← Κύπρος

ALPHA BANK CYRUS LTD ν. Ferro Fashion Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6934/2012, 31/1/2022

ALPHA BANK CYRUS LTD ν. Ferro Fashion Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6934/2012, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κάρνου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6934/2012 Μεταξύ: EMPORIKI BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας - και - 1. Ferro Fashion Ltd αρ. εγγραφής 25671 2. XXXXX Ζωίδη 3. XXXXX Ζωίδη Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ.11/6/15 Μεταξύ: ALPHA BANK CYRUS LTD -και- 1. Ferro Fashion Ltd αρ. εγγραφής 25671 2. XXXXX Ζωίδη 3. XXXXX Ζωίδη Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Α. Χαραλάμπους, για Μ. Ηλιάδη & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενυς: κ. Α. Δημητρίου, για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο στην ως άνω Αγωγή η ενάγουσα αξιοί παρά των εναγομένων 1 έως 3 την έκδοση απόφασης για ποσό Ευρώ 45.640,44 ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει λογαριασμού δανείου, πλέον τόκους προς 15,5% από 21/7/11 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δυο φορές ετησίως, πλέον ποσό Ευρώ 12.304,16 ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον τόκους προς 15,5% από 21/7/11 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δυο φορές ετησίως. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα αξιώνει διάταγμα διατάσσον την πώληση του ακινήτου υπό στοιχεία που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, το οποίο ακίνητο είναι υποθηκευμένο προς όφελος της ενάγουσας δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης XXXXX/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημ.23/11/2006 και όπως το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί προς μερική ή ολική εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους πλέον τόκους και έξοδα και όπως τυχόν περίσσευμα επιστραφεί στους εναγόμενους 2 και 3. Κατά την ακροαματική διαδικασία η αξίωση της ενάγουσας διαμορφώθηκε ως εξής: Εναντίον της εναγόμενης 1:
  2. i)Απόφαση για ποσό Ευρώ 116.924,44 πλέον τόκους προς 10.5% από 28/10/20 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δυο φορές ετησίως, ήτοι την 30/6 και 31/12 έκαστου έτους, πλέον ποσό Ευρώ 31.988,10, πλέον τόκους 10.5%, ως ανωτέρω.
  3. ii)Έξοδα και ΦΠΑ . Εναντίον των Εναγομένων 2 και 3:
  4. i)Απόφαση για το ποσό Ευρώ 56,500 πλέον τόκους 10.5% από 22/7/11 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης ως ανωτέρω.
  5. ii)Διάταγμα διατάσσον την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. iii) Έξοδα και ΦΠΑ. Σύμφωνα με το Κλητήριο Ένταλμα όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ.11/6/15, η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και τραπεζικό ίδρυμα δεόντως εγγεγραμμένο στην Κύπρο. Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα Αγωγή χρόνο διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίες. Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα τη Λευκωσία. Η Emporiki Bank - Cyprus Limited (εφεξής: « η Emporiki Bank") είναι τράπεζα, η οποία ασκούσε στην Κύπρο εγχώριες τραπεζικές εργασίες οι οποίες, με βάση διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 13/3/15, που επικύρωσε Σχέδιο Αναδιοργάνωσης και Συγχώνευσής της με την ενάγουσα, αποκτήθηκαν από την ενάγουσα μαζί με όλη την επιχείρηση της στην Κύπρο, περιλαμβανομένων και των οφειλόμενων σε αυτήν ποσών, δυνάμει δανείων και/ ή τρεχούμενων λογαριασμών και/ ή τραπεζιών διευκολύνσεων. Μετά τη συγχώνευση της Emporiki Bank με την ενάγουσα, η ενάγουσα απέκτησε όλα τα δικαιώματά και τις υποχρεώσεις της Emporiki Bank περιλαμβανομένων και των απαιτήσεών της δυνάμει της ως άνω Αγωγής. Σε ότι αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη αξίωση, δικογραφείται ότι στις 22/4/09, μετά από αποδοχή αίτησης της εναγόμενης 1 προς την Emporiki Bank, ημερομηνίας 16/3/09, η Emporiki Bank συνήψε με την εναγόμενη 1 έγγραφη σύμβαση δανείου με αριθμό XXXXX/2009, με την εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3. Προς το σκοπό αυτό η Emporiki Bank άνοιξε επ' ονόματι της εναγόμενης 1 λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXXX09-17 και της παραχώρησε δάνειο ύψους Ευρώ 46.500. Κατά ή περί την 16/3/09, η εναγόμενη 1 υπέγραψε και συμφώνησε σε επιστολή της Emporiki Bank σε σχέση με τους όρους και/ ή προϋποθέσεις της συμφωνίας δανείου καθώς και το ποσοστό του τόκου υπερημερίας, στη βάση του οποίου θα γινόταν επιπρόσθετη χρέωση, εάν υπήρχε καθυστέρηση πληρωμής των οφειλομένων. Επιπρόσθετα, μετά από έγκριση αίτησης της εναγόμενης 1 ημ.16/3/09, η Emporiki Bank, στις 22/4/09 συνήψε με την εναγόμενη 1 σύμβαση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμού υπεραναλήψεων υπ' αριθμό XXXXX64-02. Κατά ή περί την 22 Απριλίου 2009 η εναγόμενη 1 υπέγραψε και συμφώνησε σε σχέση με τους όρους και/ ή προϋποθέσεις της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού υπεραναλήψεων, καθώς και το ποσοστό του τόκου υπερημερίας στη βάση του οποίου θα υπήρχε επιπρόσθετη χρέωση εάν υπήρχε καθυστέρηση πληρωμής των οφειλομένων ή υπέρβαση του ορίου της. Περαιτέρω με βάση γραπτή συμφωνία εγγύησης, ημερομηνίας 22 Απριλίου 2009, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ ή κεχωρισμένα την εκ μέρους της εναγόμενης 1 εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών της προς την Emporiki Bank, είτε παρούσες είτε μελλοντικές, πλέον τόκους και έξοδα, υπό όρους οι οποίοι λεπτομερώς αναγράφονται στη σύβαση εγγύησης. Σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση, η ευθύνη των εναγομένων 2 και 3 δεν θα υπερβαίνει το ποσό των Ευρώ 56,500 πλέον τόκους, με ποσοστό επιτοκίου ίσου προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που επιτρέπεται από το Νόμο, προμήθειες και/ ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα επί του πιο πάνω ποσού, μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και δαπάνες. Επιπρόσθετα, με βάση γραπτή Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, ημερομηνίας 23/11/2006, οι εναγόμενοι 2 και 3 προς περαιτέρω εξασφάλιση της Emporiki Bank, υποθήκευσαν το ακίνητό τους που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης για ποσό Ευρώ 59.801,05 (Λ.Κ.35.000), πλέον σύνθετο τόκο προς κυμαινόμενο 7,5% ετησίως από 23/11/2006 πλέον προμήθεια και/ ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα, έξοδα και δαπάνες, όπως καθορίζονται στις συμφωνίες διευκολύνσεων. Η εν λόγω σύμβαση υποθήκης διέπετο από τους όρους του συνημμένου σε αυτήν Εγγράφου Υποθήκης, ημερομηνίας 23/11/2006. Πέραν των πιο πάνω εξασφαλίσεων, με βάση γραπτή συμφωνία εκχώρησης ασφάλειας πυρός, σεισμού και λοιπών κινδύνων, οι εναγόμενοι 2 και 3 εκχώρησαν προς όφελός της Emporiki Bank όλα τα δικαιώματά τους που απορρέουν από ασφαλιστικό συμβόλαιο με τη Λαϊκή Ασφαλιστική επί του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Λόγω μη τήρησης εκ μέρους της εναγόμενης 1 των όρων που περιέχονται στη σύμβαση δανείου που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης και επειδή το δάνειο της εναγόμενης 1 παρουσίαζε καθυστερήσεις, η Emporiki Bank, ενεργώντας σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω σύμβασης, με επιστολή ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2010 κάλεσε την εναγόμενη 1 να προβεί σε τακτοποίηση των καθυστερημένων δόσεων της. και της γνωστοποίησε την αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου σε 15,50%. Με επιστολές ίδιας ημερομηνίας, η Emporiki Bank ενημέρωσε σχετικώς και τους εναγόμενους 2 και 3. Επειδή η εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε στην πιο πάνω επιστολή η Emporiki Bank, με επιστολή ημερομηνίας 21 Ιουλίου 2011, τερμάτισε τη σύμβαση δανείου και κάλεσε την εναγόμενη 1 να πληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού της. Με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, η Emporiki Bank ενημέρωσε σχετικώς και τους εναγόμενους 2 και 3. Επιπλέον, η Emporiki Bank, λόγω μη τήρησης εκ μέρους της εναγόμενης 1 των όρων που περιέχονται στη σύμβαση τρεχούμενου λογαριασμού και ειδικότερα επειδή ο σχετικός τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις και/ ή υπερβάσεις, με επιστολή ημερομηνίας 21 Ιουλίου 2011, τερμάτισε τη σύμβαση τρεχούμενου λογαριασμού υπεραναλήψεων της εναγόμενης 1 και την κάλεσε να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της, περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων. Η Emporiki Bank με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, ζήτησε επίσης από τους εναγόμενους 2 και 3 πληρωμή της οφειλής δυνάμει της σύμβασης εγγύησης τους. Ο λογαριασμός δανείου της εναγόμενης 1 παρουσίαζε την 5/10/2012 χρεωστικό υπόλοιπο Ευρώ 45.640,44 πλέον τόκους και ο τρεχούμενος λογαριασμός της, χρεωστικό υπόλοιπο Ευρώ 12.304,16, πλέον τόκους. Με τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση, οι εναγόμενοι παραδέχονται την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας δανείου και το άνοιγμα του σχετικού λογαριασμού. Παραδέχονται επίσης και την υπογραφή της επιστολής ημερομηνίας 16/3/2009, σε σχέση με τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμφωνίας δανείου. Αρνούνται όμως τους όρους της συμφωνίας δανείου, όπως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και ειδικότερα ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι οι όροι αυτοί είναι καταχρηστικοί, παράνομοι και/ ή άκυροι και /ή αυθαίρετοι και/ ή καταπιεστικοί για τους εναγόμενους. Επιπλέον, οι όροι αυτοί είναι αντίθετοι με τις πρόνοιες του Νόμου Ν.93(Ι)/1996που εισάγει περιοριστικές διατάξεις αναφορικά με ορισμένες καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές. Σε ότι αφορά τη συμφωνία για παραχώρηση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό υπεραναλήψεων, οι εναγόμενοι παραδέχονται τη σύναψη αυτής, καθώς επίσης και την υπογραφή της επιστολής ημερομηνίας 22 Απριλίου 2009 αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις της εν λόγω συμφωνίας, αλλά ισχυρίζονται ότι η εν λόγω συμφωνία είναι παράνομη ή/ και άκυρη ή /και ανεφάρμοστη. Επιπλέον, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας, επαυξημένου από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού είναι όρος καταχρηστικός, παράνομος άκυρος και ανεφάρμοστος ή και αποτελεί ποινική ρήτρα. Εν σχέσει με την συμφωνία εγγύησης, οι εναγόμενοι 2 και 3 παραδέχονται ότι εγγυήθηκαν την οφειλή της εναγόμενης 1, πλην όμως ισχυρίζονται ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη και μη εκτελεστή υπό το φως της περί συμβάσεως νομοθεσίας και των προνοιών του Νόμου 197(Ι)/2003. Ειδικότερα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των άρθρων 4, 12

(10)και 12
(2)του εν λόγω Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα παραβίασε δια της συμπεριφοράς της ουσιώδη όρο της σύμβασης εγγύησης με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι 2 και 3 να δικαιούνται να τερματίσουν την εν λόγω εγγύηση ή και να ζητήσουν την απαλλαγή τους. Σε ότι αφορά την επίδικη σύμβαση και δήλωση υποθήκης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτή είναι παράνομη και/ ή άκυρη και/ ή ανεφάρμοστη γιατί τα σχετικά έγγραφα της υποθήκης δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις ρητές και επιτακτικές πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου 9/65 ή και διότι οι όροι της υποθήκης δεν είναι σύμφωνοι με τους όρους του επίδικου δανείου ή και διότι ο τόκος δεν καθορίζεται ούτε και υπολογίζεται ή και ούτε δύναται να υπολογιστεί και να καθοριστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας. Οι εναγόμενοι παραδέχονται την κατάρτιση της συμφωνίας εκχώρησης πυρός, σεισμού και λοιπών κινδύνων, η οποία περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, πλην όμως ισχυρίζονται ότι και αυτή η συμφωνία είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ ή ανεφάρμοστη. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρνούνται τη θέση της ενάγουσας ότι τόσο το δάνειο της εναγόμενης 1, όσο και ο τρεχούμενος λογαριασμός της παρουσίαζαν καθυστερήσεις και ότι ενημερώθηκαν προς τούτο με επιστολές της Emporiki Bank με ημερομηνία 1/6/2010, ως δικογραφείται στις παραγράφους 19 και 21 της Έκθεσης Απαίτησης. Ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα ουδέποτε απέστειλε ή/ και απέστειλε δεόντως τις εν λόγω επιστολές και επιπλέον η αναφερόμενη στις επιστολές αυτές αύξηση του επιτοκίου είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη. Περαιτέρω οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οι ενάγοντες τους απέστειλαν και/ ή τους απέστειλαν δεόντως επιστολές ημερομηνίας 21 Ιουλίου 2011, με τις οποίες κατ' ισχυρισμό τερμάτισαν τη σύμβαση δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οι επίδικοι λογαριασμοί παρουσίασαν τα χρεωστικά υπόλοιπα που περιγράφει η ενάγουσα και ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω υπόλοιπα είναι εσφαλμένα και/ ή διογκωμένα και/ή το αποτέλεσμα παράνομων και/ ή αντισυμβατικών και/ ή καταχρηστικών ενεργειών της ενάγουσας και προϊόν παράνομων και/ ή αντισυμβατικών και/ ή καταχρηστικών χρεοπιστώσεων και κανένα ποσό δεν οφείλουν στην ενάγουσα. Για τους λόγους που παρατίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης, οι εναγόμενοι ανταπαιτούν κατά της ενάγουσας Δήλωση Δικαστηρίου ότι όλες οι συμφωνίες που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης είναι άκυρες και/ ή ακυρώσιμες και/ ή παράνομες και/ ή ανεφάρμοστες. Με τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της και απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, στο βαθμό που δεν συνάδουν με την Έκθεση Απαίτησης, καθώς επίσης και την Ανταπαίτηση. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι επίδικες συμφωνίες και οι όροι αυτών είναι καθόλα νόμιμες και/ ή έγκυρες και δεσμεύουν πλήρως τους εναγόμενους. Επιπρόσθετα υποστηρίζει ότι προτού υπογραφούν οι εν λόγω συμφωνίες, οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν σχετικά και επεξηγήθηκαν σε αυτούς όλοι οι όροι και οι προϋποθέσεις των αναφερόμενων συμφωνιών και οι εναγόμενοι τους αντιλήφθηκαν πλήρως, συμφώνησαν με αυτούς και υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες με την ελεύθερη τους βούληση. Σε ότι αφορά τις χρεώσεις στους επίδικους λογαριασμούς, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι πάντοτε ενημερώνονταν για τις χρεώσεις και/ ή χρεώσεις τόκου και/ ή επιτόκια που η ενάγουσα χρέωνε και/ ή κεφαλαιοποιήσεις τόκου και/ ή επιβαρύνσεις και/ ή αύξηση επιτοκίου, τόσο με επιστολές και καταστάσεις λογαριασμού που τους αποστέλλονταν, όσο και με δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τους εναγόμενους. Η προηγηθείσα σταχυολόγηση των δικογραφημένων ισχυρισμών της κάθε πλευράς, σκοπεί στον ακριβή και αυστηρό προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, υπό το φως των οποίων θα πρέπει να αξιολογηθεί ακολούθως και η προσκομισθείσα μαρτυρία (βλ. Παρλατάς v Στέλλας Δημητρίου Πολ. Έφ.387/09, ημερ.21/5/14, Παφίτης ν. Κακουρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ.1091). Ακροαματική Διαδικασία Η Απαίτηση συνεκδικάστηκε με την Ανταπαίτηση, με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων. Προς απόδειξη της αξίωσής της η ενάγουσα κάλεσε και παρουσίασε στο Δικαστήριο δυο μάρτυρες, ενώ οι εναγόμενοι επέλεξαν να μην προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως πρώτη μάρτυρας για την ενάγουσα (ΜΕ1) κατέθεσε η κα Στυλιανή Νικολάου η οποία υιοθέτησε γραπτή της δήλωση - Έγγραφο Α και κατέθεσε διάφορα τεκμήρια τα οποία παρατίθενται κατωτέρω. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι εργάζεται από τον Ιανουάριο 2018 ως λειτουργός στη διεύθυνση διευθέτησης οφειλών λιανικής τραπεζικής της ενάγουσας και έχει την ευθύνη της παρακολούθησης των προβληματικών λογαριασμών συμπεριλαμβανομένου του λογαριασμού της εναγόμενης 1. Η ΜΕ1 υιοθέτησε και επανέλαβε τα γεγονότα που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης και προς απόδειξη αυτών κατέθεσε τα εξής Τεκμήρια: Τεκμήριο 1: Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 13/3/15, με το οποίο επικυρώθηκε το σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης της Emporiki Bank Cyprus Ltd με την ενάγουσα. Τεκμήριο 2: Επιστολή της εναγόμενης 1 προς την Emporiki Bank, ημερομηνίας 16 Μαρτίου 2009, με την οποία η εναγόμενη 1 ζήτησε: (α) Μείωση υφιστάμενου πιστωτικού ορίου σε λογαριασμού υπεραναλήψεων (overdraft account) από Ευρώ 26.629,02 σε Ευρώ 10.000 και (β) νέο μακροπρόθεσμα δάνειο τακτής προθεσμίας ποσού Ευρώ 46.500, διάρκειας οκτώ χρόνων για την εξόφληση υφιστάμενου δανείου και κάλυψη της υπέρβασής της προς την Emporiki Bank. Με την εν λόγω επιστολή - Τεκμήριο 2 η εναγόμενη 1 πρότεινε να παρασχεθούν και/ ή να συνεχίσουν να παρέχονται σε όφελος της Emporiki Bank, ως εξασφαλίσεις:
  1. i)Η υποθήκη XXXXX ημερομηνίας 23/11/2006 για Ευρώ 59.801 πλέον τόκους επί ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX στη Λεμεσό ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και 3.
  2. ii)Επιπλέον νέες προσωπικές εγγυήσεις από τους εναγόμενους 2 και 3 για το ποσό Ευρώ 59.801 πλέον τόκους και iii) Η υφιστάμενη εκχώρηση ασφάλειας πυρός σεισμού και λοιπών κινδύνων επί του ενυπόθηκου ακινήτου στη Λεμεσό. Τεκμήριο 3: Επιστολή της Emporiki Bank, ημερομηνίας 16 Μαρτίου 2006, με την οποία εγκρίθηκαν και ανανεώθηκαν οι διευκολύνσεις της εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα: 1) Η μείωση του υφιστάμενου πιστωτικού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό υπεραναλήψεων, ως το αίτημα της εναγόμενης 1 δια της επιστολής της - Τεκμήριο 2. 2) Η παραχώρηση Δανείου Τακτής Προθεσμίας προς την εναγόμενη 1 για ποσό Ευρώ 46.500, με σκοπό την πλήρη εξόφληση υφιστάμενου δανείου και κάλυψη της υπέρβασης στο λογαριασμό υπεραναλήψεως. Για τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις η Emporiki Bank αποδέχτηκε τις πιο πάνω εξασφαλίσεις που είχε προτείνει η εναγόμενη 1 δια της επιστολής της - Τεκμήριο 2. Σύμφωνα με τη ΜΕ1 από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες διευκολύνσεις εγκρίθηκαν υπό όρους και προϋποθέσεις, οι οποίες καταγράφονται στην εν λόγω επιστολή. Σημειώνεται ότι η επιστολή - Τεκμήριο 3 φέρει τις υπογραφές των εναγομένων 2 και 3, τόσο ως εκπροσώπων της εναγόμενης 1, όσο και υπό την προσωπική τους ιδιότητα, ως ενυπόθηκοι οφειλέτες - εγγυητές. Τεκμήρια 4 (
  3. i)και (ii): Ενημερωτικές επιστολές της Emporiki Bank προς τον εναγόμενο 2 και εναγομένη 3 αντίστοιχα, ημερομηνίας 16/3/2009, αναφορικά με τη σύμβαση εγγύησης, την οποία οι εναγόμενοι είχαν πρόθεση να υπογράψουν ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων της εναγόμενης 1. Η ΜΕ1 εξήγησε ότι οι εν λόγω επιστολές αποστάληκαν σύμφωνα με τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197(Ι)/2003 και με αυτές η Emporiki Bank πληροφόρησε τους εναγόμενους για το είδος της διευκόλυνσης, το όριο του λογαριασμού, το ύψος του δανείου, το οποίο θα παραχωρούνταν στην εναγόμενη 1, καθώς επίσης για το επιτόκιο καθώς και τον τρόπο υπολογισμού του. Αφού οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν γραπτή δήλωση επί των πιο πάνω επιστολών ότι είχαν κατανοήσει το περιεχόμενό τους, τις παρέδωσαν στην Emporiki Bank. Τεκμήριο 5: Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης πρωτοφειλέτη, ημερομηνίας 30/10/2006 αναφορικά με την εναγόμενη 1. Τεκμήρια 6 (
  4. i)και (ii): Δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 2 και 3 ημερομηνίας 22/4/2009. Τεκμήριο 7: Σύμβαση Δανείου αρ. XXXXX/2009 μεταξύ της εναγόμενης 1 και της Emporiki Bank, ημερομηνίας 22/4/2009. Σύμφωνα με τη ΜΕ1 η Emporiki Bank δυνάμει της σύμβασης δανείου - Τεκμήριο 7 παραχώρησε στην εναγόμενη 1 δάνειο ύψους Ευρώ 46.500, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που καταγράφονται στην εν λόγω σύμβαση και προς το σκοπό αυτό άνοιξε επ' ονόματι της εναγόμενης 1 λογαριασμό με αριθμό XXXXX09-17, ο οποίος μετά τη συγχώνευση της Emporiki Bank με την ενάγουσα, άλλαξε σε XXXXX1557. Τεκμήριο 8: Σύμβαση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό μεταξύ της εναγόμενης 1 και της Emporiki Bank, ημερομηνίας 22/4/2009. Η ΜΕ1 υποστήριξε ότι δυνάμει της σύμβασης - Τεκμήριο 8 η Emporiki Bank συμφώνησε να συνεχίσει να παρέχει την εναγόμενη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό και προς το σκοπό αυτό άνοιξε επ' ονόματι της εναγόμενης 1 το λογαριασμό με αριθμό XXXXX64-02, ο οποίος μετά τη συγχώνευση της Emporiki Bank με την ενάγουσα, άλλαξε σε XXXXX3633. Τεκμήριο 9: Έγγραφο Εγγυήσεως προς Emporiki Bank από εναγόμενους 2 και 3, ημερομηνίας 22/4/2009. Σύμφωνα με τη ΜΕ1 οι εναγόμενοι 2 και 3 δια του Τεκμηρίου 9 εγγυήθηκαν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την Emporiki Bank μέχρι ποσού Ευρώ 56.500, πλέον τόκους, προμήθειες και άλλες τραπεζικές χρεώσεις και έξοδα. Τεκμήριο 10: Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου μεταξύ της Emporiki Bank και των εναγομένων 2 και 3, ημερομηνίας 23/11/2006, συνοδευόμενη από Έγγραφο Υποθήκης. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι προς περαιτέρω εξασφάλιση της Emporiki Bank, οι εναγόμενοι 2 και 3 πρόσφεραν την υποθήκη - Τεκμήριο 10 δια το ποσό Ευρώ 59.801,05 πλέον τόκους, προμήθεια και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Τεκμήριο 11: Επιστολή Emporiki Bank προς την εναγόμενη 1, ημερομηνίας 1/6/2011, με θέμα την καθυστέρηση στην αποπληρωμή του δανείου με αριθμό λογαριασμού XXXXX09-17. Δια της εν λόγω επιστολής, η Emporiki Bank κάλεσε την εναγόμενη 1 να τακτοποιήσει τις καθυστερημένες δόσεις της, πληροφορώντας την ότι σε περίπτωση παράλειψής της να συμμορφωθεί, ο λογαριασμός της θα επιβαρύνονταν με επιτόκιο προς 15,5%. Τεκμήρια 12 (
  5. i)και (ii): Επιστολές ημερομηνίας 1/6/2011, προς τον εναγόμενο 2 και την εναγομένη 3 αντίστοιχα, με θέμα τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου της εναγομένης 1 καθώς και για την ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου σε 15,5%, ως αναφέρεται ανωτέρω. Τεκμήριο 13: Επιστολή ημερομηνίας 21/7/2011 από Emporiki Bank προς την εναγόμενη 1, με τίτλο Ειδοποίηση Τερματισμού, αναφορικά με το επίδικο δάνειο (με αριθμό λογαριασμού XXXXX09-17). Σύμφωνα με την ΜΕ1, επειδή η εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή - Τεκμήριο 11, η Emporiki Bank, δια της επιστολής - Τεκμήριο 13, τερμάτισε την επίδικη σύμβαση δανείου και κάλεσε την εναγόμενη 1 να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό της υπόλοιπο, περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων. Τεκμήρια 14(
  6. i)και (ii): Επιστολές προς τον εναγόμενο 2 και την εναγομένη 3 αντίστοιχα, με τίτλο Εγγυητήριο ημ.22/4/2009, με την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 ενημερώθηκαν ως εγγυητές της εναγόμενης 1, για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και τους ζητήθηκε να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Τεκμήριο 15: Επιστολή της Emporiki Bank προς την εναγόμενη 1, ημερομηνίας 1/6/2011, με θέμα την υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό της με αρ.453-40-004664-02. Με την εν λόγω επιστολή η εναγόμενη 1 κλήθηκε να τακτοποιήσει την υπέρβαση στο λογαριασμό της και πληροφορήθηκε ότι σε περίπτωση παράλειψής της να το πράξει, ο λογαριασμός της θα επιβαρυνόταν με αυξημένο επιτόκιο προς 15,5%. Τεκμήρια 16(
  7. i)και (ii): Ενημερωτικές επιστολές της Emporiki Bank προς τον εναγόμενο 2 και την εναγομένη 3 αντίστοιχα, ημερομηνίας 1/6/2011, αναφορικά με την υπέρβαση στον πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμού της εναγόμενης 1 και την ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου ως ανωτέρω. Τεκμήριο 17: Επιστολή της Emporiki Bank προς την εναγόμενη 1, ημερομηνίας 21 Ιουλίου 2011, με τίτλο Ειδοποίηση Τερματισμού αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. XXXXX64-02. Σύμφωνα με την ΜΕ1, επειδή η εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή - Τεκμήριο 15, η Emporiki Bank δια της επιστολής - Τεκμήριο 17 τερμάτισε την επίδικη σύμβαση τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσε την εναγόμενη 1 να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό της υπόλοιπο, περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων. Τεκμήρια 18(
  8. i)και (ii): Επιστολές προς τον εναγόμενο 2 και την εναγομένη 3 αντίστοιχα, με τις οποίες η Emporiki Bank τους ενημέρωσε για τον τερματισμό της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης 1 και τους ζήτησε να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Τεκμήρια 19(
  9. i)και (ii): Επιστολές της Emporiki Bank προς τους εναγόμενους 2 και 3 αναφορικά με την υποθήκη XXXXX/2006, ημερομηνίας 1/6/2011, με την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 ενημερώθηκαν ως ενυπόθηκη οφειλέτες, για τις καθυστερήσεις στους λογαριασμούς της εναγόμενης 1, καθώς και για την αύξηση του επιτοκίου και κλήθηκαν να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό. Τεκμήρια 20(
  10. i)και (ii): Επιστολές της Emporiki Bank προς τους εναγόμενους 2 και 3 ως ενυπόθηκους οφειλέτες, ημερομηνίας 21/7/11, με την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 ενημερώθηκαν για τον τερματισμό των συμβάσεων δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης 1 και κλήθηκαν όπως εντός 10 ημερών προβούν σε πλήρη εξόφληση των οφειλών της εναγόμενης 1, πλέον τόκους και έξοδα. Τεκμήριο 21: Καταστάσεις του λογαριασμού δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης 1, όπως αυτοί διατηρούνταν στην Emporiki Bank με αριθμούς XXXXX09-17 και XXXXX66-42 αντίστοιχα, οι οποίοι λογαριασμοί απέκτησαν νέους αριθμούς, μετά τη συγχώνευση της Emporiki Bank με την ενάγουσα. Συγκεκριμένα το Τεκμήριο 21 περιλαμβάνει τις πιο κάτω καταστάσεις λογαριασμών: I) Aναλυτική κατάσταση λογαριασμού αρ. XXXXX09-17 για την περίοδο μεταξύ 27/4/2009 και 20/7/2011, καθώς και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 21/7/2011 μέχρι 27/10/20. II) Αναλυτική κατάσταση λογαριασμού με αρ. XXXXX66-42 για την περίοδο από 30/3/2009 μέχρι 21/7/11, μαζί με αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο μεταξύ 21/7/11 - 27/10/20. Οι προαναφερθείσες καταστάσεις λογαριασμών, κατατέθηκαν συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, δια του οποίου η ΜΕ1 δηλώνει και πιστοποιεί εκ μέρους της ενάγουσας ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών «αποτελούν απόσπασμα ή/ και μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της πιο πάνω Τράπεζας [ενάγουσας] και αποτελούν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας» και ότι «Η καταχώρηση στο προαναφερόμενο ηλεκτρονικό αρχείο έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας». Περαιτέρω, η ΜΕ1 δηλώνει εγγράφως στο εν λόγω πιστοποιητικό ότι έχει συγκρίνει το αντίγραφο των καταστάσεων λογαριασμών τις οποίες κατέθεσε, με την αρχική καταχώρηση και διαπίστωσε ότι είναι ορθό. Τεκμήριο 22: Πίνακας Προμηθειών και Χρεώσεων για ιδιώτες και επιχειρήσεις της Emporiki Bank. Τεκμήριο 23 - 25: Αντίγραφα αποδείξεων για κατάθεση συστημένων αντικειμένων αναφορικά με όλες τις επιστολές που η Emporiki Bank απέστειλε στους εναγόμενους εν σχέση με την επίδικη οφειλή, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11 - 20. Πέραν των ανωτέρω, κατά τη μαρτυρία της η ΜΕ1 διευκρίνισε ότι η εναγόμενη 1 λάμβανε πιστωτικές διευκολύνσεις από την Emporiki Bank σε τρεχούμενο λογαριασμό και σε δάνειο από το 2006. Επιπλέον, η ΜΕ1 υποστήριξε ότι ο τόκος υπερημερίας συμφωνήθηκε μεταξύ της τράπεζας και της εναγόμενης 1, έτσι ώστε στην περίπτωση που κάποιο ποσό καθίστατο πληρωτέο, αλλά δεν καταβαλλόταν από την εναγόμενη 1, δημιουργείτο η υποχρέωση καταβολής συνολικού επιτοκίου υψηλότερου του συμφωνηθέντος ποσοστού βασικού και περιθωρίου. Το ποσοστό αυτό ανερχόταν κατά την 21/7/11, ημερομηνία τερματισμού των επίδικων συμβάσεων στο 7% ετησίως, ως αποζημίωση. Συγκεκριμένα ο τόκος υπερημερίας τέθηκε ως η προεκτίμηση της τυχόν ζημιάς που θα προέκυπτε στην περίπτωση που η εναγόμενη 1 αθετούσε τις δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι της τράπεζας. Εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα από την 22/7/11 περιόρισε το επιτόκιο υπερημερίας των λογαριασμών της εναγόμενης 1 από 7% σε 2%. Σύμφωνα με την ΜΕ1 δεν υπάρχει οποιαδήποτε υπερχρέωση των λογαριασμών της εναγόμενης 1 με τόκους και/ ή τέλη. Όλες οι χρεώσεις έγιναν με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών, στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας. Μετά τον τερματισμό της σύμβασης δανείου της εναγόμενης 1, στις 21/7/11, η εναγόμενη 1 κατέβαλε στις 22/7/11 έναντι του οφειλόμενου ποσού, Ευρώ 670 και εξακολουθεί να οφείλει τα ποσά που αναγράφονται στην εισαγωγή της παρούσας απόφασης. Κατά την αντεξέταση, ζητήθηκε από την ΜΕ1 να εξηγήσει διάφορες χρεώσεις που φαίνονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου. Η ΜΕ1 εξήγησε ότι πρόκειται για χρεώσεις αναφορικά με τον τόκο. Συγκεκριμένα, εξήγησε ότι στο συγκεκριμένο δάνειο που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1, ο τόκος υπολογιζόταν με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτεται ταυτόχρονα το κεφάλαιο και ο τόκος. Κάθε φορά που γινόταν κατάθεση στο λογαριασμό, το σύστημα χρέωνε τον τόκο μέχρι την προηγούμενη μέρα και ακολούθως τον αφαιρούσε από τα χρήματα που κατατίθεντο. Σε ερώτηση του συνηγόρου των εναγομένων σε ποιο όρο της σύμβασης δανείου προβλέπεται ότι η χρέωση του τόκου θα γινόταν κατ' αυτό τον τρόπο, η ΜΕ1 παρέπεμψε στην επιστολή - Τεκμήριο 3, στην οποία η Emporiki Bank διευκρίνισε στην εναγόμενη 1 ότι η εξόφληση του δανείου θα έπρεπε να γίνει σε 96 ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Η λέξη 'τοκοχρεολυτικές' παραπέμψει στο είδος δανείου κατά το οποίο καλύπτεται ταυτόχρονα το κεφάλαιο και οι τόκοι. Της υποβλήθηκε ότι η ενέργεια της τράπεζας να εισπράττει μηνιαίως τον τόκο ήταν αντισυμβατική. Η ΜΕ1 διαφώνησε με την υποβολή. Πέραν των ποσών των τόκων, η ΜΕ1 ρωτήθηκε επιπλέον τι αφορά η χρέωση ημ. 9/3/2010για Ευρώ 20,00 στη σελίδα 5 της κατάστασης λογαριασμού του δανείου. Η ΜΕ1 ανέφερε πως πρόκειται για χρέωση σύμφωνα με τον πίνακα προμηθειών και χρεώσεων της Emporiki Bank - Τεκμήριο 22, ο οποίος, όπως ανέφερε, ήταν αναρτημένος σε περίοπτη θέση σε όλα τα καταστήματα της εν λόγω τράπεζας. Βάσει αυτού του πίνακα, σε κάθε περίπτωση δανειοδότησης, η Emporiki Bank χρέωνε διάφορα δικαιώματα, ως προνοείται στις παραγράφους 5 και 6 της σύμβασης δανείου - Τεκμήριο 7. Ο πίνακας αυτός ήταν σε ισχύ κατά τον Φεβρουάριο 2009 αλλά και μετέπειτα. Η ΜΕ1 ρωτήθηκε περαιτέρω τι αφορά η χρέωση ποσού Ευρώ 88,78 ημερομηνίας 31/3/10, καθώς και όλες οι χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό δανείου που φέρουν την ίδια περιγραφή. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι τα ποσά αυτά αφορούν ανανεώσεις αλλά δεν ήταν σε θέση να πει αν επρόκειτο για ανανεώσεις κάποιου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή κάτι άλλο. Εικάζει ότι πρόκειται για ασφάλεια υποθηκευμένου ακινήτου και παρέπεμψε σχετικώς στην επιστολή - Τεκμήριο 3, στην οποία, στη δεύτερη σελίδα, υπό τον τίτλο 'Ειδικοί Όροι - Προϋποθέσεις', αναγράφεται ότι η εναγόμενη 1 καθ' όλη τη διάρκεια των διευκολύνσεων, είχε την υποχρέωση να φροντίζει για την ασφάλιση του ενυπόθηκου ακινήτου, για κάλυψη πυρός, σεισμού και λοιπών κινδύνων, με εκχώρηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προς την Emporiki Bank. Της υποβλήθηκε ότι όλες οι χρεώσεις με αυτή την περιγραφή είναι αντισυμβατικές και ότι ο πίνακας - Τεκμήριο 22 δεν είναι δεσμευτικός. Η μάρτυρας διαφώνησε με τις υποβολές. Της υποβλήθηκε ότι η επιστολή - Τεκμήριο 3 δεν είναι δεσμευτική για τους εναγόμενους, αλλά αποτελεί απλώς ενημέρωση για το τι επρόκειτο να συμφωνηθεί και ότι η τελική δεσμευτική συμφωνία είναι το Τεκμήριο 7. Η ΜΕ διαφώνησε με την υποβολή και ανέφερε ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν την επιστολή - Τεκμήριο 3 και συμφώνησαν με το περιεχόμενό της, δηλώνοντας υπεύθυνα ότι την αντιλήφθηκαν. Σύμφωνα με τη ΜΕ1 η επιστολή - Τεκμήριο 3 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης δανείου. Ζητήθηκε επίσης από τη ΜΕ1 να εξηγήσει χρέωση στον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγόμενης 1, ημερομηνίας 30/3/2009, ως 'έξοδα διαχείρισης τρεχούμενου λογαριασμού με όριο'. Η ΜΕ1 απάντησε ότι αυτή η χρέωση αποτελεί μέρος του προηγούμενου 'κομματιού' του λογαριασμού, διότι η μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού ξεκίνησε από 27/4/2009, όταν κατατέθηκε στον εν λόγω λογαριασμό το ποσό Ευρώ 46.500. Σύμφωνα με τη ΜΕ1, η συγκεκριμένη χρέωση περιλαμβάνεται στον Πίνακα - Τεκμήριο 22 στη δεύτερη σελίδα προς το τέλος, όπου αναγράφεται ότι για τη διαχείριση τρεχούμενου λογαριασμού με όριο από Ευρώ 10.000 μέχρι 100.000 (ως ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός της εναγόμενης 1 πριν την μείωση του ορίου του δια του Τεκμηρίου 8) χρεώνετο ποσό Ευρώ 20. Της υποβλήθηκε ότι όλες οι χρεώσεις για διαχείριση τρεχούμενου λογαριασμού που περιλαμβάνονται στην κατάσταση τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης 1 είναι αντισυμβατικές και επιπλέον είναι παράνομες, γιατί η κάθε τράπεζα είναι εκ του νόμου υπόχρεη να διατηρεί λογαριασμούς για όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρεί, ούτως ώστε να μπορεί να ελέγχεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβολή. Αναφορικά με τη χρέωση στον τρεχούμενο λογαριασμό ημερομηνίας 27/4/2009, με περιγραφή 'έξοδα χαρτοσήμων, ημερολογιακή χρέωση', η ΜΕ1 παρέπεμψε στην παράγραφο 7 της σύμβασης τρεχούμενου λογαριασμού - Τεκμήριο 8, στην οποία αναφέρεται ότι «όλα τα έξοδα, δικαιώματα, χαρτόσημα, εκτιμήσεις και άλλες αμοιβές που καταβλήθηκαν ή θα καταβληθούν σε σχέση ή σαν αποτέλεσμα των διευκολύνσεων θα βαρύνουν τον πιστούχο και θα φέρουν τόκο στο εκάστοτε επιτρεπόμενο ανώτατο επιτόκιο.» Η ΜΕ1 εξήγησε και τη χρέωση ημερομηνίας 28/4/09 με περιγραφή 'έξοδα αντιγράφου του λογαριασμού' για ποσό Ευρώ 2,50, η οποία, όπως ανέφερε, περιλαμβάνεται στον πίνακα χρεώσεων - Τεκμήριο 22. Συγκεκριμένα η ΜΕ1 ανέφερε ότι αποστέλλονταν από την τράπεζα σε όλους τους πελάτες της καταστάσεις λογαριασμών κάθε μήνα και αυτές χρεώνονταν με τα εν λόγω ποσά. Της υποβλήθηκε ότι οι δυο καταστάσεις λογαριασμών του Τεκμηρίου 21 περιέχουν αντισυμβατικές και παράνομες χρεώσεις. Η ΜΕ1 διαφώνησε και απάντησε ότι όλες οι χρεώσεις έγιναν στη βάση των εγγράφων που αποτελούν μέρος των συμβάσεων δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού. Σε ότι αφορά τη συγχώνευση της Emporiki Bank με την ενάγουσα, η ΜΕ1 ανέφερε ότι η ενάγουσα παρέλαβε όλα τα έγγραφα και τους λογαριασμούς της Emporiki Bank, η οποία ήταν διαφορετική τράπεζα. Η ίδια δεν ήταν υπάλληλος της ενάγουσας όταν έγινε η εν λόγω συγχώνευση. Σε ότι αφορά τις επιστολές Τεκμήρια 11 έως 20 της υποβλήθηκε ότι αυτές ουδέποτε αποστάληκαν ή παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Η ΜΕ1 απάντησε ότι οι εν λόγω επιστολές αποστάληκαν ως συστημένες και κατέθεσε σχετικώς ως Τεκμήρια 23, 24 και 25 αντίγραφα των σχετικών αποδείξεων για κατάθεση συστημένων αντικειμένων, τις οποίες αντιστοίχισε με την κάθε μία από τις επιστολές - Τεκμήρια 11 έως 20. Η ΜΕ1 εξήγησε ότι όταν επιστολές αποστέλλονται ως συστημένες, αλλά δεν παραλαμβάνονται, αυτές επιστρέφονται στην τράπεζα και κατατίθενται στο φάκελο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε εν προκειμένω και ως εκ τούτου η ίδια θεωρεί ότι οι εν λόγω επιστολές παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Σε ότι αφορά τη Σύμβαση και Έγγραφο Υποθήκης - Τεκμήριο 10 υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι οι όροι 4 και 12 του Εγγράφου Υποθήκης, αποστερούν τον ενυπόθηκο οφειλέτη από το δικαίωμά του για εξάλειψη της υποθήκης ανά πάσα στιγμή, καθότι δεν καθορίζονται σε αυτούς και δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει ο ενυπόθηκος οφειλέτης ποια είναι τα ποσά των τόκων, προμήθειας και άλλων δικαιωμάτων, τα οποία η τράπεζα δικαιούται να χρεώσει. Η ΜΕ1 διαφώνησε με την υποβολή και ανέφερε ότι η τράπεζα μπορούσε να υπολογίσει ποιο ήταν το οφειλόμενο ποσό για αποδέσμευση των ενυπόθηκων οφειλετών και για εξάλειψη της υποθήκης. Της υποβλήθηκε επίσης ότι η υποθήκη - Τεκμήριο 10 ουδέποτε μεταβιβάστηκε από την Emporiki Bank στην ενάγουσα. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι εξ όσων γνωρίζει, όλες οι εξασφαλίσεις που είχε η Emporiki Bank μεταφέρθηκαν στην ενάγουσα με βάση το Τεκμήριο 1. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι ουδέποτε εκταμιεύθηκε το δάνειο στους λογαριασμούς της εναγόμενης 1. Η ΜΕ1 απάντησε ότι η εκταμίευση του ποσού του δανείου φαίνεται καθαρά στις καταστάσεις λογαριασμών στο Τεκμήριο 21. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι στις 27/4/2009 ο λογαριασμός δανείου χρεώθηκε με Ευρώ 46.500, ποσό το οποίο την ίδια μέρα, μεταφέρθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγόμενης 1. Τέλος, υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι η ενάγουσα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά εξ υπαιτιότητας των εναγομένων, ώστε να δικαιολογείται να χρεώνει τόκο υπερημερίας. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι ο τόκος υπερημερίας που αξιώνει η ενάγουσα περιορίστηκε στο 2% από τον τερματισμό των επίδικων συμβάσεων που έγινε το 2011. Ως δεύτερος μάρτυρας για την ενάγουσα (ΜΕ2) κατέθεσε ο κ. XXXXX Χριστοφόρου, ο οποίος είναι ένας εκ των υπευθύνων για την παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών της ενάγουσας. Αρχικώς προσελήφθη το 2007 ως υπάλληλος της Emporiki Bank με τα ίδια καθήκοντα που έχει και στην ενάγουσα. Ακολούθως, με τη συγχώνευση της Emporiki Bank με την ενάγουσα, ο ΜΕ2 μεταφέρθηκε στην ενάγουσα. Ανέφερε ότι είχε πρόσβαση αρχικώς στα αρχεία της Emporiki Bank και ακολούθως της ενάγουσας. Υποδείχθηκαν στον ΜΕ2 οι καταστάσεις λογαριασμών - Τεκμήριο 21 και ο ΜΕ2 ανέφερε ότι είναι οι καταστάσεις λογαριασμών της εναγόμενης 1, όπως παρουσιάζονται στο σύστημα της τράπεζας. Εξήγησε ότι οι χρεώσεις ποσών Ευρώ 0.44, 0.15 και 328.25 που φαίνονται στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού του δανείου, είναι τόκοι οι οποίοι υπολογίστηκαν και χρεώθηκαν, λόγω υπερβάσεων, δηλαδή λόγω μη καταβολής δόσεων στις συμφωνηθείσες ημερομηνίες. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι επειδή δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στον τρεχούμενο λογαριασμό από τον οποίο πληρώνονταν οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου, δεν μπορούσε να γίνει η πληρωμή των δόσεων εγκαίρως. Μόλις υπήρχε διαθέσιμο ποσό, πληρώνονταν πρώτα οι τόκοι και μετά το κεφάλαιο συν τον τόκο που προέκυπτε, λόγω της καθυστέρησης στην πληρωμή. Περαιτέρω, ο ΜΕ2 εξήγησε τις χρεώσεις με την περιγραφή 'expenses for renewal' και συγκεκριμένα έξοδα για ανανέωση ασφάλειας που χρεώθηκαν στον λογαριασμό του δανείου. Του υποδείχθηκε επίσης το Τεκμήριο 3 και εξήγησε ότι το δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1 είναι τοκοχρεολυτικό δάνειο τακτής προθεσμίας. Τοκοχρεολυτικό είναι είδος δανείου στο οποίο υπολογίζεται από πριν το συνολικό ποσό που απαιτείται για να εξοφληθεί. Υπολογίζεται η δόση και ξεκινούν να πληρώνονται οι τόκοι και το κεφάλαιο και μεταβάλλεται ο τόκος, αναλόγως με το υπόλοιπο. Όσο μειώνεται το υπόλοιπο, μειώνονται και οι τόκοι και αυξάνεται η κατάθεση στο κεφάλαιο. Κατά την αντεξέταση, υποβλήθηκε στο ΜΕ2 ότι η επιστολή - Τεκμήριο 3 δεν αποτελεί δεσμευτική συμφωνία για τους διαδίκους. Ο ΜΕ2 διαφώνησε με την υποβολή και ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί μέρος της συμφωνίας μεταξύ της τράπεζας και της εναγόμενης 1, εφόσον η τελευταία υπέγραψε την εν λόγω επιστολή, δηλώνοντας υπεύθυνα ότι αντιλαμβάνεται πλήρως το περιεχόμενό της. Ρωτήθηκε κατά πόσον ο τόκος στο δάνειο της εναγόμενης 1 έπρεπε να υπολογίζεται με βάση τα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Ο ΜΕ2 απάντησε ότι ο τόκος στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του ότι το δάνειο είναι τοκοχρεολυτικό, έχει προϋπολογιστεί. Δηλαδή, υπήρχε καθορισμένος τόκος και κεφάλαιο για κάθε δόση και ανάλογα με τις πληρωμές, ο τόκος θα μειωνόταν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων παρέπεμψε τον ΜΕ2 στην παράγραφο 5(α) της σύμβασης δανείου - Τεκμήριο 7 σύμφωνα με την οποία «ο τόκος θα υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια υπόλοιπα και θα είναι πληρωτέος ανά τρίμηνο. Σε περίπτωση μη πληρωμής ο τόκος θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επί αυτού τόκοι και προμήθεια. Ο τόκος θα υπολογίζεται ημερησίως αλλά το έτος θα λογίζεται ότι έχει 360 ημέρες.». Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ναι μεν ο τόκος υπολογίζεται ανά τριμηνία, αλλά με βάση την παράγραφο 2 του Τεκμηρίου 7, οι δόσεις προς εξόφληση του δανείου έπρεπε να καταβάλλονται μηνιαίως και αυτές οι δόσεις περιλάμβαναν και τόκους επειδή το δάνειο ήταν τοκοχρεολυτικό. Σε ότι αφορά τη χρέωση για την ασφάλεια του ενυπόθηκου ακινήτου (Ευρώ 88,78), υποβλήθηκε στο ΜΕ2 ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε να γίνεται τέτοια χρέωση στο λογαριασμό του δανείου και να τοκίζεται, με απότοκο η τράπεζα να αποκομίζει κέρδος από μια τέτοια πληρωμή. Ο ΜΕ2 διαφώνησε με την υποβολή και παρέπεμψε στην παράγραφο 6 της σύμβασης δανείου - Τεκμήριο 7, στην οποία αναφέρεται ότι « η τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να χρεώνει τον δανειζόμενο με όλα τα έξοδα, δικαιώματα, χαρτόσημα και άλλες πληρωμές που έγιναν ή θα γίνουν σχετικά με το δάνειο και τα αντίστοιχα κονδύλια θα φέρουν τόκο στο επιτόκιο που προβλέπεται στον όρο 5 της παρούσης από της ημέρας που έγινε η σχετική πληρωμή μέχρι της εξόφλησης και τα κονδύλια αυτά θα προστίθενται και αποτελούν μέρος του δανείου». Ρωτήθηκε τέλος αν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη δημιουργία του Τεκμηρίου 21. Ο ΜΕ2 απάντησε όχι, αλλά το τεκμήριο 21 είναι το ίδιο και περιέχει τις ίδιες εγγραφές που υπάρχουν καταχωρημένες στα συστήματα της τράπεζας. Διευκρίνισε ότι όταν του ζητήθηκε να παρουσιαστεί ως μάρτυρας στο Δικαστήριο πήρε τους αριθμούς λογαριασμού του δανείου και του τρεχούμενου, τα έτρεξε στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή ο οποίος έχει πρόσβαση στα συστήματα της τράπεζας και είδε αυτές τις καταστάσεις λογαριασμού. Θέσεις των μερών: Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι οι συνήγοροι προσκόμισαν στον Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με προσοχή. Η κυρία Χαραλάμπους, κάνοντας αναφορά στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό το φως της νομικής πτυχής της υπόθεσης, εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της αξίωσής της κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση ως η αξίωση της ενάγουσας. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 3 η ευπαίδευτη συνήγορος υποστήριξε ότι αυτό αποτελεί «προκαταρτική συμφωνία» μεταξύ των μερών και ότι με βάση το περιεχόμενο αυτού, οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας, η εξόφληση του οποίου έπρεπε να γίνει με 96 ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Περαιτέρω, η συνήγορος υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί η αποστολή των επιστολών τερματισμού των επίδικων συμβάσεων και ως εκ τούτου οι επίδικοι λογαριασμοί έχουν δεόντως τερματιστεί και τα χρεωστικά υπόλοιπα αυτών κατέστησαν απαιτητά. Σε ότι αφορά το επιτόκιο και τον τόκο υπερημερίας, η συνήγορος υποστήριξε ότι αυτά προβλέπονται στον όρο 5 της σύμβασης δανείου - Τεκμήριο 7 καθώς επίσης και στον όρο 2 της σύμβασης πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό - Τεκμήριο 8. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα από 22/7/11 περιόρισε το επιτόκιο υπερημερίας στους λογαριασμούς της εναγόμενης 1 από 7% σε 2%, ποσοστό το οποίο είναι εντός των πλαισίων των λογικών αποζημιώσεων που δικαιούται να λάβει η ενάγουσα για τη ζημιά που υπέστη, λόγω της μη εξυπηρέτησης των επίδικων λογαριασμών. Σε ότι αφορά τα λοιπά έξοδα με τα οποία χρεώνονταν οι επίδικοι λογαριασμοί, η ευπαίδευτη συνήγορος παραπέμπει στον όρο 6 της σύμβασης δανείου, καθώς και στον όρο 7 της σύμβασης τρεχούμενου λογαριασμού, με βάση τους οποίους η τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώνει τα εν λόγω έξοδα. Στον αντίποδα ο κύριος Δημητρίου υποστήριξε ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη οφειλής και το ύψος αυτής καθότι: 1) Δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου καταστάσεις λογαριασμών που να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι έγινε ορθά η μεταφορά και αντιγραφή του τραπεζικού βιβλίου της Emporiki Bank από την Alpha Bank, κατά τη συγχώνευση των δυο εταιρειών. 2) Δεν αποδείχθηκαν τα εκ μεταφοράς υπόλοιπα που παρουσιάζουν οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμών. 3) Δεν αποδείχθηκε ότι οι αμφισβητηθείσες χρεώσεις, περιλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας έγιναν στη βάση των συμφωνιών της τράπεζας με τους εναγόμενους. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι απέκτησε τα δικαιώματα που είχε η Emporiki Bank ως ενυπόθηκη δανείστρια, διότι δεν έγινε μετεγγραφή της επίδικης υποθήκης με βάση τη διαδικασία που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Σε ότι αφορά τους υπόλοιπους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων, παρατηρώ ότι αυτοί δεν αναπτύσσονται καθόλου δια της εκτενούς τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου τους και ως εκ τούτου φαίνεται να έχουν εγκαταλειφθεί. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους δυο μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχει το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων κατά τη μαρτυρία του και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο (βλ. μεταξύ άλλων C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Ηλιάδη και Σάντη (σελ.153): «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δυο πλευρές (Φώτσιου v Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/9 ημ.4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία.». Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση: Η ΜΕ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Θεωρώ ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Άλλωστε δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία της ΜΕ1 ότι αποστάληκαν στους εναγόμενους οι επιστολές- Τεκμήρια 11 - 20, ως συστημένες, στις διευθύνσεις, τις οποίες αυτοί είχαν δηλώσει στην τράπεζα, αλλά δεν επιστράφηκαν, γίνεται αποδεκτή. Άλλωστε στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων φαίνεται να εγκαταλείπει τη θέση ότι οι εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν δεόντως για τις υπερβάσεις στους επίδικους λογαριασμούς και ακολούθως για τον τερματισμό των σχετικών διευκολύνσεων. Περαιτέρω σε ότι αφορά την επιστολή - Τεκμήριο 3 η θέση της ΜΕ1 ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν αυτήν και αποδέχτηκαν το περιεχόμενο της, επίσης γίνεται αποδεκτή. Εάν το έγγραφο αυτό αποτελεί μέρος της συμφωνίας των μερών ή όχι είναι ζήτημα νομικό, το οποίο θα εξεταστεί από το Δικαστήριο. Η ΜΕ1 κρίνεται αξιόπιστη και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της ως προς τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε. Σε ότι αφορά τον ΜΕ2 σημειώνεται ότι και αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Έδωσε σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και εξήγησε τις διάφορες χρεώσεις που του υποδείχθηκαν στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμών, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού και χρέωσης του τόκου στο δάνειο της εναγόμενης 1. Μεταξύ άλλων ο ΜΕ2 εξήγησε ότι οι μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής του επίδικου δανείου αφορούσαν πληρωμές τόσο έναντι του κεφαλαίου, όσο και έναντι του τόκου, ο οποίος είχε υπολογιστεί από την αρχή. Ο ΜΕ2 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Τονίζεται ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν υποβλήθηκε είτε στη ΜΕ1 είτε στον ΜΕ2 ότι δεν είπαν στον Δικαστήριο την αλήθεια. Η υπεράσπιση αφορά κυρίως νομικά ζητήματα για τα οποία ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Δικαστήριο. Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα, ως η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 η οποία λεπτομερώς παρατίθεται ανωτέρω. Διευκρινίζεται ότι το κατά πόσον τα χρεωστικά υπόλοιπα που παρουσιάζουν οι επίδικοι λογαριασμοί είναι ορθά ή όχι, το κατά πόσον οι εν λόγω λογαριασμοί περιέχουν οποιεσδήποτε παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις, καθώς και όλα τα νομικά ζητήματα τα οποία σχολιάστηκαν από τους ΜΕ1 και 2 κατά την ένορκη μαρτυρία τους δεν αποτελούν ευρήματα ως προς τα γεγονότα, αλλά εξετάζονται κατωτέρω, κατά την υπαγωγή των γεγονότων στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Με βάση πάγια επί του θέματος νομολογία σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, η ενάγουσα φέρει το βάρος να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τη σύναψη σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, τους όρους των εν λόγω συμφωνιών, την παραβίαση συγκεκριμένων συμβατικών όρων από τους εναγόμενους, τον επακόλουθο τερματισμό και το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. μεταξύ άλλων Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.829). Με βάση τα ευρήματά μου ανωτέρω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εν προκειμένω:
  1. i)H σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείου και παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο λογαριασμό, με βάση τους όρους που περιγράφονται στα Τεκμήρια 7 και 8, αλλά και στο Τεκμήριο 3, το οποίο αποτελεί επιστολή η οποία περιλαμβάνει όρους και προϋποθέσεις για την παραχώρηση των επίδικων διευκολύνσεων, όπως ρητώς αναφέρεται σε αυτήν. Τονίζεται ότι οι εναγόμενοι δήλωσαν εγγράφως ότι ανέγνωσαν, αντιλήφθηκαν και συμφώνησαν με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και επομένως είναι ορθή, κατά την κρίση μου, η θέση της κυρίας Χαραλάμπους ότι το εν λόγω Τεκμήριο 3 αποτελεί προκαταρτική συμφωνία μεταξύ των μερών.
  2. ii)Η παραχώρηση των διευκολύνσεων. Σε ότι αφορά την εκταμίευση του δανείου, αυτή προκύπτει ξεκάθαρα από τις αναλυτικές καταστάσεις του δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 21). iii) Η ανάληψη εγγύησης εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 για τις επίδικες υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, ως το έγγραφο εγγυήσεως - Τεκμήριο 9.
  3. iv)Η παραχώρηση της Υποθήκης - Τεκμήριο 10 από τους εναγόμενους 2 και 3 ως περαιτέρω εξασφάλισης της Emporiki Bank ως περιγράφεται στο Τεκμήριο 10.
  4. v)H παράβαση από την εναγόμενη 1 των συμβατικών της υποχρεώσεων εφόσον δεν κατέβαλλε εγκαίρως τις δόσεις αποπληρωμής του δανείου της και επιπλέον ο τρεχούμενος λογαριασμός της παρουσίαζε καθυστερήσεις.
  5. vi)O νόμιμος τερματισμός των επίδικων συμφωνιών από πλευράς της ενάγουσας. Το γεγονός ότι τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές, όσο και η επιστολές τερματισμού των επίδικων διευκολύνσεων, αποστάληκαν στους εναγόμενους, ως συστημένες, στις διευθύνσεις που αυτοί είχαν δηλώσει στην τράπεζα, αλλά δεν επιστράφηκαν, δημιουργεί τεκμήριο παραλαβής των εν λόγω επιστολών από τους εναγόμενους, το οποίο δεν έχει ανατραπεί, εφόσον ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να υποστηρίζει ότι οι επιστολές δεν παραλήφθηκαν (βλ. μεταξύ άλλων Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. v. Χαριλάου κ.α.
(2009)1 (Α)Α.Α.Δ 479, Έλληνας κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ.Εφεση 87/13, ημερομηνίας 3.12.19). Δεδομένης της κατάληξής μου ως προς την απόδειξη των πιο πάνω γεγονότων, αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια, είναι το κατά πόσον η ενάγουσα έχει αποδείξει την ορθότητα του ύψους των χρεωστικών υπολοίπων των δυο επίδικων λογαριασμών (βλ. μεταξύ άλλων Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γιώργου Οικονόμου
(2014)1 (Γ) Α.Α.Δ.2287)). Άρθρο 22 περί Αποδείξεως Νόμου: Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων υποστηρίζει ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι έγινε «ελεγμένη μεταφορά» των τραπεζικών βιβλίων της Emporiki Bank στην ενάγουσα, κατά τη συγχώνευση των δυο τραπεζών και επομένως δεν έχει αποδειχθεί ότι οι καταστάσεις που κατατέθηκαν ως μέρος του Τεκμηρίου 21 αποτελούν αντίγραφα καταχωρήσεων τραπεζικού βιβλίου, σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Συγκεκριμένα, ο κύριος Δημητρίου υποστηρίζει ότι οι αρχικές καταχωρήσεις αναφορικά με τους δυο επίδικους λογαριασμούς έγιναν στο τραπεζικό βιβλίο της Emporiki Bank, η οποία απορροφήθηκε στη συνέχεια από την ενάγουσα και σήμερα δεν υπάρχει. Επομένως, σύμφωνα με το συνήγορο έπρεπε να ελεγχθούν οι αρχικές καταχωρήσεις που είχαν γίνει στο τραπεζικό βιβλίο της Emporiki Bank και όχι οι λογαριασμοί ως μεταφέρθηκαν στην ενάγουσα, κατά τη συγχώνευση των δυο τραπεζών. Αποτελεί θέση του κυρίου Δημητρίου ότι επειδή δεν δόθηκε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ως προς τον τρόπο μεταφοράς των τραπεζικών βιβλίων της Emporiki Bank στην ενάγουσα δεν αποδείχθηκε ότι έγινε πιστή μεταφορά των τραπεζικών βιβλίων σε ηλεκτρονική μορφή από τη μια τράπεζα στην άλλη και ως εκ τούτου δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι η ενάγουσα κατέχει ορθό αντίγραφο των αρχικών καταχωρήσεων της Εμπορικής. Προς επίρρωση της θέσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε στην απόφαση του Π.Ε.Δ Μαλαχτού (ως ήταν τότε) στην Αγωγή 5812/2012 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Limited v. Springfair Limited κ.α. στην οποία εξετάστηκε παρόμοια εισήγηση, στη βάση βέβαια της μαρτυρίας η οποία δόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου: «22.—
(1)Τηρουµένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νοµικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεµάτων, δοσοληψιών και λογαριασµών που είναι καταχωρισµένα σ' αυτό.
(2)Αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δεν γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάµει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο της καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση.
(3)Αντίγραφο της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δεν γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάµει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί περαιτέρω ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί µε την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο µε την αρχική καταχώριση. » Στην παρούσα υπόθεση, παρατηρώ ότι η ΜΕ1 καταθέτοντας το Τεκμήριο 21 ανέφερε ότι οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμών αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου και ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας τράπεζας. Η ίδια, ως υπεύθυνη του Τμήματος Προβληματικών Λογαριασμών της ενάγουσας, έχει καθήκον να παρακολουθεί το σχετικό ηλεκτρονικό αρχείο. Περαιτέρω, η ΜΕ1 δήλωσε εγγράφως δια του πιστοποιητικού που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 21, ότι η καταχώριση των επίδικων λογαριασμών στο εν λόγω αρχείο, έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας. Η ίδια σύγκρινε το αντίγραφο των καταστάσεων λογαριασμών που εκτύπωσε με την αρχική καταχώρηση, όπως αυτή εμφαίνεται στο ηλεκτρονικό αρχείο της ενάγουσας και διαπίστωσε ότι είναι ορθό. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνεται ότι η ΜΕ1 περιγράφει τους επίδικους λογαριασμούς ως εξής: - Προηγούμενος αρ. λογαριασμού δανείου όπως διατηρείτο στην EMPORIKI BANK CYPRUS LTD με αριθμό XXXXX09-17 (Νέος Αρ. Λογαριασμού μετά τη Συγχώνευση XXXXX1557) και - Προηγούμενος αρ. τρεχούμενου λογαριασμού όπως διατηρείτο στην EMPORIKI BANK CYPRUS LTD με αριθμό XXXXX66-42 (Νέος Αρ. Λογαριασμού μετά τη Συγχώνευση XXXXX3633). (Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Προκύπτει επίσης από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 ότι οι δυο αναλυτικές καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, φέρουν τον αριθμό που τους είχε δοθεί από την Emporiki Bank, καθώς επίσης και ένδειξη στο πάνω μέρος της αρχικής τους σελίδας ότι αφορούν την Emporiki Bank. Οι νέοι αριθμοί λογαριασμών που δόθηκαν από την ενάγουσα - Alpha Bank, αναγράφονται στις αναδομημένες καταστάσεις των δυο λογαριασμών, οι οποίες καλύπτουν περίοδο μετά τον τερματισμό των διευκολύνσεων που έγινε στις 21/7/11. Είναι γεγονός ότι κατά το χρόνο που έγιναν οι αρχικές καταχωρήσεις στους δυο επίδικους λογαριασμούς, αυτές έγιναν στο τραπεζικό βιβλίο/ ηλεκτρονικό αρχείο της Emporiki Bank, το οποίο κατά τη συγχώνευση της εν λόγω τράπεζας με την ενάγουσα, μεταφέρθηκε στην ενάγουσα. Άλλαξε δηλαδή ιδιοκτήτη το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο, εφόσον η Emporiki Bank έπαυσε να υφίσταται και όλα τα τραπεζικά της βιβλία περιήλθαν υπό τη φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας. Το τι προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ1, είναι ότι η ίδια, ως υπάλληλος της Alpha Bank, απέκτησε πρόσβαση στα τραπεζικά βιβλία της Emporiki Bank, τα οποία είχαν μεταφέρθηκαν στην Alpha Bank κατά τη συγχώνευσή της με την Emporiki Bank εξ ου και η αναφορά της σε λογαριασμούς όπως αυτοί διατηρούνταν Emporiki Bank. Έχοντας μελετήσει τα πρακτικά της διαδικασίας με πολλή προσοχή διαπιστώνω ότι δεν υποβλήθηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης στη ΜΕ1 ότι τα τραπεζικά βιβλία της Emporiki Bank δεν μεταφέρθηκαν στην Alpha Bank ως είχαν, αλλά ενδεχομένως κατά τη μεταφορά να αλλοιώθηκαν. Επομένως η θέση της ΜΕ1 ότι οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών, τις οποίες κατέθεσε ως μέρος του Τεκμηρίου 21 αποτελούν καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, όπως αυτοί διατηρούνταν στην Emporiki Bank, παρέμεινε αναντίλεκτη. Εάν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ήταν ότι οι λογαριασμοί αυτοί, ενδεχομένως να διαφέρουν από τους λογαριασμούς τους οποίους διατηρούσε η Emporiki Bank, είτε λόγω εσφαλμένης μεταφοράς τους στην Aplha Bank κατά τη διαδικασία της συγχώνευσης των δυο τραπεζών, είτε για άλλο λόγο, όφειλε να το υποβάλει στη ΜΕ1 για να της δώσει την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Η παράλειψη της υποβολής μιας τέτοιας θέσης στη ΜΕ1 κρίνεται ουσιώδης και αδικαιολόγητη. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαικού μας συστήματος ότι ο κάθε μάρτυρας «θα πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε» (Frederickou School Co Ltd κ.α v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.1527). Παραπέμπω επίσης στην Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R.383, 384 στην οποία αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: "Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it." Επιπλέον, στη Μοσχάτου v. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.785 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: « . Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψιν του ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσής το Δικαστήριο μένει μόνο με την μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Παραπέμπω και στην Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «.Περαιτέρω η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος». Εν προκειμένω, η θέση της ΜΕ1 ότι ήλεγξε και παρουσίασε τις αρχικές καταχωρήσεις στους λογαριασμούς της εναγόμενης 1, όπως αυτοί διατηρούνταν στην Emporiki Bank και μεταφέρθηκαν στην ενάγουσα, παρέμεινε αναντίλεκτη, εφόσον δεν της υποβλήθηκε ότι αυτή η θέση δεν ευσταθεί για οποιοδήποτε λόγο. Συνεπώς, με βάση τη μαρτυρία της ΜΕ1 προκύπτει ότι οι καταστάσεις των δυο επίδικων λογαριασμών, στις οποίες η ΜΕ1 απέκτησε πρόσβαση ως υπάλληλος της ενάγουσας, είναι οι ίδιες με τις καταστάσεις λογαριασμών που διατηρούνταν στην Emporiki Bank. Αυτό σημαίνει ότι:
  1. i)Οι καταχωρίσεις που έγιναν και εμφαίνονται στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών του Τεκμηρίου 21, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών της Emporiki Bank, σε χρόνο που οι καταστάσεις αυτές αποτελούσαν ένα από τα συνήθη βιβλία της Emporiki Bank.
  2. ii)Οι εν λόγω καταστάσεις βρίσκονταν κατά το χρονικό διάστημα που καλύπτουν, υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Emporiki Bank και ακολούθως, τέθηκαν υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Alpha Bank, η οποία απορρόφησε την Emporiki Bank το 2015. iii) Η ΜΕ1, ως υπάλληλος της Alpha Bank, απέκτησε πρόσβαση στις εν λόγω καταστάσεις, οι οποίες διατηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και τις εκτύπωσε. Ακολούθως, σύγκρινε, όπως ανέφερε, τις καταστάσεις που εκτύπωσε με τις καταστάσεις που διατηρούνται στο σύστημα της Alpha Bank και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Επομένως, καταλήγω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και με την καταχώριση του Τεκμηρίου 21 έχει δημιουργηθεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας των καταχωρήσεων στους εν λόγω λογαριασμούς, πλην των καταχωρήσεων που αφορούν εκ μεταφοράς υπόλοιπα στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, εφόσον δεν θα μπορούσε να γίνει επίκληση του εν λόγω άρθρου 22 σε σχέση με προηγούμενα υπόλοιπα λογαριασμών (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας Deme-Dairy Ltd ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολιτική Έφεση αρ.246/2013, ημ.11/12/2019). Εκ μεταφοράς υπόλοιπα Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την κατάθεση των επίδικων λογαριασμών δυνάμει του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, θα πρέπει στο σημείο αυτό να εξεταστεί κατά πόσον από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου η ενάγουσα έχει αποδείξει την ορθότητα του ύψους του οποιουδήποτε εκ μεταφοράς υπολοίπου στους επίδικους λογαριασμούς και περιπλέον κατά πόσον η υπεράσπιση, μέσω της αντεξέτασης των ΜΕ1 και 2, κατάφερε να καταδείξει την ύπαρξη οποιονδήποτε εσφαλμένων ή παράνομων ή αντισυμβατικών καταχωρήσεων στους επίδικους λογαριασμούς (βλ. μεταξύ άλλων Λαϊκή Τράπεζα v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ. κα
(2009)1 Α.Α.Δ.479, Ιωαννίδης κα v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 Β Α.Α.Δ.1491 και Alpha Cyprus Limited v. Ζαλούμη κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολιτική Έφεση Αρ.149/2013 ημερ.14.4.2020). Αποτελεί βασική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την ορθότητα των χρεωστικών υπολοίπων των δυο επίδικων λογαριασμών, καθότι σε αυτούς παρουσιάζονται εκ μεταφοράς υπόλοιπα, για τα οποία δεν παρουσιάστηκαν προηγούμενες αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών, ούτως ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί πως έχουν προκύψει τα υπόλοιπα αυτά και να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητά τους από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τον επίδικο λογαριασμό δανείου, παρατηρώ ότι στην πρώτη σελίδα της αναλυτικής κατάστασης αυτού (μέρος του Τεκμηρίου 21) περιγράφεται στο πάνω μέρος δεξιά ως «προηγούμενο υπόλοιπο/previous balance» ποσό Ευρώ 93.
  1. Το ποσό όμως αυτό, δεν φαίνεται να αποτελεί μέρος του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού, το οποίο αξιώνει η ενάγουσα, καθότι η πρώτη καταχώριση στον επίδικο λογαριασμό δανείου είναι η χρέωση του ποσού του δανείου, δηλαδή Ευρώ 46.
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων ουδεμία υποβολή έκανε είτε στη ΜΕ1, είτε στο ΜΕ2, εν σχέση με το εν λόγω ποσό. Ανατρέχοντας στα πρακτικά διαπιστώνω ότι ο κύριος Δημητρίου υπέβαλε σχετικώς στο ΜΕ2 μόνο τις εξής ερωτήσεις: «Ε. Στην πρώτη σελίδα κύριε μάρτυς στην πρώτη καταχώρηση που γίνεται επί του λογαριασμού ποιο είναι το υπόλοιπο; Α. €46.
  3. Ε. Στο πάνω μέρος δεξιά πάνω από την αναφορά εκείνη τι αναφέρει η κατάσταση λογαριασμού; Α. «προηγούμενο υπόλοιπο.» σε αυτό αναφέρεστε; Ε. Ναι Α. €93.000». Επαναλαμβάνω ότι το ποσό Ευρώ 93.000 δεν έχει χρεωθεί στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού του δανείου και δεν αποτελεί μέρος της επίδικης οφειλής. Πρόκειται, ενδεχομένως, για προηγούμενο δάνειο της εναγόμενης 1, το οποίο εξοφλήθηκε δια της παραχώρησης του επίδικου δανείου (βλ. Τεκμήρια 2 και 3 στα οποία αναφέρεται ότι σκοπός του δανείου ήταν μεταξύ άλλων η εξόφληση υφιστάμενου τότε δανείου). Εν πάση περιπτώσει, εφόσον το ποσό αυτό δεν αποτελεί μέρος του επίδικου χρεωστικού υπολοίπου, δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Σε ότι αφορά όμως τον τρεχούμενο λογαριασμό, πράγματι παρατηρώ ότι η αναλυτική κατάσταση αυτού ξεκινά με χρεωστικό προηγούμενο υπόλοιπο Ευρώ 26.361,72, για το οποίο δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε εξηγήσεις από τους ΜΕ ως προς το πώς αυτό έχει προκύψει, ούτε παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο οποιεσδήποτε προηγούμενες αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού ή στοιχεία που να καταδεικνύουν πως προέκυψε το εν λόγω ποσό. Με βάση πάγια επί του θέματος νομολογία όπως αυτή συνοψίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Τράπεζα Κύπρου v.
  4. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας Deme - Dairy Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση αρ.246/2012, ημ.11 Δεκεμβρίου 2019, κρίνω ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται σε καταβολή του εν λόγω εκ μεταφοράς υπολοίπου πλέον τους τόκους που επιβλήθηκαν σε σχέση με αυτό, εφόσον απέτυχε να αποδείξει την ορθότητά του. Σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας δεν προέβη σε οποιαδήποτε εισήγηση δια της γραπτής της αγόρευσης ως προς το ζήτημα αυτό. Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσον η αποτυχία της ενάγουσας να αποδείξει την ορθότητα του χρεωστικού αυτού υπολοίπου, συμπαρασύρει ολόκληρη την απαίτησή της σχετικά με το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ή όχι. Παρόμοια ζήτημα απασχόλησε σχετικά πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Deme - Dairy Ltd ανωτέρω. Στην εν λόγω υπόθεση η απαίτηση της εφεσείουσας τράπεζας είχε απορριφθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθότι όπως και εν προκειμένω, δεν είχαν παρουσιαστεί αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού εν σχέση με εκ μεταφοράς προηγούμενο υπόλοιπο και επομένως κρίθηκε πρωτοδίκως ότι υπήρχε αβεβαιότητα ως προς το πώς προέκυψε το εν λόγω ποσό, το οποίο είχε ενσωματωθεί στην αξίωση της εφεσείουσας. Στη εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, κάνοντας ανασκόπηση στη σχετική επί του θέματος νομολογία, αποφάσισε τα εξής: «Όπως είναι νοµολογηµένο (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόµου
(2014)1 ΑΑ∆ 2287), η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το ∆ικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση. Σε περίπτωση όπου υπάρχει µόνο µια εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που αποµένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση µε το µάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑ∆ 1858, Wynne v. Mavronicola
(2009)1 ΑΑ∆ 1138). Στην υπό κρίση περίπτωση, το πρωτόδικο ∆ικαστήριο, εδραζόµενο σε αδιαµφισβήτητα δεδοµένα, ορθά κατέληξε ότι δεν είχε παρουσιαστεί οποιαδήποτε κατάσταση αναφορικά µε την κίνηση του επίδικου λογαριασµού για την περίοδο 1985-1.8.
  1. Εκ µεταφοράς παρουσιάζεται στο Τεκµήριο 11Α το ποσό των ΛΚ25.119,10 ως οφειλόµενο, την 31.8.1991, υπόλοιπο. Ως προς το ποσό αυτό και τη συγκεκριµένη καταχώρηση ορθά κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια επίκλησης του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόµου, Κεφ.
  2. ∆εν τέθηκε ενώπιον του ∆ικαστηρίου οποιαδήποτε σχετική αναλυτική κατάσταση χρεοπιστώσεων και δοσοληψιών, ούτως ώστε να δηµιουργηθεί το µαχητό τεκµήριο προς αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Συνεπώς, κατά νοµολογιακή ευθυγράµµιση, βάσιµη είναι και η κατάληξη του πρωτόδικου ∆ικαστηρίου περί ύπαρξης αβεβαιότητας ως προς το πώς προέκυψε το πιο πάνω ποσό ως προηγούµενο υπόλοιπο. Υπήρχε όντως κενό σε σχέση µε την κίνηση του επίδικου λογαριασµού κατά την προαναφερθείσα χρονική περίοδο, γεγονός που εντάσσει την υπόθεση, ως προς αυτό το σκέλος, στα κριθέντα από τις αποφάσεις D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 ΑΑ∆ 263, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 ΑΑ∆ 1390 και Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου ∆ηµόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑ∆ 846, στις οποίες παρέπεµψε το πρωτόδικο ∆ικαστήριο. . Όµως, το όλο ζήτηµα διαφοροποιείται σε σχέση µε το χρονικό διάστηµα που ακολούθησε µετά τον Αύγουστο του 1991 και µε δεδοµένο το εύρηµα του πρωτόδικου ∆ικαστηρίου ότι τα ενώπιόν του τεκµήρια, ογκωδέστατες, µηχανογραφηµένες καταστάσεις λογαριασµού και αναδοµηµένη κατάσταση λογαριασµού, δεν αµφισβητήθηκαν. Οι καταστάσεις αυτές κάλυπταν την χρονική περίοδο µετά τον Αύγουστο του 1991 και, όπως έκρινε το ∆ικαστήριο, συνιστούσαν τη βάση απαίτησης των Εναγόντων. Παρεµβάλλουµε στο σηµείο αυτό ότι βάση απαίτησης των Εφεσειόντων ήταν οι συµφωνίες παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων, τρεχούµενου λογαριασµού και εγγυήσεων, των οποίων οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασµού συνιστούσαν το αποδεικτικό µέσο. Εξετάζοντας περαιτέρω τον τρόπο µε τον οποίο θα έπρεπε να αντιµετωπισθούν οι επίδικες καταστάσεις, το ∆ικαστήριο επικέντρωσε την προσοχή του στα διαλαµβανόµενα στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόµου, Κεφάλαιο 9. Έκρινε ότι συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεµάτων, δοσοληψιών και λογαριασµών που είναι καταχωρηµένα σε αυτές. Σηµειώνοντας στη συνέχεια ότι το άρθρο 22 δηµιουργεί ένα µαχητό τεκµήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, τόνισε ότι «Το βάρος απόδειξης, εποµένως, για αντίκρουση των καταχωρήσεων στους επίδικους λογαριασµούς, ή, καλύτερα, στις καταστάσεις των επίδικων λογαριασµών έχουν οι Εναγόµενοι.». Η πιο πάνω προσέγγιση είναι ορθή. Τα υπό αναφορά έγγραφα, στην απουσία οποιασδήποτε αµφισβήτησής τους, συνιστούσαν ικανοποιητική µαρτυρία που µπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισµών της Εφεσείουσας τράπεζας. Υπό το πρίσµα αυτό, το βάρος απόδειξης µετατέθηκε στους ώµους των Εφεσιβλήτων, προκειµένου να αποδείξουν τη µη ύπαρξη των καταχωρήσεων και/ή την καταχώρηση εσφαλµένων καταχωρήσεων (Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑ∆ 479, 493). Οι Εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν τα πιο πάνω, δεδοµένου ότι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε σχετική ή περί του αντιθέτου µαρτυρία. Υπό το φως των πιο πάνω δεδοµένων, το πρωτόδικο ∆ικαστήριο δεν δικαιολογείτο στην απόρριψη του συνόλου της απαίτησης των Εφεσειόντων. Ηταν εσφαλµένη η προσέγγισή του ότι η µη παρουσίαση στοιχείων ως προς την κίνηση του επίδικου λογαριασµού για την περίοδο από το 1985 µέχρι 31.8.1991, επιδρούσε καταλυτικά στη συνολική χρονική διάρκεια της τήρησης του λογαριασµού, καλύπτοντας και τα όσα ακολούθησαν µετά τον Αύγουστο του 1991. Από της ηµεροµηνίας αυτής δεν υπήρχε οποιοδήποτε κενό αναφορικά µε την κίνηση του υπό κρίση λογαριασµού. Αντιθέτως, τέθηκε µαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο ∆ικαστήριο και που συνίστατο, επαναλαµβάνουµε, στην παράθεση ογκωδέστατων τεκµηρίων/καταστάσεων λογαριασµών, µέσα από τα οποία αποτυπωνόταν µε λεπτοµέρεια η κίνηση του επίδικου λογαριασµού. Τέθηκε, συνεπώς, ασφαλής αποδεικτική βάση του ύψους του οφειλόµενου ποσού. Το κενό που υπήρχε σε σχέση µε την περίοδο 1985-31.8.1991 δεν επηρέαζε ως προς την απόδειξη του υπόλοιπου οφειλόµενου ποσού, ούτε και δηµιουργούσε οποιαδήποτε αβεβαιότητα ως προς το ύψος της οφειλής, αφού απλή µαθηµατική πράξη αφαίρεσης θα οδηγούσε µε ασφάλεια σε επιβεβαίωση του τελικού οφειλόµενου υπολοίπου. . Το αποτέλεσµα της ενώπιόν µας διαδικασίας έχει κριθεί. Όµως, προτού καταλήξουµε, χρήσιµη είναι η αναφορά στο ακόλουθο απόσπασµα της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου ∆ικαστηρίου, Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 426/11, ηµερ. 29.11.2017, απόλυτα σχετικό µε τα ενώπιόν µας δεδοµένα: «Γενικά να λεχθεί ότι σε αυτού του είδους τις υποθέσεις ο ρόλος του πρωτόδικου ∆ικαστηρίου, πόσον µάλλον του Εφετείου, δεν είναι να προβεί σε λογιστικό ή άλλο αναλογιστικό έλεγχο των κατατεθειµένων λογαριασµών (η εφεσίβλητη τράπεζα κατέθεσε όλους τους λογαριασµούς που υπερβαίνουν τις 500 σελίδες), αλλά να αποφασίσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων κατά πόσο η τράπεζα που διεκδικεί το οφειλόµενο ποσό έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της. Στη συγκεκριµένη περίπτωση, η εφεσίβλητη τράπεζα παρουσίασε όλο το ιστορικό της διαφοράς, τους αρχικούς και τους αναδοµηµένους λογαριασµούς και εξήγησε µε κάθε δυνατή λεπτοµέρεια τις χρεώσεις που έγιναν αφαιρώντας ό,τι θεωρήθηκε ως µη συµβατό µε την τραπεζική πρακτική και τη νοµολογία. Από την άλλη, οι οφειλέτες, δηλαδή οι εφεσείοντες, δεν ήσαν επιτυχείς στο να δείξουν ότι οι λογαριασµοί αυτοί ήσαν λανθασµένοι και αναµφίβολα η εισήγηση τους ότι ήταν η τράπεζα που τους χρωστούσε χρήµατα ήταν εντελώς εξωπραγµατική και δεν υποστηρίχθηκε από σαφή µαρτυρία.». Στην υπόθεση Deme - Dairy Ltd ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσείουσας τράπεζας για το αξιούμενο ποσό 'αφαιρουμένου' του ποσού το ύψος του οποίου δεν είχε αποδειχθεί 'πλέον του σχετικού τόκου επί του ποσού αυτού, υπολογιζομένου στο εκάστοτε χρεωνόμενο ποσό.' Επομένως, ακολουθώντας και εφαρμόζοντας το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Deme - Dairy Ltd ανωτέρω, καταλήγω ότι το χρεωστικό υπόλοιπο Ευρώ 26.361,72 θα πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγομένης 1, καθότι δεν έχει προσκομιστεί από την ενάγουσα ικανοποιητική μαρτυρία προς απόδειξη της ορθότητας του ύψους του εν λόγω εκ μεταφοράς υπολοίπου. Παρατηρώ ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγομένης 1 κατά τον τερματισμό του, ήτοι στις 21/7/11, ήταν Ευρώ 12.304,16, δηλαδή μικρότερο από το εκ μεταφοράς υπόλοιπο. Επομένως, εάν αφαιρεθεί το εκ μεταφοράς χρεωστικό υπόλοιπο Ευρώ 26.361,72 από το χρεωστικό υπόλοιπο κατά τον τερματισμό ήτοι Ευρώ 12.304,16, δεν απομένει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο να δικαιούται να λάβει η ενάγουσα δια της παρούσας Αγωγής. Τονίζεται ότι το ποσό Ευρώ 31.988,10, το οποίο η ενάγουσα αξιώνει, προκύπτει λόγω επιβολής και κεφαλαιοποίησης τόκων, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά τον τερματισμό του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται σε καταβολή οποιουδήποτε ποσού εν σχέσει με τον τρεχούμενο λογαριασμό και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση του ισχυρισμού των εναγομένων ότι υπήρξαν στον τρεχούμενο λογαριασμό παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Σε περίπτωση όμως που η πιο πάνω κατάληξή μου κριθεί εσφαλμένη κατ' έφεση σημειώνω ότι, κατά την κρίση μου, οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να καταδείξουν μέσω της αντεξέτασης των ΜΕ 1 και 2, ότι υπάρχουν στον τρεχούμενο λογαριασμό οποιεσδήποτε παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Σε ότι αφορά την εισήγηση του κυρίου Δημητρίου ότι οι χρεώσεις για έξοδα διαχείρισης λογαριασμού είναι παράνομες, επειδή η ενάγουσα ως τραπεζικό ίδρυμα εκ του νόμου ελέγχεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και συνεπώς οφείλει, για σκοπούς ελέγχου, να τηρεί λογαριασμούς και είναι παράνομο να χρεώνει «τους απλούς πολίτες» για κάτι το οποίο αποτελεί δική της εκ του Νόμου υποχρέωση, παρατηρώ ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως δικογραφείται. Εν πάση περιπτώσει, σε καμία συγκεκριμένη πρόνοια Νόμου δεν έχει παραπέμψει ο ευπαίδευτος συνήγορος προς υποστήριξη της θέσης του ότι απαγορεύεται η χρέωση εξόδων για τήρηση λογαριασμών. Περαιτέρω, σημειώνω ότι οι ΜΕ1 και 2 έδωσαν επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις για όλες τις χρεώσεις για τις οποίες αντεξετάστηκαν, παραπέμποντας στις σχετικές πρόνοιες των μεταξύ των μερών συμφωνίες, οι οποίες σαφώς έδιδαν δικαίωμα στην ενάγουσα να προβαίνει στις σχετικές χρεώσεις. Επιπλέον, σημειώνεται ότι η ΜΕ1 παρέπεμψε στον πίνακα χρεώσεων - Τεκμήριο 22, ο οποίος όπως ανέφερε ήταν σε ισχύ κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών και βρισκόταν αναρτημένος σε περίοπτη θέση σε όλα τα υποκαταστήματα της Emporiki Bank και επομένως οι εναγόμενοι μπορούσαν εάν επιθυμούσαν να λάβουν γνώση του περιεχομένου του. Η θέση αυτή δεν αντικρούστηκε από τους εναγόμενους με οποιαδήποτε μαρτυρία. Λογαριασμός Δανείου Σε ότι αφορά το λογαριασμό δανείου της εναγόμενης 1, ο κύριος Δημητρίου ισχυρίστηκε ότι παρανόμως η ενάγουσα χρέωνε και εισέπραττε τόκους με την περιγραφή 'Debit interest' στον εν λόγω λογαριασμό, καθότι ρητώς προνοείται στον όρο 5(α) της σύμβασης δανείου - Τεκμήριο 7 ότι οι τόκοι είναι πληρωτέοι ανά τρίμηνο. Σε ότι αφορά την επιστολή - Τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρεται ότι οι δόσεις για αποπληρωμή του επίδικου δανείου θα ήταν τοκοχρεολυτικές, αυτό σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο δεν αποτελεί μέρος της σύμβασης. Παρατηρώ ότι στην επιστολή Τεκμήριο 3 στο σημείο 2, στη δεύτερη παράγραφο, περιγράφεται ο τρόπος αποπληρωμής του επίδικου δανείου ως εξής: «Η εξόφληση του Δανείου θα γίνει σε 96 ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις ποσού Ευρώ 668,50 . Νοείται ότι σε περίπτωση διαφοροποίησης του επιτοκίου (βασικού ή περιθωρίου) το ύψος της δόσης θα μεταβάλλεται έτσι ώστε το δάνειο συμπεριλαμβανομένων των τόκων, να εξοφληθεί μέχρι την ημερομηνία της τελευταίας δόσης όπως αναφέρεται ανωτέρω.» Στο τέλος της εν λόγω επιστολής - Τεκμήριο 3 υπάρχει η ακόλουθη ενυπόγραφη δήλωση των εναγομένων: «Δηλώνω υπεύθυνα ότι έχω αναγνώσει την παρούσα επιστολή και αντιλαμβάνομαι απόλυτα το περιεχόμενο της με το οποίο και συμφωνώ και δίνω τη συγκατάθεση μου και θέτω την υπογραφή μου πιο κάτω.» Η υπογραφή της πιο πάνω δήλωσης από τους εναγόμενους, ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό τους. Επομένως, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι δήλωσαν ότι είχαν αντιληφθεί και αποδέχθηκαν ότι η αποπληρωμή του επίδικου δανείου θα γινόταν με τοκοχρεολυτικές δόσεις. Όπως εξήγησαν τόσο η ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ2, τοκοχρεολυτικές είναι οι δόσεις οι οποίες καλύπτουν μέρος των τόκων και μέρος του κεφαλαίου, δηλαδή, όπως έγινε αντιληπτό από το Δικαστήριο, η κάθε δόση περιλάμβανε και τον τόκο που αναλογούσε χρονικά σε αυτήν. Αυτός ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου, επισημάνθηκε εκ νέου στους εναγόμενους 2 και 3, δια των επιστολών Τεκμήρια 4(i) και (ii). Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 7, παρατηρώ ότι στην παράγραφο 2 αυτού αναγράφεται ρητώς ότι: « Η εξόφληση του δανείου (κεφάλαιο και τόκοι) θα γίνει με 96 συνεχόμενες ισόποσες μηνιαίες δόσεις εκ Ευρώ 668,50 έκαστη.». Με βάση την ανωτέρω έγγραφη μαρτυρία καταλήγω ότι ήταν εις γνώση των εναγομένων και ότι αυτοί συμφώνησαν με την Emporiki Bank ότι η κάθε μια από τις 96 ισόποσες δόσεις που θα έπρεπε να καταβληθούν προς εξόφληση του επίδικου δανείου, θα κάλυπτε τόσο μέρος του κεφαλαίου, όσο και μέρος των αναλογούντων τόκων, παρά το ότι δεν αναγράφεται ρητώς στο Τεκμήριο 7 η λέξη 'τοκοχρεολυτικές'. Σε ότι αφορά τον όρο 5 του Τεκμηρίου 7 στον οποίο αναγράφεται ότι ο τόκος «θα υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια υπόλοιπα και θα είναι πληρωτέος ανά τρίμηνο» στον οποίο παρέπεμψε ο κύριος Δημητρίου, διαπιστώνω πως πράγματι δεν έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση από τους ΜΕ 1 και 2 με ποιο ακριβώς τρόπο ο όρος αυτός συνάδει με τον υπολογισμό και χρέωση του τόκου σε τοκοχρεολυτικό δάνειο. Σημειώνεται οι εναγόμενοι επέλεξαν να μην προσκομίσουν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία εμπειρογνώμονα ως προς το ζήτημα του υπολογισμού και της χρέωσης των τόκων στο επίδικο δάνειο. Επομένως, απομένει να διαπιστωθεί εάν μέσω της αντεξέτασης των ΜΕ1 και 2, οι εναγόμενοι κατάφεραν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που έχει δημιουργηθεί υπέρ της ορθότητας των σχετικών χρεώσεων, δυνάμει του άρθρου 22 του περί Αποδείξως Νόμου. Καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί, μέσω της αντεξέτασης των ΜΕ1 και 2, ότι οι χρεώσεις τόκων στον επίδικο λογαριασμό δανείου είναι αντισυμβατικές. Τονίζω στο σημείο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν ενεργεί, ούτε δύναται να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας επί τέτοιων ζητημάτων και δεν μπορεί να καταλήξει, ελλείψει σχετικής μαρτυρίας, σε συμπέρασμα ότι το τοκοχρεολυτικό δάνειο που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1 βρίσκεται σε αντίθεση με τον όρο 5(α) του Τεκμηρίου 7 σε ότι αφορά τον τρόπο υπολογισμού και χρέωσης των τόκων. Οι υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων από μόνες τους ως προς ότι η ενάγουσα χρέωνε τόκους κατά παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας - Τεκμήριο 7, δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία και έχουν παραμείνει μετέωροι ισχυρισμοί, καθότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίστοιχη μαρτυρία (Ησαΐας Ιωαννίδης v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.640). Τόκος Υπερημερίας Σε ότι αφορά τον τόκο υπερημερίας, ο κύριος Δημητρίου παραπέμπει στο άρθρο 3(1β) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999)όπως αυτός τροποποιήθηκε το 2015, το οποίο προνοεί ότι: «(1β) - Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού Νόμου) του 2015 η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το χρέωση αυτή». Εν προκειμένω, ο συνήγορος υποστηρίζει ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι ο τόκος υπερημερίας που επιβλήθηκε, αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της ενάγουσας. Από την άλλη, η κυρία Χαραλάμπους παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στον όρο 5 της σύμβασης δανείου - Τεκμήριο 7 με βάση τον οποίο: Η εναγόμενη 1 όφειλε να καταβάλει «βασικό επιτόκιο χορηγήσεων της Τράπεζας 5% πλέον 3,50% περιθώριο κυμαινόμενο το χρόνο από την ημέρα παροχής των διευκολύνσεων μέχρι την πλήρη εξόφληση τους .. Νοείται ότι σε περίπτωση υπερημερίας ή υπέρβασης του ανώτατου ορίου των Διευκολύνσεων που θα καθορίζει η Τράπεζα, θα χρεώνεται τόκος υπερημερίας προς 7% πέραν του τελικού επιτοκίου.» Περαιτέρω η κυρία Χαραλάμπους ανέφερε ότι η ΜΕ1 εξήγησε κατά την ένορκη μαρτυρία της τι αντιπροσωπεύει ο προνοούμενος στη συμφωνία τόκος υπερημερίας. Σύμφωνα με τη ΜΕ1, το ποσοστό του τόκου υπερημερίας ως αποζημίωση που η ενάγουσα αξιώνει, εμπίπτει εντός των πλαισίων των λογικών αποζημιώσεων που υφίστανται από τη μη εξυπηρέτηση των εν λόγω λογαριασμών από τους εναγόμενους ως η συμβατική τους υποχρέωση. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα έχει περιορίσει το επιτόκιο υπερημερίας από 7% σε 2%. Παρά την πιο πάνω συμβατική πρόνοια, παρατηρώ ότι εφόσον οι επίδικες συμβάσεις ήταν σε ισχύ και τερματίστηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού Νόμου) του 2015, εφαρμογής τυγχάνει το εδάφιο (1β) του άρθρου 3 του Νόμου 160(Ι)/1999 ανωτέρω, ως εισηγείται ο κύριος Δημητρίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω νομοθετική πρόνοια είναι ιδιαιτέρως δυσνόητη για το Δικαστήριο εφόσον «δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα» αλλά ταυτοχρόνως εναποθέτει στο πιστωτικό ίδρυμα «βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά». Ως προς την ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί στο εν λόγω εδάφιο, βοηθητική για το παρόν Δικαστήριο είναι η απόφαση του Χ. Β. Χαραλάμπους Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην Αγωγή 10027/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και Σιαμπτάνη, ημερομηνίας 22 Μαΐου 2020, από την οποία παραθέτω εκτενές απόσπασμα, το οποίο υιοθετώ: «.Κατά τον τερµατισµό στις 15.10.10 η Ενάγουσα είχε προσθέσει τόκο υπερηµερίας ύψους 5,25% µε το Τεκµήριο 11 στηριζόµενη στον Κατάλογο Προµηθειών και Χρεώσεων ο οποίος επισυνάπτετο στη συµφωνία δανείου (Τεκµήρια 2, 3) και στην Τροποποιητική Συµφωνία (Τεκµήριο 4). Είναι αυτό τον τόκο τον οποίο περιόρισε στην αναδοµηµένη κατάσταση Τεκµήριο 9 ο Μ.Ε.1 σε 2%. Το θέµα αυτό ρυθµίζεται από το άρθρο 3
(1)(β) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων Ν.160
(1)/99 το οποίο έχει ως εξής: .. Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε µαχητό τεκµήριο για το ίδρυµα µε τον τρόπο που είναι διατυπωµένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως µε τον όρο «αυξηµένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη µελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νοµοθέτη, ούτε και το νόηµα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούµενο τροποποιητικό Ν.141
(1)/14 («.αυξηµένου τόκου από την υπερηµερία . ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες µονάδες .»), η οποία δεν έχει συµπεριληφθεί στον µεταγενέστερο Ν.66
(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάµενου εδ.(1β) ως πιο πάνω. Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξηµένου τόκου από την υπερηµερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερηµερίας» δεν µπορούν να ερµηνευτούν ως να σηµαίνουν τον τόκο υπερηµερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερηµερίας δύναται να διεκδικήσει αποζηµιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερηµερίας αντιπροσωπεύει την πραγµατική ζηµιά του πιστωτικού ιδρύµατος). Έχει τη σηµασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρµόζεται µόνο για τις συµβάσεις που ήταν σε ισχύ ή τερµατίστηκαν πριν από τον Ν.66
(1)/15 και όχι για τις µεταγενέστερες (νέες) συµβάσεις, καθότι απαγορεύοντας µε το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερηµερίας πέραν του 2% ο Νοµοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συµβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγµατική ζηµιά. Κάτι τέτοιο όµως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συµβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξηµένος τόκος από την υπερηµερία και ανεξαρτήτως ποσοστού. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε µαρτυρία η οποία τείνει να παράσχει έστω κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούµενος τόκος «αντιπροσωπεύει την πραγµατική ζηµιά της Ενάγουσας». Κατά συνέπειαν η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το οφειλόµενο κεφάλαιο στις 24.8.10 µε τόκο 5% και όχι µε τον αυξηµένο τόκο που επέβαλε λόγω της υπερηµερίας». Δεν μου διαφεύγει η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, στην οποία κρίθηκε ότι η εφεσίβλητη τράπεζα είχε δικαίωμα επιβολής επιβάρυνσης 3% σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής δόσης, καθότι αυτό προνοούσε ρητώς η μεταξύ των μερών συμφωνία και περιπλέον αποφασίστηκε ότι μια τέτοια επιβάρυνση δεν αντίκειτο στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/99). Θα πρέπει να τονιστεί όμως ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε πριν προστεθεί στο άρθρο 3 του Νόμου, το εδάφιο (1β) ανωτέρω, το οποίο εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής. Κατά την κρίση μου, με βάση το εδάφιο 3(1β) του Νόμου ανωτέρω, προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε το βάρος να αποδείξει ότι το οποιοδήποτε ποσοστό υπερημερίας αξιώνει ως αποζημίωση, αντιπροσωπεύει την πραγματική της ζημιά, συνεπεία της μη συμμόρφωσης των εναγομένων με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ως προς την έγκαιρη αποπληρωμή των οφειλών τους. Η μαρτυρία όμως που έχει προφέρει σχετικώς η ΜΕ1 είναι γενικόλογη και ασαφής και σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει πραγματική ζημιά της ενάγουσας συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγομένων. Καταλήγω λοιπόν ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται σε καταβολή οποιουδήποτε ποσοστού τόκου υπερημερίας. Ισχυρισμός ότι η ενάγουσα δεν έχει αποκτήσει οποιαδήποτε δικαιώματα δυνάμει της επίδικης υποθήκης Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων, στην τελική του αγόρευση, ότι η επίδικη υποθήκη ενεγράφη προς όφελος και προς εξασφάλιση της Emporiki Bank και όχι της ενάγουσας. Ο κύριος Δημητρίου υποστηρίζει ότι το Διάταγμα - Τεκμήριο 1 δεν αφορά τη μεταβίβαση και μετεγγραφή υποθηκών που παραχωρήθηκαν ή και ενεγράφηκαν προς όφελος της Emporiki Bank. Πέραν τούτου δεν δύναται να λάβει χώρα μετεγγραφή υποθήκης χωρίς να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/65)και ειδικότερα στα άρθρα 5 και 32 αυτού, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με το συνήγορο η επίδικη υποθήκη ουδέποτε μεταβιβάστηκε από την Emporiki Bank στην ενάγουσα, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία, σε σχέση με αυτή. Παρατηρώ ότι η πιο πάνω θέση ουδόλως δικογραφείται και ως τέτοια δεν δύναται να εξεταστεί από το Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων Φελλάς κ.α. v. Emporiki Bank Cyprus Limited ECLI:CY:AD:2020:A111, πολιτική έφεση αρ.17/2013, ημερομηνίας 7/4/2020 και Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ανωτέρω, σελ.1500). Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω θέση κρίνεται ανεδαφική καθότι στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ρητώς ότι το Δικαστήριο διατάττει: «Την παραχώρηση και/ ή την ανάθεση και/ ή την εκχώρηση και/ ή την μεταβίβαση από την Emporiki Bank - Cyprus Limited όλων των εξασφαλίσεων και/ ή επιβαρύνσεων και/ ή δεσμεύσεων προς όφελος της Emporiki Bank - Cyprus Limited επί παντός είδους περιουσιακών στοιχείων (οπουδήποτε και αν αυτές είναι εγγεγραμμένες και/ ή καταχωρημένες) στην Alpha Bank Cyprus Limited χωρίς την οποιαδήποτε περαιτέρω συγκατάθεση και/ ή έγκριση της Emporiki Bank - Cyprus Limited και/ ή της Alpha Bank Cyprus Limited και/ ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και ή άλλως πως». Προκύπτει συνεπώς ότι με βάση το εν λόγω διάταγμα έχει μεταβιβαστεί στην ενάγουσα η σύμβαση υποθήκης - Τεκμήριο 10 η οποία αποτελούσε εξασφάλιση της Emporiki Bank με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει αποκτήσει πλέον όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση υποθήκης. Σε ότι αφορά τη δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι η σύμβαση υποθήκης είναι άκυρη και θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 21
(1)(γ) του σχετικού Νόμου, αυτή ουδόλως αναπτύχθηκε δια της εκτεταμένης αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων και ως εκ τούτου θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Επιγραμματικά αναφέρω ότι παρόμοιοι ισχυρισμοί έχουν εξεταστεί και απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Φελλάς κ.α. v. Emporiki Bank ανωτέρω. Εν συντομία, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι το ποσό που καλύπτει η επίδικη υποθήκη - Τεκμήριο 10 δύναται να προσδιοριστεί, καθώς επίσης και οι επιβαλλόμενοι τόκοι, συμφώνως του άρθρου 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε. Κατάληξη: Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης του μεγαλύτερου μέρους της αξίωσής της. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ ή κεχωρισμένα για ποσό Ευρώ 45.640,44 πλέον τόκους προς 8.5% από 22/7/11 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δυο φορές ετησίως, ήτοι την 30/6 και 31/12 έκαστου έτους. Επιπλέον, εκδίδεται διάταγμα διατάσσον την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα τόσο της Αγωγής όσο και της Ανταπαίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, αυτά επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λόγω της συνεκδίκασης της Αγωγής με την Ανταπαίτηση, η ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων. ........ Α. Κάρνου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.