Ζαρίφη ν. Gordian Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 1522/2021, 10/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A27 Αρ. Αγωγής: 1522/2021 Μεταξύ: XXXXX XXXXX Ζαρίφη, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και Gordian Holdings Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένης Αίτηση ημερ. 20.12.2021 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση συντηρητικού διατάγματος Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2022 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Κωνσταντίνος Χριστοφόρου Για εναγομένη - καθ' ης αίτηση: κα Γιολάντα Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα παρεχώρησε δυνάμει πληρεξουσίου προς τον πρώην σύζυγο της, συμφωνίες υποθήκευσης ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της, προς εξασφάλιση δανείων που συνήψαν εταιρείες συμφερόντων του εν λόγω πρώην συζύγου της με την Τράπεζα Κύπρου. Η εγκυρότητα του εν λόγω πληρεξουσίου αμφισβητείται από την ενάγουσα. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι η παραχώρηση των πιο πάνω υποθηκών, έγινε καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας. Είναι περαιτέρω η θέση της ενάγουσας ότι κατά την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων υποθήκης, η ίδια ουδέποτε συμφώνησε όπως παρασχεθεί δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή για αγορά από τον ίδιο, του ενυπόθηκου ακινήτου. Το υπόλοιπο των λογαριασμών για τα οποία δόθηκαν οι επίδικες υποθήκες ανερχόταν κατ' ισχυρισμό των εναγόμενων στις 30.6.2018, στο ποσό των €7.164.830,
- Οι εν λόγω συμβάσεις τερματίστηκαν από την Τράπεζα Κύπρου. Στην συνέχεια, εναντίον της ενάγουσας αλλά και άλλων προσώπων, κινήθηκαν οι αγωγές XXXXX/2009 και XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις οποίες εκδόθηκε σχετική απόφαση υπέρ της Τράπεζας Κύπρου και για τις οποίες εκκρεμεί έφεση από την ενάγουσα. Ακολούθως, κινήθηκαν διαδικασίες πλειστηριασμού των επίδικων ακινήτων από την εναγομένη εταιρεία, στην οποία μεταβιβάστηκαν οι επίδικες υποθήκες από την Τράπεζα Κύπρου. Ο πλειστηριασμός διεξήχθη στις 30.9.2029 με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης τις €866.000,00, ο οποίος όμως δεν ήταν επιτυχής. Η ενάγουσα καταχώρησε Αίτηση-Έφεση σε σχέση με τον εν λόγω πλειστηριασμό, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και εκκρεμεί Έφεση κατά της απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σημειώνεται στην έκθεση απαίτησης ότι η εναγομένη αξίωνε την είσπραξη του ποσού των €4.872.134,56 μέσω της εκποίησης του επίδικου ακινήτου. Στην συνέχεια, η ενάγουσα προχώρησε στις 15.6.2020 στην καταχώριση αίτησης για ένταξη της στο Σχέδιο Εστία, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή με επιστολή ημερομηνίας 26.8.
- Στις 24.9.2020 καταχωρήθηκε ένσταση σε σχέση με τους λόγους απόρριψης για μη ένταξη της ενάγουσας στο Σχέδιο Εστία για την οποία έλαβε απάντηση στις 17.9.
- Παρόλο που εκκρεμούσε η πιο πάνω αίτηση της ενάγουσας για ένταξη της στο Σχέδιο Εστία, η εναγομένη στις 5.3.2021 προχώρησε στην αγορά του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας για το ποσό των €1.082.000,00, δυνάμει του άρθρου 44ΙΑ, Εδάφιο 1, του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου
- Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η εναγομένη δεν εδικαιούτο να προχωρήσει στην αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου εφόσον αυτή η πράξη παραβιάζει τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 αλλά και την σχετική συμφωνία υποθήκης. Παραβιάζει επίσης μια σειρά Συνταγματικών διατάξεων, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στην έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της μετά την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, αιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: I. Απόφαση και ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να ακυρώνει την μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι των εναγομένων με αριθμό υποθήκης XXXXX/2001 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας για το ακίνητο με αρ. εγγρ. 3/XXXXX, 30/22Ε1, αρ. τεμ. XXXXX, Δήμος Λατσιών, Άγιος Γεώργιος, Λευκωσία στην τοποθεσία, Μερίδιο το όλο. II. Διάταγμα και ή απόφαση και ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι συμβάσεις υποθήκης υπ' αριθμόν XXXXX/2001 και XXXXX /2001 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας είναι άκυρες και ή παράνομες και ή παράτυπες και ουδέν έννομο αποτέλεσμα έχουν επί της Ενάγουσας. III. Γενικές Αποζημιώσεις. IV. Οιανδήποτε ετέραν θεραπείαν το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. V. Νόμιμο Τόκο επί παντός επιδικασθησομένου ποσού. VI. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η παρούσα αίτηση Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα καταχώρησε μονομερώς στις 20.12.2021 την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος, που να εμποδίζει την εναγομένη να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου, που προγραμματίστηκε για τις 14.1.
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και η οποία υπογράφεται από την ίδια την ενάγουσα, επαναλαμβάνεται η εκδοχή της ενάγουσας για τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αναφέρονται ανωτέρω στην έκθεση απαίτησης. Σημειώνεται επιπλέον ότι η απόκτηση του εν λόγω ακινήτου από την ενάγουσα, το οποίο επιδιώκει να πωλήσει με πλειστηριασμό η εναγομένη δεν έχει καμία σχέση με τις εταιρείες που αναφέρονται σαν κατά ισχυρισμό πρωτοφειλέτες, αλλά περιήλθε στη κατοχή της ενάγουσας δυνάμει διαθήκης από την θεία της, αδελφή του πατέρα της. Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η μεταβίβαση των δικαιωμάτων του επίδικου λογαριασμού στην εναγομένη Gordian Holdings Ltd από την Τράπεζα Κύπρου, είναι παράνομη και αντιβαίνει τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, αφού τα συνολικά υπόλοιπα των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, υπερβαίναν το €1.000.000,00 που είναι το μέγιστο ποσό εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν σε φυσικά πρόσωπα ή σε μικρές επιχειρήσεις. Προέβη σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία για το ζήτημα αυτό αλλά και σε σχέση με την μη ενημέρωση της τόσο για τη μεταβίβαση των δανείων όσο και για τη μεταβίβαση της υποθήκης, κατά παράβαση των προνοιών του ιδίου Νόμου. Η ενάγουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι στις 30.11.21, παρέλαβε την ειδοποίηση ηλεκτρονικού πλειστηριασμού για το επίδικο ακίνητο που θα διεξαχθεί στις 14.1.
- Είναι η θέση της ενάγουσας ότι έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αξίωση της στην αγωγή, λόγω των καταχρηστικών και παράνομων ενεργειών της εναγομένης. Αναφέρει περαιτέρω ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αν επιτύχει η απαίτηση στην αγωγή, η εναγομένη δεν θα μπορεί να την αποζημιώσει διότι το ζήτημα που τίθεται εδώ δεν είναι μόνο η οικονομική ζημιά αλλά η οριστική απώλεια του ακινήτου λόγω των παρανόμων πράξεων της Τράπεζας Κύπρου και της εναγομένης. Με την απώλεια του ακινήτου θα είναι αδύνατο κατά την ενάγουσα σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί δικαιοσύνη αφού η τυχόν οικονομική αποζημίωση δεν είναι αρκετή, ειδικά όταν και αυτή είναι αμφίβολη. Είναι ως εκ τούτου αναγκαίο για να αποτραπεί στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, η ενδεχόμενη πραγματική μεταβολή των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, πέραν από την αύξηση της οικονομικής ζημιάς που προκαλείται στην ενάγουσα με την απώλεια του ακινήτου, του οποίου η αξία είναι ανεκτίμητη για την ενάγουσα ως το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο από την οικογένεια της. Επιπλέον, καμία ζημιά κατά την ενάγουσα δεν θα προκληθεί στην εναγομένη με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού αυτά αποσκοπούν αποκλειστικά στο να σταματήσουν την υφιστάμενη παρανομία σε σχέση με την εν λόγω υποθήκη και τη ζημιά που έχει προκληθεί στην ενάγουσα μέχρι σήμερα με την πιο πάνω συμπεριφορά της εναγομένης. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα της παρούσας, διέταξε την επίδοση της αίτησης προκειμένου να ακουστούν και οι απόψεις της άλλη πλευράς. Η ειδοποίηση ένστασης Μετά της επίδοση της αίτησης, η εναγομένη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα. Ως λόγοι ένστασης αναφέρονται τα πιο κάτω:
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η αιτούμενη θεραπεία δεν σχετίζεται με την αγωγή στα πλαίσια της οποίας και υποβλήθηκε η αίτηση
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
- Τα θέματα που εγείρει η αιτήτρια έχουν ήδη αποφασιστεί σε άλλες διαδικασίες.
- Το αιτούμενο διάταγμα είναι αντίθετο σε άλλο διάταγμα που έχει ήδη εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2009 Ε.Δ. Λευκωσίας ΚΑΙ XXXXX/2007 συνενωμένη με XXXXX/2009
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβλάψει τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση
- Η αιτήτρια δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και λανθασμένη.
- Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε επαρκής λόγος ο οποίος να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση προσκρούει στο δόγμα του δεδικασμένου.
- Η αιτήτρια δεν έχει κανένα locus standi να προωθεί την παρούσα αίτηση
- Η αίτηση είναι κακόπιστη.
- Η αίτηση καταστρατηγεί συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εφεσιβλήτων.
- Η αίτηση δεν επιδόθηκε σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
- Η αίτηση βασίζεται σε ψεύδη και αναλήθειες.
- Η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αδικία. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εναγομένης εταιρείας που προηγουμένως εργοδοτείτο στην Τράπεζα Κύπρου. Σε αυτήν αναφέρεται ότι δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος ημερ. 23.5.2019 (τεκμ. Α) το οποίο είναι σε ισχύ, επικυρώθηκε η μεταφορά αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου προς την εναγομένη Gordian Holdings Ltd, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης. Η μεταφορά έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015)ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23.5.2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30.5.
- Κατά τον ομνύοντα, η ενάγουσα πληροφορήθηκε τόσο την μεταφορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου όσο και από την εναγομένη Gordian Holdings Limited δυνάμει επιστολών (τεκμ. Β, Γ και Δ). Οι εν λόγω επιστολές αποστάλθηκαν ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωμένη διεύθυνση της ενάγουσας και των λοιπών ενδιαφερομένων μερών και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη να επιστράφηκαν πίσω ως μη παραληφθείσες. Περαιτέρω, οι δικηγόροι της εναγομένης καταχώρησαν ειδοποίηση αλλαγής εκ μέρους της Gordian Holdings Ltd, στην αγωγή XXXXX/2009 (τεκμ. Ε) αντίγραφο της οποίας παρέδωσαν στους δικηγόρους των εκεί εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα στην παρούσα. Ο ομνύων ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση του ακινήτου και των δικαιωμάτων της επίδικης υποθήκης, είναι καθόλα νόμιμη. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω μεταβίβαση αναγνωρίστηκε με δικαστικό διάταγμα, το οποίο είναι σε ισχύ μέχρι και σήμερα και δεν μπορεί το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο και να αναιρέσει το εν λόγω διάταγμα, που επικύρωσε την εγκυρότητα της μεταβίβασης. Ακολούθως, ο ομνύοντας αναφέρει ότι οι επίδικες υποθήκες ενεγράφηκαν προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν προς τους XXXXX Μιτσιγιώργη και τις εταιρείες Overall Trading Ltd, G.T. & K Fashion Market Limited, G.P.A. Fashion Market Ltd, GTO Fashion Market Limited, από την Μarfin Popular Βank Public Company Ltd, μετονομασθείσα σε Cyprus Popular Bank Public Company Ltd, τα δικαιώματα της οποίας είχαν περιέλθει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ και μετά με δικαστικό διάταγμα, στην εναγομένη Gordian Holdings Ltd. Ο ομνύων αναφέρει στην συνέχεια ότι η επίδικη υποθήκη, αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής XXXXX/2009, στην οποία εκδόθηκε απόφαση (τεκμ. στ), η οποία παρότι εφεσιβλήθηκε, παραμένει μέχρι σήμερα σε ισχύ. Όπως φαίνεται από το κείμενο της απόφασης, όλες οι θέσεις της ενάγουσας που αφορούσαν την υποθήκη απορρίφθηκαν και εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι εν λόγω οφειλές παραμένουν μέχρι και σήμερα οφειλόμενες νόμιμα και κανονικά. Ο ομνύων αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης είναι παράνομη. Συγκεκριμένα, η υποθήκη με αριθμό XXXXX/2001 επιβαρύνει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής C269, για ποσό £450.000, πλέον τόκων, κατατέθηκε δε με βάση πληρεξούσιο έγγραφο που δόθηκε από τη ενάγουσα προς τον XXXXX Μιτσιγιώργη, με σκοπό την υποθήκευση του ακινήτου XXXXX για ποσό εκ £450.
- Η υποθήκη XXXXX/2001 επιβαρύνει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX για ποσό £160.000, πλέον τόκων, κατατέθηκε δε με βάση πληρεξούσιο έγγραφο που δόθηκε από τη ενάγουσα προς το XXXXX Μιτσιγιώργη, με σκοπό την υποθήκευση του ακινήτου XXXXX για ποσό εκ £160.
- Είναι η θέση του ομνύοντα ότι οι καταγγελίες της ενάγουσας στην αστυνομία είναι αβάσιμες. Στις εν λόγω καταγγελίες, μετά την κατάθεση της θέσης της εναγομένης στην αστυνομία, δεν έχει προχωρήσει καμία δίωξη από το 2019, γεγονός που επιβεβαιώνει και το αβάσιμο τους αλλά και το ότι έγιναν με σκοπό τη άσκηση πιέσεων από την πλευρά της ενάγουσας. Ο ομνύων ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η εγκυρότητα της υποθήκης έχει ήδη αποφασιστεί στην αγωγή XXXXX/2009 (τεκμ. Κ), δημιουργώντας δεδικασμένο. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να εξεταστεί εκ νέου η εγκυρότητα της υποθήκης, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Περαιτέρω, στις συνενωμένες αγωγές XXXXX/2007 και XXXXX/2009, αλλά και στην αίτηση- έφεση 316/2019, η ενάγουσα ήγειρε παρόμοιους ισχυρισμούς με την παρούσα (τεκμ. Λ και Λ1). Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι όλα τα πιο πάνω, η ενάγουσα τα απέκρυψε από το Δικαστήριο κατά την μονομερή αίτηση, παρότι ζητά θεραπεία του δικαίου της επιείκειας και παρότι αρχικά αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο. Ο ομνύων αναφέρει στην συνέχεια ότι ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε αρχικά η ενάγουσα το επίδικο ακίνητο δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα. Ισχυρίστηκε ότι αν όντως αυτό είχε συναισθηματική αξία για την ίδια θα έπρεπε να το λάβει υπόψιν πριν να αποφασίσει να το υποθηκεύσει, και επί τη βάση της εξασφάλισης αυτής να παραχωρηθούν οι πιστωτικές διευκολύνσεις που μέχρι σήμερα οφείλονται. Η υποθήκευση των ακινήτων της ενάγουσας από την ίδια, η οποία έγινε κατά τον ομνύοντα με ελεύθερη βούληση και στη βάση νόμιμου πληρεξουσίου, την οποία υποθήκευση από την παραχώρηση της μέχρι πριν να εγερθούν οι εναντίον της αγωγές δεν αμφισβήτησε, δημιούργησε κάποιες δεσμεύσεις στην περιουσία και κάποια δικαιώματα τους ενυπόθηκους πιστωτές, τα οποία η ενάγουσα προσπαθεί να αποφύγει σε αυτό το στάδιο. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντα ότι ενώ με την παρούσα αγωγή επιδιώκεται η ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου δυνάμει της υποθήκης XXXXX/2001, η παρούσα αίτηση για προσωρινό διάταγμα, αφορά την ακύρωση πλειστηριασμού δυνάμει άλλης υποθήκης, της XXXXX/
- Σημειώνεται ότι περί την 20.12.2021, επιδόθηκε στην εναγομένη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, στην οποία προστέθηκε χωρίς να σχετίζεται με το θέμα της ανάκτησης του ακινήτου που είναι το παράπονο της ενάγουσας, με τρόπο εντελώς καταχρηστικό, άκαιρο και άτοπο και εντελώς επιφανειακά, αναφορά και στην υποθήκη XXXXX/2001, χωρίς αυτή να σχετίζεται με τα υπόλοιπα επίδικα θέματα, προφανώς για να προσπαθήσει η ενάγουσα καταχρηστικά κατά τον ομνύοντα να διεκδικήσει την παρούσα ενδιάμεση θεραπεία, χωρίς να κινήσει νέα αγωγή. Συνεπώς κατά τον ομνύοντα, η αγωγή επί της ουσίας της και το κύριο μέρος της όπως καταχωρήθηκε αρχικά, πέραν από αβάσιμη και έκθετη σε απόρριψη, είναι και εντελώς άσχετη με το αντικείμενο της παρούσας αίτησης και δεν μπορεί να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα εάν δεν είναι επικουρικό των βασικών αξιώσεων της αγωγής, στα πλαίσια της οποίας αυτό επιζητείται. Εν πάση περιπτώσει, η αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει κατά τον ομνύοντα οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι τυχόν ζημιά, δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σημειώνεται ότι η εναγομένη είναι καθόλα φερέγγυος οργανισμός και μπορεί να καλύψει οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων τυχόν ήθελε διαταχθεί ακόμη κι αν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ευσταθούν. Η εναγομένη με βάση επιστολή των ελεγκτών της κ.κ. Delloite διαθέτει περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €1.031.602.103,00 εκ των οποίων στοιχεία συνολικής αξίας €61.595.451,00, αφορούν ρευστά διαθέσιμα σε τραπεζικά ιδρύματα. Το μετοχικό της κεφάλαιο την δεδομένη στιγμή ανέρχεται σε €1.000.000 και η αξία του «υπέρ του άρτιου» ποσού («Share Premium») ανέρχεται σε €44.000.000,
- Επισυνάπτεται επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση της ένστασης, σχετικό αντίγραφο επιστολής των ανεξάρτητων ελεγκτών της εταιρείας, ημερομηνίας 27.7.
- Ήταν ενόψει των πιο πάνω η θέση του ομνύοντα ότι καμία εκ των τριών προϋποθέσεων που τίθενται από τον Νόμο δεν ικανοποιούνται και συνεπώς η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Η ενάγουσα έχει αποτύχει να επιδείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, ενώ από τη στιγμή που η ζημιά που υποτίθεται θα υποστεί είναι αποτιμητέα πλήρως σε χρήμα, το οποίο και θα μπορούσε να καταβληθεί από την εναγομένη, τότε δεν είναι καθόλου δύσκολο ούτε και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Ήταν τέλος η θέση του ομνύοντα ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ως τέτοια, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, αφού η αιτήτρια έλαβε την πρώτη ειδοποίηση έναρξης της διαδικασίας πλειστηριασμού τον Οκτώβριο του 2020 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση το Δεκέμβριο του
- Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό, στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 αλλά και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης, την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και έτσι δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Αντιθέτως, στην παρούσα εφαρμόζεται άρθρο 4 του Κεφ. 6, το οποίο παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο ως προς το αντικείμενο της αγωγής. Δεν συμφωνώ με θέση της εναγομένης ότι η παρούσα αίτηση για προσωρινό διάταγμα δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της αγωγής. Είναι ορθό βέβαια ότι η απαίτηση για ακύρωση της μεταβίβασης, αφορά σύμφωνα με το κλητήριο, την υποθήκη XXXXX/2001 ενώ η παρούσα αίτηση για προσωρινό διάταγμα, αφορά την ακύρωση πλειστηριασμού δυνάμει άλλης υποθήκης, της XXXXX/
- Όμως υπενθυμίζεται ότι δυνάμει του τροποποιημένου με βάση την Δ.25 κλητηρίου, η ενάγουσα επιζητεί επίσης ακύρωση της υποθήκης XXXXX/2001, δυνάμει της οποίας προγραμματίστηκε ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται εκτός από το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Σύμφωνα με την υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, με την εξαίρεση των περιπτώσεων όπου επιζητείται δέσμευση περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής, αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 δεν μπορεί να εξεταστεί, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι ευρύτερης εφαρμογής και επομένως όταν εξετάζεται αίτηση δυνάμει αυτού του άρθρου, αυτόματα λαμβάνονται υπόψη και οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.
- Η παρούσα αφορά αίτημα σε σχέση με περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής και ως εκ τούτου οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6 μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Σχετική είναι η απόφαση Palestine Plantations Company Ltd v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd 16 C.L.R.
- Παρόλα αυτά, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παραμένει ευρεία και δεν εκδίδεται διάταγμα από μόνο το γεγονός ότι το αίτημα αφορά περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σε σχέση με αυτό το θέμα, ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης σε μελέτη του με τίτλο Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο που δημοσιεύτηκε στο COPRUS DE JURE CUPR II Τεύχος 1, σελ. 179, αναφέρει τα ακόλουθα στην σελ. 213: "Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, δεν συνοδεύεται από πρόνοια ανάλογη με εκείνη της παραγράφου
(2)του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ή εκείνη της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1)του Ν. 14/
- Αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει πως με δεδομένο το γεγονός ότι επιζητείται κάποιο από τα προβλεπόμενα παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής, ακολουθεί αυτόματα η έγκριση της σχετικής αίτησης. Απλώς, το ζήτημα της έκδοσης ή της άρνησης έκδοσης του διατάγματος, εντάσσεται, χωρίς ειδικά προαπαιτούμενα, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που με γνώμονα τις ανάγκες της δικαιοσύνης, θα ενεργήσει έτσι ή αλλιώς, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης". Στα γεγονότα της παρούσας, εφαρμόζεται επίσης το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επί του οποίου επιπρόσθετα στηρίζεται η παρούσα αίτηση και του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος σε σχέση με τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.
- Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, αναφέρονται οι πιο κάτω τρεις βασικές προϋποθέσεις: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα.» Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 λέχθηκε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, στην ένορκη δήλωση της μονομερούς αίτησης. Η εναγομένη ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα σκόπιμα απέκρυψε τις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες αποφασίστηκαν κατά την ίδια, οι διαφορές των διαδίκων που εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Σημειώνω όμως ότι το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς. Αντιθέτως, διέταξε την επίδοση της αίτησης στην εναγομένη για να ακουστούν οι απόψεις της. Ως εκ τούτου, η αίτηση από μονομερής, μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται οι νομολογιακές αρχές της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την έκδοση μονομερών διαταγμάτων. Είναι σαφές από τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές ότι η απαίτηση της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά αποκλειστικά και μόνον, τις μονομερείς αιτήσεις. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε μονομερή αίτηση ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδώσει μονομερώς συντηρητικό διάταγμα. Εξ' άλλου, η ίδια η φύση του καθήκοντος μη αποκάλυψης, αναφέρεται σε αποφυγή παραπλάνησης του Δικαστηρίου όταν απουσιάζει ο αντίδικος του αιτητή. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η εμφάνιση του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου, στην απουσία της άλλης πλευράς. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816, στην οποία λέχθηκε ότι είναι στις μονομερείς διαδικασίες που εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση, οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Στην πιο πάνω υπόθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονταν και οι δύο διάδικοι που είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιον τους με αποτέλεσμα να μην τίθεται κατά το Εφετείο, ζήτημα παραπλάνησης (βλ. επίσης Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895). Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Η μετατροπή της μονομερούς αίτησης σε αίτηση δια κλήσεως με οδηγίες του Δικαστηρίου, έχει ως αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Δεν έχουμε δηλαδή στην παρούσα, εξέταση μονομερούς αίτησης ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, σε μονομερή έκδοση διατάγματος. Αλλά και επί της ουσίας δεν καταδεικνύεται από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η απόκρυψη οιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Η ενάγουσα προβαίνει σε αναφορά στις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι απεκρύβησαν. Αναφέρει μάλιστα ότι αποφασίστηκαν εναντίον της και ότι εκκρεμεί έφεση της στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το ότι δεν έγινε αναλυτική αναφορά στο κείμενο των αποφάσεων αυτών δεν σημαίνει ότι η ενάγουσα παρέβηκε την υποχρέωση της για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο Δικαστήριο. Κατάληξη μου είναι ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί της ένστασης για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη του αιτήματος χωρίς αυτό να εξεταστεί επί της ουσίας. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί στην παρούσα αίτηση, οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος για προσωρινό διάταγμα, όπως καθορίζονται στα άρθρα 4 του Κεφ.6 και 32 του Νόμου 14/
- Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή την αίτηση και ένσταση όσον και τις αντίστοιχες αγορεύσεις των συνηγόρων. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος όπως καθορίζονται στα άρθρα 4 του Κεφ. 6 και 32 του Νόμου 14/
- Η ενάγουσα με την αγωγή της, ζητά στην ουσία την ακύρωση των υποθηκών για το επίδικο ακίνητο και την συνεπακόλουθη μεταβίβαση του στην εναγομένη δυνάμει του άρθρου 44ΙΑ, εδ.1, του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου
- Όμως όπως πολύ σωστά υποστήριξε η πλευρά της εναγομένης, η εγκυρότητα της υπό κρίση υποθήκης δυνάμει της οποίας καθορίστηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου, εξετάστηκε στην αγωγή XXXXX/2009 (τεκμ. Κ της ένστασης). Δεν μπορεί ως εκ τούτου να εξεταστεί εκ νέου από το παρόν Δικαστήριο η εγκυρότητα της εν λόγω υποθήκης, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, στις συνενωμένες αγωγές XXXXX/2007 και XXXXX/2009, αλλά και στην αίτηση- έφεση 316/2019, η ενάγουσα ήγειρε παρόμοιους ισχυρισμούς με την παρούσα αναφορικά και με τις δύο υποθήκες (τεκμ. Λ και Λ1), οι οποίες απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι καταχωρήθηκαν εφέσεις στις εν λόγω διαδικασίες δεν αναιρεί την ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων. Ούτε το παρόν Δικαστήριο μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο και να αναιρέσει τις πιο πάνω αποφάσεις με τις οποίες κρίθηκε η εγκυρότητα των επίδικων υποθηκών. Το ίδιο ισχύει και για την μεταβίβαση των υποθηκών από την τράπεζα Κύπρου στην εναγομένη, η οποία επίσης επικυρώθηκε από το Δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω, οι απαιτήσεις της παρούσας αγωγής για ακύρωση των επίδικων υποθηκών XXXXX/2001 και XXXXX/2001 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας αλλά και της μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι της εναγομένης σύμφωνα με το μέρος VIA του Νόμου 9/65 δεν συνιστούν κατά την κρίση μου καλή βάση αγωγής ούτε και αποδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους λόγω δεδικασμένου. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα δεν απέδειξε τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και να αποδεικνυόταν καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της και πάλιν η αίτηση δεν θα πετύχαινε λόγω του ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Νόμου 14/
- Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το επίδικο διάταγμα. Είναι σαφές ότι η ζημιά που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι θα υποστεί αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ότι η εναγομένη δεν θα είναι σε θέση να τις αποζημιώσει, στην περίπτωση που η ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της. Για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η ενάγουσα είχε καθήκον να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν θα είναι σε θέση να αποζημιωθεί στην περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της. Η ενάγουσα απέτυχε σε αυτή της την υποχρέωση. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει σε χρήμα την ενάγουσα σε περίπτωση που πετύχει στις αιτούμενες θεραπείες της παρούσας αγωγής. Η δε συναισθηματική σύνδεση με το υπό κρίση ακίνητο που επικαλείται η ενάγουσα δεν αλλοιώνει την πιο πάνω διαπίστωση. Αντιθέτως, η εναγομένη επικαλείται χωρίς να αμφισβητηθεί, την οικονομική της ευρωστία με περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €1.031.602.103,00 εκ των οποίων στοιχεία συνολικής αξίας €61.595.451,00 αφορούν ρευστά διαθέσιμα σε τραπεζικά ιδρύματα. Περαιτέρω, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της εναγομένης. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγομένη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκποίηση συμβατικής ενυπόθηκης εξασφάλισης που επικυρώθηκε υπέρ της δικαστικά, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Το ισοζύγιο της ευχέρειας αποφασίζεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία και με την εξέταση της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) σε συνδυασμό με τυχόν καθυστέρηση του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι η ενάγουσα έλαβε την πρώτη ειδοποίηση έναρξης της διαδικασίας πλειστηριασμού τον Οκτώβριο του 2020 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση με καθυστέρηση ενός χρόνου, ήτοι το Δεκέμβριο του 2021 και αφού ο πλειστηριασμός καθορίστηκε ήδη για τις 14.1.
- Η ίδια η ενάγουσα δέχεται στην παρ. 13 της ένορκης δήλωσης της αίτησης ότι έλαβε γνώση για την έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού με τις ειδοποιήσεις Θ και Ι από τις 21.10
- Ήταν δηλαδή σε γνώση της ενάγουσας εδώ και ένα χρόνο ότι η διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου, είχε ξεκινήσει από την εναγομένη. Η ενάγουσα δεν προέβηκε σε κανένα δικαστικό διάβημα, προκειμένου να παραμερίσει αυτήν την διαδικασία μόλις ενημερώθηκε για αυτήν. Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής έγινε στις 17.6.21 χωρίς αναφορά στην υποθήκη που σχετίζεται με τον επίδικο πλειστηριασμό. Ακολούθως, καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο στις 3.12.2021 δυνάμει της Δ.25, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και πρόσθετη απαίτηση για ακύρωση της επίδικης υποθήκης στην οποία στηρίζεται ο πλειστηριασμός και αφού είχε προηγηθεί στις 30.11.21 σύμφωνα με την ενάγουσα, η επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ ημ. 21.10.21 για διενέργεια ηλεκτρονικού πλειστηριασμού στις 14.1.
- Δεν δόθηκε όμως καμία εξήγηση από την ενάγουσα γιατί αφού γνώριζε από τον Οκτώβριο του 2020 ότι είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες πλειστηριασμού του ακινήτου, δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την ακύρωση της διαδικασίας αυτής, δεν συμπεριέλαβε την ακύρωση της υποθήκης στην οποία στηριζόταν ο πλειστηριασμός στην αρχική έκθεση απαίτησης της τον Ιούνιο του 2021, και προχώρησε στην τροποποίηση του κλητηρίου και την καταχώρηση της παρούσας τον Δεκέμβριο του 2021, λίγες μόλις μέρες πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού που προγραμματίστηκε για τις 14.1.
- Η μεγάλη καθυστέρηση και αδράνεια της ενάγουσας να ζητήσει δικαστικά μέτρα ακύρωσης του πλειστηριασμού ενώ γνώριζε εδώ και ένα χρόνο από τον Οκτώβριο του 2020 ότι η διαδικασία εκποίησης ξεκίνησε, δημιουργούν μια κατάσταση πραγμάτων που μεταφέρει το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ της εναγομένης. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και της σχετικής νομολογίας. Για τους ιδίους λόγους δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Κεφ.
- Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο