HOLISTIC MED ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ν. BLUESPRIT LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1717/2021, 14/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κάρνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1717/2021 Μεταξύ: HOLISTIC MED ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ Ενάγουσας και BLUESPRIT LIMITED Εναγομένης Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/ Αιτήτρια: κα Επαμεινώνδα για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/ Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Χριστοδούλου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ημερ.21/7/2021) Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην ως άνω Αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει διάφορες θεραπείες εναντίον της Εναγομένης, για αθέμιτο ανταγωνισμό και/ ή παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση ημερ.21/7/2021, η ενάγουσα εξαιτείται από το Δικαστήριο όπως εκδώσει τα ακόλουθα απαγορευτικά διατάγματα: (Α) Παρεμπίπτον Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου μέχρι την τελική εκδίκαση της μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να εμποδίζει την Εναγόμενη ή να της απαγορεύει (είτε ενεργώντας μόνη της ή δια των υπηρετών της ή αντιπροσώπων της ή πρακτόρων της ή προσώπων που εργάζονται για λογαριασμό της ή εκ μέρους της ή επί των οποίων εξασκεί έλεγχον, με οποιονδήποτε τρόπο ή οποιουσδήποτε από όλους αυτούς ή άλλως πως με οποιονδήποτε άλλο τρόπο) από του: (
- i)Να κατασκευάζει, ή να αποθηκεύει ή να προσφέρει προς πώληση ή να πωλεί, ή να διαθέτει στην αγορά ή να χρησιμοποιεί ή να διαφημίζει προϊόντα προβιοτικών ή/και φυτικών ινών τα οποία φέρουν αναπαραγωγή ολόκληρου ή ουσιαστικού μέρους των καλλιτεχνικών έργων με την ονομασία «Bacteflora» και/ή (
- ii)Να κατασκευάζει, ή να αποθηκεύει ή να προσφέρει προς πώληση ή να πωλεί, ή να διαθέτει στην αγορά ή να χρησιμοποιεί ή να διαφημίζει προϊόντα προβιοτικών ή/και φυτικών ινών τα οποία φέρουν αναπαραγωγή ολόκληρου ή ουσιαστικού μέρους των καλλιτεχνικών έργων με την ονομασία «Bactefiber» και/ή (iii) Να παράγει και/ή αγοράζει και/ή πωλεί και/ή διαθέτει προς πώληση και/ή εκτελωνίζει και/ή τελωνίζει και/ή εισάγει και/ή εξάγει και/ή επανεξάγει και/ή τοποθετεί σε ελεύθερες ζώνες και/ή σε ελεύθερες λιμενικές περιοχές και/ή διαφημίζει και/ή καθοιονδήποτε άλλο τρόπο εμπορεύεται και/ή κυκλοφορεί, μεταξύ άλλων, προϊόντα προβιοτικών και/ή φυτικών ινών που φέρουν το όνομα «Bacteflora» και/ή «Bactefiber» και/ή απεικονίσεις καλλιτεχνικών έργων τα οποία είναι πανομοιότυπα και/ή παρόμοια με τα καλλιτεχνικά έργα της Ενάγουσας όπως φαίνονται πιο πάνω στο Α(
- i)και (
- ii)και τα οποία δεν αποτελούν προϊόντα της Ενάγουσας, δια και ως προϊόντα της Ενάγουσας (passing off) δια της χρήσεως κατά την εμπορία τούτων των καλλιτεχνικών έργων της Ενάγουσας ή και καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο να παρουσιάζουν προς πώληση και/ή να πωλούν αμέσως ή εμμέσως τοιαύτα προϊόντα, ώστε να είναι πιθανόν να εξαπατούν και/ή δημιουργούν σύγχυση και/ή να δημιουργούν την εντύπωση και/ή την πεποίθηση (passing off) ότι τα ρηθέντα προϊόντα της Εναγομένης είναι τα προϊόντα της Ενάγουσας και/ή έχουν σχέση με την Ενάγουσα. Σημειώνεται πως η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, αλλά ακολούθως επιδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, δυνάμει των όσων προνοεί η Δ.48 Θ.8
(3)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, «στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1,2,3,7,8
(1)(ss), 8
(2)και 11, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, ως έχει τροποποιηθεί γενικά και ειδικά στα Άρθρα 4 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14(Ι)/60, ως έχει τροποποιηθεί γενικά και ειδικά στα Άρθρα 31 και 32, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, ως έχει τροποποιηθεί γενικά και ειδικά στο Άρθρο 35, στο Άρθρο 6(iii) bis της Συνθήκης των Παρισίων όπως φαίνεται στον Κυρωτικό της Σύμβασης του Παρισιού για την Προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας Νόμο του 1983 (Ν.66(Ι)/83), στον Περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμο του 1976 (59/76) όπως έχει τροποποιηθεί γενικά και ειδικά στα Άρθρα 2, 13, 13 Α-Γ και 14, στον Περί της Τελικής Πράξης του Γύρου της Ουρουγουάης (Κυρωτικό) Νόμο του 1995 γενικά και ειδικά στα Άρθρα 1-4 καθώς και της Συμφωνίας για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου (TRIPS) και στο Άρθρο 169 του Συντάγματος και επί των συμφυών και συναφών εξουσιών του Δικαστηρίου.» Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Σκιαδόπουλου, ημερ. 21/07/2020 (εφεξής: «η ΕΔ Σκιαδόπουλου»), στην οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμήριων. Ο ομνύων αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Είναι διευθύνων σύμβουλος της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν όπως προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας Αγωγής και αντλεί επιπρόσθετη γνώση σε σχέση με αυτά, μέσα από διάφορα έγγραφα που έχει στην κατοχή του αλλά και πληροφορίες που έχει λάβει στα πλαίσια της εργασίας του στην Αιτήτρια. Περαιτέρω έχει λάβει συμβουλή από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στην Ελλάδα και έχει την έδρα της Αθήνα. (βλ. Τεκμήριο 1 ΕΔ Σκιαδόπουλου) Πρόκειται για εταιρεία παραγωγής προβιοτικών, λιπαρών οξέων, βιταμινών και φυτικών ινών. Έχει δε παγκύπρια και πανελλήνια φήμη και διεξάγει εργασίες στην Ελλάδα και στην Κύπρο, ξοδεύοντας υπέρογκα ποσά για το σκοπό αυτό. Κατά ή περί το έτος 2013 η Αιτήτρια 'λάνσαρε' στην Ελληνική αγορά ένα νέο προβιοτικό προϊόν με την ονομασία Bacteflora. Το εν λόγω προϊόν αναπτύχθηκε σε σειρά διαφόρων προϊόντων Bacteflora μερικά από τα οποία περιγράφονται στην ένορκη δήλωση (βλ. Τεκμήριο 2 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Κατά ή περί το έτος 2018 η Αιτήτρια λάνσαρε στην ελληνική αγορά ένα άλλο καινούργιο προϊόν φυτικών ινών το Bactefiber. Το εν λόγω προϊόν αναπτύχθηκε επίσης σε σειρά προϊόντων Bactefiber (βλ. Τεκμήριο 3 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Τα προϊόντα Bacteflora και Bactefiber μετά από χρόνια και λόγω του όγκου των πωλήσεων τους, έχουν καταστεί η ναυαρχίδα των εξαγωγών της Ενάγουσας και σημειώνουν πωλήσεις στην Κύπρο από το 2017. To 2017 έγιναν πωλήσεις των εν λόγω προϊόντων αξίας €27.646,18, το 2018 αξίας €54.755,97, το 2019 €75.658,56, το 2020 €56.399 και το έτος 2021, €12.452,50. Τα εν λόγω προϊόντα χαρακτηρίζονται, ως αναφέρει ο ομνύων, "από το στυλιζαρισμένο όνομα Bacteflora σε μπλε φόντο και το στυλιζαρισμένο όνομα Bactefiber σε πράσινο φόντο αντίστοιχα". Η Αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος διαφόρων εμπορικών σημάτων και σημάτων προσφερόμενων υπηρεσιών στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στα οποία συγκαταλέγεται το ελληνικό εμπορικό σήμα που περιλαμβάνει τη λέξη "Bacteflora" με αριθμό Ν 223073 στην κλάση 5,31 και 44 (βλ. Τεκμήριο 4 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Αρχικός ιδιοκτήτης του εν λόγω εμπορικού σήματος ήταν η αγγλική εταιρεία Bacteflora Ltd, η οποία ήταν συνδεδεμένη με την Αιτήτρια και διαλύθηκε στις 12/1/2021 (βλ. Τεκμήριο 5 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Ακολούθως, το εμπορικό σήμα μεταβιβάστηκε από την Bacteflora Ltd στην Αιτήτρια δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερ.16/11/2020 (βλ. Τεκμήριο 6 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Την 27/5/2021 η Αιτήτρια κατέθεσε αιτήσεις στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας για τα εμπορικά σήματα Bacteflora (αρ. αίτησης 018479305) και Bactefiber (αρ. αίτησης 018479315) στην κλάση 5 (βλ. Τεκμήρια 7Α και 7Β ΕΔ Σκιαδόπουλου). Η Αιτήτρια, σε κάθε ουσιώδη χρόνο ήταν η ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχος των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε σχέση με τα καλλιτεχνικά έργα Bacteflora και Βactefiber. Το καλλιτεχνικό έργο Bacteflora αποτελείται από μια απεικόνιση με φόντο σε έντονο μπλε χρώμα και είναι σχεδιασμένο σε αυτό η λέξη Bacteflora με στυλιζαρισμένη γραμματοσειρά σε άσπρο χρώμα ή το αντίστροφο. To δε προϊόν Βactefiber, αποτελείται από μια απεικόνιση με φόντο σε πράσινο χρώμα, φέρει τη λέξη Bactefiber σχεδιασμένη σ' αυτό με στυλιζαρισμένη γραμματοσειρά σε άσπρο χρώμα ή το αντίστροφο. Θέση της Αιτήτριας, είναι πως το καταναλωτικό κοινό στην Κύπρο, αλλά και στο εξωτερικό, αναγνωρίζει τα προϊόντα της Αιτήτριας από τα ονόματα Bacteflora και Bactefiber, τα οποία χαρακτηρίζονται ως εμπορεύματα υψηλής ποιότητας. Η Αιτήτρια δαπανεί μεγάλα ποσά για την διαφήμιση και προώθηση των εν λόγω προϊόντων στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Η Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο από τον Μάρτιο 2017 και διεξάγει εργασίες πώλησης ειδών συμπληρωμάτων διατροφής σε διάφορα φαρμακεία παγκυπρίως, καθώς και μέσω της ιστοσελίδας http://www.bluesprit.com. Ανάμεσα σε Αιτήτρια και Καθ' ης η Αίτηση, περί την 22/3/2017, ξεκίνησε μια συνεργασία κατόπιν προσέγγισης της Αιτήτριας από κάποιο πρώην διευθυντικό στέλεχος της Καθ' ης η Αίτηση, ο οποίος εξέφρασε το ενδιαφέρον του όπως αναλάβει τη διάθεση των προϊόντων της Αιτήτριας στην Κύπρο και ανέφερε πως για το σκοπό αυτό θα προχωρούσε σε εγγραφή νέας εταιρείας, ήτοι της Καθ' ης η Αίτηση. Στο μεσοδιάστημα, δηλαδή μέχρι την εγγραφή της νέας εταιρείας, συμφωνήθηκε όπως η διάθεση των προϊόντων της Αιτήτριας γίνεται μέσω κάποιας άλλης εταιρείας του προσώπου αυτού. Η εγγραφή της Καθ' ης η Αίτηση έγινε τελικά κατά ή περί την 31/03/2017 και το πρώτο τιμολόγιο της Αιτήτριας απεστάλη στην Καθ' ης η Αίτηση κατά ή περί την 4/5/2017 (βλ. Τεκμήρια 8, 9 και 10 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Κατά ή περί τον Ιούλιο 2017 ενεγράφη ο κ. Σαρηγιάννης ως δεύτερος διευθυντής και μέτοχος κατά το ήμισυ στην Καθ' ης η Αίτηση (βλ. Τεκμήριο 11 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Κατά ή περί τις 27/10/2017 η Αιτήτρια απέστειλε προσχέδιο Σύμβασης Εμπορικής Προώθησης (η "Σύμβαση") στην Καθ' ης η Αίτηση για υπογραφή, η οποία ωστόσο ουδέποτε υπογράφηκε (βλ. Τεκμήριο 12 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Σύμφωνα με τον ομνύοντα η εμπλοκή του κ. Σαρηγιάννη επέφερε προβλήματα στην συνεργασία μεταξύ των διαδίκων αλλά παρόλα αυτά συνεχίστηκε « η άτυπη, μη αποκλειστική συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης». Από το 2019 και εντεύθεν, η συνεργασία μεταξύ των δυο πλευρών συνέχιζε να παρουσιάζει προβλήματα. Κατά ή περί τον Φεβρουάριο 2021 η Αιτήτρια ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον κ. Σαρηγιάννη πως ο προηγούμενος διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση αποχωρούσε από την Καθ' ης η Αίτηση και ότι πλέον ο κ. Σαρηγιάννης θα έμενε μόνος στην εταιρεία. Από πλευράς Αιτήτριας έγιναν αρχικά προσπάθειες για συνέχιση της συνεργασίας με τον κ. Σαρηγιάννη, αλλά εν τέλει η Αιτήτρια τερμάτισε τηλεφωνικώς τη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία. Συνεπεία του πιο πάνω τερματισμού, κατά ή περί τον Μάρτιο 2021 η Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε, μέσω των δικηγόρων της, επιστολή στην Αιτήτρια δια της οποίας της καταλόγιζε πως προέβη σε παραβίαση των όρων της κατ' ισχυρισμό αποκλειστικής συμφωνίας διανομής μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση. Ακολούθως στις 8/3/2021 η Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε συγκεκριμένη παραγγελία στην Αιτήτρια η οποία ουδέποτε εκτελέστηκε ή ικανοποιήθηκε (βλ. Τεκμήρια 13, 14 και 15 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Κατά ή περί την 7/6/2021 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε Αγωγή εναντίον της Αιτήτριας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αξιώνοντας το ποσό των €81,076.73 ως αποζημίωση πελατείας (βλ. Τεκμήριο 17Α ΕΔ Σκιαδόπουλου). Εν ολίγοις η Καθ' ης η Αίτηση επικαλείται ότι η Αιτήτρια παραβίασε τους όρους σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας - διανομής που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων τον Απρίλιο 2017, αόριστης χρονικής διάρκειας. Ο ομνύων επισημαίνει ως άξιον αναφοράς το γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση αποδέχεται μέσω των δικογραφημένων ισχυρισμών της στην πιο πάνω Αγωγή, ότι τα προϊόντα που αγόραζε από την Αιτήτρια έφεραν τα σήματα Bacteflora και Bactefiber, σε διάφορες εκδοχές. Αναφορά γίνεται και στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της Αιτήτριας ενώπιον Δικαστηρίου στην Ελλάδα (βλ. Τεκμήριο 17Β ΕΔ Σκιαδόπουλου). Κατά ή περί της αρχές Μαρτίου 2021, η Αιτήτρια ξεκίνησε προσπάθειες για εξεύρεση άλλων συνεργατών για τη διανομή των προϊόντων της στην Κύπρο και επικοινώνησε με συγκεκριμένη εταιρεία (βλ. Τεκμήριο 18 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Περί τα τέλη Μαΐου 2021, ο ομνύων ισχυρίζεται πως πληροφορήθηκε από υπάλληλο της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η Αίτηση, χωρίς την άδεια της Αιτήτριας, καταχώρισε στις 19/5/21 τις υπ' αριθμόν 91670 και 91671 αιτήσεις στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (Κλάδος Πνευματικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας) για την εγγραφή των λέξεων Bacteflora και Bactefiber, αντιστοίχως, ως λεκτικά εμπορικά σήματα στην κλάση 5 («Ε.Σ. 9160») (βλ. Τεκμήρια 19 και 20 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Περαιτέρω η Καθ' ης η Αίτηση, χρησιμοποιεί στην ιστοσελίδα της http://www.bluesprit.com/#products, χωρίς την άδεια της Αιτήτριας, σημεία που είναι τα ίδια και/ή παρόμοια με εκείνα των έργων Bacteflora και Bactefiber (Τεκμήριο 21 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Θέση της Αιτήτριας είναι πως οι πράξεις της Καθ' ης η Αίτηση για εγγραφή των εμπορικών σημάτων E.Σ.91670 και E.Σ.91671, συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που απορρέουν από τα δύο πιο πάνω έργα, καθώς επίσης και αθέμιτο ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, ο ομνύων αναφέρει πως η κατάθεση των δυο αιτήσεων για εγγραφή των εμπορικών σημάτων, έγινε κακόπιστα και υποδηλώνει την πρόθεση της Καθ' ης η Αίτηση για " την κατασκευή και/ή εμπόριο μη εξουσιοδοτημένων συσκευασιών, τα οποία θα περιέχουν τα σημεία που περιέχονται στις εν λόγω αιτήσεις, ήτοι τις λέξεις Bacteflora και/ή Bactefiber και ενδεχόμενα με την χρήση του έργου Bacteflora και/ή Bactefiber" (βλ. παράγραφο 55 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Τέτοιες ενέργειες, ως αναφέρει, θα καθιστούσαν πολύ πιθανή τη σύγχυση του καταναλωτικού κοινού όπως π.χ. φαρμακείων και ασθενών, οι οποίοι θα νομίζουν ότι τα προϊόντα που θα προμηθεύονται από την Καθ' ης η Αίτηση με τις συγκεκριμένες ονομασίες, είναι προϊόντα της Αιτήτριας. Επίσης συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της Αιτήτριας επί των εν λόγω προϊόντων και αθέμιτο ανταγωνισμό (βλ. παράγραφο 57 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Οι παράγραφοι 59 - 62 της ΕΔ Σκιαδόπουλου συνοψίζουν την ουσία των επαναλαμβανόμενων θέσεων της Αιτήτριας: "59. H Eναγόμενη με τις πράξεις της σκοπό έχει να παραπλανήσει και/ή εξαπατήσει το κοινό ώστε να εκλαμβάνει οποιαδήποτε προϊόντα της Εναγομένης που θα χρησιμοποιούν τα Ε.Σ. 91670 και Ε.Σ.91671 ή/και το έργο Bacteflora και/ή το έργο Bactefiber ως τα προϊόντα της ενάγουσας, αφού μέχρι τώρα το καταναλωτικό κοινό στηριζόταν πάνω στην εμφάνιση και εξαιρετική ποιότητα των προϊόντων Bacteflora και/ή προϊόντων Bactefiber για να αγοράσουν αυτά τα προϊόντα της Ενάγουσας. Τώρα, σε περίπτωση που προχωρήσει η Εναγόμενη στην χρήση των Ε.Σ. 91670 και Ε.Σ.91671 και/ή του έργου Bacteflora και/ή του έργου Bactefiber είναι πολύ πιθανόν το κοινό να αγοράζει τα προϊόντα της Εναγόμενης νομίζοντας ότι αυτά είναι της Ενάγουσας. 60. Η Εναγόμενη με τις αναφερόμενες πράξεις ή ενέργειες της στερεί και/ή επηρεάζει δυσμενώς την Ενάγουσα από οποιαδήποτε κέρδη σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στα καλλιτεχνικά της έργα στο έργο Bacteflora και/ή στο έργο Bactefiber. Περαιτέρω, επηρεάζει το καλό όνομα της Ενάγουσας σχετικά με την ποιότητα των εμπορευμάτων της για τα οποία τα φαρμακεία και οι ασθενείς την προτιμούν. 61. Μάλιστα το γεγονός ότι έχουν παρόμοιους πελάτες η Εναγόμενη με την Ενάγουσα δημιουργεί ακόμη περισσότερη σύγχυση στο σχετικό καταναλωτικό κοινό." Για να καταδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων απαγορευτικών διαταγμάτων ο ομνύων ισχυρίζεται πως εάν αυτά εκδοθούν, η Καθ' ης η αίτηση θα υποστεί πολύ περιορισμένη ζημιά, η οποία θα συνίσταται αποκλειστικά στην απώλεια κερδών που θα προέκυπταν από την πώληση των προϊόντων Bacteflora και Bactefiber, τα οποία ωστόσο δεν είναι το μόνο είδος προϊόντος που πωλεί η Καθ' ης η Αίτηση και τα οποία σε κάθε περίπτωση, συνιστούν 'αναπαραγωγές' των πρωτότυπων προϊόντων που παράγει η Αιτήτρια και δη αθέμιτο ανταγωνισμό. Ισχυρίζεται επίσης πως οι πράξεις της Καθ' ης η Αίτηση έχουν ήδη προκαλέσει ζημιά στο καλό όνομα και στην εμπορική εύνοια της Ενάγουσας, της οποίας οι συζητήσεις με την εταιρεία Χρ. Γ. Παπαλοΐζου Λίμιτεδ δεν προχώρησαν λόγω της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί από τις προαναφερόμενες ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση. Γενικότερα, υπάρχουν εταιρείες που δεν ενδιαφέρονται ή διστάζουν να συνάψουν συνεργασία με την Αιτήτρια για διανομή των δυο πιο πάνω προϊόντων, λόγω της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ των διαδίκων. Η ζημιά που ενδέχεται να υποστεί η Αιτήτρια, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτηθέντων απαγορευτικών διαταγμάτων, θα είναι πολύ δύσκολο να αποτιμηθεί και ανακτηθεί αργότερα, μέσω χρηματικής αποζημίωσης. Κλείνοντας, ο ομνύων εκφράζει, μεταξύ άλλων, την πεποίθηση πως στην παρούσα αγωγή, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εν όψει του ότι η Αιτήτρια έχει παρουσιάσει 'εξαιρετικά δυνατή εκ πρώτης όψεως υπόθεση για αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off) και/ή για παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, πως υπάρχει βάσιμη πιθανότητα αυτή να στοιχειοθετήσει τις απαιτήσει της και πως θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθούν στο παρόν στάδιο, τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα. Τυχόν μη έκδοση τους θα καταστήσει αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης και θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα, το όνομα και την εμπορική εύνοια της Αιτήτριας. Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε στην Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως (εφεξής: "η ένσταση") που καταχώρισε η Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση στις 13/9/2021στην οποία προβάλλονται οι εξής λόγοι ένστασης: 1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προνοούνται στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και ιδίως: (
- i)Η Αιτήτρια δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή καλή βάση αγωγής και/ή δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση (
- ii)Δεν συντρέχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί με ικανοποιητική και/ή σχετική και/ή αποδεκτή μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν παραμείνει σε ισχύ το υπό εκδίκαση διάταγμα και/ή εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (iii) Δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το υπό εκδίκαση διάταγμα ή/και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή της διατήρησης του εκδοθέντος διατάγματος 2. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. 3. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (abuse of process) 4. Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα είναι αναληθείς, αόριστοι, ασαφείς και δεν τεκμηριώνονται. 5. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της παρούσας διαφοράς η οποία μπορεί να εκδικασθεί μόνο από τον Έφορο Εμπορικών Σημάτων. 6. Δεν παρέχονται οποιεσδήποτε ή/και επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με τα αδικήματα και/ ή τις απαιτήσεις της Αιτήτριας. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXX Σαρηγιάννη, ημερομηνίας 13/9/2021 (εφεξής: «η Ε/Δ Σαρηγιάννη») στην οποία ο ομνύων αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Είναι ο μοναδικός μέτοχος, διοικητικός σύμβουλος και γραμματέας της Καθ' ης η Αίτηση και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επί των νομικών θεμάτων, διευκρινίζει πως έχει πληροφορηθεί από τους νομικούς συμβούλους της Καθ' ης η Αίτηση. Εισαγωγικά ο ομνύων δηλώνει πως απορρίπτει το περιεχόμενο της Αίτησης και της ΕΔ Σκιαδόπουλου και πως υιοθετεί τους λόγους ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση που καταγράφονται στο σώμα της σχετικής Ειδοποίησης. Παραθέτει στη συνέχεια τη δική του εκδοχή περί των γεγονότων της υπόθεσης, αρχίζοντας από το θέμα της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ Αιτήτριας και Καθ' ης η Αίτηση. Σύμφωνα με τα όσα ο ομνύων μεταξύ άλλων αναφέρει, η έναρξη της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών, άρχισε περί τον Απρίλιο 2017 λίγο πριν την σύσταση της Καθ' ης η Αίτηση και έγινε στα πλαίσια 'προφορικής συμφωνίας αποκλειστικής διανομής προϊόντων της Αιτήτριας στην Κύπρο.' Η εν λόγω συμφωνία ήταν αορίστου χρόνου και τερματίστηκε παράνομα από την Αιτήτρια περί τον Μάρτιο 2021. Αναφορικά με τον παράνομο τερματισμό της συμφωνίας καταχωρίστηκε στις 8/6/2021 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η Aγωγή που παρουσίασε στο Δικαστήριο η πλευρά της Αιτήτριας μέσω του Τεκμηρίου 17Α της ΕΔ Σκιαδόπουλου. Ο ομνύων υποστήριξε πως πριν από την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, η Αιτήτρια συνεργαζόταν με άλλη εταιρεία για τη διανομή των προϊόντων της η οποία τελικά κατέστη αφερέγγυα προκαλώντας προβλήματα στην Αιτήτρια και την κυπριακή αγορά γενικότερα. Ως εκ τούτου, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων προφορική συμφωνία συνεργασίας περί τον Απρίλιο 2017 και συγκεκριμένα συμφώνησε ο ίδιος με τον τότε μέτοχο και διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση όπως αναλάβει στην Καθ' ης η Αίτηση τη θέση του διευθυντή marketing και πωλήσεων, λόγω της τεχνογνωσίας και πολυετούς πείρας που αυτός είχε αποκτήσει από προηγούμενες ανώτερες θέσεις που κατείχε σε άλλες φαρμακευτικές εταιρείες. Η σύναψη της πιο πάνω προφορικής ήταν σύμφωνα με τον ομνύοντα αναγκαία προκειμένου να επιτελεστεί και ο σκοπός ίδρυσης της Καθ' ης η Αίτηση που ήταν η διανομή σε αποκλειστική βάση των προϊόντων της Αιτήτριας, περιλαμβανομένων και των προϊόντων υπό τα εμπορικά σήματα και/ή ονόματα Bacteflora και Bactefiber. Ισχυρίζεται ο ομνύων πως τα εν λόγω σήματα ουδέποτε ανήκαν στην Αιτήτρια στην Κύπρο και τα διεκδικεί η Καθ' ης η Αίτηση, η οποία υπέβαλε προς το σκοπό αυτό στο Γραφείο του Εφόρου Εμπορικών Σημάτων τις σχετικές αιτήσεις υπ' αρ. 91670 Bacteflora 91671 BacteFlora. Οι δύο αιτήσεις έχουν γίνει αποδεκτές για εγγραφή από τον Έφορο Εμπορικών Σημάτων της Κύπρου και εκκρεμεί η δημοσίευσή τους για σκοπούς υποβολής ενστάσεων από τρίτους. Ο ομνύων επίσης αναφέρει πως καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, οι εργασίες της Καθ' ης η Αίτηση και η συνεπακόλουθη καθιέρωση στην Κύπρο των εμπορικών σημάτων BacteFlora και BacteFiber και δημιουργία εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης της Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με αυτά, κατέστησαν εφικτά λόγω δικής του χρηματοδότησης της Καθ' ης η Αίτηση. Η δε συνεργασία της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση διεξάγοντας αποκλειστικά σε προφορική βάση, αφού το προσχέδιο γραπτού συμβολαίου το οποίο είχε αποστείλει η Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση το 2017 είχε απορριφθεί από την Καθ' ης η Αίτηση αφού κρίθηκε πως εμπεριείχε απαράδεκτους και συνεπώς, μη αποδεκτούς συμβατικούς όρους. Τέτοιος κρίθηκε μεταξύ άλλων πως ήταν και όρος που απαγόρευε στην Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με εγγραφή στο όνομά της των εμπορικών σημάτων στην Κύπρο. Ο ομνύων επεσήμανε πως σε σχέση με την πώληση των προϊόντων της Αιτήτριας στην Κύπρο, τα έξοδα που η ίδια υπέστη ήταν μηδαμινά και πως ουδέποτε κατά τη διάρκεια της τετραετούς συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, αποπειράθηκε η Αιτήτρια να διεκδικήσει ή να αποκτήσει οποιαδήποτε δικαιώματα επί των επίδικων σημάτων στην Κύπρο. Η δε επιτυχής προώθηση και καθιέρωση των επίδικων προϊόντων στην Κύπρο αποδίδεται στις τεράστιες προσπάθειες και ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση και του ιδίου προσωπικά, με ειδική αναφορά στη συμμετοχή του στο συνέδριο που αναφέρεται στην παράγραφο 29 της ΕΔ Σκιαδόπουλου. Το εν λόγω συνέδριο έγινε υπό την χορηγία της Καθ' ης η Αίτηση. Μέσω των ενεργειών αλλά και των μεγάλων χρηματικών ποσών που επενδύθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση, καθιερώθηκαν και ανέβηκαν στη 2η θέση της Κυπριακής αγοράς τα προϊόντα της Αιτήτριας ανάμεσα σε αριθμό ανταγωνιστών. Το δε ποσοστό των πωλήσεων που γίνονται στην Κύπρο αντιστοιχεί στο 35% του κύκλου εργασιών της Αιτήτριας. Μέχρι σήμερα η Καθ' ης η Αίτηση δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο η Αιτήτρια τερμάτισε μονομερώς τη μεταξύ τους συμφωνία. Αναφορικά με το θέμα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ονομάτων BacteFlora και BacteFiber, αποτελεί θέση της Καθ' ης η Αίτηση πως η Αιτήτρια, από το χρόνο έναρξης της συνεργασίας των διαδίκων ουδέποτε υπήρξε ιδιοκτήτρια οποιωνδήποτε δικαιωμάτων, εγγεγραμμένων ή μη, στην Κυπριακή αγορά, επί των σημείων BacteFlora και BacteFiber, γεγονός που καταδεικνύεται από τους όρους της ίδιας της Συμφωνίας Εκχώρησης ημερ. 16/11/2020 που παρουσίασε στο Δικαστήριο η Αιτήτρια και αφορά στην εκχώρηση του εθνικού Ελληνικού σήματος αρ. Ν223073 BACTEFLORA, το οποίο σήμα ωστόσο δεν έχει ισχύ εκτός της ελληνικής επικράτειας. Δεν υπάρχει αναφορά στους όρους της εν λόγω συμφωνίας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένα σήματα, είτε σε επίπεδο ΕΕ είτε σε εθνικό επίπεδο, παρά μόνο γίνεται μια γενική και αόριστη αναφορά σε εκχώρηση δικαιωμάτων τα οποία ουδόλως προσδιορίζονται. Το θέμα της ιδιοκτησίας των σημείων και ονομάτων BacteFlora και BacteFiber στην Κύπρο, δεν διέπετο από τους όρους της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση και ουδέποτε συνήφθη οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών επί του θέματος αυτού. Ο ομνύων επαναλαμβάνει πως η καθιέρωση των σημάτων BacteFlora και BacteFiber στην Κύπρο και η εμπορική εύνοια που έχει δημιουργηθεί σε σχέση με την επιχείρηση της Καθ' ης η Αίτηση, είναι αποτέλεσμα των τεράστιων και πολυδάπανων προσπαθειών της Καθ' ης η Αίτηση η οποία διεκδικεί μέσω των δυο αιτήσεων που έχει καταχωρήσει με αριθμούς 91670 (BacteFlora) και 91671 (BacteFiber) τα σχετικά δικαιώματα επί των εν λόγω σημάτων και την εγγραφή τους στο Μητρώο Εμπορικών Σημάτων της Κύπρου. Τονίζει πως ο Έφορος Εμπορικών Σημάτων δεν ήγειρε οποιαδήποτε ένσταση στην εγγραφή των δυο σημάτων δυνάμει είτε προγενέστερων εθνικών Κυπριακών σημάτων ή σημάτων ευρωπαϊκης ένωσης είτε αιτήσεων για εγγραφή τέτοιων σημάτων. Η απουσία ένστασης οφείλεται στο ότι ουδέποτε καταχωρίστηκε οποιαδήποτε αίτησης για εγγραφή των εμπορικών σημάτων επ' ονόματι της Αιτήτριας είτε στην Κύπρο είτε στην ΕΕ. Όπως ρητά αναφέρει ο ομνύων στην παράγραφο 23 της ΕΔ, "όλες οι ενέργειες στις οποίες προέβη η Αιτήτρια σε σχέση με τα εν λόγω σήματα στην Κύπρο, περιλαμβανομένης της παρούσας αγωγής και αίτησης, καθώς και των αιτήσεων για εγγραφή τους ως σήματα ΕΕ στο ΟΗΙΜ (Eυρωπαϊκό Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας) είναι μεταγενέστερες των αιτήσεων που υπέβαλε η Καθ' ης η Αίτηση για εγγραφή των εμπορικών σημάτων αρ.91670 BacteFlora και 91671BacteFiber στην Κύπρο." Ο ομνύων χαρακτηρίζει περαιτέρω τις εν λόγω ενέργειες ως κακόπιστες και εκδικητικές υπό την έννοια πως ακολούθησαν χρονικά της καταχώρησης της αγωγής που κατέθεσε η Καθ' ης η Αίτηση εναντίον της Αιτήτριας στην Ελλάδα για τον παράνομο της τερματισμό της επίδικης συνεργασίας. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί θέση της Καθ' ης η Αίτηση πως μετά τη δημοσίευση των δυο αιτήσεων η Αιτήτρια θα έχει τη δυνατότητα να ενστεί στην εγγραφή των πιο πάνω σημάτων επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση ενώπιον του Εφόρου Εμπορικών Σημάτων, στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται με βάση τον Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς. Αναφορικά δε με τη θέση της Αιτήτριας ότι τα BacteFlora και BacteFiber συνιστούν καλλιτεχνικά έργα, αυτή αμφισβητείται και προβάλλεται ο ισχυρισμός πως τούτα δεν συνιστούν τίποτα περισσότερο από απλές ονομασίες, οι οποίες δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να τύχουν προστασίας ως 'καλλιτεχνικά έργα' (artistic works) με βάση το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright law). Δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε πρωτότυπα σχέδια ή άλλα καλλιτεχνικά στοιχεία και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν προστασίας κάτω από το Άρθρο 3
(2)του Περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμου Ν.59(Ι)/76, ως έχει τροποποιηθεί. Εν κατακλείδι, ο ομνύων ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να φανερώνει ότι έχει οποιαδήποτε δικαιώματα, είτε με βάση το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, είτε το δίκαιο των εμπορικών σημάτων, στην Κύπρο, σε σχέση με τα ονόματα BacteFlora και BacteFiber. Ειδικότερα δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τα συγκεκριμένα δικαιώματα, εγγεγραμμένα ή μη, τα οποία να προηγούνται χρονικά των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση επί των αιτήσεων της αρ.91670 και
- Όσον αφορά τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14(Ι)/60 και η σχετική Νομολογία για τη χορήγηση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, ο ομνύων ισχυρίζεται πως αυτές δεν ικανοποιούνται και δη, ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση λόγω απουσίας προγενέστερων δικαιωμάτων στην Κύπρο επί των επίδικων σημείων BacteFlora και BacteFiber, τα οποία η Καθ' ης η Αίτηση επίσης διεκδικεί. Ως εκ τούτου εισηγείται καταληκτικά πως η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Διαδικασία ακρόασης της Αίτησης Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση της αίτησης, της ένστασης και των ένορκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Σημειώνεται ότι ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε ούτε δεν επιδιώχθηκε η καταχώριση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προσκόμισαν στο Δικαστήριο εκτενείς και εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψιν, αλλά κρίνω άσκοπο να επαναλάβω. Αναφορά σε επιμέρους θέσεις των μερών, θα γίνει κατωτέρω στο βαθμό που αυτό κρίνεται απαραίτητο. Απαιτείται, εν πρώτοις, αναφορά στο νομικό πλαίσιο και τις βασικές νομολογιακές αρχές, υπό το πρίσμα των οποίων, θα πρέπει να εξεταστούν τα υπό κρίση ζητήματα από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πηγάζει από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Στο εν λόγω άρθρο εκτίθενται οι πιο κάτω τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να πληρούνται σωρευτικά, ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να εκδίδει προσωρινά διατάγματα: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Να υπάρχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία και (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτηθέν διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ως έχει ερμηνευθεί στα πλαίσια πάγιας νομολογίας, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση, με βάση τα δικόγραφα, τα οποία περιλαμβάνουν τόσο το Κλητήριο Ένταλμα, όσο και τη σχετική αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Η δεύτερη προϋπόθεση για ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία, ερμηνεύτηκε ως πιθανότητα μεγαλύτερη από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά μικρότερη από πιθανότητα στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Με άλλα λόγια ο αιτητής οφείλει να καταδείξει μόνο ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται σε θεραπεία στην Αγωγή ή στην κυρίως διαδικασία. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, να είναι δηλαδή δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, απαιτείται εξέταση του κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν πρόσφορη και επαρκής θεραπεία για τον αιτητή, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, σε μεταγενέστερο στάδιο. H νομολογία αναγνωρίζει ειδικότερα πως σε υποθέσεις που αφορούν σε παραβιάσεων δικαιωμάτων πνευματικής ή διανοητικής ιδιοκτησίας υπάρχει δυσκολία αποτίμησης τέτοιων παραβιάσεων σε χρηματικούς όρους. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Timberland Co. of U.S.A. ν. Evans & Sons Limited κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1179 όπου υποδείχθηκε πως: «Στη θεώρηση αιτήματος για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, για την αποτροπή αντιποίησης εμπορευμάτων, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται οι ιδιομορφίες του δυσμενούς επηρεασμού από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Όπως υποδείξαμε στη Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. The Timberland Co of USA, (ανωτέρω), σε συνάρτηση με τα αποφασισθέντα στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αδυναμία αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση του αθέμιτου ανταγωνισμού. Το ακόλουθο απόσπασμα κατοπτρίζει τη θέση μας: (σελ. 8) «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Σε περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, θα πρέπει ακολούθως να σταθμιστεί εάν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί σε ισχύ το αιτηθέν διάταγμα (βλ. μεταξύ άλλων Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ)Α.Α.Δ.1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.α. v. Λοιζίδου, Πολιτική Έφεση Ε.7/18, ημερομηνίας 21/3/2019, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής σχετικά: « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του ∆ικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Αιτήσεις για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων εξετάζονται με βάση τα γεγονότα που προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Εφαρμογή στη διαδικασία έχει ασφαλώς και η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει τη δυνατότητα αντεξέτασης των ομνυόντων υπό προϋποθέσεις. Στο στάδιο όμως αυτό, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική εξέταση επίδικων θεμάτων της κύριας διαδικασίας και την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, που αναφέρονται ανωτέρω, και επιπλέον κατά πόσον θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτηθέν διάταγμα. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου, ο αιτητής έχει το βάρος να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανή μαρτυρία όχι προς απόδειξη της αξίωσής του στην κυρίως διαδικασία, αλλά που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P. A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Σημειώνεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο για έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, το Δικαστήριο θα πρέπει εν πρώτοις να εξετάσει κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για εξέταση της αίτησης κατεπειγόντως, χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, στη βάση του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Όπως έχει νομολογηθεί, η ύπαρξη κατεπείγοντος λόγου αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα μονομερώς. Το ζήτημα αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω εφόσον ως προαναφέρθηκε η υπό κρίση αίτηση αν και καταχωρίστηκε μονομερώς κατέστη εν τέλει δια κλήσεως κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω αρχών, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ προσεχώς στις καθιερωμένες νομικές αρχές που αφορούν στη στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς επίσης και το έτερο ζήτημα της παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, που αποτελούν τις βάσεις της παρούσας Αγωγής. Με αναφορά σε αυτές, είναι που το Δικαστήριο θα κληθεί ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ήτοι της στοιχειοθέτησης συζητήσιμης υπόθεσης και ορατής πιθανότητας επιτυχίας από μέρους της Αιτήτριας, σε σχέση με τις εν λόγω βάσεις αγωγής. Αθέμιτος Ανταγωνισμός Το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού έχει ως αντικείμενο την καθιέρωση χρηστών εμπορικών ηθών (M & Ch. Mitsingas Trading Ltd v Timberland
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). O ορισμός του αθέμιτου ανταγωνισμού (passing off) εντοπίζεται στο Άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, το οποίο αποτελεί κωδικοποίηση του κοινοδικαίου και προνοεί πως: «Πρόσωπo τo oπoίo απoμιμoύμεvo τηv επωvυμία, τo χαρακτηρισμό, τo σήμα ή τηv επιγραφή αγαθώv ή άλλως πως, πρoκαλεί ή απoπειράται vα πρoκαλέσει ώστε oπoιαδήπoτε αγαθά vα εκληφθoύv ως αγαθά άλλoυ πρoσώπoυ, με τρόπo o oπoίoς εvδέχεται vα oδηγήσει συvήθη αγoραστή στηv πεπoίθηση ότι αγoράζει αγαθά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ: Νoείται ότι καvέvας δεv διαπράττει αστικό αδίκημα για μόvo τo λόγo ότι χρησιμoπoιεί τη δική τoυ επωvυμία σε σχέση με τηv πώληση αγαθώv». Στην υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στο σαφές λεκτικό του Άρθρου 35, διατύπωσε τις ακόλουθες αρχές: «Our caselaw suggests that s. 35 not only it reproduces the corresponding English tort, but has the same range of application as this tort finds in England. At the core of the tort is the likelihood of the ordinary purchaser confusing the products of the imitator with those of the plaintiff. The copying or imitation need not be fraught with a motive to bring about confusion; nor is proof of fraudulent intention an indispensable element of the tort though the presence of such intention may be of assistance to the plaintiff in establishing the possibility of deception. For the plaintiff to succeed in a passing off action he must prove: (
- a)A right to the use of the mark to the exclusion of the defendant established by reference the association of the mark with the products of the plaintiff. (
- b)Imitation or copying of the mark of the plaintiff by the defendants in the process of manufacture or sale of the products. (
- c)Likelihood of confusion on the part of the ordinary purchaser arising from the imitation of the mark; and lastly, (
- d)Damage resulting therefrom". Υποδείχθηκε περαιτέρω πως η αντιποίηση/ απομίμηση μέρους ενός σήματος, μπορεί, αναλόγως των επιπτώσεων, να υποστηρίξει αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Το καθοριστικό κριτήριο που πρέπει να εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε περίπτωσης, είναι κατά πόσο η σύνδεση ή ο συσχετισμός που υπάρχει ανάμεσα στα προϊόντα του Ενάγοντα και το μέρος του σήματος που ο Εναγόμενος έχει απομιμηθεί, είναι τόσο ισχυρή, ώστε να δημιουργείται πιθανότητα σύγχυσης στο μυαλό του συνήθους και ενός σχολαστικού αγοραστή, για την προέλευση του προϊόντος του Εναγομένου. Στην μεταγενέστερη απόφαση CTO Public Company Ltd και άλλοι ν. Bat (Cyprus) Ltd και άλλων
(2012)1 ΑΑΔ 178, αναλύθηκαν με πληρότητα οι καθιερωμένες νομολογικές αρχές που άπτονται της στοιχειοθέτησης του αθέμιτου ανταγωνισμού και εντοπίζονται στο εξής απόσπασμα της απόφασης: «Η ουσία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού (ή συναγωνισμού) είναι ότι απαγορεύεται η πώληση αγαθών ή η άσκηση επιχείρησης και η διεξαγωγή των εργασιών κάποιου προσώπου, χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί το (καταναλωτικό) κοινό, δημιουργώντας του την (λανθασμένη) εντύπωση, ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του, είναι εκείνα κάποιου άλλου προσώπου. Είναι αρκετό να αποδειχθεί η ψευδής παράσταση και η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς και δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πραγματική εξαπάτηση (Δέστε: Erven Warnick BV v. J Townend & Sons [1979] 2 All E.R. 927 (Υπόθεση Advocaat)). .... Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι οι ίδιες αρχές με εκείνες που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και στους άλλους τομείς του δικαίου (Δέστε: Hadjikyriacos, ανωτέρω). Σε τέτοιες υποθέσεις είναι απαραίτητο ο ενάγων-αιτητής να αποδείξει τη φήμη του, δηλαδή ότι εξαιτίας της χρήσης των προϊόντων του με συγκεκριμένη εμφάνιση, η συγκεκριμένη εμφάνιση έχει καταστεί διακριτικό στοιχείο των προϊόντων του, στη χώρα όπου ζητείται το προσωρινό διάταγμα, και στο κοινό γενικά ή σε συγκεκριμένη τάξη του κοινού (Δέστε: Spalding v. Gamage [1915] 32 R.P.C. 273 και Υπόθεση Advocaat (ανωτέρω)). Ο Λόρδος Diplock στην υπόθεση Advocaat συμπέρανε ότι, για μια επιτυχημένη αγωγή αθέμιτου ανταγωνισμού, πρέπει να υπάρχουν πέντε χαρακτηριστικά στοιχεία:
- ψευδής παράσταση,
- που γίνεται από έμπορο κατά την άσκηση του επαγγέλματος του,
- σε πιθανούς καταναλωτές ή τον τελικό καταναλωτή αγαθών ή υπηρεσιών προσφερόμενων απ' αυτόν (τον έμπορο),
- με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην επιχείρηση ή την εμπορική εύνοια άλλου εμπόρου (υπό την έννοια του ότι αυτό είναι εύλογα προβλεπτή συνέπεια), και
- η οποία (ψευδής παράσταση) προκαλεί πραγματική ζημιά στην επιχείρηση ή την εμπορική εύνοια του εμπόρου-ενάγοντα ή είναι πιθανόν να προκαλέσει τέτοια ζημιά. Ο ενάγων- αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ψευδή παράσταση, εκ μέρους του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση, η οποία δημιούργησε πιθανότητα σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό. Η ψευδής παράσταση είναι ζήτημα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται από το ίδιο το δικαστήριο. Η απόδειξη δόλιας προθέσεως εκ μέρους του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση δεν είναι απαραίτητο στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται, όπως επίσης δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι τα εμπορεύματα του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση είναι κατώτερης ποιότητος από εκείνα του ενάγοντα-αιτητή (Δέστε: Kerley, ανωτέρω, παραγ. 14-18 έως παραγ. 14-36). Εκείνο για το οποίο το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση είναι στοχευμένη και γίνεται με σκοπό να παρουσιάσει τα δικά του προϊόντα ως προϊόντα του ενάγοντα-αιτητή ή τουλάχιστον να προκαλέσει σύγχυση σε πιθανούς πελάτες ή αγοραστές ότι τα προϊόντα του έχουν κάποια σχέση με τα προϊόντα του ενάγοντα. Η απομίμηση δεν είναι απαραίτητο να είναι απόλυτη (Δέστε: Mitsingas, ανωτέρω). Το ίδιο το δικαστήριο είναι ο καλύτερος κριτής αυτών των στοιχείων. Η σύγκριση όμως γίνεται με αναφορά στο μέσο καταναλωτή, που γνωρίζει απλά την εμφάνιση των προϊόντων του ενάγοντα, και όχι στον ειδικό και έμπειρο καταναλωτή (Δέστε: Spalding v. Gamage, ανωτέρω).» Συνάγεται από τα ποιο πάνω πως η στοιχειοθέτηση εμπορικής εύνοιας συνδεδεμένης με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσφέρει στο αγοραστικό κοινό, αποτελεί την αφετηρία για τον Ενάγοντα σε Αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό (δείτε μεταξύ άλλων Star Industrial Co Ltd v Yap Kwee Kor [1976] F.S.R. 256) Η εμπορική εύνοια, δεν πρέπει να συγχέεται με την απλή φήμη του Ενάγοντος και θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι υφίσταται εντός της δικαιοδοσίας του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό απομίμηση/ αντιποίηση. Στην απόφαση Demades Overseas v Studio MA.ST Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας το σκεπτικό Αγγλικό αποφάσεων, αναφέρθηκε εκτενώς στην έννοια της εμπορικής εύνοιας και τον τοπικό της χαρακτήρα: «Είναι θεμελιωμένο από την νομολογία ότι μόνο ενάγοντες οι οποίοι διεξάγουν μια επιχείρηση εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορούν να εγείρουν αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Στην Alain Bernardin v. Pavilion Properties [1967] RPC 581 ο σχετικός κανόνας διατυπώθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 584: "Ο έμπορος δεν μπορεί να αποκτήσει εμπορική εύνοια σ' αυτή τη χώρα χωρίς να υπάρχει κάποιο είδος χρήσης σ' αυτή τη χώρα. Η χρήση του μπορεί να προσλάβει διάφορους τρόπους και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ μικρές δραστηριότητες είχαν κριθεί ως αρκετές. Από την άλλη δεν νομίζω ότι η απλή αποστολή διαφημίσεων σ' αυτή τη χώρα από ξένο έμπορο, οι οποίες διαφημίζουν την επιχείρηση του στο εξωτερικό, μπορούν δίκαια να θεωρηθούν ως χρήση σ' αυτή την χώρα.... Μπορεί να αποκτήσει φήμη κάτω από μια ευρεία έννοια με την έννοια ότι οι ταξιδιώτες που επιστρέφουν να εξυμνούν την επιχείρηση του, αλλά μου φαίνεται ότι εκείνα τα ζητήματα παρόλο ότι αντιπροσωπεύουν φήμη κάτω από μια ευρεία έννοια, απέχουν πάρα πολύ από την χρήση σ' αυτή τη χώρα, και δεν είναι αρκετά για να θεμελιώσουν φήμη υπό την ουσιαστική έννοια για σκοπούς αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό."* Στην Star Industrial Company Ltd v. Yap Kwee Kor [1976] F.S.R. 256 διατυπώθηκε ο κανόνας ότι η εμπορική εύνοια σαν αντικείμενο ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων δεν μπορεί να υφίσταται από μόνη της. Δεν έχει ανεξάρτητη οντότητα ξεχωριστή από την επιχείρηση στην οποία είναι προσκολλημένη. Είναι τοπικού χαρακτήρα και μπορεί να αποσπασθεί. Εάν η επιχείρηση διεξάγεται σε διαφορετικές χώρες προσκολλάται ξεχωριστή εμπορική φήμη στην επιχείρηση σε κάθε χώρα.* (Βλ. και C.I.R. v. Muller & Co's. Margerine Ltd [1901] A.C. 217, Oertli A.G. v. Bowman (London) Ltd [1957] R.P.C. 388). Σύμφωνα με τον Λόρδο Fraser στην Erven Warnink (πιο πάνω) ένα από τα συστατικά στοιχεία του αθέμιτου ανταγωνισμού είναι ότι "ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι έχει υποστεί ή στην πραγματικότητα ενδέχεται να υποστεί σημαντική ζημιά στην ιδιοκτησία του στην εμπορική εύνοια λόγω του ότι οι εναγόμενοι πωλούν αγαθά τα οποία ψευδώς περιγράφονται με την εμπορική επωνυμία στην οποία είναι προσκολλημένη η εμπορική εύνοια".** Στην Anheuser-Busch (πιο πάνω) o Λόρδος Δικαστής O' Connor επεξηγεί ότι το πιο πάνω συστατικό στοιχείο καταδεικνύει "ότι η επιχείρηση που διεξάγεται στην Αγγλία πρέπει να είναι τέτοιου είδους έτσι ώστε να υφίσταται ζημιά από τη χρήση που κάμνει ο εναγόμενος του σήματος ή εμβλήματος των εναγόντων".*** Όλες οι πιο πάνω αποφάσεις αναφέρθηκαν με επιδοκιμασία στην Anheuser-Busch (πιο πάνω) στην οποία κρίθηκε (βλ. σελ. 415) ότι "οι ενάγοντες έπρεπε να αποδείξουν εμπορική εύνοια στο Ηνωμένο Βασίλειο πάνω στη λέξη 'Budweiser', όπως εφαρμόζεται στην μπύρα που παράγουν και πωλούν οι ίδιοι, προτού επιτύχουν σε αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Τέτοια εμπορική εύνοια, σε αντίθεση με την απλή φήμη δεν υφίσταται εκτός σε σχέση με επιχείρηση που διεξάγεται στην Αγγλία".* Σύμφωνα δε με τον Oliver L.J. στη σελ. 470 "η φήμη συχνά μπορεί χωρίς αμφιβολία να υφίσταται χωρίς διεξαγωγή τοπικής επιχείρησης η οποία την υποστηρίζει. Ωστόσο από μόνη της δεν αποτελεί ιδιοκτησία η οποία μπορεί να τύχει της προστασίας του Νόμου". ....Η φήμη είναι το πρώτο απαραίτητο χαρακτηριστικό το οποίο πρέπει να αποδείξει ο ενάγοντας για να εγείρει αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Συνοψίζεται με τις ακόλουθες λέξεις: "ότι το έμβλημα, όνομα ή άλλα χαρακτηριστικά πάνω στα οποία βασίζεται ο ενάγων είναι σε όλους καλώς γνωστά σε σχέση με μια επιχείρηση στην οποία έχει εμπορική εύνοια, ή με αγαθά που σχετίζονται με εκείνη την επιχείρηση και είναι διακριτικά εκείνων των αγαθών ή εκείνης της επιχείρησης" (Drysdale (πιο πάνω), παρα. 3.02).* Σύμφωνα με τον Copinger (πιο πάνω), παρα. 752, κατά την προσαγωγή μαρτυρίας σε σχέση με εμπορική εύνοια και φήμη είναι επιτρεπτό για τον ενάγοντα να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου όχι μόνο μαρτυρία των διαφημιστικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων του αλλά επίσης και αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης που έχει διεξαχθεί με επιστημονικό τρόπο ανάμεσα στο κοινό.» Εκτενής ανάλυση της έννοιας της εμπορικής εύνοιας γίνεται και στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Supreme Court) Starbucks (HK) Ltd & Anor v British Sky Broadcasting Group PLC & Ors (Rev 1) [2015] UKSC 3 (Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.α. ν. Michalakis Avraamides & Co Limited
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1513). Αναφορικά δε με το θέμα της σύγχυσης που πρέπει να αποδειχθεί πως προκαλείται στο μυαλό του μέσου καταναλωτή ως προς την πραγματική προέλευση των προϊόντων που προμηθεύεται από τον Εναγόμενο, αυτό είναι ζήτημα που αποφασίζεται από το ίδιο το Δικαστήριο μέσα από σύγκριση των επίδικων προϊόντων ή υπηρεσιών και δη με αναφορά στις όποιες ομοιότητες ή διαφορές παρουσιάζουν τα επίδικα προϊόντα ή υπηρεσίες, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση CTO Public Company Ltd (ανωτέρω): «Το θέμα της σύγχυσης είναι θέμα που αποφασίζει το ίδιο το δικαστήριο με κριτήριο το κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ένας συνήθης καταναλωτής, με συνηθισμένη μνήμη, να συγχυστεί και να αγοράσει τα προϊόντα των καθ' ων η αίτηση νομιζόμενος ότι αγοράζει τα προϊόντα των αιτητών. Ο ρόλος του πρωτόδικου δικαστηρίου ως κριτή του βαθμού ομοιότητας των υπό αμφισβήτηση προϊόντων, είναι αποφασιστικής σημασίας και αυτός ο ρόλος επιτελείται συνήθως, χωρίς μαρτυρία, με την αντιπαραβολή της επίδικης απομίμησης (δηλαδή των εμπορευμάτων των δύο πλευρών) (Δέστε: Παπαχρυσοστόμου ν. Παπαχρυσοστόμου
(1992)1 Α.Α.Δ. 389).» Παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας στην Κύπρο αναγνωρίζεται και προστατεύεται από τον Περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμο του 1976 (59/1976). Στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.59(Ι)/76, εντοπίζονται μεταξύ άλλων οι εξής ορισμοί: "δημιoυργός", προκειμένου για ηχογράφηση ή ταινία, σημαίνει το πρόσωπο το οποίο ανέλαβε την παραγωγή της ηχογράφησης ή της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης της ταινίας σε φορέα ή, πρoκειμέvoυ για εκπoμπή, η oπoία μεταδίδεται από κάπoια χώρα, σημαίvει τo πρόσωπo τo oπoίo αvέλαβε τις διευθετήσεις για τηv πραγματoπoίηση της μετάδoσης από τη χώρα αυτή ή πρoκειμέvoυ για φωτoγραφία σημαίvει τo πρόσωπo τo oπoίo κατά τo χρόvo της λήψης της φωτoγραφίας ήταv o ιδιoκτήτης τoυ υλικoύ πάvω στo oπoίo αυτή λήφθηκε και περιλαμβάvει σε κάθε άλλη περίπτωση, τo συγγραφέα, μoυσικoσυvθέτη, ζωγράφo, σχεδιαστή γλύπτη, τoρvευτή, χαράκτη, πρoγραμματιστή ηλεκτρovικoύ υπoλoγιστή, και κατασκευαστή βάσεως δεδομένων· "δικαιούχος" σημαίνει τον αρχικό δικαιούχο, τον εκδοχέα ή τον δικαιούχο αποκλειστικής άδειας, αναλόγως της περιπτώσεως, του σχετικού μέρους του δικαιώματος· . "έργov" περιλαμβάvει μεταφράσεις, πρoσαρμoγάς, vέας απoδόσεις ή διασκευάς πρoϋφισταμέvωv έργωv, ως επίσης και αvθoλoγίας, συλλoγάς ή έργα άτιvα, λόγω της επιλoγής και διασκευής τoυ περιεχoμέvoυ αυτώv, εμφαvίζoυv πρωτότυπov τιvα χαρακτήρα· . "καλλιτεχvικόv έργov" σημαίvει, αvεξαρτήτως καλλιτεχvικής πoιότητoς, oιοvδήπoτε τωv κάτωθι ή παρoμoίωv πρoς αυτά έργωv, ήτoι- (α) ζωγραφίας, ιχvoγραφίας, μεταλλoγραφίας, λιθoγραφίας, ξυλoγραφίας, έργα χαρακτικής και τυπoγραφίας (β) γεωγραφικoύς χάρτας, σχέδια και γραφικάς παραστάσεις (γ) έργα γλυπτικής (δ) φωτoγραφίας μη περιλαμβαvoμέvας εις ταιvίαv: Φωτογραφία λογίζεται ως καλλιτεχνικό έργο υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι είναι δημιούργημα του δημιουργού της και όχι αντίγραφο υπάρχουσας φωτογραφίας, (ε) έργα αρχιτεκτovικής υπό μoρφήv oικoδoμώv ή πρoπλασμάτωv (στ) έργα καλλιτεχvικής δεξιότητoς μη εμπίπτovτα εις oιαvδήπoτε τωv πρoηγoυμέvωv παραγράφωv, τηρoυμέvης δε, της διατάξεως τoυ εδαφίoυ
(3)τoυ άρθρoυ 3, περιλαμβάvει υφάσματα μεθ' υφαvτώv παραστάσεωv και αvτικείμεvα εφηρμoσμέvης χειρoτεχvίας και βιoμηχαvικής τέχvης". Στο Άρθρο 3 του Νόμου καθορίζονται τα έργα και οι πράξεις που είναι προστατεύσιμα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, καθώς επίσης και εκείνα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του Νόμου: 3.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, προστατεύσιμα υπό του παρόντος Νόμου είναι — (α) Υπό μεν δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας— (
- i)Επιστημονικά έργα· (
- ii)φιλολογικά έργα, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (iii) μουσικά έργα· (
- iv)καλλιτεχνικά έργα, συμπεριλαμβανομένων των φωτογραφιών πάσης φύσεως· (ν) ταινίες· (
- vi)βάσεις δεδομένων (vii) ηχογραφήσεις· (viii) εκπομπές· (
- ix)δημοσιεύσεις προτέρως αδημοσίευτων έργων ..
(2)Δεν προστατεύεται κατά τον παρόντα Νόμο αντικείμενο, το οποίο — (α) Δεν έχει διατυπωθεί γραπτά, ηχογραφηθεί, καταγραφεί, εγγραφεί με οποιοδήποτε τρόπο με ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα, ή διαφορετικά εμφανισθεί με κάποια υλική μορφή, και (β) δεν είναι πρωτότυπο: Νοείται ότι έργο είναι πρωτότυπο, αν είναι προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του και όχι αντιγραφή ήδη υπάρχοντος έργου ή προσχεδίου ή προπλάσματος έργου. Η αναγνώριση προστασίας δεν εξαρτάται από την εφαρμογή κανενός πρόσθετου κριτηρίου..». Το Άρθρο 7
(1)(α) του Νόμου αναφέρει πως το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας συνιστάται στο αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της διενέργειας στη Δημοκρατία της: (
- i)Αναπαραγωγής, (
- ii)διαφημίσεως, (iii) πωλήσεως, εκμισθώσεως, διανομής, δανεισμού, και εκθέσεως στο κοινό του πρωτοτύπου και αντιγράφων, (
- iv)μεταδόσεως προς το κοινό, εκπομπής, παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου, καλωδιακής αναμεταδόσεως, (ν) μεταφράσεως, διασκευής και οποιασδήποτε άλλης προσαρμογής, (
- vi)παρουσίασης στο κοινό των έργων, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και το δικαίωμα των δημιουργών να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο, ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει αυτός, (vii) απαγόρευσης ή της συγκατάθεσης της διάθεσης στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, προστατεύσιμων αντικειμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7ΣΤ, ολόκληρου του έργου ή ουσιώδους τμήματος αυτού." Στο Άρθρο 13 του Νόμου καθορίζονται αναλυτικά οι πράξεις που συνιστούν προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και παρέχουν αγώγιμο δικαίωμα ως ακολούθως: 13.-
(1)Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται από όποιο πρόσωπο προβαίνει, προκαλεί ή επιτρέπει σε άλλο πρόσωπο να προβεί, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, στην τέλεση πράξης η οποία ελέγχεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.
(2)Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται επίσης από οποιοδήποτε, ο οποίος, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, εισάγει στη Δημοκρατία ή εξάγει από τη Δημοκρατία για χρήση, εξαιρουμένης της ατομικής ή οικιακής, ή διανέμει σ' αυτήν εμπορικά ή πωλεί ή ενοικιάζει ή δανείζεται ή μεταδίδει στο κοινό ή εκπέμπει ή εκθέτει δημόσια ή με οποιοδήποτε τρόπο διαφημίζει οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο συνιστά δυνάμει του εδαφίου
(1)προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.
(3)Σε αγωγή για προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας - (α)θεωρείται ότι έργο προστατεύεται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει τούτο ως επίδικο θέμα· (β)οποτεδήποτε η ύπαρξη του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν εγείρεται ως επίδικο θέμα, ο ενάγοντας θεωρείται δικαιούχος του απαιτούμενου δικαιώματος, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει την ιδιοκτησία ως επίδικο θέμα· (γ) μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, το μεν έργο θεωρείται ότι είναι πρωτότυπο, η δε προβαλλόμενη από τον ενάγοντα, σε περίπτωση δημοσίευσης, ημερομηνία και τόπος αυτής τεκμαίρονται ως αληθείς.
(14)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- «αγωγή» περιλαμβάνει ανταπαίτηση και οι αναφορές στον ενάγοντα και στον εναγόμενο ερμηνεύονται αναλόγως· «Δικαστήριο» σημαίνει το αρμόδιο Δικαστήριο· «δικαιούχος πνευματικής ιδιοκτησίας» σημαίνει το δημιουργό, τον αρχικό δικαιούχο, τον εκδοχέα ή τον αποκλειστικό αδειούχο, αναλόγως της περίπτωσης, του σχετικού μέρους του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας˙" Εξέταση εγερθέντων ζητημάτων -Κρίση Δικαστηρίου Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και νομοθετικές διατάξεις, στρέφομαι στην εξέταση των ενώπιον μου δεδομένων, αρχίζοντας από την εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960. Σε ότι αφορά την πρώτη προϋπόθεση, με βάση το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος αναμφίβολα αυτή ικανοποιείται. Διαφορετική είναι όμως η κατάληξη μου σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, εφόσον για τους λόγους που παρατίθενται κατωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα στοιχειοθέτησης είτε του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού, είτε της προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright). Αθέμιτος Ανταγωνισμός Ξεκινώντας από το αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού, σημειώνω ότι αποτελεί επίδικο και αμφισβητούμενο από την Καθ' ης η Αίτηση ζήτημα το κατά πόσον η Αιτήτρια έχει αποκτήσει στην Κυπριακή Δημοκρατία εμπορική εύνοια εν σχέσει με τα προϊόντα Bacteflora και BacteFiber (εφεξής: «προϊόντα BF»). Σε ότι αφορά το ζήτημα της ιδιοκτησίας της εμπορικής εύνοιας εν σχέσει με συγκεκριμένα προϊόντα, απολύτως σχετική είναι η παράγραφος 26 -08, από το κεφάλαιο 26 του συγγράμματος Clerk & Lindsell on Torts (22η έκδοση), στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Ownership of goodwill 26-08 The owner of the goodwill will be the person the market identifies the character or quality of the goods with. 55 The relevant market will often be the public but it may, for example, be retailers rather than the ultimate customers. Ownership may be in issue where there is an overseas supplier and a UK distributor. Joint ownership of goodwill is possible, as is concurrent ownership. In the case of extended passing off where a distinctive product has gained a reputation in the market, the members of the class entitled to share in the goodwill are "all those traders who have supplied and still supply to the English market a product which possesses those recognisable and distinctive qualities". In Fine & Country Ltd v Okotoks Ltd it was held that a franchisor (providing a marketing umbrella for various independent estate agents) was capable of attracting goodwill, that goodwill being the ability to attract licence fees." (Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Τονίζεται εν προκειμένω ότι δεν θα ήταν ορθό να αποφασιστεί το εν λόγω ζήτημα στο παρόν ενδιάμεσο. Για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ότι η Αιτήτρια έχει προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία ώστε να καταδείξει συζήτηση υπόθεση ως προς τον ισχυρισμό ότι έχει αποκτήσει στην Κυπριακή Δημοκρατία εμπορική εύνοια εν σχέση με τα προϊόντα BF. Όμως, ακόμη και αν ληφθεί ως δεδομένο ότι η Αιτήτρια έχει αποκτήσει εμπορική εύνοια εν σχέσει με τα προϊόντα BF στην Κυπριακή Δημοκρατία, εντούτοις, θεωρώ ότι η από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση καταχώριση στον Έφορο Εμπορικών Σημάτων, αιτήσεων για εγγραφή λεκτικών εμπορικών σημάτων Bacteflora και BacteFiber δεν συνιστά, αντιγραφή ή απομίμηση σημάτων που ανήκουν στην Αιτήτρια στα πλαίσια διαδικασίας παραγωγής ή πώλησης προϊόντων, με τρόπο που να προκαλείται ή ενδεχομένως να προκαλείται η εσφαλμένη εντύπωση στο αγοραστικό κοινό, ότι τα προϊόντα της Καθ' ης η Αίτηση είναι τα προϊόντα της Αιτήτριας. Η κυρία Επαμεινώνδα παρέπεμψε στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Court of Appeal στην υπόθεση British Telecommunications Plc v One in an Million [1999] 1 W.L.R 903 CA, προς υποστήριξη της θέσης ότι η κατάθεση των προαναφερθέντων αιτήσεων από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση στον Έφορο Εμπορικών Σημάτων συνιστά «άσκηση επιχείρησης» και επιπλέον έγινε κακόπιστα και υποδηλώνει «πασιφανή πρόθεσή της να χρησιμοποιηθεί για "instruments of deception" ήτοι να προχωρήσει με την κατασκευή και/ ή εμπόριο μη εξουσιοδοτημένων συσκευασιών τα οποία θα περιέχουν τα σημεία που περιέχονται στις εν λόγω αιτήσεις. Ήτοι τις λέξεις Bacteflora και/ ή Bactefiber και ενδεχόμενα με τη χρήση του έργου Bacteflora και/ ή Bactefiber». Θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι δεν έχει γίνει γνωστό στο Δικαστήριο για ποιο λόγο η Καθ' ης η Αίτηση θέλει να αποκτήσει την ιδιοκτησία των προαναφερθέντων λεκτικών εμπορικών σημάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον μου ότι η Καθ' ης η Αίτηση προτίθεται να κατασκευάσει όμοια ή παρόμοια προϊόντα με τα προϊόντα BF της Αιτήτριας, ούτε άλλωστε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει τη δυνατότητα να παρασκευάσει οποιαδήποτε προϊόντα, εφόσον είναι εταιρεία που ασχολείται με διανομή και πωλήσεις προϊόντων και συναφείς εργασίες, αλλά όχι παραγωγής προϊόντων. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιόν μου ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα παραχωρήσει ή εκχωρήσει αυτά τα σήματα σε τρίτο πρόσωπο, ούτως ώστε το πρόσωπο αυτό να κατασκευάσει προϊόντα όμοια ή παρόμοια με τα προϊόντα της Αιτήτριας και ακολούθως να τα προωθήσει στην αγορά. Τα πιο πάνω ενδεχόμενα αποτελούν εικασίες, εφόσον δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται, κατά την κρίση μου, από την υπόθεση One in A Million ανωτέρω, στην οποία παρέπεμψε η κυρία Επαμεινώνδα, ως προς τα γεγονότα. Σε εκείνη την υπόθεση υπήρχε σαφής και ξεκάθαρη μαρτυρία ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα ονόματα των ιστοσελίδων που ενέγραψαν οι εφεσείοντες (domain names), ήταν σε συσχετισμό με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εφεσιβλήτων. Για παράδειγμα το όνομα marksandspencer δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, χωρίς συσχετισμό με τον όμιλο εταιρειών Marks & Spencer Plc group και χωρίς τη μεγάλη πιθανότητα παραπλάνησης των καταναλωτών ότι οι προσφερόμενες υπηρεσίες ή προϊόντα μέσω της χρήσης ενός τέτοιου ονόματος, γίνεται από τον γνωστό όμιλο εταιρειών. Εν προκειμένω, άγνωστος για το Δικαστήριο παραμένει ο τρόπος με τον οποίο προτίθεται να χρησιμοποιήσει η Καθ' ης η Αίτηση τα σήματα BF. Παρατηρώ ότι ακόμη και αν η Καθ' ης η Αίτηση χρησιμοποιήσει τα σήματα αυτά σε συσκευασίες φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία θα διοχετεύσει ακολούθως στην αγορά και πάλι δεν θα μπορούσε, γενικός και αορίστως, να λεχθεί ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα διαπράξει το αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος της Αιτήτριας, για το λόγο ότι ενδεχομένως τα προϊόντα αυτά να μην ομοιάζουν επαρκώς με τα προϊόντα της Αιτήτριας. Δηλαδή, υπάρχει το ενδεχόμενο η χρήση των λέξεων BF από την Καθ' ης η Αίτηση να γίνει (αν γίνει) με διαφορετικά χρώματα, γραμματοσειρά, παρουσίαση, καθώς και σε συνδυασμό με άλλες λέξεις, με τρόπο που η συνολική εικόνα τέτοιων προϊόντων να μην παραπέμπει στα προϊόντα της Αιτήτριας. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει εικόνα των οποιονδήποτε ανταγωνιστικών προϊόντων τα οποία προωθούνται ή πρόκειται να προωθηθούν στην αγορά, για σκοπούς σύγκρισης αυτών με τα προϊόντα της Αιτήτριας, ούτως ώστε να μπορεί να διαπιστώσει εάν υπάρχει πιθανότητα διάπραξης του αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού ή όχι. Σε ότι αφορά την ανάρτηση στην ιστοσελίδα της Καθ' ης η Αίτηση του σήματος BacteFlora που χρησιμοποιεί η Αιτήτρια, δεν προκύπτει, κατά την κρίση μου, από την ανάρτηση αυτή, χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, ότι η Καθ' ης η Αίτηση χρησιμοποιεί τα σήματα BF για να πωλήσει δικά της προϊόντα ή προϊόντα τρίτου προσώπου, με τρόπο που να προκαλείται ή ενδεχομένως να προκαλείται η εσφαλμένη εντύπωση στον καταναλωτή ότι πρόκειται για προϊόντα της Αιτήτριας. Η ανάρτηση που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 21 στην ΕΔ Σκιαδόπουλου αποτελεί μια εικόνα στην οποία κάτω από τον τίτλο «Προϊόντα» υπάρχουν δυο σήματα: Το σήμα BacteFlora που χρησιμοποιεί η Αιτήτρια και ένα σήμα εντελώς διαφορετικό που παραπέμπει σε κάποιο προϊόν μιας τρίτης εταιρείας. Ενδεχομένως η ανάρτηση αυτή να αποτελεί διαφήμιση, μεταξύ άλλων, των προϊόντων BacteFlora της Αιτήτριας, τα οποία πωλούσε η Καθ' ης η Αίτηση πριν τον τερματισμό της συνεργασίας των δυο μερών. Άλλωστε εξ' όσων έχω αντιληφθεί, δεν αποτελεί εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας ότι η ανάρτηση αυτή συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. Ισχυρισμός για παραβίαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) Σε σχέση με αυτή τη βάση Αγωγής, φαίνεται ότι η Αιτήτρια εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι τα σήματα BF αποτελούν καλλιτεχνικά έργα και ως τέτοια τυγχάνουν προστασίας. Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς την έννοια του καλλιτεχνικού έργου το οποίο προστατεύεται από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright), ούτε και η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε αυθεντία, ως προς το ζήτημα αυτό. Με βάση τις αποφάσεις του ΔΕΕ καθώς και των Δικαστηρίων της Αγγλίας και της Νοτίου Αφρικής στις οποίες παρέπεμψε ο κ. Χριστοδούλου εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, προκύπτει ότι για να μπορεί να τύχει προστασίας ως καλλιτεχνικό έργο το οποιοδήποτε όνομα ή λέξη ή σχέδιο θα πρέπει αυτό να είναι πρωτότυπο, να αποτελεί αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού και να περιέχει κάποιο καλλιτεχνικό στοιχείο. Δεν έχει τεθεί καμία μαρτυρία ενώπιον μου που να υποστηρίζει ότι τα σήματα BF είναι πρωτότυπα και ότι έχουν κάποιο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, ούτως ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως καλλιτεχνικά έργα και ως τέτοια να τύχουν ξεχωριστής και ευρύτερης προστασίας απ' ότι ως εμπορικά σήματα. Παρατηρώ ότι το κάθε σήμα BF αποτελείται από μια επινοημένη λέξη, γραμμένη σε λατινικούς χαρακτήρες, με γραμματοσειρά η οποία ενδεχομένως να χρησιμοποιείται ευρέως και διεθνώς (δεν φαίνεται, ούτε προβάλλεται η εισήγηση ότι είναι πρωτότυπη). Το ένα σήμα παρουσιάζεται σε μπλε φόντο με άσπρα γράμματα ή μπλε γράμματα σε άσπρο φόντο και το άλλο σήμα παρουσιάζεται σε πράσινο φόντο με άσπρα γράμματα ή πράσινα γράμματα σε άσπρο φόντο. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το σήμα Bacteflora, το οποίο δημιουργήθηκε πριν το σήμα Bactefiber, σημειώνεται ότι η Αιτήτρια δεν είναι η δημιουργός αυτού, καθότι τα δικαιώματα επί του εν λόγω σήματος εκχωρήθηκαν στην Αιτήτρια, δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης η οποία τιτλοφορείται ως «Trademark Assignment Agreement» (Τεκμήριο 6 ΕΔ Σκιαδόπουλου). Με βάση τη συμφωνία αυτή, δεν φαίνεται να εκχωρήθηκε στην Αιτήτρια από το δημιουργό του σήματος, οποιοδήποτε δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας - copyright. Δεν καταλήγω ασφαλώς στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο ως προς το κατά πόσον τα σήματα BF αποτελούν ή όχι καλλιτεχνικά έργα, καθότι ενδεχομένως να προσφερθεί κατά τη δίκη περαιτέρω διαφωτιστική μαρτυρία επί του ζητήματος αυτού. Το συμπέρασμα μου βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου δια της ενδιάμεσης υπό κρίση αίτησης. Αφ' ης στιγμής ο ισχυρισμός ότι τα σήματα BF αποτελούν καλλιτεχνικά έργα αμφισβητείται έντονα από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, μέσω της Ένστασης που καταχώρησε, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το τεκμήριο στο οποίο αναφέρθηκε η κυρία Επαμεινώνδα δηλαδή ότι η Αιτήτρια «θα πρέπει να θεωρείται εκ πρώτης όψεως δικαιούχος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας στο Έργο αφού δεν έχει αποδειχθεί - και δεν μπορεί να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό το αντίθετο». Αυτό ενδεχομένως να μπορούσε να λεχθεί εάν υπήρχε κάποια μαρτυρία προς υποστήριξη ότι τα σήματα BF είναι καλλιτεχνικά έργα, ώστε να μπορούν να τύχουν προστασίας δυνάμει του περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου Ν.59/76), τέτοια μαρτυρία όμως δεν έχει τεθεί ενώπιον μου. Καταλήγω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι τα σημεία BF αποτελούν και κατ' επέκταση τυγχάνουν προστασίας ως καλλιτεχνικά έργα, ούτως ώστε να εγείρεται στο παρόν στάδιο συζητήσιμη υπόθεση για παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας καλλιτεχνικών έργων. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, καταλήγω ότι λόγω της μη στοιχειοθέτησης της δεύτερης προϋπόθεσης που τίθεται στο Άρθρο 32 του Νόμου, η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχίας και παρέλκει η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οποιουσδήποτε άλλους λόγους ένστασης. Κατάληξη: Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της Αγωγής. ............ Α. Κάρνου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο