απαίτησης που είναι οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας επί της οποίας εδράζεται η πιο πάνω αξίωση είναι η εξής?
  4. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται με την εργολαβία οικοδομών.
  5. Η Εναγόμενη προέβηκε σε συμφωνία με την Ενάγουσα για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών σε οικία στην οδό XXXXX 5, XXXXX, XXXXX, Λευκωσία.
  6. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, η Ενάγουσα εκτέλεσε οικοδομικές εργασίες για τις οποίες εξέδωσε διατακτικά τα οποία πληρώθηκαν.
  7. Σύμφωνα με ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας, παρακρατείται προς όφελος της Εναγόμενης ένα ποσό που αναγράφεται στο διατακτικό, το οποίο έπρεπε να επιστραφεί στην Ενάγουσα κατά ή περί την 25/2/
  8. Κατά ή περί την 25/5/2011, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή στην Εναγόμενη, όπου την πληροφόρησε και/ή υπενθύμισε για το οφειλόμενο ποσό των €5.000 βάσει της συμφωνίας και συγκεκριμένα βάσει του διατακτικού αριθμός 5 που είχε λήξει στις 25/2/2011 και έπρεπε να εξοφληθεί.
  9. Κατά ή περί την 10/10/2011, η Ενάγουσα απέστειλε ξανά επιστολή μέσω των δικηγόρων της στην Εναγόμενη, υπενθυμίζοντάς την για το πιο πάνω αναφερόμενο οφειλόμενο ποσό, ενημερώνοντας την Εναγόμενη ότι, σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του ποσού αυτού, θα προχωρούσε στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της.
  10. Μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, η Εναγόμενη εξακολουθούσε να μην έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό για εξόφληση της πιο πάνω οφειλής. Η Εναγόμενη καταχώρησε Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας επί των οποίων εδράζεται η αξίωσή της στην αγωγή και ανταπαίτησε εναντίον της Ενάγουσας ως εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενης αρ. 1, αλλά και εναντίον δύο άλλων προσώπων, των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων αρ. 2 και 3, ένα πολύ μεγαλύτερο χρηματικό ποσό. Συγκεκριμένα, οι δικογραφημένες θέσεις της Εναγομένης - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας στο δικόγραφό της που καταχωρήθηκε στις 11.4.2013 είναι ότι:
  11. Η Εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει κάθε αξίωση και ισχυριζόμενη από την Ενάγουσα ως το αιτητικό μέρος της Έκθεσης Απαίτησης υπό α', β' και γ'.
  12. Η Εναγόμενη πριν από κάθε άλλη υπεράσπιση της και παραδεχόμενη μεν τις παρα. 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα καίτοι ασχολούνταν με οικοδομικές εργασίες δεν ήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένοι εργολήπτες και κάτοχοι για τις συγκεκριμένες επίδικες χρονιές κάτοχοι άδειας εργολήπτη. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή, γι' αυτό και δέον να απορριφθεί με έξοδα και τον Φ.Π.Α. εις βάρος της.
  13. Η Εναγόμενη αρνούμενη την τταρα.3 της Έκθεσης Απαίτησης ισχυρίζεται ότι: (α) Η Ενάγουσα δεν εκτέλεσε όλες τις εργασίες της και ότι μερικές εξ αυτών που εκτέλεσε βρίθουν ατεχνίας και κακοτεχνιών, γι΄ αυτό και η Εναγόμενη ανταξιώνει πιο κάτω αποζημιώσεις και κάλυψη κάθε βλάβης, απώλειας και ζημιάς που η Εναγόμενη υπέστη από την εν λόγω κακή εκτέλεση των εργασιών, των καθυστερήσεων που υπήρξαν και τις έλαττον εργασίες τους. (β) Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι κατά τέτοιο τρόπο διατυπωμένη και αόριστη, γενική και ασαφής (χωρίς χρονολογίες, είδος και λεπτομέρειες εργασιών κ.α.) που αβίαστα οδηγείται σε απόρριψη, γεγονός το οποίο η Εναγόμενη αξιώνει με την υπεράσπιση της.
  14. Η Εναγόμενη συμφωνεί με τις παρα. 4 - 8 της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν κατέβαλε το αξισύμενσ ποσό, διότι δεν το οφείλει στην Ενάγουσα είτε το αναφερόμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και/ή αυτή το θέτει και το αξιώνει πρόωρα και/ή αυτό είναι αχρεώστητο, καθ' ότι: (α) Δεν περάτωσε τις εργασίες της. (β) Δεν εκτέλεσε μέρος των εργασιών καλότεχνα και ως οι όροι και ως επιτάσσει η τέχνη και η άδεια οικοδομής, αλλά και η Πολεοδομική άδεια για τη συγκεκριμένη οικοδομή της Εναγομένης. (γ) Υπήρξαν καθυστερήσεις. (δ) Η Εναγομένη έχει αξιώσεις για πολύ μεγαλύτερα ποσά.
  15. Αντίθετα με όσα η Ενάγουσα ισχυρίζεται και αξιώνει, καίτοι η όλη οικοδομή ανεγείρετο με την επαγγελματική και συμφωνημένη επίβλεψη των Αρχιτεκτόνων - Εξ Ανταξιώσεως Εναγομένων 2 και 3,- αυτοί παρέλειψαν και δεν εκτέλεσαν το επί τούτω ανατεθέν και για το οποίο πληρώθηκαν επαγγελματικό καθήκον τους, με αποτέλεσμα και αυτοί μαζί ή αλληλέγγυα, ανεξάρτητα ή χωριστά με την Ενάγουσα και εξ Ανταξιώσεως Εναγομένη 1, να είναι υπεύθυνοι και/ή συνυπεύθυνοι . προς αποζημίωση της Εναγομένης. Στην παρα. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η Εναγόμενη αρ. 1 - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα δικογραφεί αναλυτικά στις υποπαραγράφους (α) έως (ψ) τις λεπτομέρειες κακοτεχνιών και ζημιών, ως επίσης το κόστος επανόρθωσης αυτών που ανέρχεται σε €25.
  16. [Θα παραθέσω σχετικό Πίνακα των λεπτομερειών αυτών κατά την ανάλυση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε συγκριτικά προς αυτές.] Στην παρα. 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η Εναγόμενη αρ. 1 - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα δικογραφεί Λεπτομέρειες Αμέλειας και/ή Παράβασης του Εντεταλμένου Καθήκοντος των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και
  17. Ειδικότερα, δικογραφήθηκαν τα εξής? (α) Ενώ είχαν την ευθύνη της επίβλεψης του όλου έργου της κατοικίας της Εναγομένης δεν επέδειξαν τη δέουσα και/ή στοιχειώδη επίβλεψη και/ή επιτελούσαν αυτήν πλημμελώς και αποσπασματικά. (β) Σε συνεννόηση μεταξύ τους οι εξ Ανταξιώσεως Εναγόμενοι αρ.2 και 3 και οι Ενάγοντες ουδόλως επέβλεπαν σωστά και/ή καθόλου την εκτέλεση του όλου έργου καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών. (γ) Ενώ επισκέπτονταν έστω και αραιά την επίδικη οικοδομή δεν ήλεγχαν τη ποιότητα της εργασίας, αν αυτή γινόταν καλότεχνα και δεν έδιδαν οδηγίες/εντολές στους Ενάγοντες για διόρθωση τους όπου διαπίστωναν λάθη, κακοτεχνίες και ατεχνία. (δ) Δεν ενδιαφέρθηκαν και/ή δεν ήλεγχαν ως είχαν καθήκον και υποχρέωση το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης των εργασιών, τις χρεώσεις και τις τιμές των Εναγόντων και των υλικών. (ε) Γενικά επέδειξαν αδιαφορία, αμέλεια και παρέλειψαν να εκτελέσουν το καθήκον τους ως το επιβάλλει η τέχνη, η επιστήμη τους, οι Κανονισμοί και η συμφωνία τους με την Εναγόμενη. (στ) Άφησαν τους Ενάγοντες να εργάζονται κατά το δοκούν και/ή δεν τους καθοδηγούσαν και/ή τους άφηναν να εργάζονται όπως οι ίδιοι ήθελαν ή γνώριζαν. Στην παρα. 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη αναγκάστηκε να διορίσει ειδικούς εμπειρογνώμονες για την ετοιμασία έκθεσης στους οποίους και κατέβαλε ως αμοιβή το ποσό των €9.850, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Το ποσό αυτό η Εναγόμενη το ανταξιώνει μαζί με τις υπόλοιπες αξιώσεις της. Στην παρα. 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η Εναγόμενη αρ. 1 - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα δικογραφεί τη θέση ότι η Ενάγουσα - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη αρ. 1 καθυστέρησε να περατώσει την επίδικη οικοδομή κατά 6 μήνες και η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα απώλεσε ενδιάμεσα κέρδη ή οφέλη και/ή ενοίκια προς €800 το μήνα, ήτοι €4.
  18. Στην παρα. 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η Εναγόμενη αρ. 1 - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα δικογραφεί τη θέση ότι, για να ολοκληρωθούν «οι ως άνω εργασίες» (δεν παραπέμπει σε κάποια συγκεκριμένη παράγραφο του δικογράφου), χρειάζεται επιπλέον χρονικό διάστημα 3 μηνών, όπου θα χρειαστεί να εγκαταλειφθεί η κατοικία και/ή να ενοικιαστεί άλλη προς €800 το μήνα. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως αξιώνει το ποσό των €2.400,- πλέον τα έξοδα μεταφοράς και επαναφοράς των οικοσυσκευών και επίπλων της. Το συνολικό αυτό κόστος με τα ενοίκια, συμπ/νου Φ.Π.Α., υπολογίζεται σε €3.850,-. Είναι περαιτέρω η θέση της Εναγόμενης στην παρα. 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι οι κακότεχνες και ελλειμματικές εργασίες κατάφεραν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές, απώλεια και βλάβη στην Εναγόμενη και εξ αυτών να την ζημιώσουν και να μειώσουν την αξία της επίδικης κατοικίας της. Λόγω των ανωτέρω, η Εναγόμενη ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα και τον Φ.Π.Α, υπέρ της και καταχωρεί τη πιο κάτω Ανταξίωση εναντίον των δι' Ανταξιώσεως Εναγόμενων ομού, κεχωρισμένα και/ή αλληλέγγυα και/ή άλλως πως: «Α. Κατά των Εναγόντων και των εξ Ανταξιώσεως Εναγόμενων 1: €43.980,- ως εν τταρ.6, 8, 9 και 10 ανωτέρω εκτίθεται, για τις ζημιές, κακοτεχνίες, καθυστερήσεις, έξοδα και ότι άλλο αντίθετο με τους όρους της άδειας οικοδομής έγιναν στην επίδικη οικία της Εναγομένης. Β. Κατά των εξ Ανταξιώσεως Εναγόμενων 2 και 3 το αυτό ποσό των €43.980,- ήτοι ως στις τταρ.6, 8, 9 και 10, για κακοτεχνίες κ.α. για τα οποία οι εξ Ανταξιώσεως Εναγόμενοι 2 και 3 φέρουν συντρέχουσα και/ή εις ολόκληρο ευθύνη μαζί και/ή χωριστά από τους Ενάγοντες/εξ Ανταξιώσεως Εναγόμενους
  19. Γ. Καθ' όλων των εξ Ανταξιώσεως Εναγομένων, Γενικές Αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων και για τη μείωση της αγοραίας αξίας της επίδικης κατοικίας λόγω των πιο πάνω κακοτεχνιών, ελλείψεων και ατελειών και της εν γένει λανθασμένης κατασκευής τους. Δ. Νόμιμους Τόκους. Ε. Τα έξοδα, τον Φ.Π.Α. επ' αυτών και τα έξοδα των επιδόσεων.». Η Ενάγουσα - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη αρ. 1 καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 16/1/
  20. Υιοθέτησε και επανέλαβε τους ισχυρισμούς που δικογράφησε στην Έκθεση Απαίτησης και αρνήθηκε τους συγκρουόμενους με αυτούς ισχυρισμούς που περιέχει η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ειδικότερα τα εξής? Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αυτή κατείχε όλες τις προβλεπόμενες από την εθνική νομοθεσία άδειες και είχε το νόμιμο δικαίωμα σύναψης της επίδικης συμφωνίας για οικοδομικές εργασίες (βλ. παρα. 4 της Απάντησης & Υπεράσπισης της εξ ανταπαιτήσεως 1). Όλες οι εκτελεσθείσες εργασίες έγιναν σύμφωνα με τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της επίδικης συμφωνίας για οικοδομικές εργασίες (βλ. παρα. 6 της Απάντησης & Υπεράσπισης της εξ ανταπαιτήσεως 1). Όλες οι εκτελεσθείσες εργασίες έγιναν σύμφωνα με τους τεχνικούς όρους και/ή τις προδιαγραφές της επίδικης συμφωνίας και/ή σύμφωνα με τις οδηγίες των μηχανικών του έργου (βλ. παρα. 7 της Απάντησης & Υπεράσπισης της εξ ανταπαιτήσεως 1). Όλες οι εκτελεσθείσες εργασίες έγιναν επιμελώς ή/και χρησιμοποιήθηκαν υλικά και τεχνουργία τέτοιας ποιότητας και προτύπων όπου καθορίζονταν στους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της επίδικης συμφωνίας (βλ. παρα. 8 της Απάντησης & Υπεράσπισης της εξ ανταπαιτήσεως 1) και ήταν πάντοτε της λογικής ικανοποίησης των μηχανικών του έργου και/ή των προσώπων που η Εναγόμενη είχε διορίσει για επίβλεψη του έργου. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες κακοτεχνιών και/ή ζημιών της παρα. 6 της Έκθεσης Απαίτησης, αυτές είναι υπερβολικές και/ή στερούνται πραγματικής και/ή νομικής βάσης (βλ. παρα. 13 και 17 της Απάντησης & Υπεράσπισης της εξ ανταπαιτήσεως 1). Αγνοεί και επομένως δεν παραδέχεται ότι η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα διόρισε «πραγματογνώμονες». Παραδέχεται ότι «η Εναγόμενη διόρισε, μέσω του ΕΤΕΚ διαιτητή ή/και πραγματογνώμονα για εξέταση ισχυρισμών της αναφορικά με τις επίδικες οικοδομικές εργασίες» (βλ. παρα. 15 της Απάντησης & Υπεράσπισης της εξ ανταπαιτήσεως 1). Η όποια καθυστέρηση στην εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών ήταν δικαιολογημένη και/ή λογική και/ή αποδεκτή από τους μηχανικούς του έργου και σύμφωνη με τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της επίδικης συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης (βλ. παρα. 16 της Απάντησης & Υπεράσπισης της εξ ανταπαιτήσεως 1). Οι εξ΄ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 καταχώρησαν Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 16/1/
  21. Υιοθέτησαν κατ' ουσίαν το περιεχόμενο της Απάντησης & Υπεράσπισης της εξ ανταπαιτήσεως 1 και επιπλέον αυτοί ισχυρίστηκαν ότι «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ενήργησαν κατά τρόπο επαγγελματικό, δίκαιο, λογικό, επιμελώς και σύμφωνα με τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας μεταξύ τους με την Εναγόμενη» (βλ. παρα. 9 της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση). Ουδέν άλλο δικόγραφο καταχωρήθηκε. Η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11/4/2014 και, αφού συμπληρώθηκε το στάδιο της εκατέρωθεν ένορκης αποκάλυψης των εγγράφων που θα χρησιμοποιούνταν στη δίκη, η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 30.9.
  22. Μετά από αριθμό αιτημάτων για αναβολή της ακρόασης, ως φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, εν τέλει η ακρόαση άρχισε στις 18.6.2020 και η έκδοση της παρούσας απόφασης επιφυλάχθηκε την 1.9.
  23. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. Η Ενάγουσα, όσον αφορά την απαίτηση στην αγωγή και η εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα όσον αφορά την ανταπαίτηση είναι εκείνη που έχει στους ώμους της το βάρος της απόδειξης της υπόθεσής της. Η απόσειση του βάρους αυτού κρίνεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει να αποδείξει ότι η δική της εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ'' Παυλή κ.α. v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). Προτού προβώ σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνω κατάλληλο να θέσω το νομικό πλαίσιο στο οποίο θα ενταχθεί η όποια μαρτυρία ήθελε κριθεί αξιόπιστη, προκειμένου να καταλήξει το παρόν Δικαστήριο στην απόφασή του για το αν αποδείχθηκε η υπόθεση της μιας ή της άλλης διάδικης πλευράς. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οποτεδήποτε υπάρχει αξίωση για παράβαση σύμβασης ή/και συμβατικών υποχρεώσεων, αφετηρία της όποιας ανάλυσης του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να αποτελεί η ίδια η σύμβαση. Όπως σημειώθηκε στην απόφαση ημερ. 10.4.2019 στην Πολιτική Έφεση 457/2012, Βουζούνη ν Αποστόλου (ECLI:CY:AD:2019:A138)? «Η ερμηνεία της σύμβασης, αναγκαίο στοιχείο για σκοπούς εφαρμογής και εκτέλεσης της, ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της, το δε κείμενο της, πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατόν να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Όπως παρατηρείται και στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β, σ. 478, υπό τον τίτλο «Βεβαιότητα, Ασάφεια και Ερμηνεία της Σύμβασης»: «Συμπερασματικά, παρά το ότι μια σύμβαση δεν είναι γραμματικό κείμενο αλλά μια νομική πράξη, το βασικό κριτήριο ερμηνείας δεν μπορεί να είναι άλλο από την έννοια που μεταδίδεται από το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο, με βάση την αντικειμενική θεωρία της συνομολόγησης και εφαρμογής συμβάσεων.»[2]». Όταν παραβιάζεται η σύμβαση, σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου αντισυμβαλλόμενου στη θέση που θα βρισκόταν, αν η σύμβαση εκπληρωνόταν απρόσκοπτα. Η επιδίκαση και επιμέτρηση αποζημιώσεων προϋποθέτει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διεκδικούμενης απώλειας με την παράβαση της σύμβασης. Η ζημιά θα πρέπει να προέρχεται, είτε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είτε να ήταν προβλέψιμη, με βάση το τι γνώριζαν ή είχαν υπόψη τους τα διάδικα μέρη, κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης(Hadley v. Baxendale
(1854)9 Exch 341, Saab and another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679). Πάντως, για να μπορεί να επιδικασθεί οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων δυνάμει σύμβασης εργολαβίας, θα πρέπει πρώτα να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, εφόσον τούτο κατέστη επίδικο θέμα, ότι η σύμβαση ήταν νόμιμη, υπό την έννοια ότι συνήφθη με πρόσωπο που ήταν νόμιμα εγγεγραμμένο και αδειούχο να λειτουργεί ως εργολήπτης δυνάμει της κείμενης ειδικής νομοθεσίας. Παραπέμπω στην απόφαση ημερ. 21/6/2018, στην Πολιτική Έφεση αρ. 407/2011, STARGEL CO LTD ν.
  1. LUTKIN, κ.α. (ECLI:CY:AD:2018:A300), όπου παρατίθενται τα σχετικά άρθρα του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου (Ν. 29(Ι)/2001, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε) και αιτιολογείται γιατί η παραβίαση των άρθρων αυτών καθιστά παράνομη τη συμφωνία και κατ' επέκταση την αβάσιμη την όποια αξίωση αποζημιώσεων για εφαρμογή της? «Άρθρο
  2. Κανένας δεν μπορεί να αναθέτει σε ή να επιτρέπει την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού ή και τεχνικού έργου από πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης ή και δεν κατέχει κατά τον ουσιώδη χρόνο ετήσια άδεια της τάξης και κατηγορίας στην οποία ανήκει το έργο. Άρθρο 30.
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2)κάθε συμφωνία, γραπτή ή προφορική, η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ισχύουσας ετήσιας άδειας ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου είναι άκυρη.
(2)Χωρίς επηρεασμό της ποινικής ευθύνης οποιουδήποτε προσώπου δυνάμει του παρόντος Νόμου, η κατά το εδάφιο
(1)ακυρότητα μπορεί στην περίπτωση εγγεγραμμένου ήδη εργολήπτη, να θεραπευθεί αναδρομικά αν αυτός, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία συνομολόγησης της συμβάσεως, εξασφαλίσει από το Συμβούλιο ετήσια άδεια της τάξης του οικοδομικού ή τεχνικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου που διαλαμβάνεται στη συμφωνία. Ενόψει της πιο πάνω νομοθεσίας η συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας ήταν παράνομη ενόψει της μη εγγραφής της εφεσείουσας στο Μητρώο Εργοληπτών κατά τον ουσιώδη χρόνο, που είναι ο χρόνος καταρτισμού της, και ως τέτοια τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων βασιζομένων στη συμφωνία αυτή. (βλ. Chr. Mavrikios Constr. Ltd v. Χατζηκωνσταντά
(2009)1 (Β) ΑΑΔ 1093).». Είναι σημαντική και η ακόλουθη παράμετρος που έχει αναδειχθεί πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 28/9/2021 στην Πολιτική Έφεση 97/2014, Φ. Πολυδώρου ν 1. Α. Μ. Πολυδώρου, κ.α. (ECLI:CY:AD:2021:A426)? «Προσθέτουμε πως η πρόνοια του Νόμου διά του άρθρου 25 όπως τροποποιήθηκε από τον περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων (τροποποιητικού) Νόμο του 2002 (Ν.200(Ι)/2002), είναι σαφής στην εναπόθεση υποχρέωσης στον εργοδότη/ιδιοκτήτη του έργου να μην αναθέτει έργο σε μη προσοντούχο αδειούχο πρόσωπο, χωρίς ο Νόμος να απαιτεί την ύπαρξη γνώσης του για τον αδειούχο ή μη εργολάβο. Η πρόθεση του Νομοθέτη, συναγόμενη από το σκοπό του Νόμου δεν αφήνει αμφιβολία περί τούτου. Εάν απαιτείτο γνώση του εργοδότη, τότε εύκολα θα γινόταν επίκληση άγνοιας με σκοπό την επίτευξη ή διευκόλυνση καταστρατήγησης του σκοπού του Νόμου. Για τουτο και προνοείται η διάπραξη ποινικού αδικήματος σε περίπτωση παραβίασης του άρθρου 25 χωρίς πρόβλεψη υπεράσπισης της άγνοιας. Υπενθυμίζουμε την καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η παρανομία που δυνατόν να σχετίζεται με τη σύμβαση είτε με τη συνομολόγηση της, είτε με την εκτέλεση της, θα πρέπει να αναδύεται κατά αντικειμενικό τρόπο και ανεξάρτητα από την έκταση συμμετοχής εκάστου των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο δε, οφείλει να αποστερήσει τον διάδικο που μετείχε παράνομων ενεργειών από οποιαδήποτε θεραπεία (Αρκαδίου ν. Porto Lora Estates Ltd
(2010)1 AAΔ.2035, Eθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ v. UΙB Insurance Reinsurance & Consultants Brokers Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A358, Πολ. Έφ. 23/12 ημερ. 16/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:A358, Βουζούνη κ.α. ν. Αποστόλου, ECLI:CY:AD:2019:A138, Πολ. Εφ. 457/12 ημερ. 10/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:A138, Treiterl The Law of Contract, 8η έκδ. σελ. 381).». Εάν και εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η επίδικη σύμβαση οικοδομικών εργασιών, κατά το χρόνο σύναψής της και κατά πάντα χρόνο εκτέλεσής της, ήταν σύμφωνη με την πιο πάνω αναφερόμενη νομοθεσία και άρα νόμιμη, τότε το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει τις εκατέρωθεν αξιώσεις. Όσον αφορά την αξίωση στην αγωγή, εφόσον αυτή εδράζεται σε διατακτικό πληρωμής που ήθελε αποδειχθεί ότι εκδόθηκε στη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά την εκτέλεση της σύμβασης, ο δικαστικός έλεγχος στρέφεται γύρω από το κατά πόσον η άρνηση οφειλής πληρωμής του επίδικου διατακτικού αποδεικνύεται ότι σχετίζεται με τη μη εκτέλεση των εργασιών ή με την εκτέλεση των εργασιών χωρίς συναίνεση ή χωρίς υποχρέωση πληρωμής. Ενδέχεται να κριθεί δικαστικά ότι η προσπάθεια αμφισβήτησης της οφειλής πληρωμής ενός διατακτικού πληρωμής αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη για αποφυγή της υποχρέωσης πληρωμής, εάν και εφόσον ήθελε φανεί ότι αμφισβήτηση του διατακτικού πληρωμής δεν έλαβε χώραν παρά μόνο στο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, γεγονός αφύσικο δεδομένης της σπουδαιότητας και της σημασίας του (βλ. την απόφαση ημερ. 11/5/2015, στην Πολιτική Έφεση 282/2012, CYPRA LIMITED ν. Α. ΓΙΑΠΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ECLI:CY:AD:2015:A321). Πάντως, ένα διατακτικό πληρωμής δεν αποτελεί κατ' ανάγκην αυτόνομη βάση αγωγής (βλ. A.S. AIR CONTROL LTD ν. 1. Ερωτοκρίτου κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 1056). Εξαρτάται από το πώς δικογραφήθηκε η βάση αγωγής στην Έκθεση Απαίτησης. Εάν το αξιούμενο ποσό δικογραφήθηκε «σαν υπόλοιπο συμφωνιών ή για υπηρεσίες προσφερθείσες και παρασχεθείσες ή τιμολογίων ή παραδεκτού λογαριασμού ...», τότε δεν αρκεί να προσκομίσει η Ενάγουσα ως μαρτυρία μόνο το διατακτικό πληρωμής, ειδικά αν ο λογαριασμός αφορούσε και σε πρόσθετες εργασίες που εκτελέστηκαν πέραν των προδιαγραφόμενων στο συμβόλαιο. Παραθέτω απόσπασμα από την προμνησθείσα απόφαση όπου επικυρώθηκε το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η A.S. AIR CONTROL LTD απέτυχε να αποδείξει την απαίτησή της? «Οι εισηγήσεις του κ. Πιερίδη δεν ευσταθούν. Η έκθεση απαιτήσεως φαίνεται να περιλαμβάνει μεν το ποσό της κράτησης, αλλά δεν είχε αποκλειστικά περιορισθεί στο ποσό της κράτησης. Αυτό είναι πρόδηλο από το περιεχόμενο των παραγ. 7, 8 και 9 της έκθεσης απαιτήσεως. Η παραγ. 7 αναφέρεται στην έκδοση του διατακτικού - τεκ. 3 - το οποίο αναφέρεται στο ποσό της κράτησης - £2.278. Την παραγ. 7 ακολουθούν οι ισχυρισμοί των παραγ. 8 και 9 σύμφωνα με τους οποίους «οι ενάγοντες επί πλέον προσέφεραν και παρέσχαν και άλλες υπηρεσίες στους εναγομένους επί πιστώσει ή δυνάμει τομολογίων ή εξυπηρετήσεις και αντί συμφωνηθεισών ή ευλόγων ή κατ' εκτίμηση αμοιβών (βλ. παραγ. 7)· και ότι «οι εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι διάφορα ποσά και ο μεταξύ των διαδίκων λογαριασμός κατά ή περί την 31.7.1990 έδειχνε το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.2.805 να οφείλεται από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες» (βλ. παραγ. 8). Περαιτέρω το ποσό της αξίωσης δεν αξιώνεται ως ποσό κράτησης, αλλά «σαν υπόλοιπο συμφωνιών ή για υπηρεσίες προσφερθείσες και παρασχεθείσες ή τιμολογίων ή παραδεκτού λογαριασμού ...» (βλ. παραγ. 15). Έχοντας λοιπόν υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των εφεσειόντων θεωρούμε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την αξίωση ως αυτόνομη αξίωση για το ποσό της κράτησης και ορθά επεχείρησε να διαπιστώσει κατά πόσο οι εφεσείοντες έχουν στοιχειοθετήσει την ύπαρξη οφειλής και αποδείξει το ύψος της.». Από την άλλη, όταν εγείρεται ανταπαίτηση για αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενων κακοτεχνιών ή άλλων ελλείψεων ή/και για μείωση της αξίας του ακινήτου ή/και ημερήσιες αποζημιώσεις για όλη την περίοδο καθυστέρησης παράδοσης της επίδικης οικοδομής, εκείνο που εξετάζεται είναι κατά πόσο η μαρτυρία που ήθελε κριθεί αποδεκτή και αξιόπιστη, είναι επαρκής και ικανή, για να υποστηρίξει τις αξιώσεις της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, όσον αφορά τις ισχυριζόμενες ελλείψεις και/ή κακοτεχνίες ή/και την ισχυριζόμενη καθυστέρηση παράδοσης ή/και την πραγματική ζημιά εξαιτίας της καθυστέρησης ή/και την πραγματική μείωση της αξίας του ακινήτου. Εκ φύσεως, οι αποζημιώσεις που αξιώνονται σε σχέση με ισχυριζόμενες κακοτεχνίες είναι αποζημιώσεις για ειδικές ζημιές και, ως εκ τούτου πρέπει να δικογραφούνται και να αποδεικνύονται αυστηρά. Όπως σημειώθηκε στην απόφαση ημερ. 11/5/2015, στην Πολιτική Έφεση 282/2012, CYPRA LIMITED ν. Α. ΓΙΑΠΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ECLI:CY:AD:2015:A321), οι αρχές που διέπουν την απόδειξη τέτοιων κονδυλίων παρατίθενται στο σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts, Eleventh edition, vol. 1, στην παρα. 8-137: «Consideration of the cases illustrated above shows that, in the case of defective work (that is, work not in accordance with the contract) there are in fact three possible bases of assessing damages, namely: (a) the cost of reinstatement; (b) the difference in cost to the builder of the actual work done and the work specified; or (c) the diminution in value of the work due to the breach of contract.» Στην απουσία ανάλογης μαρτυρίας προς απόδειξη με αυστηρότητα και σαφήνεια των αξιούμενων κονδυλίων, το δικαστήριο δικαιολογείται να καταλήξει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης των αξιούμενων ανταπαιτητικά ποσών. Απλή αναφορά ότι καταβλήθηκε ένα συγκεκριμένο ποσό για επιδιόρθωση ελαττώματος και/ή κακοτεχνίας, χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής ή είσπραξης του ποσού από την εταιρεία, υπολείπεται κατά πολύ από το απαιτούμενο μέτρο απόδειξης (βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 Α.Α.Δ. 1108). Εάν και εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι μέρος των αξιούμενων ποσών για εργασίες που παρουσιάζουν κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες, συνυπολογίστηκε και αφαιρέθηκε ήδη από το αξιούμενο από τον εργολάβο τίμημα για εκτελεσθείσες εργασίες, τότε δεν τίθεται θέμα επιδίκασης αποζημιώσεων για τις κακοτεχνίες αυτές στα πλαίσια της ανταπαίτησης (βλ. απόφαση ημερ. 10.4.2019 στην Πολιτική Έφεση 457/2012, Βουζούνη ν Αποστόλου (ECLI:CY:AD:2019:A138)). Το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, στην απόφαση Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν Decostone Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 747, επεσήμανε ότι η διακρίβωση ύπαρξης προβλημάτων, ελλειμμάτων ή αδυναμιών σε ένα έργο που ανέλαβε να κατασκευάσει ένας διάδικος δεν δημιουργεί, χωρίς άλλο, θέμα κακοτεχνιών και δεν εξουδετερώνει ή μειώνει την υποχρέωση εκείνου που εγείρει θέμα ευθύνης να στοιχειοθετήσει την αμέλεια που καταλογίζει στο διάδικο ή την ύπαρξη και παράβαση συμβατικού όρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της σύμβασης. Στην προμνησθείσα υπόθεση Decostone Ltd, ήταν αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι είχε δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα συσσώρευσης νερού μετά την κατασκευή του δαπέδου σε μερικά σημεία των δαπέδων. Όπως έθεσε το θέμα το πρωτόδικο Δικαστήριο, το σταμπωτό δάπεδο τοποθετείται σε υφιστάμενο δάπεδο και ακολουθεί τις κλίσεις του. Τα δε προβλήματα που δημιουργήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλονταν στο γεγονός ότι το δάπεδο δεν είχε κλίση (κατάτροχο), με αποτέλεσμα το νερό να συγκεντρώνεται σε κάποια σημεία του δαπέδου. Το ζήτημα που κλήθηκε να αποφασίσει το Δικαστήριο, ήταν το ποιος ευθυνόταν για τη δημιουργηθείσα εκείνη κατάσταση πραγμάτων. Το παράπονο του εφεσείοντα ήταν ότι υπήρχε μαρτυρία ως προς το ποιος ήταν υπεύθυνος να κατασκευάσει τις ορθές κλίσεις, αυτή του πολιτικού μηχανικού Μ.Υ. 3 Σοφοκλέους, η οποία όμως αγνοήθηκε από το Δικαστήριο. Ενώ δε η εφεσίβλητη στην Απάντηση στην Υπεράσπιση αρνείτο την ύπαρξη οποιωνδήποτε κακοτεχνιών, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν κακοτεχνίες, πλην όμως, εκτρεπόμενο από τα δικόγραφα, έκρινε ότι αυτές δεν οφείλονταν στην εφεσίβλητη η οποία δεν είχε την ευθύνη κατασκευής κλίσεων. Σε σχέση με τις πιο πάνω προβαλλόμενες εισηγήσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο παρατήρησε τα εξής: «Κατ' αρχάς η άρνηση εκ μέρους ενός διαδίκου ότι αυτός προκάλεσε κακοτεχνίες κατά την εκτέλεση ενός έργου που του είχε ανατεθεί, δεν σημαίνει και άρνηση ύπαρξης κάποιων προβλημάτων που αντικειμενικά μπορούν να διαπιστωθούν στις εκτελεσθείσες εργασίες. Ο όρος "κακοτεχνίες", δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά, όπως η γραμματική ερμηνεία της λέξης υποδηλώνει, την κακή κατασκευή εκείνου που ανέλαβε να εκτελέσει ο διάδικος. Δικαιούται επομένως ο διάδικος ο οποίος αρνείται ότι ευθύνεται για κακοτεχνίες, να προβάλει τη θέση ότι οποιαδήποτε προβλήματα παρουσιάστηκαν στο έργο οφείλονται σε αιτίες άλλες που δεν τον αφορούν και ασφαλώς το Δικαστήριο επίσης μπορεί να καταλήξει ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο διάδικος ευθύνεται για κακοτεχνίες και ότι τα όποια προβλήματα παρουσιάστηκαν καταλογίζονται αλλού ή σε άλλους.». Στην Πολιτική Έφεση 39/2014, Παπαονησιφόρου ν. ONI & Co Ltd, στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 31/3/2021 (ECLI:CY:AD:2021:A114), προβλήθηκε κατ' έφεση η εισήγηση ότι ήταν σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην απονείμει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για τη μείωση της αξίας του ακινήτου συνεπεία κακοτεχνιών. Ειδικότερα, με τους δυο πρώτους λόγους έφεσης, προωθήθηκε ιδιαίτερα η θέση ότι με το παρακλητικό υπό στοιχείο Α της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και στην παράγραφο 15 αυτής, εγειρόταν αξίωση με υπαλλακτικό τρόπο για το ποσό των £39.120 για κακοτεχνίες και/ή μείωση της αξίας της γης, ενώ το Δικαστήριο απέδωσε μόνο ένα ποσό για κακοτεχνίες, χωρίς να επεξηγήσει την μη απόδοση αποζημίωσης για μεωση της αξίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ως Εφετείο, αποφάσισε ως εξής? «Μπορούμε εξ αρχής να πούμε ότι οι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν. Η διαζευκτική διατύπωση και αξίωση του ποσού των Λ.Κ.39.120 είναι σαφές ότι αναφέρεται στο θέμα των κακοτεχνιών η ύπαρξη των οποίων μείωνε την αξία του ακινήτου κατά το αντίστοιχο ποσό, το οποίο θα απαιτείτο για την επιδιόρθωση τους. Η παράγραφος 15 της έκθεσης απαίτησης την οποία ο συνήγορος του εφεσείοντα επικαλείται ως ενισχυτική της θέσης του, δεν τον βοηθά. Αντίθετα ισχυροποιεί τη θέση στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε, ότι η επίλυση του ζητήματος των κακοτεχνιών διά του πορίσματος του Διαιτητή, επιλύει την αξίωση Α του παρακλητικού. Ενδεικτική της σύνδεσης των κακοτεχνιών με τη μείωση της αξίας του ακινήτου είναι πέραν της παραγράφου 15 και η παράγραφος 16 της έκθεσης απαίτησης οι οποίες αναφέρουν: «15. Για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και για να καταστεί η κατοικία κατοικήσιμη ο ενάγων πρέπει να καταβάλει το ποσό των £39.120,00 σύμφωνα με την κοστολόγηση για επιδιόρθωση των κακοτεχνιών. 16. Ο ενάγων θα αναγκαστεί να καταβάλει σε άλλο εργολήπτη το ποσό των £39.120,00 για τη θεραπεία των ελαττωμάτων που δημιούργησαν οι εναγόμενοι και/ή ο ενάγοντας - αγοραστής ζημίωσε το πιο πάνω ποσό αφού υπάρχει μείωση της αξίας του ακινήτου του.» [.] Ο διαζευκτικός τρόπος διατύπωσης μιας αξίωσης υποδεικνύει πως από τα ίδια γεγονότα μπορούν να εγερθούν διάφορες βάσεις αξίωσης για ένα ποσό το οποίο διεκδικείται ως αποζημίωση και όχι εάν δεν αποδοθεί ολόκληρο, τότε το ένα μέρος καλύπτεται από τη μια αξίωση και το άλλο από τη διαζευκτική διατύπωση της. [.] Δεδομένης της κατάληξης αυτής, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει εάν έπρεπε να απονείμει αποζημιώσεις, σύμφωνα με την απόφαση Κennedy Hotels Ltd v. Haig Indjirdjian,
(1992)1 AAΔ.400, όπως προτείνει ο κ. Αγγελίδης αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση δικογραφείτο κατά συγκεκριμένο τρόπο η ζημιά και η αξίωση, πλην όμως δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω δεν τέθηκε τέτοια εισήγηση στο πρωτόδικο Δικαστήριο ώστε να αποφασίσει επί τούτου του θέματος.». Η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση. Πριν την έναρξη της ακρόασης, κατά τη δικάσιμο ημερ. 31.1.2020, οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν προς το Δικαστήριο ότι είχαν καταλήξει εκ συμφώνου στο να εισηγηθούν στο Δικαστήριο όπως παρουσιαστεί πρώτα μαρτυρία για προώθηση της Απαίτησης, ακολούθως μάρτυρες για Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση και ακολούθως μάρτυρες για Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Εγκρίθηκε από το Δικαστήριο αυτή η σειρά ακρόασης των μαρτύρων. Για την απαίτηση της Ενάγουσας, μαρτυρία έδωσε μόνο ο Διευθυντής αυτής, κ. Μάριος Κουτσιοφής (στο εξής «ο ΜΕ1»). Η μαρτυρία του ΜΕ1 δόθηκε κατά τις δικασίμους 18.6.2020, 22.6.2020 και 3.7.
  1. Αμέσως μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Ενάγουσας, ο συνήγορος Υπεράσπισης της Εναγόμενης στην αγωγή ήγειρε εκ νέου στις 10.7.2020 ζήτημα σειράς με την οποία θα παρουσιαζόταν η μαρτυρία για την ανταπαίτηση στο Δικαστήριο. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 17.7.2020, το Δικαστήριο αφού, άκουσε αμφότερες τις πλευρές, διατύπωσε το ruling του ως εξής? Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας στις τελευταίες 2 υποπαραγράφους υπό την Δ.33, θ.9, αναφέρουν ότι «Το Δικαστήριο μπορεί, με την συγκατάθεση των διαδίκων, να διαχωρίσει την ακρόαση της απαίτησης από την ακρόαση της ανταπαίτησης.». Διαχωρισμός ήταν αυτό που εισηγήθηκε ο κ. Νεοφύτου στις 10/7/20, ωστόσο διαφωνούσε ο κ. Αρτεμίου, οπόταν δεν υπήρχε η συγκατάθεση και των δυο διαδίκων για να διαταχθεί διαχωρισμός. Ως εκ τούτου, κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να διαταχθεί διαχωρισμός της ακρόασης και αντί τούτου ήταν δεσμευμένο το Δικαστήριο να ακολουθήσει την πορεία που διαλαμβάνει η Δ.33, θ. 9, παρ. (γ), υπό παρ.(ii), στοιχείο (β). Αυτή ήταν άλλωστε και η διαδικασία που οι δυο συνήγοροι πρότειναν στο Δικαστήριο στις 31/1/2020 και η οποία εγκρίθηκε κατ' εκείνην την δικάσιμο. Επομένως, εφόσον «ο πρώτος διάδικος», δηλαδή η Ενάγουσα, έκλεισε την υπόθεσή της, όφειλε να αρχίσει «ο δεύτερος διάδικος», εν προκειμένω η Εναγόμενη - Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, για να δώσει μαρτυρία τόσο για την υπεράσπιση στην απαίτηση όσο και για την ανταπαίτηση. Για την υπόθεση της Εναγόμενης, όσον αφορά την Υπεράσπιση στην Αγωγή και την Ανταπαίτηση, μαρτυρία έδωσαν? Ο πραγματογνώμονας κ. XXXXX Κοντεάτης (στο εξής «ο ΜΥ1, Μ.Ανταπ.1»), η μαρτυρία του οποίου δόθηκε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τις δικασίμους ημερ. 10.9.2020, 20.10.2020 και 11.11.
  2. η ίδια η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα κα XXXXX Λαζάρου (στο εξής «η ΜΥ2, Μ.Ανταπ.2»), η μαρτυρία της οποίας δόθηκε, στη βάση Διαβεβαίωσης, κατά τις δικασίμους ημερ. 15.2.2021, 22.2.2021 και 5.3.
  3. Για την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, μαρτυρία έδωσαν? ο κ. XXXXX Κουτσιοφής (ΜΥ1@Ανταπ.), για κυρίως εξέτασή στις 2/4/2021 και 13/4/2021 και για αντεξέταση στις 13/5/21 και 26/5/
  4. ο κ. XXXXX Ιερείδης, εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 (ΜΥ2@Ανταπ.), για κυρίως εξέταση στις 4/6/2021 και για αντεξέταση στις 11/6/2021 και 28/6/
  5. Προτού αναφερθώ στη δοθείσα μαρτυρία, θα τοποθετηθώ συνοπτικά με ένα ζήτημα που εγείρει ο συνήγορος των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3 στην τελική του αγόρευση γι'αυτούς. Δέχεται ο κ. Αρτεμίου ότι καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης για τους εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και 3, εκ μέρους του Συνεταιρισμού, βάσει της Δ.7, θ.5, αλλά την ίδια ώρα εγείρει στην τελική του αγόρευση ζήτημα παράτυπης επίδοσης της αγωγής προς αυτούς, κατά παράβαση της Δ.7,θ.3, επειδή δεν καταχωρήθηκε ο Τύπος 8 και δεν γνωρίζει το Δικαστήριο "ποιο φυσικό πρόσωπο είχε κατά το χρόνο της επίδοσης τον έλεγχο και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων του συνεταιρισμού". Κρίνω πως, εάν ήθελαν οι εξ ανταπαιτησεως Εναγόμενοι 2 και 3 να εγείρουν ζήτημα παράτυπης επίδοσης, θα έπρεπε να είχαν ζητήσει τον παραμερισμό της επίδοσης πριν την εμφάνισή τους, καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και σχετική αίτηση παραμερισμού της επίδοσης, πράγμα που δεν έπραξαν. Απεναντίας, έχει διεξαχθεί πλήρης ακροαματική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας υπήρξε εμφάνιση χωρίς διαμαρτυρία για τους εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και 3, καθώς επίσης δόθηκε μαρτυρία εκ μέρους τους για προώθηση της Υπεράσπισής τους στην Ανταπαίτηση (βλ. συναφώς το Έγγραφο Ι, όπου ο κ. XXXXX Ιερείδης δήλωσε στην παρα. 2 ότι είναι "δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τον εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3" να προβεί στη γραπτή του δήλωση, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του). Για να έχουν εμφανισθεί κα να έχουν υπερασπισθεί τον εαυτό τους, ενόσω ενάγονται υπό την ιδιότητά τους που φαίνεται στον ίδιο τον τίτλο της αγωγής, ήτοι ως ενεργούντες υπό την επωνυμία "ΙΕΡΕΙΔΗΣ & ΜΙΧΑΗΛ ΙΜΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ", έπεται ότι και ο συνεταιρισμός τους υπό την εν λόγω επωνυμία έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που είχε να αντιμετωπίσει και άρα ο σκοπός που επιτελεί η επίδοση εκπληρώθηκε. Στην παρα. 3 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Ι) ο κ. Ιερείδης (ΜΥ2@Ανταπ.) παραδέχθηκε ότι "κατά πάντα ουσιώδη χρόνο" αρχιτέκτονας του έργου ήταν η ΙΕΡΕΙΔΗΣ & ΜΙΧΑΗΛ ΙΜΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, με συνεταίρους αρχιτέκτονες τους εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένους 2 και
  6. Το ότι σε κατοπινό χρόνο, μη ουσιώδη για τα επίδικα γεγονότα, εκείνος ο συνεταιρισμός έπαυσε να υφίσταται, δεν υπάρχει πλέον και δεν είναι εγγεγραμμένος στο τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και ότι πλέον υπάρχει ο συνεταιρισμός με αριθμό μητρώου Σ11266 στο τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη της Κυπριακής Δημοκρατίας που φέρει την επωνυμία "Β. ΙΕΡΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ¨, είναι οι ίδιοι που όφειλαν να το θέσουν προς το Δικαστήριο, εάν θεωρούσαν ότι επιδρά στην εγκυρότητα της παρούσας δικαστικής, κάτι που δεν έπραξαν δικονομικά πριν την έναρξη της ακρόασης ή/και κατά τη διάρκεια αυτής. Η προσκομισθείσα μαρτυρία και αξιολόγηση αυτής. Όλη η μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους διαδίκους είναι καταγεγραμμένη στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου, ως επίσης τα τεκμήρια που κατατέθηκαν βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Δεν είναι ευχερές να παρατεθεί στην ολότητά της αυτολεξεί η μαρτυρία στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Σκιαγραφώ πιο κάτω τα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και συγχρόνως τα αναλύω, παραθέτοντας και τις αξιολογικές μου κρίσεις σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία αυτής. Τα κριτήρια αξιολόγησης μαρτυρίας είναι καθιερωμένα νομολογιακά. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ.1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney -General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Είναι καλά νομολογημένο ότι εμπειρογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται από το δικαστήριο κατά διαφορετικό τρόπο από τους άλλους μάρτυρες. Η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών (βλ. Καουρής ν Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 967). Προχωρώ σε εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων αξιολόγησης. Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Όπως εκεί δηλώνει, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αυτός ήταν ένας από τους διευθυντές της Ενάγουσας εταιρείας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να καταθέσει για την υπόθεση της Ενάγουσας στο Δικαστήριο. Δήλωσε ότι ήταν πολύ καλός γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης, καθότι αυτός ήταν το πρόσωπο που εργαζόταν στο επίδικο εργοτάξιο και ήταν παρών σε όλες τις συναντήσεις που αφορούσαν το επίδικο εργοτάξιο. Τούτο δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης κατά την αντεξέτασή του ΜΕ
  1. Αλλά και από το σύνολο της μαρτυρίας, διαφάνηκε ότι ο ΜΕ1 ήταν αυτός που συνομιλούσε με τον αρχιτέκτονα και με την ιδιοκτήτρια του έργου καθ'όλο το χρονικό διάστημα από την ανάληψη της εργολαβίας για την ανέγερση της κατοικίας της Εναγόμενης μέχρι και την προσωρινή παραλαβή της από την Εναγόμενη και μετέπειτα, αυτός ήταν που συνομιλούσε με την Ενάγουσα και τον αρχιτέκτονα για τυχόν επιδιορθώσεις, ως επίσης αυτός εμφανίσθηκε ενώπιον του πραγματογνώμονα του ΕΤΕΚ κατά την επιτόπια επίσκεψη στην επίδικη οικία για να εκφέρει απόψεις εκ μέρους της Ενάγουσας. Επομένως, γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι ο ΜΕ1 ήταν άμεσα εμπλεκόμενος σε όλες τις διεργασίες που αφορούσαν στη σύναψη και εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Ασφαλώς, η μαρτυρία του ΜΕ1 ελέγχεται με προσοχή από το Δικαστήριο, διότι αυτός ως διευθυντικό στέλεχος της Ενάγουσας, η οποία παρουσιάστηκε στη μαρτυρία ως μια οικογενειακή επιχείρηση (όπου δραστηριοποιούνται πέραν του ιδίου, ο πατέρας και η σύζυγος του ΜΕ1), έχει ασφαλώς οικονομικό συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Δεν πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα. Με τη μαρτυρία του είχε συμφέρον να προωθήσει ως ορθή και αληθή την εκδοχή της Ενάγουσας. Επιβάλλεται, επομένως, μια σφαιρική αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν σχέση προς το σύνολο της μαρτυρίας, για να κριθεί το αξιόπιστο αυτής. Έχοντας επισημάνει τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο ΜΕ1 κατάφερε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι αυτά για τα οποία μαρτύρησε αποδεικνύονται ως αληθή, αντικειμενικά, στη βάση έγγραφης μαρτυρίας η οποία ομιλεί αφ' εαυτής και η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας ως προς τα σημεία που θα επισημάνω πιο κάτω. Ειδικότερα, αναφέρομαι στα εξής στοιχεία, ακολουθώντας τη ροή των ισχυρισμών γεγονότων, όπως δικογραφήθηκαν από την Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της: Πρώτον, ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται με την εργολαβία οικοδομών. Όσον αφορά την Ενάγουσα, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι αυτή ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εργολαβία οικοδομών. Ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένη στο μητρώο εργοληπτών και ήταν κάτοχος της προβλεπόμενης από το Νόμο άδειας. Για να αποδείξει το αληθές της πιο πάνω δήλωσής του, ο ΜΕ1 κατέθεσε, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, μια Βεβαίωση του Συμβουλίου Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων, ημερ. 29.10.2018 (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), με την οποία ο Πρόεδρος του Συμβουλίου βεβαιώνει ότι η Ενάγουσα ήταν εγγεγραμμένη και κατείχε ετήσια άδεια για τα έτη 2006 μέχρι και
  2. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης, αμφισβητήθηκε η καταλληλότητα της Βεβαίωσης (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), ως αποδεικτικού στοιχείου για απόδειξη του ισχυρισμού της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε στον ΜΕ1 ότι η Βεβαίωση αυτή δεν αναγράφει για ποια τάξη έργων χορηγήθηκε η άδεια στην Ενάγουσα ή/και ποια πείρα διαθέτει η Ενάγουσα ώστε να δικαιούται να εκτελεί συγκεκριμένης τάξης έργα. Ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στον ΜΕ1 τη μορφή ετήσιας άδειας που εκδίδει το Συμβούλιο, χρησιμοποιώντας υπόδειγμα άδειας που εκδόθηκε προς τρίτο πρόσωπο για το έτος 2020 ως το Έγγραφο Β. Δεν αμφισβητήθηκε από τον ΜΕ1 ότι το Έγγραφο Β είναι πράγματι η μορφή στην οποία εκδίδεται η ετήσια άδεια από το Συμβούλιο. Προσφέρθηκε ο ΜΕ1 να προσκομίσει σε επόμενη δικάσιμο αυτούσιες τις άδειες που εξέδωσε το Συμβούλιο προς την Ενάγουσα εταιρεία για όλη την ουσιώδη περίοδο χρόνου όσον αφορά την παρούσα υπόθεση. Σημείωσε συγχρόνως ότι, η κατοχή της ετήσιας άδειας του έτους κατά το οποίο θα συναπτόταν η Επίδικη Συμφωνία για το οικοδομικό έργο ανέγερσης της οικίας της Εναγόμενης, ήταν απαραίτητο να παρουσιαστεί από την Ενάγουσα, κατά πρώτον, στον αρχιτέκτονα του έργου, κατά την υποβολή της προσφοράς για ανάληψη της εργολαβίας και, κατά δεύτερον, για σκοπούς αγοράς από την Ενάγουσα των συμβολαίων τύπου «Ε2» ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α από τον σύνδεσμο των εργολάβων. Πράγματι, κατά την αμέσως επόμενη δικάσιμο, ημερ. 3.7.2020, στο πλαίσιο συνέχισης της αντεξέτασής του, ο ΜΕ1 προσκόμισε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Γ» τη δέσμη ετήσιων αδειών εργολήπτη που εξέδωσε το Συμβούλιο προς την Ενάγουσα για κάθε ένα από τα έτη 2000 έως 2011, σε μορφή αντίγραφου, όπως ακριβώς ο ΜΕ1 παρέλαβε τη δέσμη αυτή από τον υπεύθυνο στο Συμβούλιο που χειρίζεται το φάκελο της Ενάγουσας. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση επί του περιεχομένου του Εγγράφου Γ από τον συνήγορο Υπεράσπισης. Ούτε προωθήθηκε στην τελική αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης οποιαδήποτε αμφισβήτηση του αληθούς του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αυτή ήταν νόμιμα εγγεγραμμένη τόσο ως εταιρεία όσο και ως εργολήπτης για ν'αναλάβει την εκτέλεση έργου της συγκεκριμένης τάξης, ως ήταν η επίδικη κατοικία της Εναγομένης. Επομένως, καταλήγω να αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς το πιο πάνω επίδικο θέμα και κρίνω ότι αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί τούτου, βάσει του Εγγράφου Γ. Δεύτερον, ότι Εναγόμενη προέβηκε σε συμφωνία με την Ενάγουσα για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών σε οικία στην οδό XXXXX 5, XXXXX, XXXXX, Λευκωσία. Ο ΜΕ1 προσέφερε μαρτυρία για το γεγονός ότι στις 17.10.2006 η Εναγόμενη υπέγραψε τη γραπτή Συμφωνία Εκτέλεσης Οικοδομικού Έργου (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία») που αφορούσε στην ανέγερση μιας διώροφης μονοκατοικίας με υπόγειους και βοηθητικούς χώρους σε ιδιόκτητο οικόπεδο της Εναγόμενης επί της οδού XXXXX 5, XXXXX, στην περιοχή της XXXXX στη Λευκωσία. Το Συμφωνητικό Έγγραφο κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Αυτή στο εξής θα ονομάζεται και ως "η επίδικη Συμφωνία". Από το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας που δόθηκε στη δίκη, διαπιστώνω ότι είναι παραδεκτό και από πλευράς της Εναγόμενης - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας ότι το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α αποτυπώνει πράγματι τη συμφωνία που συνήφθη για την εκτέλεση του επίδικου οικοδομικού έργου. Επίσης, από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι όλοι οι διάδικοι αποδέχονται πως κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, αυτή η Συμφωνία, αν και αναφέρεται ως επίδικη, εντούτοις είναι δεκτό ότι ήταν δεσμευτική για τους συμβαλλόμενους (ιδιοκτήτρια του έργου, εργολάβο και αρχιτέκτονες). Από το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας που δόθηκε στη δίκη, διαπιστώνω επίσης ότι, ακόμη και μετά την εκτέλεση της Συμφωνίας, όταν η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα είχε παράπονο για μη εκτελεσθείσες εργασίες ή/και για κακοτεχνίες, σε αυτό το κείμενο Συμφωνίας ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α παρέπεμψε τον πραγματογνώμονα που διόρισε το ΕΤΕΚ για να κρίνει το βάσιμο των ισχυρισμών της. Για τούτο και ενσωματώθηκε στο Έγγραφο Ε. Συνεπώς, κρίνεται ως αξιόπιστη η μαρτυρία του ΜΕ1 και αποδεικνύεται ως αληθής ο ισχυρισμός της Ενάγουσας για το ότι συνήφθη έγγραφη Συμφωνία ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, η οποία θα πρέπει να αποτελέσει τη βάση για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου επί των νομικών διαφορών που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων τόσο στην αγωγή όσο και στην ανταπαίτηση. Τρίτον, ότι, δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, η Ενάγουσα εκτέλεσε οικοδομικές εργασίες για τις οποίες εξέδωσε διατακτικά τα οποία πληρώθηκαν. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του ΜΕ1, η επίδικη Συμφωνία ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α καθόριζε τη συνολική αξία των εργασιών που θα εκτελούσε η Ενάγουσα σε ΛΚ96.
  3. Η Ενάγουσα άρχισε να εκτελεί τις οικοδομικές εργασίες όπως είχε συμφωνηθεί και οι αρχιτέκτονες, αφότου επιθεωρούσαν τις εκτελεσθείσες εργασίες, εξέδιδαν πιστοποιητικά πληρωμής με λεπτομερή αναφορά των εργασιών της Ενάγουσας και με αναφορά στο ποσό που εκάστοτε έπρεπε να καταβάλει η Εναγόμενη στην Ενάγουσα. Σημειωτέον ότι στην επίδικη Συμφωνία, ως αρχιτέκτονες του έργου ορίστηκαν η "ΙΜΑ Αρχιτεκτονική". Συνέταιροι σε αυτήν ήταν οι αρχιτέκτονες XXXXX Ιερείδης και XXXXX Μιχαήλ. Ήταν κοινό έδαφος μεταξύ ΜΕ1 και συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι αρχιτέκτονες διορίστηκαν από την Εναγόμενη, καθώς και ότι είναι οι αρχιτέκτονες εκείνοι που μετά τον διορισμό τους προσκάλεσαν την Ενάγουσα ως εργολήπτη να υποβάλει προσφορά για την εκτέλεση του έργου, το οποίο εν τέλει της ανατέθηκε δυνάμει του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Α. Ο κ. XXXXX Ιερείδης (εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2), ο οποίος εμφανίσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της υπεράσπισής του στην ανταπαίτηση, επιβεβαίωσε ως ορθά τα λεγόμενα του ΜΕ1 (ΜΥ1@Ανταπ.), για το γεγονός ότι αυτός, ενεργώντας ως αρχιτέκτονας - επιβλέπων μηχανικός του έργου, επιθεωρούσε το εργοτάξιο, σύγκρινε τις εκτελεσθείσες εργασίες με αυτές για ις οποίες ο εργολάβος απαιτούσε χρήματα και συνέτασσε στη συνέχεια καιυπέγραφε τα Διατακτικά / Πιστοποιητικά Πληρωμής. Ομοίως, η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα επιβεβαίωσε ότι λάμβανε τα Διατακτικά Πληρωμής μέσω του αρχιτέκτονα, κ. Βασίλη Ιερείδη, προς τον οποίο και έθετε τις όποιες απορίες ή/και αμφιβολίες της για την περιγραφή των εκτελεσθέντων εργασιών στα Διατακτικά Πληρωμής, αναμένοντας να λάβει απαντήσεις προτού τα πληρώσει. Τόσο ο αρχιτέκτονας όσο και η εργοδότρια / ιδιοκτήτρια της επίδικης οικοδομής, επιβεβαίωσαν την αλήθεια των δηλώσεων του ΜΕ1 για το γεγονός ότι εκδόθηκαν καθόλη τη διάρκεια της επίδικης Συμφωνίας, τα πιο κάτω πέντε συνολικά Διατακτικά / Πιστοποιητικά Πληρωμής: Στις 9.5.2007 εκδόθηκε το Πιστοποιητικό αρ. 1, για εκτελεσθείσα εργασία από 1.11.2006 μέχρι 30.4.2007, συνολικής αξίας ΛΚ51.170 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Στις 31.7.2007 εκδόθηκε το Πιστοποιητικό αρ. 2, για εκτελεσθείσα εργασία μέχρι 30.7.2007, για το ποσό των ΛΚ36.225 (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α). Στις 24.6.2008 εκδόθηκε το Πιστοποιητικό αρ. 3, για τις εκτελεσθείσες εργασίες μέχρι τις 20.6.2008, για το ποσό των ΛΚ13.461,30 (ισόποσο με €23.000). Σχετικό το Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Α. Στις 19.11.2008 εκδόθηκε το Πιστοποιητικό αρ. 4, για τις εκτελεσθείσες επιπλέον εργασίες μέχρι 15.11.2008, για το ποσό των €23.000 (βλ. το Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α). Στις 26.4.2010 εκδόθηκε το Πιστοποιητικό αρ. 5, για τις εκτελεσθείσες εργασίες μέχρι 16.11.2009, για ποσό €39.100 (βλ. το Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α). Έναντι των πιο πάνω Διατακτικών / Πιστοποιητικών, με βάση τα αποδεικτικά που παρουσίασε ο ΜΕ1 η Εναγόμενη έκανε προς την Ενάγουσα τις εξής πληρωμές: Στις 4.7.2007 η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ49.510 ως μέρος των εκτελεσθεισών εργασιών. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ημερ. 4.7.2007, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε σε μορφή αντίγραφου, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). Στις 6.10.2007 η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ22.000 ως μέρος των εκτελεσθεισών εργασιών. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ημερ. 6.10.2007, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε σε μορφή αντίγραφου, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης (βλ. το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α). Στις 23.12.2007 η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ5.
  4. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ημερ. 23.12.2007, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε σε μορφή αντίγραφου, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης (βλ. το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α). Στις 5.2.2008 η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ13.668,81σ. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ημερ. 5.2.2008, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε σε μορφή αντίγραφου, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης (βλ. το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α). Στις 5.3.2008 η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ
  5. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ημερ. 5.3.2008, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε σε μορφή αντίγραφου, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης (βλ. το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α). Στις 8.7.2008 η Ενάγουσα πλήρωσε στην Εναγόμενη το ποσό των €23.
  6. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ημερ. 8.7.2008, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε σε μορφή αντίγραφου, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης (βλ. το Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α). Στις 6.5.2009 η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα το ποσό των €16.
  7. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ημερ. 6.5.2009, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε σε μορφή αντίγραφου, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης (βλ. το Τεκμήριο 13 υπό Έγγραφο Α). Η τελευταία πληρωμή από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα έγινε στις 23.6.2010 για το ποσό των €39.
  8. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ημερ. 23.6.2010, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε σε μορφή αντίγραφου, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης (βλ. το Τεκμήριο 16 υπό Έγγραφο Α). Μετά τις πληρωμές που με αξιόπιστη μαρτυρία ο ΜΕ1 απέδειξε ότι έκανε η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, μόνο το ποσό της κράτησης €5.000 είναι που συνεχίζει να απαιτεί η Ενάγουσα ως οφειλόμενο από την Εναγόμενη, επειδή τελευταία το άφησε απλήρωτο. Προτού ασχοληθώ με το αν συνάδει με την επίδικη Συμφωνία η ισχυριζόμενη οφειλή της Ενάγουσας για το πιο πάνω Ποσό Κράτησης, κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω εδώ ορισμένες παρατηρήσεις που θεωρώ αναγκαίες για να γίνει κατανοητό πώς προέκυψε το συνολικό ποσό πληρωμών που έκανε η Εναγόμενη. Δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση ότι η Εναγόμενη (εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα έκανε μόνο τις πιο πάνω πληρωμές προς την Ενάγουσα μέχρι και τη μέρα της καταχώρησης της αγωγής, αλλά και μέχρι τέλους της δίκης. Συνεπώς, το σύνολο των πληρωμών που έγιναν από αυτήν ήταν ΛΚ96.098,81 μέχρι 5.3.2008 και επιπλέον €78.100 μέχρι 23.6.
  9. Το αρχικό τίμημα που προβλεπόταν στην επίδικη Συμφωνία ήταν ΛΚ96.000 (βλ. το Παράρτημα, σελ. 42 του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Α). Ωστόσο, όπως προκύπτει από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας κατά τη δίκη, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας έγιναν προσθαφαιρέσεις στις εργασίες ανέγερσης της επίδικης οικοδομής με οδηγίες ή/και συναίνεση της Εναγόμενης. Αποτέλεσμα τούτων ήταν ότι ο εργολάβος (δηλαδή η Ενάγουσα) υπέβαλε προς τους αρχιτέκτονες «Τελικό Λογαριασμό» στις 6.5.2008 (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Θ, παρα. 8 του Εγγράφου Θ), όπου υπολόγιζε ότι το σύνολο των προσθηκών ανερχόταν σε €175.323,27σ. και το σύνολο των αφαιρέσεων ανερχόταν σε €99.089,15σ., δηλαδή η Ενάγουσα αξίωνε έγκριση από τον αρχιτέκτονα για τη διαφορά λόγω προσθαφαιρέσεων που ανερχόταν σε επιπλέον ποσό €76.234,12σ. Από τη γραπτή δήλωση του αρχιτέκτονα κ. Β. Ιερείδη (ΜΥ2@Ανταπ.) ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται αυτός να επιβεβαιώνει ότι του υποβλήθηκε από τον εργολάβο (εδώ Ενάγουσα) ο Τελικός Λογαριασμός ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Θ που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο ΜΕ1 (βλ. παρα. 11 του Εγγράφου Ι). Συγχρόνως, όμως, προκύπτει από τη γραπτή δήλωση του ίδιου μάρτυρα - αρχιτέκτονα (ΜΥ2@Ανταπ.) ότι αυτός δεν ενέκρινε τον Τελικό Λογαριασμό προσθαφαιρέσεων όπως του τον υπέβαλε ο εργολάβος, παρά μόνο μετά την προσωρινή παραλαβή της επίδικης οικοδομής από την Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα (η οποία έγινε κατά ή περί τις 24.2.2010). Υπενθυμίζω ότι το τελευταίο Διατακτικό / Πιστοποιητικό Πληρωμής αρ. 5 (βλ. Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α) φέρει ημερομηνία έκδοσης 26.4.2010, δηλαδή 2 και πλέον μήνες μετά την ημερομηνία της προσωρινής παραλαβής του έργου από την ιδιοκτήτριά του. Τούτη μάλιστα η στάση του αρχιτέκτονα φαίνεται να τηρήθηκε κατ' απαίτηση της ίδιας της Εναγομένης. Αυτό αναφέρει ο ίδιος ο κ. Β. Ιερείδης προς την κα Λαζάρου στην επιστολή του ημερομηνίας 31.5.2010, η οποία εσωκλείεται στη δέσμη επιστολών στο Έγγραφο Ε και στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Ιερείδης (ΜΥ2@Ανταπ.) στην παρα. 26 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Ι (βλ. τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 4.6.2021). Εκεί ο ίδιος γράφει επί λέξει: "Έχουμε ικανοποιήσει κάθε σας απαίτηση και εντολή με υπευθυνότητα. Έχουμε σεβαστεί την επιθυμία σας να παραλάβετε την οικοδομή και μετά να εκδώσουμε τον τελικό λογαριασμό. [...]". Και στην παρα. 3 της ίδιας επιστολής ημερ. 31.5.2010, ο κ. Ιερείδης αναφέρει ότι: "[...] Έχω προσεκτικά εξετάσει τις απαιτήσεις για πρόσθετες εργασίες και για έλαττον και σας τις έχω εξηγήσει προφορικά και γραπτά. Αντί της απαίτησης του εργολάβου, έχω εγκρίνει €39.682 (τριάντα εννιά χιλιάδες και εξακόσια ογδόντα δύο ευρώ.) Αποκοπή περίπου €125.000 (εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ.).". Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, είναι που φαίνεται ότι εκδόθηκε τελικά από τους αρχιτέκτονες το Διατακτικό / Πιστοποιητικό αρ. 5 ημερ. 26.4.2010 (Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α) για το ποσό των €39.100 (πλέον το ποσό κράτησης €5.000), έναντι του οποίου η Εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των €39.000 μόνο στις 23.6.2010 (ως η απόδειξη πληρωμής - Τεκμήριο 16 υπό Έγγαρφο Α), αφήνοντας απλήρωτο μόνο το Ποσό Κράτησης. Τέταρτον, ότι σύμφωνα με ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της Συμφωνίας, παρακρατήθηκε προς όφελος της Εναγόμενης ένα ποσό που αναγράφεται στο διατακτικό, το οποίο ορίστηκε πληρωτέο ή/και επιστρεπτέο από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα την 25/2/
  10. Προς απόδειξη της αλήθειας της πιο πάνω δικογραφημένης θέσης της Ενάγουσας, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στις «Παρατηρήσεις» του Διατακτικού Πληρωμής / Πιστοποιητικού αρ. 5 (Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α), όπου καθοριζόταν ότι: «Εξόφληση της κράτησης συμβολαίου στις 25.2.2011». Όλοι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η φράση αυτή αναφέρεται στο Ποσό Κράτησης €5.000 που καθόρισε ο αρχιτέκτονας ως πληρωτέο στις 25.2.
  11. Πέμπτον, ότι η Εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει το Ποσό Κράτησης στη λήξη της προθεσμίας. Ο ΜΕ1 υπήρξε αξιόπιστος στη μαρτυρία του, προσκομίζοντας όλα εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία που ήταν αναγκαία για να αποδειχθούν οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας ως προς το ότι αυτή ειδοποίησε ή/και υπενθύμισε επανειλημμένα την Εναγόμενη για την ισχυριζόμενη οφειλή πληρωμής του Ποσού Κράτησης, με επιστολές ημερομηνίας 25/5/2011 (βλ. το Τεκμήριο 17 υπό Έγγραφο Α) και 29.9.2011 (βλ. Τεκμήριο 18 υπό Έγγραφο Α), στις οποίες η Εναγόμενη απάντησε με την επιστολή της ημερ. 24.10.2011 (Τεκμήριο 19 υπό Έγγραφο Α), αρνούμενη να το πληρώσει. Επίδικο νομικό θέμα? είχε ή δεν είχε νομικά υποχρέωση η Εναγόμενη, βάσει της επίδικης Συμφωνίας, για πληρωμή του Ποσού Κράτησης κατά ή περί τις 25.2.2011; Παρατηρώ ότι, παρά το αξιόπιστο της δήλωσης του ΜΕ1 για το ότι όντως ο αρχιτέκτονας έταξε ως πληρωτέο το συγκεκριμένο Ποσό Κράτησης στις 25.2.2011, εντούτοις από νομικής σκοπιάς η δήλωση του μάρτυρα χωρεί δικαστικού ελέγχου για την ορθότητα και νομιμότητα του νομικού αποτελέσματος που επιδιώκει να αποδείξει. Στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα στην αγωγή αξιώνει «πρόωρα» ή/και «αχρεωστήτως» το Ποσό Κράτησης €5.000, διότι? · η Ενάγουσα - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη αρ. 1 δεν περάτωσε τις εργασίες της (βλ. παρα. 4(α) της Έκθεσης Υπερ. & Ανταπ.), · η Ενάγουσα - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη αρ. 1 (β) δεν εκτέλεσε τις εργασίες καλότεχνα και ως οι όροι και ως επιτάσσει η τέχνη και η άδεια οικοδομής (βλ. παρα. 4(β) της Έκθεσης Υπερ. & Ανταπ.) · υπήρξαν αντισυμβατικές καθυστερήσεις (βλ. παρα. 4(γ) της Έκθεσης Υπερ. & Ανταπ.), και · η ίδια η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα δικαιούται σε αποζημιώσεις για μεγαλύτερα ποσά από αυτό που αξιώνει η Ενάγουσα. Εξετάζω, πρώτον, τον ισχυρισμό περί «πρόωρης» απαίτησης. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της επίδικης Συμφωνίας (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) ότι «το ποσό κράτησης», το οποίο αναγράφεται στο Πιστοποιητικό, εν προκειμένω το ποσό των €5.000, παρακρατείτο προς όφελος της Εναγομένης και θα καταβάλλετο από αυτήν σε συγκεκριμένη ημερομηνία «μετά το πέρας των εργασιών», όπως θα καθόριζε ο αρχιτέκτονας. Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι, στην πραγματικότητα ήταν ρητός, όχι απλώς εξυπακουόμενος, ο όρος της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) που περιλαμβανόταν στο άρθρο 31
(3)(α) αυτής, ότι θα τηρήτο κάποιο «ποσοστό κράτησης» εκκρεμούσης της εκτέλεσης της σύμβασης: "Σε σχέση με οποιαδήποτε Ενδιάμεσα Πιστοποιητικά τα οποία εκδίδονται πριν από την έκδοση του Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης, ο εργοδότης, υπό τις πρόνοιες της υποπαραγράφου (β) της παρούσας παραγράφου, θα δύναται να κρατήσει κάποιο ποσοστό (εις τους παρόντες Όρους καλούμενο "το Ποσοστό Κράτησης") επί της συνολικής αξίας των εργασιών, υλικών και εμπορευμάτων και του κέρδους [...]". Ο χρόνος κατά τον οποίο το Ποσοστό Κράτησης θα ήταν τελικά πληρωτέο από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, προβλεπόταν στο άρθρο 31
(4)(γ) της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), το οποίο προέβλεπε την εξής διαδικασία και εξουσία του αρχιτέκτονα: "31.-
(4)Τα ποσά τα οποία κρατούνται δυνάμει της παραγράφου
(3)του παρόντος Άρθρου θα υπόκεινται εις τους πιο κάτω κανόνες: (γ) Κατά την εκπνοή της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα η οποία καθορίζεται εις το Παράρτημα των παρόντων Όρων ή κατά την έκδοση του Πιστοποιητικού Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης των Ελαττωμάτων, οποιοδήποτε γεγονός συμβεί αργότερα, ο Αρχιτέκτονας θα εκδώσει κάποιο Πιστοποιητικό για το υπόλοιπο των ποσών τα οποία είχαν κρατηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο μέχρι τότε και ο Εργολάβος κατά την παρουσίαση οποιουδήποτε τέτοιου Πιστοποιητικού εις τον Εργοδότη, θα δικαιούται να πληρωθεί το εν λόγω υπόλοιπο εντός του Χρονικού Ορίου για την Καταβολή Πληρωμών το οποίο καθορίζεται εις το Παράρτημα των παρόντων Όρων αρχομένου από την παρουσίαση του Πιστοποιητικού αυτού.". Ερμηνεύω τον πιο πάνω όρο ως εξής: (α) Ότι το Ποσοστό Κράτησης θα καθοριζόταν από τον Αρχιτέκτονα με Πιστοποιητικό Πληρωμής, (β) Ότι ο Αρχιτέκτονας είχε εξουσία να εκδώσει το Πιστοποιητικό Πληρωμής κατά την τελευταία από τις πιο κάτω διαζευκτικές ημερομηνίες: Είτε κατά την εκπνοή της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα, ή Κατά την έκδοση του Πιστοποιητικού Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης των Ελαττωμάτων. (γ) Ότι το ποσό κράτησης που θα καθόριζε στο Πιστοποιητικό Πληρωμής ο Αρχιτέκτονας κατά την πιο πάνω ημερομηνία, θα ήταν πληρωτέο εντός 14 ημερών από την παρουσίαση αυτού από τον Εργολάβο προς τον Εργοδότη / Ιδιοκτήτη του έργου. Τούτο ήταν το «Χρονικό Όριο για την Καταβολή Πληρωμών» που προβλεπόταν στη σελ. 42 του Παραρτήματος του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Α. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 και συγκεκριμένα όπως φαίνεται στην όψη του Τεκμηρίου 14 υπό Έγγραφο Α, ο Αρχιτέκτονας στην παρούσα υπόθεση καθόρισε το Ποσό Κράτησης με το Πιστοποιητικό Πληρωμής αρ. 5, δηλαδή στις 26.4.2010. Το νομικό ζητούμενο είναι αν ο αρχιτέκτονας ενήργησε κατά τρόπο που συνάδει με τον πιο πάνω όρο του άρθρου 31
(4)(γ) της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Α), έτσι ώστε η Εναγόμενη να είχε πράγματι υποχρέωση να συμμορφωθεί. Από το σύνολο της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας, διαπιστώνω ότι, 2 μόλις μήνες μετά την προσωρινή παραλαβή του έργου, η οποία έλαβε χώρα στις 24.2.2010 (βλ. τη Βεβαίωση Έμπρακτης Συμπλήρωσης του Έργου και Προσωρινής Παραλαβής, ημερ. 24.2.2010, την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ζ και την έκδοση της οποίας επιβεβαίωσε ο συντάκτης της, αρχιτέκτονας κ. XXXXX Ιερείδης (ΜΥ2@Ανταπ.)), ητοι στις 26.4.2010, ο Αρχιτέκτονας (εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 - ΜΥ2@Ανταπ.) καθόρισε το Ποσό Κράτησης. Στην πραγματικότητα, στις 26.4.2010 που ο Αρχιτέκτονας εξέδωσε το Πιστοποιητικό Πληρωμής αρ. 5 καθορίζοντας το Ποσό Κράτησης, δεν είχε ακόμη συμβεί κανένα από τα δύο προαπαιτούμενα του άρθρου 31
(4)(γ): Δεν είχε εκπνεύσει η Περίοδος Ευθύνης για Ελαττώματα, εφόσον, βάσει του Παραρτήματος και των άρθρων 16, 17 και 31 της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), η Περίοδος εκείνη έληγε «12 μήνες από την ημέρα η οποία αναφέρεται εις το Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης των Εργασιών". Εν προκειμένω, διαπιστώνω ότι η Βεβαίωση Έμπρακτης Συμπλήρωσης εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα (εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο αρ. 2 - ΜΥ2@Ανταπ.) στις 24.2.2010 κατά την προσωρινή παραλαβή του έργου, με αποτέλεσμα η Περίοδος Ευθύνης για Ελαττώματα να έληγε μόλις στις 25.2.2011. Δεν είχε ακόμη εκδοθεί από τον αρχιτέκτονα Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης των Ελαττωμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, κρίνω ότι ο Αρχιτέκτονας ενήργησε κατ'ουσίαν πρόωρα και βεβιασμένα, αντίθετα προς το γράμμα του Άρθρου 31
(4)(γ) της επίδικης Συμφωνίας, μη αναμένοντας να διαπιστώσει εάν τυχόν Ελαττώματα, τα οποία είχαν εντοπισθεί κατά την προσωρινή παραλαβή (24.2.2010), θα επιδιορθώνονταν εντός της δωδεκάμηνης Περιόδου Ευθύνης. Διαζευκτικά, ενήργησε ο αρχιτέκτονας ωσάν να μην υπήρχαν στις 26.4.2010, που αυτός εξέδωσε το Πιστοποιητικό αρ. 5, οποιαδήποτε Ελαττώματα προς Επιδιόρθωση ή/και ωσάν να είχαν ήδη Επιδιορθωθεί. Παραταύτα, δεν προκύπτει από την προσφερθείσα μαρτυρία να εξέδωσε ο αρχιτέκτονας κατά ή περί τις 26.4.2020 προς την Ενάγουσα ή προς την Εναγόμενη οποιοδήποτε Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης Ελαττωμάτων. Ούτε υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι στη λήξη των 12 μηνών, ήτοι κατά ή περί τις 25.2.2011, είχε εκδοθεί προς την Ενάγουσα ή προς την Εναγόμενη οποιοδήποτε Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης Ελαττωμάτων. Καταλήγω να κρίνω παράτυπο και/ή μη συνάδοντα με το άρθρο 31
(4)(γ) τον καθορισμό από τον αρχιτέκτονα του Ποσού Κράτησης κατά ή περί τις 26.4.2020. Επίσης, κρίνω πρόωρη ή/και μη εκκαθαρισμένη την υποχρέωση πληρωμής του Ποσού Κράτησης από την Εναγόμενη στις 25.2.2011, εφόσον δεν είχε ακόμη εκδοθεί και /ή κοινοποιηθεί προς αυτήν Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης Ελαττωμάτων. Τονίζω ότι η συμπλήρωση και αποδοχή των εργασιών δεν τεκμαίρεται αολώς και μόνο λόγω της ανάληψης κατοχής της επίδικης οικίας από τον εργοδότη του έργου. Παραπέμπω συναφώς στο Σύγγραμμα HUDSON's Building and Engineering Contracts, by I. N. Duncan Wallace, London, Sweet & Maxwell 1965, στη σελ. 273 όπου, υπό τον τίτλο «
(2)Acceptance not implied by Occupation» αναφέρεται ότι «[.] A building owner does not accept work merely by resuming occupation or continuing in possession of the land in which the work has been carried out». Σημειώνω επίσης ότι η πληρωμή διατακτικού πληρωμής για εργασίες που έγιναν δεν αποκλείει τον εργοδότη από το να ανταπαιτήσει στη συνέχεια αποζημιώσεις αν διαφανεί ότι δεν ήταν πλήρως συμπληρωμένες ή ότι ήταν κακότεχνες. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στο Σύγγραμμα HUDSON's Building and Engineering Contracts, υπό τον τίτλο «
(3)Acceptance, Payment or Judgment no Bar to Claim for Damages», «Even though a building owner may have accepted the work, so that a liability to pay the price of it arises, that will not prevent the building owner from showing that the work is incomplete or badly done; he may either counterclaim or set off damages in an action by the builder [.].». Εξαρτάται βεβαίως το δικαίωμα έγερσης ανατπαίτησης κατά του εργολάβου από το αν τα ελαττώματα ή οι κακοτεχνίες διαφάνηκαν εντός της Περιόδου Ευθύνης του ή όχι. Στην παρούσα υπόθεση, από το σύνολο της ενώπιον μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως θα δείξω πιο κάτω, δεν ήταν τέτοια η περίπτωση που να μπορούσε να κριθεί δικαστικά ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα το Πιστοποιητικό αρ. 5 (Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α) ή/και το ποσό κράτησης ή/και ότι δεν υπήρχαν κατά ή περί τις 26/4/2010 οποιαδήποτε Ελαττώματα προς επιδιόρθωση ή/και ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ελαττώματα προς επιδιόρθωση κατά την Περίοδο Ευθύνης Ελαττωμάτων είτε ακόμη και κατά τη λήξη της (25.2.2011). Υπεισέρχομαι αναπόφευκτα στη μαρτυρία που δόθηκε αναφορικά με την Υπεράσπιση της Εναγομένης και την Ανταπαίτηση αυτής και επισημαίνω, συναφώς, τα εξής? Η κα XXXXX Λαζάρου (Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα), η οποία δηλώνει εκπαιδευτικός στο επάγγελμα και συγκεκριμένα Διευθύντρια Δημοτικού Σχολείου, είναι η εργοδότρια / ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας. Για θρησκευτικούς λόγους, επέλεξε να δώσει τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση Διαβεβαίωσης ότι θα πει την αλήθεια, αντί όρκου. Δεν διαφοροποιεί η επιλογή αυτή τον τρόπο αξιολόγησής της από το Δικαστήριο. Σημειώνω ότι η κα Λαζάρου μου φάνηκε σοβαρό άτομο, ακριβολογούσε και ήταν ικανή στο χειρισμό του λόγου. Ήταν φανερό ότι υπήρξε πολύ σχολαστική στην αλληλογραφία της με όσους επαγγελματίες εργάστηκαν στην επίδικη οικοδομή και ότι αναζητούσε διευκρινίσεις για κάθε χρηματική απαίτηση που της υπέβαλλαν. Ενώπιον του Δικαστηρίου έδειξε ετοιμότητα να παραπέμπει στην αλληλογραφία αυτή και να την τοποθετεί μέσα στην αλληλουχία των γεγονότων που συνέβησαν. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως το ότι μέσα από την όλη αμφισβήτηση των διατακτικών πληρωμής τόσο του κυρίως εργολάβου, όσο και υπεργολάβων, αλλά και της συνεχούς πίεσης που ασκούσε στον αρχιτέκτονα να εκδίδει διευκρινιστικές ή διορθωτικές οδηγίες, αυτή διατάραξε τις σχέσεις της σχεδόν με όλους. Το ζητούμενο είναι αν έχει δίκαιο. Η κα Λαζάρου παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Ζ τη γραπτή δήλωσή της, ημερ. 15.2.21, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Στις παρα. 6, 7, 9, 13, 14 και 15 του Εγγράφου Ζ, η Εναγόμενη δήλωσε ότι? «
  1. Κατά τη διάρκεια των εργασιών παρέμβηκα αρκετές φορές για να επισημάνω λάθη και παραλείψεις τόσο προς τους Ενάγοντες όσο και προς τους Αρχιτέκτονες - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και
  2. Συγκεκριμένα, προέβαινα σε απευθείας παρατηρήσεις (τόσο προφορικά όσο και γραπτά) προς τους ενάγοντες και μέσω των Αρχιτεκτόνων, [.]. Η επιστολή μου προς τους Αρχιτέκτονες ημερομηνίας 13/4/2008 κατατίθεται ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ζ. Η επιστολή μου προς τους Αρχιτέκτονες ημερομηνίας 3/8/2008 κατατίθεται ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Ζ.
  3. Κατά την εκτέλεση των εργασιών παρατηρούνταν καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα να γίνει προσωρινή παραλαβή της οικίας, 2 έτη μετά την ημερομηνία παράδοσης που αναφέρεται στο συμφωνητικό έγγραφο, δηλαδή περί τον Φλεβάρη του 2010, αντί 1 Μαρτίου 2008, για την οποία παραλαβή σημείωσα τις ενστάσεις και παρατηρήσεις μου στο σχετικό έγγραφο, ενώ ο Αρχιτέκτονας καλούσε τον εργολάβο να προβεί σε άμεση επιδιόρθωση των ζημιών - παρατηρήσεων. Το έγγραφο για προσωρινή παραλαβή ημερομηνίας 24/2/2020 κατατίθεται ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ζ.
  4. Ο λόγος που αρνήθηκα να καταβάλω το ποσό του διατακτικού αρ. 5 ημερομηνίας 26/4/2010, ύψους €5.000, που αφορά το ποσό της παρακράτησης για τυχόν ζημιές, όπως προβλέπεται στο Συμβόλαιο που υπογράψαμε, ήταν οι κακοτεχνίες και οι ελλείψεις, αλλά και η ρητή προφορική υπόσχεση από τον ίδιο τον Μάριο Κουτσιοφή εκ μέρους της Ενάγουσας, ότι θα μου χάριζε η Ενάγουσα αυτό το ποσό, ένεκα των κακοτεχνιών και ελλείψεων, τις οποίες προφορικά αποδεχόταν, ενώ πολλές μου υποσχέθηκε ότι θα διορθώνονταν, χωρίς να πράξει οτιδήποτε.
  5. Επιπλέον, υπήρχαν αρκετές ζημιές, οι οποίες δεν επιδιορθώθηκαν, δεν τηρήθηκαν τα χρονοδιαγράμματα και δεν έγινε τελική παραλαβή της οικίας, ούτε εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από τους αρχιτέκτονες, αλλά και η προσωρινή παραλαβή έγινε υπό την αίρεση ότι θα διορθώνονταν συγκεκριμένες ζημιές, σύμφωνα και με την επιστολή - έγγραφο ημερομηνίας 24/2/2010, στην οποία έγραψα τις παρατηρήσεις μου.
  6. Στις επιστολές προς τους Αρχιτέκτονες, ημερομηνιών 13/4/2008, 3/8/2008 (τις οποίες αναφέρω πιο πάνω) και επιπλέον 30/4/2010 και 5/5/2010, τους επεσήμανα την μη τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων κατά παράβαση των όρων του Συμβολαίου που υπογράψαμε, τις καθυστερήσεις και αφαιρέσεις οι οποίες έπρεπε να γίνουν από τα διατακτικά, καθώς επίσης και τα ποσά που βάσει συμβολαίου δικαιούμαι και διεκδικώ στα πλαίσια της ανταπαίτησης μου, χωρίς καμία ανταπόκριση ή ικανοποιητική ανταπόκριση και παρέμβαση από τους Αρχιτέκτονες προς την Ενάγουσα εργοληπτική εταιρεία. Η επιστολή μου προς Αρχιτέκτονες ημερομηνίας 30/4/2010 κατατίθεται ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Ζ. Η επιστολή μου προς Αρχιτέκτονες ημερομηνίας 5/5/2010 κατατίθεται ως Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Ζ.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ελέγχοντας την αξιοπιστία των πιο πάνω δηλώσεων της Εναγόμενης, παρατηρώ ότι, πράγματι, στην ίδια τη Βεβαίωση Έμπρακτης Συμπλήρωσης του Έργου και Προσωρινής Παραλαβής (ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ζ), ο αρχιτέκτονας κ. Ιερείδης που τη συνέταξε, αναγνωρίζει και αναφέρει ρητά ότι κατά την ημερομηνία της προσωρινής παραλαβής (24.2.2010) υπήρχαν ζημιές και/ή παρατηρήσεις που έχρηζαν διόρθωσης από τον εργολάβο, όπως αυτές απαριθμούνταν από τον αρχιτέκτονα στο Παράρτημα Ι της εν λόγω επιστολής της. Συγκεκριμένα, στη Βεβαίωση ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ζ ο Αρχιτέκτονας αναφέρει ότι? «Η πιο πάνω οικοδομή έχει έμπρακτα συμπληρωθεί. Εγκρίνεται η προσωρινή παραλαβή από την ιδιοκτήτρια του έργου. Καλείται ο εργολάβος να προβεί στην άμεση επιδιόρθωση των ζημιών - παρατηρήσεων που φαίνονται στο συνημμένο παράρτημα. Είμαι στη διάθεσή σας για όποιες άλλες πληροφορίες χρειαστείτε.». Επισημαίνω, συναφώς, ότι το εν λόγω Παράρτημα Ι δεν επισυναπτόταν στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ζ, όπως το κατέθεσε η Εναγόμενη στο Δικαστήριο. Όμως, κατά την ακροαματική διαδικασία υποδείχθηκε στον κ. Ιερείδη και στο Δικαστήριο το εν λόγω Παράρτημα Ι εντός της δέσμης εγγράφων του τεκμηρίου «Έγγραφο Ε», το οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε ως αυτό που επισυναπτόταν στη Βεβαίωση που ο ίδιος εξέδωσε στις 24.2.2010 και με το οποίο υποδείκνυε στον εργολάβο την ευθύνη να επιδιορθώσει τα εξής: «ΙΣΟΓΕΙΟ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑ. Κουζίνα - καθιστικό. · Υγρασία στο νότιο τοίχο (βάση) επαφή με νότια βεράντα. Υγρασία στον νότιο δυτικό τοίχο. Υγρασία δυτικός τοίχος hall, έξοδος προς αυλή. · Αρμολόγηση: κουζίνα - μπροστά από την βούρνα. · Χόλιασμα: στο γυρίζει αποχέτευσης δίπλα στη βεράντα κουζίνας προς αυλή, στην βεράντα μπροστά από την είσοδο. Τείχος περιφράξεις στον πεζόδρομο, ξεφύλλισε πλάι και μπροστά. Τέλι / σφαιρικό στο παραδεξάμενο ομβρίων αυλής / τσιμεντοειδής μόνωση στην δοκό φωταγωγού σκάλας. Να καθαριστεί η οροφή σκύβαλοθήκης και να μπογιατιστεί. Ηλεκτρολογικά: κουτί ασφαλειών στην κουζίνα. ΟΡΟΦΟΣ. · Αρμολόγηση δαπέδου διαδρόμου, μας τοίχο στο πεζούλι των παραθύρων - καθιστικού υπνοδωματίου. ΟΡΟΦΗ. · Υδρορρόες υπάρχουν στην προσφορά. Δεν τοποθετήθηκε η πολυστερίνη μόνωσης. ΥΠΟΓΕΙΟ. · Υγρασία κάτω και πλάι από σκάλα, εξωτερική τοιχοποιία και εσωτερική τοιχοποιία. Εσωτερικό βόρειο δωμάτιο, όλες οι κολώνες στους τοίχους δωματίου, δίπλα από στάθμευση όλοι οι τοίχοι. Λείπει τσεκολαδούρα στην βάση διαχωριστικού επίπλου. Αποθήκη πετρελαίου: υγρασία στους τοίχους. Ρωγμή στον δυτικό τοίχο (τριχοειδής). Μηχανοστάσιο: υγρασία στην οροφή. Υγρασία στην οροφή χώρου στάθμευσης και αποθήκης. Προβλήματα γενικά: απορροή ομβρίων βεράντας και οροφής μπάνιο και υπνοδωματίου.». Συνεπώς, η προσωρινή παραλαβή έγινε υπό την αίρεση της ευθύνης του εργολάβου, όπως την καθόρισε ο αρχιτέκτονας, να επιδιορθώσει τα πιο πάνω εντός της Περιόδου Ευθύνης, η οποία έτρεχε για 12 μήνες από 24.2.
  7. Παρατηρώ επίσης ότι η ιδιοκτήτρια του έργου (Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα) κατέγραψε χειρόγραφα (σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται επί του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Ζ) τα εξής επί της παραληφθείσας από αυτήν Βεβαίωσης? «Η προσωρινή παραλαβή εγκρίνεται ΜΟΝΟΝ υπό την προϋπόθεση ότι θα διορθωθούν όλες οι κακοτεχνίες - παρατηρήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα Ι και με την προϋπόθεση ότι θα γίνουν αφαιρέσεις για έργα που θα εκτελούσε ο εργολάβος και εκτελέστηκαν ή θα εκτελεστούν από άλλους. Επίσης, ότι θα αφαιρεθούν οι καθυστερήσεις όπως προβλέπεται στο συμφωνητικό. Επιπρόσθετες παρατηρήσεις.
  8. Δεν εφαρμόστηκε καλά το πάτωμα της κουζίνας.
  9. Να ελεγχθούν οι υγρομονώσεις που εφαρμόστηκαν και ένα έχουν εφαρμοστεί και εάν είναι σύμφωνες με το συμφωνητικό με αρχιτέκτονα για σχεδιασμό βιοκλιματικής οικίας.
  10. Να ελεγχθεί το πρόβλημα με τις εξωτερικές αυλές υπογείου που μπάζουν νερά και υγρασία και να διορθωθεί.
  11. Η κατασκευή της κυρίας πόρτας της εισόδου δεν είναι σύμφωνη με τις αρχικές συμφωνίες + σχέδια, έχει μετακινηθεί και δεν υπάρχει ικανοποιητικό στέγαστρο από πάνω. Επίσης, αισθητικά δεν είναι όμορφη (σαν κουτί) και η κατασκευή μπάζει αέρα.
  12. Οι διπλές πατούδες στα παράθυρα δημιουργούν προβλήματα και το κόστος να αφαιρεθεί. Η ΙΔΙΟΚΗΤΗΤΡΙΑ (Υπογραφή) ΧΧΧΧΧ Λαζάρου». Δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για το αν η κα Λαζάρου εξωτερίκευσε οποτεδήποτε προς τον εργολάβο, μέσω του αρχιτέκτονα, την απαίτησή της για επιδιόρθωση των ελαττωμάτων ως το περιεχόμενο των δικών της χειρόγραφων σημειώσεων επί του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Ζ. Συνεπώς, αυτό που λαμβάνω υπόψη για να κρίνω αν ο εργολάβος συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του αρχιτέκτονα για επιδιόρθωση ελαττωμάτων, είναι εκείνα μόνο τα ελαττώματα που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι της Βεβαίωσης του αρχιτέκτονα πιο πάνω. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του σαφή μαρτυρία από πλευράς των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων αρ. 1 έως 3 για το ποιες εργασίες επιδιόρθωσης έγιναν, για ποια ελαττώματα και πότε. Λέγω τούτο, έχοντας λάβει υπόψη τα εξής? · Ο κ. Κουτσιοφής, προσερχόμενος στο Δικαστήριο ως ΜΥ1@Ανταπ., και κληθείς κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας να περιγράψει ποιες διορθωτικές εργασίες έκανε η Ενάγουσα μεταξύ 24/2/2010 (που εκδόθηκε η Βεβαίωση Προσωρινής Παραλαβής) και 8/10/2012 (που ήταν η ημερομηνία απάντησης προς τον κ. Κοζάκο), ο ΜΥ1@Ανταπ. δεν θυμόταν να τις πει αναλυτικά, παρά μόνο δήλωσε ότι ήταν εκείνες που του υπέδειξε ο αρχιτέκτονας. · Ο κ. Κουτσιοφής παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του, υπό την ιδιότητά του ως ΜΥ1@Ανταπ., ότι η Ενάγουσα δεν τηρούσε Ημερολόγιο Εργασίας, ότι τούτος ήταν ο λόγος που ουδέποτε εφοδίασε την Εναγόμενη με αυτό παρά τα αιτήματά της. Ισχυρίσθηκε ότι ήταν ανέφικτο να τηρηθεί Ημερολόγιο Εργασίας, λόγω του ότι ήταν πολλοί οι εμπλεκόμενοι στην οικοδομή. Οπόταν δεν μπορούσε ούτε και να παραπέμψει σε κάτι τέτοιο, για να αποδείξει ποιες εργασίες επιδιόρθωσης ελαττωμάτων έγιναν και πότε. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι, όταν ο αρχιτέκτονας συνέταξε το επίμαχο Πιστοποιητικό Πληρωμής αρ. 5, δύο μόλις μήνες μετά την προσωρινή παραλαβή του έργου, ήτοι στις 26.4.2020, φαίνεται ότι αυτός είχε εγκρίνει κατά ή περί την εν λόγω ημερομηνία και τον Τελικό Λογαριασμό που του υπέβαλε ο εργολάβος. Ούτε όμως με τον Τελικό Λογαριασμό φαίνεται από την προσφερθείσα μαρτυρία, συνολικά κρινόμενη, να συμφώνησε η Ιδιοκτήτρια / Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, απεναντίας τόνιζε ότι δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί από τον εργολάβο όλες οι ζητηθείσες επιδιορθώσεις. Συγκεκριμένα, οι θέσεις της κας Λαζάρου σε σχέση με τον Τελικό Λογαριασμό εμφαίνονται στις δύο επιστολές που παρουσίασε η ίδια στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέτασή, ως τα Τεκμήρια 5 και 6 υπό Έγγραφο Ζ (βλ. πρακτικά δικασίμου ημερ. 15.2.2021). Πρόκειται για επιστολές της κας Λαζάρου προς τους αρχιτέκτονες ΙΜΑ Αρχιτεκτονική, υπόψη κου Β. Ιερείδη, ημερ. 30.4.2010 και 5.5.2010, αντίστοιχα. Αμφότερες τιτλοφορούνται "Τελικός λογαριασμός και διατακτικά για Οικοδομή στην οδό [...]". Παρατηρώ ότι αυτές οι δύο επιστολές της Εναγόμενης δεν φέρουν οποιαδήποτε κοινοποίηση προς τον εργολάβο (Ενάγουσα). Ωστόσο, διαπιστώνω ότι αυτές οι δύο επιστολές δηλώνουν ξεκάθαρα προς τους αρχιτέκτονες τη διαφωνία της Εναγόμενης με τον Τελικό Λογαριασμό και με το Διατακτικό / Πιστοποιητικό αρ. 5 που εκδόθηκε στις 26.4.2010 και σχετίζονται ευθέως με την ουσία της ανταπαίτησής της περί κακοτεχνιών, ελάττον εργασιών, οικονομικών ζημιών και λοιπόν απαιτήσεών της. Επισημαίνω ειδικότερα την δήλωση της Εναγόμενης προς τους αρχιτέκτονες στην τελευταία παράγραφο (αρ. 7) της επιστολής ημερ.30.4.2010 (Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Ζ) που είναι 4 μόλις ημέρες μετά την ημερομηνία έκδοσης του τελευταίου διατακτικού (Πιστοποιητικού αρ. 5), ότι: "
  13. Σύμφωνα με την επιστολή της προσωρινής παραλαβής έχω υπογράψει δεδομένου ότι θα γίνονταν οι συγκεκριμένες επιδιορθώσεις και μετά να πληρώσω. Δεν έχουν όμως γίνει όλες. Σας παρακαλώ να επιληφθείτε ως πιο πάνω και να με υποστηρίξετε καθώς οφείλετε." (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Λεπτομέρειες αμφισβήτησης του διατακτικού / Πιστοποιητικού αρ. 5 παρατίθενται από την κα Λαζάρου και στην παρα. 2 της ίδιας επιστολής. Στην επιστολή της ημερ. 5.5.2010 (Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Ζ), η κα Λαζάρου επαναλαμβάνει προς τους αρχιτέκτονες τη θέση της ότι: "
  14. Σύμφωνα με την επιστολή της προσωρινής παραλαβής, έχω υπογράψει, δεδομένου ότι θα γίνονταν οι συγκεκριμένες επιδιορθώσεις και μετά να πληρώσω. Δεν έχουν γίνει όμως όλες. Τα πιο πάνω σας τα επισήμανα και στην προηγούμενη μου επιστολή ημ. 30.04.2010 και δεν προβήκατε σε καμία ενέργεια.". (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Επαναλαμβάνει η κα Λαζάρου στην ίδια επιστολή τους ισχυρισμούς της περί κακοτεχνιών από τον εργολάβο και εγείρει ισχυρισμό περί πλημμελούς επίβλεψης των εργασιών του από τον αρχιτέκτονα. Σε αυτή την επιστολή της κας Λαζάρου ημερ. 5.5.2010 απάντησε ο κ. Ιερείδης στις 31.5.2010 (η επιστολή εσωκλείεται ως πρώτη επιστολή στο Παράρτημα Γ του Εγγράφου Ε, την οποία είχε την ευκαιρία να δει και να αναγνωρίσει ως δική του ενώπιον του Δικαστηρίου), χωρίς να κοινοποιήσει την απαντητική αυτή επιστολή προς τον εργολάβο). Εντοπίζω εκεί να ισχυρίζεται ο αρχιτέκτονας ότι έγιναν ήδη από τον εργολάβο όσες επιδιορθώσεις είχαν καταγραφεί ως αναγκαίες? · (βλ. δεύτερη παράγραφο της επιστολής, σελ. 1) - «Έχουμε σεβαστεί την επιθυμία σας να παραλάβετε την οικοδομή και μετά να εκδώσουμε τον τελικό λογαριασμό. Έχουμε καταγράψει τις ατέλειες και τις κακοτεχνίες και αυτές έχουν επιδιορθωθεί από τον εργολάβο και διορισμένους υπεργολάβους.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) · (βλ. σημείο 6, σελ. 2 της επιστολής) - «
  15. Έχουν γίνει οι εργασίες που έχουν καταγραφεί. Ακόμα κι αν δεν είσαστε ικανοποιημένη, παρακαλώ γίνετε πιο σαφής για να γίνουν». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Επομένως, κατά ή περί τις 31.5.2010, ο αρχιτέκτονας έδιδε ακόμα στην Εναγόμενη το δικαίωμα να του υποδείξει ποιες διορθώσεις δεν έγιναν καλά, ώστε να γίνουν. Δεν νοείται να είχε εκδώσει ο αρχιτέκτονας Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης των Ελαττωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 31
(4)(γ) της επίδικης Συμφωνίας και να συνέχιζε να επιτρέπει στην Εναγόμενη να υποδεικνύει επιδιορθώσεις που δεν έγιναν. Άλλωστε, σε αντίφαση με την εκδοχή ότι είχαν συμπληρωθεί οι όποιες επιδιορθώσεις κατά ή περί την ημερομηνία έγκρισης του Τελικού Λογαριασμού του Εργολάβου (26.4.2010), κατά την αντεξέταση της κας Λαζάρου από τον συνήγορο των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 έως 3, αυτός της υπέβαλε ότι ο κ. Κουτσιοφής μετέβη στην επίδικη οικία για να κάνει κάποιες διορθωτικές εργασίες, κατά τα εξής χρονικά σημεία? Για πρώτη φορά κατά ή περί τον Απρίλιο του
  1. Δεν το αμφισβήτησε η μάρτυρας. Για δεύτερη φορά, το καλοκαίρι του
  2. Ούτε αυτό αμφισβητήθηκε από τη μάρτυρα. Για τρίτη φορά, το καλοκαίρι του
  3. Δεν το απέκλεισε η μάρτυρας να συνέβη. Οπόταν δημιουργήθηκε προς το Δικαστήριο μια ρευστή εικόνα σε σχέση με το μέχρι πότε ακόμη γίνονταν επιδιορθώσεις επί της επίδικης οικίας από τον εργολάβο, χωρίς σαφή συσχετισμό αυτών με την Περίοδο Ευθύνης για Ελαττώματα και χωρίς ρητή περιγραφή του τί επιδιορθώθηκε κάθε φορά. Παρατηρώ στο σημείο αυτό ότι κατά την αντεξέταση του κ. Κουτσιοφή ως ΜΕ1, σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου για το πότε έγινε το περιστατικό που, ως ισχυριζόταν ο ίδιος, η Εναγόμενη του δώρισε ένα σκυλάκι υποσχόμενη ότι θα εξοφλούσε προσεχώς και τις άλλες €5000 νοουμένου ότι θα έκανε η Ενάγουσα κάποιες διορθωτικές εργασίες, ο κ. Κουτσιοφής τοποθέτησε το περιστατικό αυτό περίπου δύο εβδομάδες πριν την τελική ημερομηνία που γράφει το Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α), δηλαδή 2 βδομάδες πριν τις 25.2.
  4. Ήταν, δηλαδή, η θέση του κ. Κουτσιοφή ότι στο χρονικό διάστημα αμέσως πριν τις 25.2.2011 έγινε έλεγχος από τον αρχιτέκτονα ότι έγινε η συντήρηση και οι εργασίες που ζήτησε η Εναγόμενη να γίνουν. Επομένως, ακόμη και η εκδοχή που ο Διευθυντής της Ενάγουσας - εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης αρ. 1 πρόταξε κατά την ακρόαση ήταν τέτοια που αναγνώριζε ότι στις 26/4/2010 που εκδόθηκε το επίδικο Διατακτικό / Πιστοποιητικό αρ. 5 όπου καθοριζόταν το Ποσό Κράτησης, δεν είχε λήξει ακόμη η Περίοδος Ευθύνης για Ελαττώματα ούτε είχε εκδοθεί ή/και μπορούσε να είχε εκδοθεί από τον Αρχιτέκτονα το Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης Ελαττωμάτων, αφού η ευθύνη του εργολάβου συνέχιζε μέχρι τις 25.2.
  5. Ο δε έλεγχος που έγινε από τον αρχιτέκτονα κατά ή περί τις 25.2.2011 δεν επιμαρτυρείται σε κάποιο Πιστοποιητικό. Έτσι, ακόμη και μετά την εκπνοή της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα, η Εναγόμενη αρνήτο να καταβάλει το Ποσό Κράτησης, ισχυριζόμενη ότι ΔΕΝ έγινε η τελική παράδοση του σπιτιού. Τούτο καταγράφεται στην επιστολή της Εναγόμενης, ημερ. 24.10.2011 (Τεκμήριο 19 υπό Έγγραφο Α), προς τους συνηγόρους της Ενάγουσας. Επίδικο νομικό θέμα? κατά πόσο έγινε τελική παράδοση της επίδικης οικοδομής και κατά πόσον εκδόθηκε Τελικό Πιστοποιητικό. Παρατηρώ κατ' αρχάς ότι σε κανένα στάδιο της δίκης, δεν παρουσιάσθηκε πιστοποιητικό που να φέρει τίτλο «Τελικό Πιστοποιητικό». Ήταν επίδικο θέμα αν έγινε ποτέ Τελική Παράδοση του Έργου στη λήξη της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα (ήτοι στη λήξη των 12 μηνών από 24.2.2010). Η έννοια της Τελικής Παράδοσης ταυτίζεται εν προκειμένω κατά την κρίση μου όχι με την έκδοση "Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης" κατά την έννοια του άρθρου 16
(1), αλλά με την έκδοση "Τελικού Πιστοποιητικού" κατά την έννοια του άρθρου 31
(7)της επίδικης Συμφωνίας ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Το άρθρο 31
(7)προβλέπει ότι? «
(7)Ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη από τον Εργολάβο της εκτίμησης του προς τον Αρχιτέκτονα βάσει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου
(6)του παρόντος Άρθρου, ο Αρχιτέκτονας όσο το δυνατόν ενωρίτερα αλλά πριν την εκπνοή 3 μηνών από το τέλος της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα η οποία καθορίζεται εις το Παράρτημα των παρόντων Όρων ή από την Συμπλήρωση της Επιδιόρθωσης των Ελαττωμάτων βάσει του Άρθρου 16 των παρόντων Όρων ή από την λήψη των εγγράφων τα οποία αναφέρονται εις την υποπαράγραφο (α) της παραγράφου
(6)του παρόντος Άρθρου, οποιοδήποτε γεγονός συμβεί αργότερα, θα εκδώσει το Τελικό Πιστοποιητικό. [.]». Υπό το φως της πιο πάνω πρόνοιας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως νομικά ορθή η εισήγηση του κ. Κουτσιοφή (ΜΥ1@Ανταπ.) ότι το Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α συνιστούσε κατ' ουσίαν το Τελικό Πιστοποιητικό και ότι ήταν θέμα πρακτικής του κάθε αρχιτεκτονικού γραφείου αν θα το ονόμαζε «Τελικό Πιστοποιητικό» ή αν θα το ονόμαζε απλώς ως «Πιστοποιητικό Πληρωμής». Ο λόγος που δεν γίνεται από το Δικαστήριο αποδεκτή η εισήγηση αυτή είναι διότι, χρονικά, ήταν άκαιρο ή/και πρόωρο να είχε εκδοθεί Τελικό Πιστοποιητικό στις 26.4.2010 που εκδόθηκε το Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α. Το Πιστοποιητικό αρ. 5 κρίνω πως ήταν απλώς ένα ακόμη διατακτικό πληρωμής. Ούτε μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο νομικά αποδεκτή η εισήγηση του κ. Κουτσιοφή (ΜΥ1@Ανταπ.) ότι υπήρξε τελική παράδοση, για το μόνο λόγο ότι η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα κατοικεί και χρησιμοποιεί την επίδικη οικία από 24.2.2010. Η ίδια η επίδικη Συμφωνία ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, διαφοροποιεί το νόημα του Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης του Έργου και την Προσωρινή ή Μερική Παραλαβή από την έννοια της τελικής παράδοσης και της έκδοσης Τελικού Πιστοποιητικού. Υπάρχουν ξεχωριστές διατάξεις που ρυθμίζουν το κάθε στάδιο. Το Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης διέπεται από το άρθρο 16 της επίδικης Συμφωνίας και το Τελικό Πιστοποιητικό από το άρθρο 31
(7). Επομένως, η όλη προσπάθεια που έγινε κατά την ακρόαση να στηριχθεί ο ισχυρισμός περί τελικής παράδοσης στο ότι ο αρχιτέκτονας εξέδωσε κατά ή περί τις 18.5.2010 ένα «Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης» (βλ. το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, μετέπειτα κατατεθέν από τον κ. Ιερίδη ΜΥ2@Ανταπ. ως κανονικό τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο ΙΑ»), δεν ωφελεί την υπόθεση της Ενάγουσας και των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 έως 3, διότι παραλείπει το Πιστοποιητικό ημερ. 18.5.2010 να βεβαιώσει ρητά αν οι ζημιές και άλλες παρατηρήσεις που είχαν γίνει στις 24.2.2010 με εντολή προς τον εργολάβο να προβεί σε διορθώσεις, συμπληρώθηκαν από τον εργολάβο. Το λεκτικό του Εγγράφου ΙΑ, ημερ. 18.5.2010, δεν προσθέτει τίποτα το καινούριο, αφού λέγει απλώς ότι «Η πιο πάνω οικοδομή έχει έμπρακτα συμπληρωθεί και έχει παραδοθεί στην ιδιοκτήτρια για χρήση», κάτι που ήταν γνωστό ήδη προς τα συμβαλλόμενα μέρη δυνάμει της Βεβαίωσης Έμπρακτης Συμπλήρωσης και Προσωρινής Παραλαβής ημερ. 24.2.2010 (ήτοι του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Ζ). Ξενίζει μάλιστα το Δικαστήριο η εις διπλούν έκδοση Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης, δηλαδή πρώτα στις 24.2.2010 (η οποία δεν αμφισβητείται) και κατά δεύτερον στις 18.5.
  1. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι είχε προσκρούσει σε ένσταση του συνηγόρου της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας αυτή η ίδια η κατάθεση του Εγγράφου ΙΑ ως τεκμηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρεμβάλλω εδώ όσα αφορούν στην ένσταση που είχε εγερθεί. Πρώτος, αναφέρθηκε στην ύπαρξη του εγγράφου αυτού ο κ. Κουτσιοφής (ως ΜΥ1@Ανταπ.) παρουσιάζοντάς το ως έγγραφο που αυτός αναγνώρισε ότι συνέταξε ο αρχιτέκτονας (Τεκμήριο A προς αναγνώριση). Κατά τη δικάσιμο ημερ. 4.6.2021, ο αρχιτέκτονας (ΜΥ2@Ανταπ.) το αναγνώρισε, πράγματι, ως έγγραφο που συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο. Το αίτημα του συνηγόρου των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3 για κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου ως κανονικού τεκμηρίου από τον ΜΥ2@Ανταπ. προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, κου Νεοφύτου επί τω ότι, δεν ήταν σχετικό με τη δικογραφία διότι δεν δικογραφήθηκε ποτέ προηγουμένως η ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου, ούτε αποκαλύφθηκε προηγουμένως είτε στο πλαίσιο της δίκης είτε προς τους πραγματογνώμονες πριν την έναρξη της αγωγής. Όπως το έθεσε ο κ. Νεοφύτου, αυτό έγινε εκ των υστέρων από τον μάρτυρα για αυτοενίσχυση του ιδίου, πράγμα ανεπίτρεπτο. Εντόπισε μάλιστα και κάποια αντίφαση ανάμεσα στα λεγόμενα του ΜΥ1@Ανταπ. και του ΜΥ2@Ανταπ., σε ό,τι αφορά το ποιος έδωσε ποιου αυτό το έγγραφο. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε τις εκατέρωθεν θέσεις των συνηγόρων, επέτρεψε την κατάθεση του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση ως κανονικού τεκμηρίου με ένδειξη «Έγγραφο ΙΑ». Το σκεπτικό του Δικαστηρίου ήταν ως εξής? Το έγγραφο είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα και συσχετίζεται, αφενός, με το αν υπήρξε καθυστέρηση στη συμπλήρωση του έργου και, αφετέρου, με το χρονικό διάστημα εντός του οποίου υπήρχε δέσμευση για τον εργολάβο να διεκπεραιώσει οποιεσδήποτε εργασίες διορθωτικές βάσει του συμβολαίου. Ασφαλώς, δεν είχε οποτεδήποτε προηγουμένως γίνει δεκτή η κατάθεσή του από την πλευρά των αντιδίκων, δηλαδή της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. Τούτο φάνηκε στα πρακτικά της δικασίμου ημερομηνίας 13/4/21, κατά την οποία έγινε η κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου ως Τεκμήριο A προς αναγνώριση από τον ΜΥ1@Ανταπ. (κ. XXXXX Κουτσιοφή). Από τη συζήτηση που καταγράφηκε στα πρακτικά από τη γραμμή 11 σελίδα 24 της εν λόγω δικασίμου, του πρακτικού, φάνηκε ότι ο κ. Νεοφύτου είχε εγείρει και σε εκείνο το στάδιο ένσταση επί τω ότι η ύπαρξη πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης έργου δεν δικογραφήθηκε το 2014, ενώ το έγγραφο που παρουσιάζεται είναι προγενέστερο, ημερομηνίας 18/5/
  2. Συζητήθηκε επίσης κατά την ίδια δικάσιμο και η ένσταση του κ. Νεοφύτου στη βάση της επισήμανσής του ότι δεν τέθηκε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης η ύπαρξη αυτού του εγγράφου. Ακριβώς, στο πλαίσιο της συζήτησης που διεξήχθη κατά τη δικάσιμο ημερ. 13/4/21, το Δικαστήριο δήλωσε στη σελίδα 26 των πρακτικών εκείνης της δικασίμου ότι, επειδή επρόκειτο για έγγραφο που φερόταν να συντάχθηκε από τον Βασίλη Ιερείδη, το κατάλληλο πρόσωπο για να το καταθέσει ως κανονικό τεκμήριο θα ήταν αυτός που το συνέταξε παρά ο κύριος Κουτσιοφής, ο οποίος είχε προσέλθει ήδη ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου και στα πλαίσια της απαίτησης δεν είχε κάμει μνεία στην ύπαρξη αυτού του εγγράφου. Όπως φαίνεται στη γραμμή 31 της σελίδας 26 του πρακτικού ημερ. 13/4/21, έγινε δεκτή η κατάθεσή του από τον ΜΥ1@Ανταπ. μόνον ως Τεκμηρίου προς αναγνώριση με το σκεπτικό ότι αυτός ο μάρτυρας δήλωσε ότι είχε στην κατοχή του αυτό το έγγραφο και ότι το αναγνώρισε ως ένα έγγραφο που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας. Υπό το φως του πιο πάνω υπόβαθρου, όταν πλέον προσήλθε ο ΜΥ2@Ανταπ. ως συντάκτης του εν λόγω εγγράφου και ζήτησε να το καταθέσει ως κανονικό τεκμήριο, το Δικαστήριο έκρινε (βλ. το πρακτικό ημερ. 4/6/21) ότι δεν θα μπορούσε να φανεί ανακόλουθο προς τον χειρισμό που είχε προκρίνει ως ορθό στις 13/4/21, γι' αυτό και επέτρεψε την κατάθεση του τεκμηρίου από τον ΜΥ2@Ανταπ.. Τόνισε συγχρόνως το Δικαστήριο ότι οποιαδήποτε άλλα ζητήματα που άπτονται της αποδοχής του περιεχομένου του ή της βαρύτητας που μπορεί να δοθεί σε αυτό το έγγραφο είναι ζητήματα που μπορεί να χειριστεί ο συνήγορος της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας μέσω της αντεξέτασης του συγκεκριμένου μάρτυρα, αλλά και μέσω της αγόρευσης που θα προβεί στο τελικό στάδιο της δίκης για τις νομικές προεκτάσεις που έχει η κατάθεσή του. Στην πορεία των πραγμάτων, κατά την αντεξέταση του ΜΥ2@Ανταπ. από τον συνήγορο της Εναγομένης - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, αμφισβητήθηκε έντονα από τον εν λόγω συνήγορο το «Έγγραφο ΙΑ» ως εκ των υστέρων κατασκεύασμα για παραπλάνηση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση. Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αρχιτέκτονα κ. Β. Ιερείδη (ΜΥ2@Ανταπ.), ο οποίος ήταν ο συντάκτης του Εγγράφου ΙΑ, αναπόδραστα έχοντας ως επίκεντρο αυτό το κομβικό σημείο της μαρτυρίας του. Η αναφορά του στο επίμαχο έγγραφο έγινε στο πλαίσιο της παρα. 22 της γραπτής του δήλωσης την οποία παρουσίασε και κατέθεσε ως Έγγραφο Ι στο Δικαστήριο στις 4.6.2021, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στην παρα. 22 δήλωσε τα εξής: "
  3. Όλες οι εκτελεσθείσες εργασίες έγιναν σύμφωνα με τους τεχνικούς όρους ή/και προδιαγραφές και σύμφωνα με τις οδηγίες των μηχανικών του έργου. Είναι γι' αυτό το λόγο που για το έργο έχει εκδοθεί τόσο πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής όσο και πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης. Εξ όσων ενημερώθηκα από τους δικηγόρους μου, το πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης είναι μέρος του Εγγράφου Ε και το αντίγραφο του πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης είναι τεκμήριο προς αναγνώριση. Σημειώνω ότι το πρωτότυπο του πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης το έχω δώσει στην Ενάγουσα για να το παραδώσει στην Εναγόμενη ώστε να πληρωθεί το ποσό της κράτησης." Εισαγωγικά σημειώνω ότι ο κ. Ιερίδης είναι πολύ προσοντούχος και πεπειραμένος αρχιτέκτονας. Όπως δήλωσε επί του όρκου του στο Δικαστήριο, αυτός κατέχει πτυχίο αρχιτέκτονα - μηχανικού από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο από τον Σεπτέμβριο του 1977, κατέχει επίσης μεταπτυχιακό στη συντήρηση κτηρίων και πόλεων το οποίο απέκτησε στη Λιέγη του Βελγίου. Μετά τις σπουδές του, δούλεψε στο Rotterdam στην Ολλανδία και έπειτα επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε για ένα χρόνο με τον αρχιτέκτονα XXXXX Μιχαηλίδη, μετά εργάστηκε στην Πολεοδομία για ένα χρόνο και ακολούθως από το 1981 διατηρεί γραφείο στην παλιά Λευκωσία μέχρι σήμερα εξασκώντας το επάγγελμα του αρχιτέκτονα περισσότερο από 60 χρόνια. Η εξωτερική εντύπωση που μου προκάλεσε ήταν θετική, υπό την έννοια ότι με μειλίχιο ύφος απαντούσε σε κάθε ερώτηση και εξηγούσε αρκούντως επιστημονικά, αλλά συνάμα με απλή και κατανοή προς το Δικαστήριο γλώσσα, τον τρόπο εφαρμογής της επίδικης Συμφωνίας, με αναφορά στο ρόλο του ως έχοντος την ευθύνη επίβλεψης του έργου και έκδοσης των αναφερόμενων στη Συμφωνία διατακτικών πληρωμής και/ή πιστοποιητικών. Παραταύτα, προβληματισμό έχουν δημιουργήσει στο Δικαστήριο οι απαντήσεις που έδωσε ο συντάκτης του (αρχιτέκτονας ΜΥ2@Ανταπ.), σε σχέση με το Έγγραφο ΙΑ που κατ' ισχυρισμόν αυτός συνέταξε στις 18.5.
  4. Παραθέτω? Όταν τέθηκε ευθέως στον ΜΥ2@Ανταπ. η θέση της Εναγόμενης - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας ότι το Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης δεν εκδόθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο (18.5.2010), αλλά εκ των υστέρων και δη σε άγνωστο χρόνο μετά την έγερση της αγωγής και ότι το χρησιμοποίησε για να ξεγελάσει το Δικαστήριο, η απάντηση που έδωσε ο μάρτυρας ήταν ότι «Διαφωνώ κάθετα κύριε. Η κα Λαζάρου παρέλαβε και χρησιμοποίησε την οικοδομή κανονικά και αυτό είναι το πιο σημαντικό». Ο ΜΥ2@Ανταπ. παραδέχτηκε ότι δεν έκανε καμία αναφορά στο Έγγραφο ΙΑ, όταν έδιδε τις απαντήσεις του στον πραγματογνώμονα κ. Κοζάκο, αλλά τούτο διότι «Απάντησα σε ό,τι με είχε ρωτήσει ο κύριος Κοζάκος». Ήταν ο ισχυρισμός του ότι, κατ' εκείνον τον χρόνο, το Έγγραφο ΙΑ «ήταν επουσιώδες, αφού η οικοδομή ήταν σε χρήση για μία 2ετία». Πρόσθεσε ο ΜΥ2@Ανταπ. ότι θεώρησε ότι «Είναι αυτονόητο για έναν μηχανικό [.] πώς λειτουργούν οι οικοδομές, ποιες είναι οι σχέσεις του αρχιτέκτονα με τον εργοδότη και με τον εργολάβο». Ειδικότερα, ο ΜΥ2@Ανταπ. θεώρησε ότι το Έγγραφο ΙΑ είναι «δευτερεύον» για ένα μηχανικό, από τη στιγμή που η οικοδομή κατοικείται και λειτουργεί από τον ιδιοκτήτη. Προχώρησε μάλιστα ο ΜΥ2@Ανταπ. και δικαιολόγησε την παράλειψη του ιδίου του πραγματογνώμονα κου Κοζάκου να τον ερωτήσει αν εξέδωσε πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης, λέγοντας ότι- «δεν με ρώτησε αν εκδόθηκε πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης, γιατί ο άνθρωπος προφανώς διαπίστωσε ότι το σπίτι είχε παραληφθεί και χρησιμοποιείται και είχα αναφέρει ότι με την προσωρινή παραλαβή ήδη περιείχετο στην ιδιοκτησία του, με την παραλαβή του κτηρίου, με όλες τις υποχρεώσεις και ευθύνες, να το ασφαλίσει, να το φροντίσει, να το συντηρεί και να το απολαμβάνει». Δεν ήξερε ή/και δεν μπορούσε να θυμηθεί ο ΜΥ2@Ανταπ. αν έλαβε στα χέρια της το Έγγραφο ΙΑ η ιδιοκτήτρια του έργου (Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα), αλλά επέμεινε ο ΜΥ2@Ανταπ. ότι για τον ίδιο το σημαντικό γεγονός ήταν ότι χρησιμοποίησε και συνεχίζει να χρησιμοποιεί και να απολαμβάνει το έργο η κυρία Λαζάρου. Δεν αρνήθηκε ο ΜΥ2@Ανταπ. το γεγονός ότι αυτός παρέλειψε να κοινοποιήσει στην ιδιοκτήτρια του έργου (Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα) το συγκεκριμένο Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης ως το Έγγραφο ΙΑ, αλλά ήταν η άποψή του ότι, αφού είχε γίνει η προσωρινή παραλαβή του έργου, ήταν «μία φυσιολογική εξέλιξη η έμπρακτη συμπλήρωση». Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΥ2@Ανταπ. ότι στις 31/05/2010 απέστειλε επιστολή προς την κα Λαζάρου (περιέχεται στη μέση περίπου των επιστολών στο Παράρτημα Γ του Εγγράφου Ε) και ενώ τούτο συνέβηκε λίγες ημέρες μετά την υποτιθέμενη έκδοση του Εγγράφου ΙΑ, ημερ. 18/05/2010, όσα ανέφερε στην επιστολή ημερ. 31/05/2010 αναιρούσαν τον ισχυρισμό ότι όλα ήταν τέλεια και ότι δήθεν εκδώσατε πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης στις 18/05/
  5. Η απάντηση του μάρτυρα στην επισήμανση αυτή ήταν ότι «Μα στις 31/05 για πολλοστή φορά είχα κληθεί να διευκρινίσω κάποια πράγματα στην κυρία Λαζάρου. Δεν διαμαρτυρήθηκε γιατί εξέδωσα το πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης.» . Τελικά, ο ΜΥ2@Ανταπ. δήλωσε στο Δικαστήριο ότι το Έγγραφο ΙΑ αυτός το είχε δώσει «στην εταιρεία Κουτσιοφή», δηλαδή «στον εργολάβο», αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν σε ποιο ακριβώς πρόσωπο το παρέδωσε. Κατά συνέπεια, εύλογα ο συνήγορος της ιδιοκτήτριας του έργου (Εναγόμεμης - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας) στον αρχιτέκτονα - ΜΥ2@Ανταπ., συντάκτη του Εγγράφου ΙΑ, ότι? «ο λόγος που δεν θυμάστε είναι επειδή δεν το δώσατε σε κανένα εκείνο το έγγραφο», και ότι «ο λόγος που δεν θυμάστε και δεν το έχετε δώσει σε κανένα είναι διότι δεν το είχατε εκδώσει εκείνο το έγγραφο», και ότι «ο λόγος που δεν το είχατε εκδώσει ήταν ακριβώς επειδή δεν είχαν γίνει όλες αυτές οι εργασίες», και ότι «το Έγγραφο ΙΑ δεν υπήρχε ούτε στις 24/09/12 που κάνατε επιστολή 34/43 του Τεκμηρίου Ε, γιατί εκεί κάνετε αναφορά σε εργασίες για τελική έγκριση, ενώ αν είχατε εκδώσει το τεκμήριο Έγγραφο ΙΑ, θα έπρεπε να κάνατε αναφορά πάνω του και δεν το κάνατε». Παρά το ότι ο ΜΥ2@Ανταπ. διαφώνησε με όλες τις υποβληθείσες θέσεις, εντούτοις οφείλω να ομολογήσω ότι οι απαντήσεις του δεν ήταν πειστικές ή τουλάχιστον δεν αντικρούουν ουσιωδώς τις θέσεις του συνηγόρου της Εναγόμενης - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. Η εξήγηση που έδωσε ο ΜΥ2@Ανταπ. ότι εκείνος δεν παρέδωσε το Έγγραφο ΙΑ στην κα Λαζάρου, επειδή είχε και εκείνος «σύγκρουση» μαζί της ως αρχιτέκτονας και ότι το άφησε στον εργολάβο να της το παραδώσει, βρίσκεται σε ουσιώδη αντίφαση με τη δήλωση του κ. Κουτσιοφή κατά τη δική του αντεξέταση, ο οποίος καταθέτοντας το στο Δικαστήριο στις 13.4.2021 το παρουσίασε ως έγγραφο που δόθηκε από τον αρχιτέκτονα στην κα Λαζάρου. Στερείται συνεπώς αξιοπιστίας η δήλωση και των δύο μαρτύρων σε σχέση με ένα έγγραφο που οι ίδιοι παρουσίασαν και επικαλέστηκαν. Είναι νομολογημένο ότι αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία, για να καθιστούν αναξιόπιστο ένα μάρτυρα, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το δικαστήριο (Βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 98, Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 558, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 449 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Στρατής ν. Πεντέλη - Εταιρεία Μωσαϊκών Λτδ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, Ηλία κ.ά. ν. Σταυρινίδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 874 και Οράτη ν. Παστού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1787, R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED, v. Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071). Καμία αποδεικτική αξία ή βαρύτητα δεν δύναμαι να αποδώσω στο Έγγραφο ΙΑ υπό τις ανωτέρω συνθήκες. H μαρτυρία των ΜΥ1@Ανταπ. και ΜΥ2@Ανταπ. υπήρξε αντιφατική σε ουσιώδη βαθμό σε σχέση με το ερώτημα αν το Έγγραφο ΙΑ δόθηκε από τον ένα ή από τον άλλο στην Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, επομένως, καταλήγω να αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη θέση της Εναγομένης ότι ουδέποτε δόθηκε σε αυτήν οποτεδήποτε πριν τη δίκη. Προβληματισμό για την αξιοπιστία του ΜΥ2@Ανταπ. προκάλεσε στο Δικαστήριο και η σύγχυση που δημιούργησε με τις δηλώσεις του για τη σχέση του Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης ημερ. 18.5.2010 (Έγγραφο ΙΑ) με το «Τελικό Πιστοποιητικό» και με το «Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης», ωσάν αυτά ή/και οι σκοποί έκδοσής τους να ταυτίζονταν, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τρία εντελώς ξεχωριστά πιστοποιητικά που εξυπηρετούν εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Στην προσπάθεια του μάλιστα ο ΜΥ2@Ανταπ. να πείσει ότι έγινε η τελική παράδοση του έργου και δεδομένης της έντονης αντεξέτασής του για την αυθεντικότητα του Εγγράφου ΙΑ, ο ΜΥ2@Ανταπ. έστρεψε την προσοχή του συνηγόρου που τον αντεξέταζε προς το γεγονός ότι στην επιστολή που αυτός απέστειλε στις 24.9.2012 στον κ. Κοζάκο (βλ. σελ. 34/43 του Εγγράφου Ε) τον πληροφορούσε ότι εξασφάλισαν τελική έγκριση για το έργο, ενώ τούτο δεν αποδείχθηκε ότι ευσταθούσε, κατ΄εκείνον τουλάχιστον τον χρόνο. Επισημαίνω συναφώς ότι όταν υποβλήθηκε στον ΜΥ2@Ανταπ. ότι αυτός στην επιστολή ημερ. 24.9.2012 δεν ανέφερε προς τον κ. Κοζάκο ότι υπήρχε το Έγγραφο ΙΑ, ημερομηνίας 18/05/2010, ο ΜΥ2@Ανταπ. απάντησε σημειώνοντας ότι στη σελ. 34/43 πληροφορούσε τον κ. Κοζάκο για κάτι πιο σημαντικό, για το ότι «εξασφαλίσαμε τελική έγκριση το οποίο είναι το πιο σημαντικό έγγραφο αντιλαμβάνεστε και όχι το πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης». Τούτο διότι, ως η εξήγηση που έδωσε ο ΜΥ2@Ανταπ. «η τελική έγκριση σημαίνει ότι ένα σπίτι έχει κτιστεί και έχει ολοκληρωθεί σύμφωνα με τις άδειες που έχουν εκδοθεί». Άρα, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι με την επιστολή ως η σελ. 34/43, αυτός κατέστησε ενήμερο τον κ. Κοζάκο ότι εκδόθηκε τελική έγκριση. Δεδομένης αυτής της απάντησης, ο κ. Νεοφύτου κάλεσε τον ΜΥ2@Ανταπ. να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου το «Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης». Αμέσως, αναδιπλώθηκε ο μάρτυρας και δήλωσε ότι, πρώτον, το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης δεν το εκδίδει ο αρχιτέκτονας και, δεύτερον, το παραλαμβάνει ο ιδιοκτήτης από την αρμόδια αρχή. Διευκρίνισε συγχρόνως ότι, για να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, η αρμόδια αρχή ζητεί από τον αρχιτέκτονα, τυποποιημένη δήλωση ότι η οικοδομή έχει κτιστεί σύμφωνα με τους κανονισμούς και με ό,τι προβλέπει η άδεια οικοδομής. Γι' αυτό το λόγο, στην επιστολή ως η σελ. 34/43 του Εγγράφου Ε, αυτό που είχε στην πραγματικότητα δηλώσει ο ΜΥ2@Ανταπ. ήταν ότι - «Η κα Λαζάρου ΔΕΝ έχει πληρώσει το τελευταίο τιμολόγιο του αρχιτέκτονα παρόλο που δεν αρνηθήκαμε ποτέ να την συμβουλεύσουμε σε ότι θέλει, να της εξηγήσουμε γιατί έχουμε σχεδιάσει κάθε λεπτομέρεια, να συντονίσουμε τους διάφορους υπεργολάβους, να της εξασφαλίσουμε και την τελική έγκριση». Εν τέλει, απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, ο ΜΥ2@Ανταπ. δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν είχε εκδοθεί το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης κατά ή περί τις 24/09/2012, όταν αυτός έγραψε την επιστολή ως η σελ. 34/43 του Εγγράφου Ε. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι υπέβαλε τα χαρτιά στην αρμόδια αρχή για να εκδώσει το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, το οποίο η αρμόδια αρχή εκδίδει και παραδίδει στον ιδιοκτήτη. Πρόσθεσε ο μάρτυρας ότι αν και «η κα Λαζάρου δεν μας πλήρωσε ούτε εμάς και είχαμε εκκρεμότητες οικονομικές, εμείς δεν της ζητήσαμε και κλείσαμε τον κύκλο της υπηρεσίας προς την κυρία Λαζάρου με την πράξη να ζητήσουμε το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης». Απότοκο όλης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί δικαστικά αν έγινε τελική παράδοση του έργου και πότε. Επίδικο νομικό θέμα? Ποια η σημασία της παράλειψης έκδοσης Πιστοποιητικού Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης Ελαττωμάτων και Τελικού Πιστοποιητικού. Αρχιτέκτονας, ο οποίος διορίζεται από τον εργοδότη οικοδομικού έργου, έχει καθήκον να ενεργεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οικοδομικού συμβολαίου, για την επίβλεψη των εργασιών εκτέλεσης του οικοδομικού έργου και για την παροχή σχετικών οδηγιών προς τον εργολάβο και σε τέτοια περίπτωση, όπως αποφασίστηκε στην απόφαση CY.E.M.S. Co. Ltd., v. Central Cooperative Industries Co. Ltd.,
(1982)1 C.L.R. 897, η οποία υιοθετήθηκε στην Σπύρου ν. Κυριάκου Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 663, ο αρχιτέκτονας ενεργεί και θεωρείται ως αντιπρόσωπος του εργοδότη / ιδιοκτήτη του έργου. Ο εργοδότης επικοινωνεί με τον εργολάβο μέσω του αρχιτέκτονα. Όταν ο αρχιτέκτονας εκδίδει Πιστοποιητικά και ο εργοδότης ενεργεί βάσει αυτών, έπεται ότι επικυρώνει (ratifies) τις ενέργειες του αρχιτέκτονα (Σπύρου ν. Κυριάκου Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 663). Κωλύεται ο εργοδότης από το να αμφισβητεί ότι έγιναν αυτά που πιστοποιεί ο αρχιτέκτονας, εκτός αν κινηθεί νομικά εναντίον του αρχιτέκτονα για συμπαιγνία ή δόλο στην έκδοσή τους. Εάν, από την άλλη, ο αρχιτέκτονας παραλείπει να εκδώσει τα προβλεπόμενα στη σύμβαση πιστοποιητικά ή να τα υποβάλει και/ή κοινοποιήσει στον εργοδότη, τότε εμποδίζεται ο οποιοσδήποτε τρίτος από το θεωρήσει ότι ο εργοδότης δεσμεύεται από αυτά. Στην απόφαση CC Construction Ltd v. Raffaele Mincione [2021] EWHC 2502, του igh Court of Justice, Queen's Bench Division, Technology and Construction Court (TCC) μνημονεύθηκε, στην παρα. 80, η απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Reinwood Ltd v L Brown & Sons Ltd [2008] UKHL 18, [2008] 1 WLR 696, όπου το House of Lords τόνισε την ανάγκη των συμβαλλομένων μερών σε ένα συμβόλαιο οικοδομικού έργου να γνωρίζουν ανά πάση στιγμή πού στέκουν ("the need for the parties to construction contracts readily to know where they stand") δυνάμει ενός έγκυρου πιστοποιητικού που εκδίδει ο αρχιτέκτονας - επιβλέπων μηχανικός. Η επίδικη Συμφωνία (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), σε αυτή τη νομική βεβαιότητα είναι που στόχευε. Σύμφωνα με τα εδάφια
(3)και
(4)του άρθρου 16 της επίδικης Συμφωνίας, ο εργολάβος δεν μπορεί να κριθεί υπόλογος για την παράλειψη επιδιόρθωσης οποιωνδήποτε ελαττωμάτων ή λαθών, εκτός αν του δόθηκαν οδηγίες από τον αρχιτέκτονα το αργότερο εντός 14 ημερών από τη λήξη της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα. Εάν δόθηκαν τέτοιες οδηγίες προς τον εργολάβο και ικανοποιήθηκε ο αρχιτέκτονας ότι έγιναν οι επιδιορθώσεις, τότε οφείλει να εκδώσει Πιστοποιητικό Επιδιόρθωσης, το οποίο θα δεσμεύει τον εργολάβο και τον εργοδότη / ιδιοκτήτη του έργου. Παραθέτω τις πρόνοιες: "16
(3)Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της παραγράφου
(2)του παρόντος Αρθρου, ο Αρχιτέκτονας θα δύναται όποτε το θεωρήσει αναγκαίο, να εκδίδει οδηγίες µε τις οποίες θα απαιτεί οποιαδήποτε ελαττώµατα, συστολές ή άλλα λάθη τα οποία θα εµφανισθούν εντός της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώµατα η οποία καθορίζεται εις το Παράρτηµα των παρόντων ορων και τα οποία οφείλονται εις υλικά ή τεχνουργία µή σύµφωνα προς το παρόν Συµβόλαιον ή εις βλάβες ένεκα παγετού οι οποίες συµβαίνουν πρίν από την Εµπρακτη Συµπλήρωση των Εργασιών, να επιδιορθώνονται και ο Εργολάβος εντός λογικού χρόνου µετά την λήψη τέτοιων οδηγιών θα συµµορφώνεται προς αυτές και (εκτός εάν ο Αρχιτέκτονας δώσει διαφορετικές οδηγίες εις την οποία περίπτωση το Ποσό Συµβολαίου θα ρυθµίζεται ανάλογα) εντελώς µε δικά του έξοδα. Νοουµένου ότι ουδεµία τέτοια οδηγία θα εκδίδεται µετά από παρέλευση 14 ηµερών από την εκπνοή της εν λόγω Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώµατα.
(4)Όταν κατά την γνώµη του Αρχιτέκτονα οποιαδήποτε ελαττώµατα, συστολές ή άλλα λάθη τα οποία δυνατόν να είχε απαιτήσει να επιδιορθωθούν βάσει των παραγράφων
(2)και
(3)του παρόντος Αρθρου τωόντι έχουν επιδιορθωθεί, ο Αρχιτέκτονας θα εκδώσει σχετικό Πιστοποιητικό και η Συµπλήρωση της Επιδιόρθωσης των Ελαττωµάτων θα θεωρείται προς όλους τούς σκοπούς του παρόντος Συµβολαίου ότι είχε πραγµατοποιηθεί κατά την ηµέρα η οποία θα καθορίζεται εις το Πιστοποιητικό αυτό.". (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Στην περίπτωση που έχει ήδη γίνει προσωρινή παραλαβή του έργου από τον εργοδότη και ο αρχιτέκτονας έχει πιστοποιήσει την Έμπρακτη Συμπλήρωση του Έργου, τότε η 12μηνη Περίοδος Ευθύνης για Ελαττώματα τρέχει από την ημερομηνία Πιστοποίησης της Έμπρακτης Συμπλήρωσης. Εαν ήθελαν φανεί οποιαδήποτε λάθη ή ελαττώματα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, εξακολουθεί να υπάρχει η ευχέρεια του εργοδότη μέσω του αρχιτέκτονα να δώσει οδηγίες προς τον εργολάβο να τα επιδιορθώσει, νοουμένου ότι τέτοιες οδηγίες θα δοθούν εντός της προθεσμίας των 14 ημερών από τη λήξη της 12μηνης περιόδου από την ημερομηνία Έμπρακτης Συμπλήρωσης του Έργου. Αυτή ήταν η ερμηνεία που αποδόθηκε στην υπόθεση Oksana Mul v Hutton Construction Ltd [2014] EWHC 1797 (TCC), τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με αυτά της ενώπιον μου υπόθεσης, υπό την έννοια ότι, προτού ολοκληρωθεί 100% το έργο, ζητήθηκε παραλαβή αυτού από τον ιδιοκτήτη και εκδόθηκε Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης, οπόταν θεωρήθηκε ότι η έναρξη της προθεσμίας των 14 ημερών έτρεχε από από τη λήξη της Περιόδου Ευθύνης Ελαττωμάτων, η οποία λογιζόταν ως περίοδος 12 μηνών από την Έμπρακτη Συμπλήρωση του έργου. Μνημονεύθηκε, στην παρα. 21, η απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Pearce & High Ltd v Baxter
(1999)66 Con LR 111, όπου τα ελαττώματα προέκυψαν ή φάνηκαν μετά την έμπρακτη συμπλήρωση του έργου ("in the post practical completion period"). Στην απόφαση OXFORD UNIVERSITY FIXED ASSETS LIMITED (Plaintiff) v. ARCHITECTS DESIGN PARTNERSHIP (a firm) (Defendant) v.TARMAC CONSTRUCTION (CONTRACTS) LIMITED (formerly WIMPEY CONSTRUCTION LIMITED) (Third Party) [1999] EWHC Technology 271, σημειώθηκε ότι το Τελικό Πιστοποιητικό που εκδίδει ένας αρχιτέκτονας, όπως προβλέπεται στο «JCT Standard Form of Building Contract with Quantities for the construction of a building», συνιστά «conclusive evidence» ότι οι εργασίες του εργολάβου έγιναν σύμφωνα με τη σύμβαση. Άπαξ και εκδοθεί το Τελικό Πιστοποιητικό, τότε, εάν αυτό δεν αμφισβητηθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο οικοδομικό συμβόλαιο, είτε για υποβολή διαφοράς στον αρχιτέκτονα είτε για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, εντός της προθεσμίας που τάσσει το συμβόλαιο για τέτοιο διάβημα, τότε απαλλάσσεται ο εργολάβος της οποιασδήποτε ευθύνης? «The Final Certificate if not questioned within 28 days therefore operates as a decision by the person appointed by the parties that the work is then in accordance with the contract. The issue of the Final Certificate is thus tantamount to a decision discharging the liability of the contractor (which is not the same as a cessation of a liability. It is linked to the settlement of the final accounts and thus of the claims which each party might have had against the other and is equivalent to discharge by performance or by satisfaction.». Άνάλογο είναι και το αποτέλεσμα που επεδίωξαν τα αντισυμβαλλόμενα μέρη στην παρούσα υπόθεση συμφωνόντας στο Άρθρο 31, παράγραφος 8 του Συμφωνητικού Εγγράφου, Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, ότι: «31.-
(8)(α) Εκτός εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Άρθρου 36 των παρόντων Ορων είτε διαφορετικά (είτε απο το ένα είτε από το άλλο µέρος εις το παρόν Συμβόλαιο) πριν ή εντός 14 ηµερών απο την ηµεροµηνία έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά, εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται απο ή σε σχέση µε το παρόν Συμβόλαιο, (ί) αδιαμφισβήτητη µαρτυρία του ότι όπου η ποιότητα των υλικών ή το επιπέδο τεχνουργίας εις το παρόν Συµβόλαιο πρέπει να είναι σύµφωνα προς την λογική ικανοποίηση του Αρχιτέκτονα, αυτά ειναι σύµφωνα προς τέτοια ικανοποίηση, και (ίί) αδιαμφισβήτητη µαρτυρία του ότι έχουν εφαρµοσθεί δεόντως όλες οι πρόνοιες του παρόντος Συµβολαίου οι οποίες απαιτούν να γίνει ρύθµιση του Ποσού Συµβολαίου, εκτός για οποιοδήποτε ποσό εις το Τελικό Πιστοποιητικό το οποίο διαπιστώνεται ότι δεν είναι ορθό εξ 'αιτίας είτε δόλου, ανειλικρίνειας ή δόλιας απόκρυψης σε σχέση µε τις Εργασίες ή µε οποιονδήποτε τµήµα αυτών, ή µε οποιοδήποτε θέµα το οποίο διακανονίζεται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό, είτε οποιουδήποτε ελαττώµατος (συµπεριλαµβανοµένης οποιασδήποτε παράλειψης) εις τις Εργασίες ή εις οποιονδήποτε τµήµα αυτών το οποίο µε λογική επιθεώρηση ή εξέταση καθ'οποιονοήποτε λογικό χρόνο κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των Εργασιών ή πριν απο την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί, είτε οποιασδήποτε τυχαίας συµπερίληψης ή εξαίρεσης οποιασδήποτε εργασίας, υλικών, εµπορευµάτων ή ψηφίου εις οποιονδήποτε υπολογισµό ή οποιουδήποτε αριθµητικού λάθους εις οποιονδήποτε υπολογισµό. Πάντοτε νοουµένου ότι εις όλες τις προαναφερόµενες εξαιρούµενες περιπτώσεις, το Τελικό Πιστοποιητικό θα συνιστά αδιαµφισβήτητη µαρτυρία εις ότι αφορά τα υπόλοιπα ποσά τα οποία συµπεριλαµβάνονται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό.». Στην παρούσα υπόθεση, από την προεκτεθείσα αξιολόγηση της μαρτυρίας, αποτέλεσε εύρημά μου επί των γεγονότων ότι ο αρχιτέκτονας ουδέποτε εξέδωσε προς την εργοδότρια του έργου Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης Επιδιόρθωσης Ελαττωμάτων ούτε και Τελικό Πιστοποιητικό. Δεν υπάρχει επομένως αδιαμφισβήτητη μαρτυρία στην κατοχή του εργολάβου ότι αυτός? · αφενός, επιδιόρθωσε οποιαδήποτε ελαττώματα είχαν φανεί κατά τη διάρκεια της Περιόδου Ευθύνης όπως του είχε ζητηθεί, και · αφετέρου, εκπλήρωσε τη σύμβαση εργολαβίας σύμφωνα με όλους τους όρους της επίδικης Συμφωνίας, κανονικά και επιμελώς, χρησιμοποιώντας υλικά και τεχνουργία της ικανοποίησης της εργοδότριας του έργου. Βεβαίως, το βάρος απόδειξης εκείνων ακριβώς των ελαττωμάτων που η εργοδότρια ισχυρίζεται ότι έμειναν χωρίς διόρθωση ή/και των όποιων κακοτεχνιών αυτή ισχυρίζεται ότι εμφανίστηκαν εντός των 12 μηνών από την Έμπρακτη Συμπλήρωση του Έργου, για τα οποία αξιώνει η ίδια αποζημιώσεις, είναι στους ώμους της εργοδότριας να το αποσείσει με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην τελική του αγόρευση, ο κ. Αρτεμίου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην εξής περικοπή από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings", 13η έκδοση στη σελ.231: «Whether a certificate is conclusively binding upon the parties is a matter of construing the relevant contract. If it is clear from the terms of the contract that the parties intended a certificate (usually the final certificate) to be binding and conclusive, then in the absence of fraud or collusion, neither party can attack the certificate; (see Bateman v. Thompson
(1875)(Hudson Building Contracts, 10th ed.); Lamprell v. Billericay Union
(1849)18 L.J. Ex.282; and Kaye (P. & M.) Ltd. v. Hosier & Dickinson [1972]1 W.L.R.146; and National Coal Board v. McNeill [1985] Q.B.300).» Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων ότι η μόνη γραμμή υπεράσπισης που θα δικαιούτο η Εναγόμενη να εγείρει στην αγωγή ήταν ότι το Πιστοποιητικό αρ. 5 εκδόθηκε με δόλο ή κατόπιν συμπαιγνίας του εργολάβου με τον αρχιτέκτονα. Παρά το ότι είναι ορθή η αρχή που εκθέτει η πιο πάνω περικοπή, εντούτοις κρίνω πως δεν ευσταθεί η συγκεκριμένη εισήγηση στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου του συμπεράσματος μου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας, ότι δεν εκδόθηκε ποτέ Τελικό Πιστοποιητικό και ότι το Πιστοποιητικό αρ. 5 δεν συνιστούσε Τελικό Πιστοποιητικό κατά την έννοια του άρθρου 31. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε το Πιστοποιητικό κατά του οποίου να δικογραφείτο από την Εναγόμενη η υπεράσπιση του δόλου ή συμπαιγνίας. Επίδικο θέμα? κατά πόσον εμποδίζεται η εργοδότρια του έργου να ασκήσει την παρούσα αγωγή, επειδή δεν εφάρμοσε προηγουμένως τη διαδικασία επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στο άρθρο 36 της επίδικης συμφωνίας. Ο κ. Κουτσιοφής (ΜΥ1@Ανταπ.) ισχυρίστηκε, στην παρα. 47 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Θ και την ίδια θέση προωθεί και ο συνήγορος της Ενάγουσας και των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 έως 3 στην τελική του αγόρευση, ότι η Εναγόμενη κωλύεται να εγείρει οποιαδήποτε αμφισβήτηση με την υπό κρίση αγωγή της για το αν οι εργασίες έγιναν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ορθά και επιμελώς και αν ικανοποιήθηκαν όλα τα αιτήματα της για την επιδιόρθωση των όποιων ζημιών και/ή παρατηρήσεων του αρχιτέκτονα, εφόσον δεν επεδίωξε την επίλυση της όποιας διαφοράς τους δυνάμει του μηχανισμού επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στο Άρθρο 36 της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Α). «36.
(1)Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφ' ενός και του Εργολάβου αφ' ετέρου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Άρθρου 14 Α των παρόντων Όρων) είτε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά την συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πριν είτε μετά την λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, εις ότι αφορά (α) την δομή του παρόντος Συμβολαίου, ή (β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιον και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου εις την κρίση του Αρχιτέκτονα ή [.] ή της ρύθμισης του Ποσού Συμβολαίου βάσει του Άρθρου 31
(6)(γ) των παρόντων Όρων ή [.], τό

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.