← Κύπρος

ΑΚΙΝΗΤΑ Σ.Ζ. ΗΛΙΑΔΗΣ ΛΤΔ ν. Ηλιάδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2707/14, 12/1/2022

ΑΚΙΝΗΤΑ Σ.Ζ. ΗΛΙΑΔΗΣ ΛΤΔ ν. Ηλιάδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2707/14, 12/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A30 Αρ. Αγωγής: 2707/14 Μεταξύ: ΑΚΙΝΗΤΑ Σ.Ζ. ΗΛΙΑΔΗΣ ΛΤΔ Ενάγουσας Και

  1. XXXXX Ηλιάδη
  2. XXXXX Γ. Καλησπέρα
  3. XXXXX Κ. Λοίζου
  4. XXXXX Βάκη, διαχειριστή του αποβιώσαντα XXXXX Ηλιάδη Εναγομένων Αίτηση ημερ. 12.10.2021 υπό εναγομένων 2 και 3 - αιτητών για διαγραφή αγωγής Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2022 Για εναγομένους 2 και 3 - αιτητές: κος Δημήτρης Παπαδόπουλος Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Ανδρέας Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα και οι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες δύο όμορων ακινήτων στο κέντρο της Λευκωσίας. Το πρώτο οικόπεδο με αρ. εγγραφής XXXXX, είναι ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Το δεύτερο οικόπεδο με αρ. εγγραφής XXXXX, είναι συνιδιοκτησία των εναγομένων ως ακολούθως:
  5. Εναγόμενος 1, μερίδιο 3/8
  6. Εναγομένη 2, μερίδιο 2/8
  7. Εναγομένη 3, μερίδιο 2/8
  8. Εναγόμενος 4, μερίδιο 1/
  9. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 είναι αδέλφια, ο δε αποβιώσας XXXXX Ηλιάδης ήταν ο πατέρας τους και ο ιδρυτής της ενάγουσας εταιρείας, η οποία σήμερα ελέγχεται από τον εναγόμενο
  10. Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι κατά το 1997 οι διάδικοι αποφάσισαν να δημιουργήσουν ενιαία ανάπτυξη στα εν λόγω ακίνητα με την ανέγερση καταστημάτων στο ισόγειο μέχρι τον 1ο και 2ο όροφο και στους υπολοίπους ορόφους μέχρι και τον 7ο όροφο, χώρους γραφείων. Αναφέρεται επίσης στην έκθεση απαίτησης ότι η εν λόγω συμφωνία επιβεβαιώθηκε δικαστικά στην αγωγή XXXXX/2004 και συνιστά δεδικασμένο μεταξύ των μερών. Μεταξύ των όρων που έθεσαν οι πολεοδομικές άδειες στους διαδίκους για την ενιαία ανάπτυξη, ήταν η συνένωση των δύο πιο πάνω τεμαχίων σε ένα. Την χρηματοδότηση του έργου ανέλαβε εξ' ολοκλήρου η ενάγουσα, η οποία σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, δαπάνησε για τον σκοπό αυτό, πέραν των €7.000.000 που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση και τον εξοπλισμό της πιο πάνω οικοδομής. Παρά την πιο πάνω συμφωνία, και την υπογραφή των αναγκαίων εγγράφων από τους εναγομένους για την έκδοση πολεοδομικής άδειας και παρά το ότι είναι κοινωνοί της εκμετάλλευσης που προέκυψε από την ενιαία ανάπτυξη των δύο ακινήτων, εν τούτοις αρνούνται να συνυπογράψουν αίτημα προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας για συνένωση των δύο οικοπέδων και αναδιανομή των μεριδίων. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να δοθεί τελική έγκριση του κτηριακού συγκροτήματος που προέκυψε από την ανάπτυξη ούτε μπορούν να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ή να προσδιοριστούν τα μερίδια συμμετοχής των διαδίκων στην περιουσία. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα αιτείται με την παρούσα αγωγή της τις πιο κάτω θεραπείες: (α) Απόφαση και/ή διαταγή του δικαστηρίου με την οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι να συνυπογράψουν με την ενάγουσα αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας και/ή άδειας οικοδομής για πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και/ή αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και/ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η συνένωση των οικοπέδων αρ. εγγραφής XXXXX τεμ. XXXXX, Φ/Σχ 21 54.2.2., τοποθεσία Τρυπιώτης, Λευκωσία και αρ. εγγραφής XXXXX, τεμ. XXXXX, Φ/Σχ 21 54.2.2., τοποθεσία Τρυπιώτης, Λευκωσία και συμμόρφωση με τους όρους της πολεοδομικής άδειας με αρ. 2822 - ΠΑ 181/
  11. (β) Δήλωση και/ή διαταγή του δικαστηρίου με την οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι να συνυπογράψουν με την ενάγουσα αίτημα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για προσδιορισμό των μεριδίων και ή του συμφέροντος ενός εκάστου τούτων μετά την ενοποίηση των δύο οικοπέδων ως το αιτητικό 1 και/ή (γ) Υπαλλακτικά προς το αιτητικό 2 δήλωση και /ή διαταγή του δικαστηρίου ότι μετά την εν λόγω συνένωση τα μερίδια των συνιδιοκτητών θα είναι ως ακολούθως: i. ΑΚΙΝΗΤΑ Σ.Ζ. ΗΛΙΑΔΗΣ ΛΤΔ 70% ii. XXXXX Ηλιάδης 11.25% iii. XXXXX Γ. Καλησπέρα 7.5.% iv. XXXXX Κ. Λοίζου 7.5% v. XXXXX Βάκη διαχειριστή του αποβιώσαντα XXXXX Ηλιάδη 3.75%. και ή οποιοδήποτε άλλο ποσοστό και /ή μερίδιο και/ή συμφέρον το δικαστήριο ήθελε αποφασίσει (δ) Διαταγή του δικαστηρίου ότι σε περίπτωση παράληψης των εναγομένων και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών να ενεργήσει ως τo αιτητικό 10(α) και/ή 10(β) εντός 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου κάθε διευθυντής της ενάγουσας δύναται να υπογράψει αντί αυτών κάθε αναγκαίο έγγραφο, αίτηση για την ενοποίηση των πιο πάνω οικοπέδων και για τον προσδιορισμό των μεριδίων και ή του συμφέροντος των διαδίκων ως ανωτέρω. (ε) Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι εναγόμενες 2 και 3 με την υπεράσπιση τους, παραδέχονται την δημιουργία ενιαίας ανάπτυξης των ακινήτων. Αρνούνται όμως την ύπαρξη συμφωνίας που συνιστά δεδικασμένο στην αγωγή XXXXX/04 όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αντιθέτως είναι η θέση τους ότι οι υποτιθέμενες συμφωνίες για συγχώνευση των ακινήτων, κρίθηκαν τελεσίδικα άκυρες από το αρμόδιο Δικαστήριο ως προϊόν δόλου στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/
  12. Οι εναγόμενες 2 και 3 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τα εν λόγω δύο ακίνητα καλύπτονται από ξεχωριστή εγγραφή και είναι εγγεγραμμένα σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Όμως, προϋπόθεση για ενοποίηση συνορευόντων ακινήτων σε έναν τίτλο είναι να ανήκουν στο ίδιο ή στα ίδια πρόσωπα και με τα ίδια μερίδια, κάτι τέτοιο όμως μπορεί να γίνει μόνο αφού προηγηθεί συμφωνία των μερών σε σχέση με τα μερίδια και γίνουν οι ανάλογες μεταβιβάσεις. Επίσης το γεγονός ότι η εταιρεία διατηρεί επιβάρυνση επί του κτήματος, η εξασφάλιση της γραπτής συγκατάθεσης του ενυπόθηκου δανειστή, αποτελεί επιπλέον προϋπόθεση για τη συγχώνευση των ακινήτων. Περαιτέρω, οι εναγόμενες 2 και 3 ισχυρίζονται ότι τους είναι αδύνατον να συνυπογράψουν αίτημα προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας για συνένωση των 2 οικοπέδων και αναδιανομή των μεριδίων, από τη στιγμή που το ίδιο το Κτηματολόγιο Λευκωσίας με επιστολή ημερομηνίας 23.12.2014 ανέφερε ότι δεν μπορεί να προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός της εγγραφής χωρίς προηγουμένως να συμφωνηθούν τα μερίδια των συνιδιοκτητών επί του συγχωνευμένου ακινήτου. Η πιο πάνω θέση επιβεβαιώθηκε και στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου όταν απέρριψε την αίτηση της ενάγουσας για έκδοση εντάλματος mandamus στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης Αρ. XXXXX/
  13. Οι εναγόμενες 2 και 3 αρνούνται ότι φέρουν οιανδήποτε ευθύνη για την μη έκδοση τίτλων εφόσον ο εναγόμενος 1 αλλά και η ενάγουσα, η οποία παρανόμως και αυθαίρετα ελέγχεται από τον εναγόμενο 1, δεν συμφωνεί σε δίκαιη αναδιανομή των μεριδίων όσο αφορά τα τετραγωνικά μέτρα της οικοδομής επί ενός εκάστου των οικοπέδων. Σημειώνετε πως για το θέμα του κατ' ισχυρισμό αυθαίρετου ελέγχου της εταιρείας από τον εναγόμενο 1, εκκρεμεί η αγωγή XXXXX/06 για εγγραφή του 60% των ιδρυτικών μετοχών επ' ονόματι των εναγομένων 2 και
  14. Τέλος, οι εναγόμενες 2 και 3 θεωρούν ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική (abuse of the process) εφόσον η ενάγουσα ελέγχεται ουσιαστικά από τον εναγόμενο
  15. Η παρούσα αίτηση Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, τις ενόρκους δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και την τροποποίηση του τίτλου και της έκθεσης απαίτησης και αφού η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες, οι εναγόμενες 2 και 3 καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 12.10.21 με την οποία ζητούν την πιο κάτω θεραπεία: Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη (dismiss) και/ή αναστολή (stay) και/ή διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμός (set aside) της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής (η Αγωγή) και/ή του κλητηρίου εντάλματος της Αγωγής και της καταχωρηθείσης Έκθεσης Απαίτησης (ως τροποποιήθηκε) ως μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο δικαίωμα και/ή ως συνιστούσης κατάχρηση της διαδικασίας και/ή νομικά αβάσιμης και/η ανυπόστατης και/ή επιπόλαιας και ενοχλητικής (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής και/ή σκανδαλώδους ή/και αγωγής για την οποία το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ή/και εξουσίες να αποδώσει τις θεραπείες που ζητούνται ή συναφείς με αυτές. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στις Δ.19 ΘΘ 1 - 27, Δ.20 ΘΘ 1 - 5, και Δ.27 ΘΘ 1 - 4, συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της εναγομένης
  16. Σε αυτήν αναφέρεται ότι η παρούσα αγωγή υπόκειται σε απόρριψη και/ή διαγραφή για τους ακόλουθους λόγους:
  17. Δεν αποκαλύπτεται ούτε δικογραφείται αιτία ή βάση αγωγής.
  18. Δεν δικογραφείται καμία συμφωνία, ούτε οι ουσιώδη όροι τέτοιας συμφωνίας, ούτε παράβαση συμφωνίας.
  19. Τα Δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να προσδιορίσουν μερίδια επί ακινήτων ούτε να εκδώσουν διατάγματα με τα οποία να προσδιορίζονται μερίδια. Αυτό είναι ένα θέμα που καθορίζεται κατόπιν συμφωνίας των συνιδιοκτητών.
  20. Τα Δικαστήρια στην απουσία ρητής συμφωνίας των μερών δεν μπορούν τα ίδια να «δημιουργήσουν» με την απόφαση τους μια τέτοια συμφωνία ούτε και να επιβάλουν συνένωση ακινήτων.
  21. Τα Δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να παρέμβουν τόσο καταλυτικά στο Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας (άρθρο 23 του Συντάγματος) και ούτε να εξαναγκάζουν τους διαδίκους σε συμφωνία κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι η ενάγουσα προσπάθησε στο παρελθόν να επιβάλει μονομερώς τον καθορισμό μεριδίων μέσω του Κτηματολογίου κάνοντας χρήση κάποιων προνοιών της Νομοθεσίας. Μόλις το πληροφορήθηκαν οι εναγόμενοι, προέβησαν σε γραπτές παραστάσεις στο Κτηματολόγιο. Τελικά ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δικαίωσε τις θέσεις των εναγομένων ότι δηλαδή χωρίς ρητή συμφωνία για καθορισμό μεριδίων δεν χωρούσε δική του παρέμβαση (τεκμ. Α). Η ενάγουσα διαφώνησε με την απόφαση του Κτηματολογίου και αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας χρήση της διαδικασίας των προνομιακών Διαταγμάτων για έκδοση διατάγματος Mandamus εναντίον του Διευθυντή. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 26.11.2014 στην Πολιτική Αίτηση με αριθμό 189/2014, απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας (τεκμ. Β). Η ομνύουσα ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι ουδέποτε οι εναγόμενες 2 και 3 συμφώνησαν με την ενάγουσα ή με τον εναγόμενο 1 σε συνένωση των δύο οικοπέδων και σε καθορισμό των μεριδίων των συνιδιοκτητών. Το μόνο που συμφώνησαν ήταν να προχωρήσουν στη συγκεκριμένη ανάπτυξη, πράγμα που έγινε. Εντούτοις, η πολεοδομική αρχή επέβαλε ως όρο της πολεοδομικής άδειας την συνένωση των 2 οικοπέδων. Όμως έκτοτε ουδέποτε οι εναγόμενες 2 και 3 συμφώνησαν στο πως θα συνενώνονταν τα 2 οικόπεδα και με ποια μερίδια. Η ομνύουσα δέχεται ότι σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες ως προσωρινές και μόνον, οι αιτήτριες κατόπιν διευθέτησης, είχαν συμφωνήσει σε προσωρινά ποσοστά διανομής των ενοικίων που εισέπρατταν από το εμπορικό κέντρο. Ουδέποτε όμως οι εναγόμενες 2 και 3 συμφώνησαν συγκεκριμένα ποσοστά επί της ιδιοκτησίας της οικοδομής, έστω και προσωρινά. Επίσης οι εν λόγω προσωρινές συμφωνίες είχαν πάντοτε ημερομηνία λήξης και ήταν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των μερών και τηρουμένων των θέσεων των κάθε πλευρών. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι ως ενημερώθηκε από τους δικηγόρους της, τα ζητήματα της παρούσας αίτησης εγέρθηκαν από την καταχώρηση της υπεράσπισης μέχρι σήμερα σε διάφορα στάδια της δικαστικής διαδικασίας. Ωστόσο οι εισηγήσεις των Δικαστών που τότε χειρίζονταν την υπόθεση, ήταν ότι το ζήτημα αυτό θα ήταν καλύτερα να το εξέταζαν σε μεταγενέστερο στάδιο, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι η υπόθεση δεν είχε σειρά να εκδικαστεί. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, οι εναγόμενες 2 και 3 - αιτήτριες, ήγειραν ξανά το ζήτημα κατά την εκκίνηση της ακροαματικής διαδικασίας, για ένα και μοναδικό λόγο, για να μην κατασπαταληθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Η ειδοποίηση ένστασης Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και καμία βάσιμη εξήγηση δεν δόθηκε για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της, αφού αυτή προωθήθηκε το στάδιο της ακρόασης και πέραν των 7 ετών από την καταχώρηση της αγωγής. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι δεν συντρέχουν οι νομικές, δικονομικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντιθέτως, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, υπό το φως των πραγματικών δεδομένων που σχετίζονται με την παρούσα διαδικασία, θα αποτελέσει παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της ενάγουσας για πρόσβαση στη δικαιοσύνη και παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 που είναι ταυτόχρονα και διευθυντής της ενάγουσας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο ομνύων αρνείται την θέση των αιτητριών ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει τα μερίδια συνιδιοκτητών. Σύμφωνα με νομική συμβουλή των δικηγόρων του, στον Νόμο περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας, κεφάλαιο 224, μέρος Εκσυγχρονισμός Εγγραφής, παρ. 65ΚΓ

(1)(ζ) επιβεβαιώνεται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου στον προσδιορισμό της αιτούμενης θεραπείας. Επιπρόσθετα η ενάγουσα προσφεύγει στο Δικαστήριο ζητώντας θεραπεία για παράβαση της συμφωνίας για την δημιουργία του Εμπορικού Κέντρου Ηλιάδη. Ο ομνύων ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα ζητήματα δεν αφορούν επαναπροσδιορισμό των μεριδίων κάποιων συνιδιοκτητών ενός τεμαχίου γης. Πρόκειται για τον καθορισμό των μεριδίων της ενάγουσας και των εναγόμενων που θα προκύψουν από την ήδη συμφωνημένη συνένωση δύο τεμαχίων γης συγκεκριμένης επιφανείας και συγκεκριμένης αξίας για συγκεκριμένο σκοπό. Κατά τον ομνύοντα, η ύπαρξη συμφωνίας όλων των μελών της οικογένειας για την δημιουργία μια ενιαίας ανάπτυξης και κατασκευής Εμπορικού Κέντρου στα δυο οικόπεδα, επιβεβαιώνεται στις αποφάσεις XXXXX/2004 ΕΔ Λευκωσίας σελ. 3,20,24, 27,30,32,33 και 40 και XXXXX/2011 ΕΔ Λευκωσίας σελ. 27 -
  1. Για αυτό τον λόγο δεν ευσταθεί κατά τον ομνύοντα η θέση της εναγομένης 2 στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι ουδέποτε ούτε αυτή ούτε η αδερφή εναγομένη 3 συμφώνησαν στην συνένωση των δυο οικοπέδων. Όχι μόνο συμφώνησαν αλλά παραχώρησαν στον ομνύοντα πληρεξούσιο (τεκμ. 1) για να προβεί στην ενοποίηση των δυο οικοπέδων τον Αύγουστο 1998, πολύ προτού αρχίσει η κατασκευή του Εμπορικού Κέντρου. Πολύ αργότερα αυτό το πληρεξούσιο αποσύρθηκε. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι η θέση της ενάγουσας είναι ότι η από κοινού αίτηση των διαδίκων για έκδοση πολεοδομικής άδειας και στην συνέχεια η εφαρμογή της με την κατασκευή του όλου έργου επί των δύο τεμαχίων, αποδεικνύει την συμφωνία των διαδίκων να εφαρμόσουν τους όρους της πολεοδομικής άδειας, στους οποίους περιλαμβάνεται και όρος ενοποίησης των δύο οικοπέδων και επομένως αποδεικνύει συμφωνία των διαδίκων για ανάλογο καθορισμό των μεριδίων τους όπως θα προκύψουν από την εν λόγω ενοποίηση. Η θέση των αιτητριών ότι ναι μεν αποδέχτηκαν τον σχετικό όρο της πολεοδομικής άδειας και ότι χρειάζεται ειδική συμφωνία μεταξύ των μερών για αυτό τον καθορισμό και αφού δεν συμφωνούν δεν μπορεί να γίνει κάτι είναι κατά τον ομνύοντα ανεδαφική και ταυτόχρονα εκβιαστική. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι όλα τα μέλη της οικογένειας είχαν δεχθεί την πρόταση του XXXXX Ηλιάδη για την κοινοπραξία των δυο αυτών οικοπέδων και την κατασκευή του Εμπορικού Κέντρου το οποίο θα κατέληγε ιδιοκτησιακά 50% στην ενάγουσα εταιρία και 50% στην XXXXX Ηλιάδη η οποία παράλληλα είχε συμφωνήσει με την σειρά της να προβεί στην δωρεά του οικοπέδου της προς τα λοιπά μέλη της οικογένειας πράγμα που τελικά έγινε. Δεν ευσταθεί ως εκ τούτου η θέση των αιτητριών ότι ουδέποτε συμφώνησαν και στον καθορισμό των μεριδίων των δυο οικοπέδων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι θέσεις που προβάλλονται με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν συνάδουν ούτε ταυτίζονται με οποιαδήποτε θέση της υπεράσπισης των αιτητριών. Απεναντίας στην παρ. 12 της υπεράσπισης τους, αφού απορρίπτουν την αναλογία που προτείνει η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης, οι αιτήτριες εισηγούνται διαφορετική καταμέτρηση της. Περαιτέρω κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην υπεράσπιση πως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την διαφορά. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι από την στιγμή που οι εναγόμενες 2 και 3 δεν προθυμοποιούνται να προβούν στα αναγκαία διαβήματα ως η εισήγηση του Κτηματολογίου στο τηλεμήνυμα ημερ. 14.7.2020 (τεκμ. 2) ώστε να προχωρήσει σε εκσυγχρονισμό των τίτλων, η απόφαση Δικαστηρίου είναι αναγκαία. Συνεπώς υπάρχει κατά τον ομνύοντα μια διαφορά, η οποία δεν μπορεί να λυθεί με άλλο τρόπο παρά με δικαστική κρίση. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στις Δ.19 Θ.26 και Δ.27 ΘΘ 2 &
  2. Η Δ.19 Θ.26, αφορά διαγραφή μέρους και όχι ολόκληρου δικογράφου και έτσι δεν εφαρμόζεται στην παρούσα αίτηση. Αντιθέτως εφαρμογή έχει η Δ.27 Θ.3 που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή αν διαπιστώσει ότι με την έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής ως είναι και το αίτημα των εναγομένων 2 και 3 στην παρούσα. Η Δ.27 Θ.3 έχει ως εξής: ORDER.27: POINTS OF LAW RAISED BY PLEADINGS.
(1)............................
(2)............................
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
(4)............................ Η πιο πάνω δικονομική διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 Θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Τόσο η Αγγλική όσον και η Κυπριακή Νομολογία καταδεικνύουν ότι η διαγραφή αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα, στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Σχετική είναι η υπόθεση Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: « Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή. Παρατέθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Pearce ν Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782: «The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see e.g. Lawrence v. Lord Norreys
(1980)15 App Cas. 210 at 214, (1886 - 90) All ER 858 at 863) and should not be extended to become a trial of contentions matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney
(1965)2 All E.R. 871,
(1965)2 WLR 1238).» Αλλά ακόμη και όπου η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα λόγω παράλειψης αναφοράς σε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει χωρίς άλλο την αγωγή αλλά μπορεί να δώσει άδεια τροποποίησης του δικογράφου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice
(1958)στην σελ. 575: «And where the statement of claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 575, αναφέρεται ότι η αγωγή δεν διαγράφεται όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής όσο αδύνατη και αν είναι η υπόθεση του ενάγοντα. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια για διαγραφή της αν με την έκθεση απαίτησης προβάλλεται οιονδήποτε ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 μπορούν να αποτελέσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου αυτές αποτελούν δεδικασμένο (βλ. Annual Practice
(1958)στην σελ. 575). Χρήσιμο, επίσης, θα ήταν να παρατεθεί από την αγγλική απόφαση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, το εξής απόσπασμα στη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case.» Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 A.A.Δ. 1119, στη σελ.1121 αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής ως προς την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.27 Θ.3. : «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελίδα 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά γεγονότα είτε το νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση του δραστικού μέτρου απόρριψης αγωγής, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά ν. Εθνικής Τράπεζας (ανωτέρω) ως ακολούθως: « Προκύπτει από την εξέταση της Νομολογίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη Αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι: · Πράγματι το δικόγραφο του Ενάγοντα δεν περιέχει έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία Αγωγής, και · Η Αγωγή δεν μπορεί να δικασθεί ύστερα από τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα ήταν κενό γράμμα το Συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά.» Ως προς το τι συνιστά 'εύλογη αιτία αγωγής' σχετική είναι η υπόθεση Drummond - Jackson -v- British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094,1101 όπου λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των ισχυρισμών αυτών δείχνει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί. Όσον αφορά το χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος, στη σελ. 575 του Annual Practice
(1958), αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα, αν είναι δυνατό πριν την υπεράσπιση αλλά όχι πριν την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Mepa Manag. Ltd κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ 772, 780. Συμπεράσματα Η πλευρά των αιτητριών υπέβαλε ότι η έκθεση απαίτησης δεν καταδεικνύει καμία αιτία αγωγής με την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι να υπογράψουν αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας και συνένωσης των δύο ακινήτων. Ούτε το Δικαστήριο έχει εξουσία να καθορίσει το μερίδιο εκάστου συνιδιοκτήτη επί των ενοποιημένων ακινήτων όπως διαζευκτικά επιζητείται στην έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα με τις αιτήτριες, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να προσδιορίσει μερίδια επί ακινήτων ούτε να εκδώσει διατάγματα με τα οποία να προσδιορίζονται τέτοια μερίδια. Αυτό είναι ένα θέμα που καθορίζεται κατόπιν συμφωνίας των συνιδιοκτητών. Υποδείχθηκε από τις αιτήτριες ότι στην έκθεση απαίτησης δεν δικογραφείται καμία συμφωνία, ούτε οι ουσιώδεις όροι τέτοιας συμφωνίας, ούτε και παράβαση της. Ισχυρίζονται ακόμα οι αιτήτριες ότι η αποδοχή εκ μέρους τους σε προσωρινά ποσοστά διανομής των ενοικίων που εισέπρατταν από το εμπορικό κέντρο, δεν σημαίνει ότι συμφώνησαν συνένωση των ακινήτων ούτε και συγκεκριμένα ποσοστά επί της ιδιοκτησίας της οικοδομής, έστω και προσωρινά. Η πλευρά της καθ' ης η αίτηση, αντιτείνει ότι έχει δικογραφηθεί η ύπαρξη συγκεκριμένης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την δημιουργία μια ενιαίας ανάπτυξης και κατασκευής Εμπορικού Κέντρου στα δυο επίδικα οικόπεδα, κάτι που επιβεβαιώνεται και δικαστικά σε αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, οι εναγόμενοι οφείλουν κατά την ενάγουσα να αποταθούν στο Κτηματολόγιο για συνένωση των ακινήτων και καθορισμό μεριδίων, προκειμένου να εκδοθεί πολεοδομική άδεια. Είναι εμφανές από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για καθορισμό συγκεκριμένων μεριδίων. Αυτό που προβάλει είναι την συμφωνία για ενιαία αξιοποίηση των ακινήτων, δυνάμει της οποίας είναι αναγκαία η συνένωση τους και ο καθορισμός μεριδίων. Και ότι προκειμένου να εκτελεστεί η εν λόγω συμφωνία για ενιαία ανάπτυξη των ακινήτων, είναι αναγκαίο να γίνουν οι εν λόγω ενέργειες από τους εναγομένους, οι οποίες ζητούνται με την έκθεση απαίτησης. Δεν θέτει δηλαδή η ενάγουσα ζήτημα συμφωνίας καθορισμού μεριδίων παρότι στην έκθεση απαίτησης αυτό ζητείται διαζευκτικά αλλά διευκρινίζει με την ένσταση και την αγόρευση του συνηγόρου της ότι θέτει θέμα εκτέλεσης της συμφωνίας ενιαίας ανάπτυξης των ακινήτων, την οποία κατά τους ισχυρισμούς της, παραβαίνουν οι εναγόμενοι με το να αρνούνται να υπογράφουν το αίτημα για συγχώνευση των ακινήτων. Η πλευρά των εναγομένων 2 και 3 αρνείται βέβαια ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία για συγχώνευση των δυο ακινήτων. Ισχυρίζεται ότι το μόνο που συμφώνησαν ήταν να προχωρήσει η συγκεκριμένη ενιαία ανάπτυξη, πράγμα που έγινε. Εντούτοις, η πολεοδομική αρχή επέβαλε ως όρο της πολεοδομικής άδειας την συνένωση των 2 οικοπέδων. Όμως έκτοτε, ουδέποτε οι εναγόμενες 2 και 3 συμφώνησαν στο αν θα συνενώνονταν τα 2 οικόπεδα και σε ποια μερίδια. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης, δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής αναφορικά με τις αιτούμενες θεραπείες. Ακόμα και αν γίνει αποδεκτή η θέση ότι πρόκειται για αγωγή ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας ενιαίας ανάπτυξης που επικαλείται η ενάγουσα δεν προκύπτει από τα δικόγραφα ότι στην συμφωνία αυτή, καθορίζεται υποχρέωση των αιτητριών να αποδεχθούν την συγχώνευση των ακινήτων και τον καθορισμό μεριδίων σε αυτά. Ούτε επεξηγείται στην έκθεση απαίτησης πως η συμφωνία ενιαίας ανάπτυξης, δημιουργεί υποχρέωση στους εναγομένους να αποδεχθούν οπωσδήποτε την συγχώνευση των ακινήτων και τον καθορισμό μεριδίων, ειδικά αυτών που διαζευκτικά αιτείται η ενάγουσα στην παρ. 10 (γ) της έκθεσης απαίτησης της. Αντιθέτως, χρειάζεται ειδική συμφωνία για αυτό σύμφωνα και με την επιστολή του Κτηματολογίου ημ. 23.12.20214 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Εξ' άλλου, στην έκθεση απαίτησης δεν ζητείται διάταγμα ειδικής εκτέλεσης (specific performance) της συμφωνίας ενιαίας ανάπτυξης. Αλλά και σε τέτοια περίπτωση, η ενάγουσα όφειλε να προβεί σε πλήρη αναφορά στην έκθεση απαίτησης, στις πρόνοιες τις εν λόγω συμφωνίας και επιπλέον να παραθέσει με λεπτομέρεια ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 76 του Κεφ. 149 για έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης (specific performance) όπως πχ η σύμβαση να είναι γραπτή και να υπογράφεται από αυτόν που φέρει το βάρος εκτέλεσης (βλ. Χριστοφίδη ν Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Κάτι τέτοιο δεν επικαλείται η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της. Ανεξαρτήτως τούτου, επαναλαμβάνω ότι δεν έχει καταδειχθεί από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης αλλά και από το υπόλοιπο υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι η συμφωνία ενιαίας ανάπτυξης, καθόριζε ειδική υποχρέωση στις αιτήτριες να αποδεχθούν χωρίς άλλο την συγχώνευση των 2 επίδικων ακινήτων και τον επανακαθορισμό των μεριδίων επί αυτών. Ως εκ τούτου δεν αποκαλύπτεται καμία αιτία αγωγής στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με τα υφιστάμενα αιτητικά του κλητηρίου, σύμφωνα με τα οποία η ενάγουσα ζητά διατάγματα που να εξαναγκάζουν τους εναγομένους να υπογράψουν κάτι για το οποίο δεν έχουν προηγουμένως συμφωνήσει. Ούτε υπάρχει τρόπος με τυχόν τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης να διασωθεί η αγωγή αφού πέραν της συμφωνίας των εναγομένων για ενιαία ανάπτυξη δεν υπάρχει ισχυρισμός για καμία άλλη συμφωνία από πλευράς τους για να υπογράψουν αυτά που τους ζητούνται με την αγωγή ώστε να προβληθεί οιοσδήποτε ισχυρισμός για ειδική εκτέλεση. Ειδική εκτέλεση μπορεί να διαταχθεί δυνάμει του άρθρου 76 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ149 μόνο κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Πόσο δε μάλλον στην παρούσα περίπτωση όπου όχι μόνον δεν προβάλλονται τέτοιες προϋποθέσεις αλλά είναι παραδεκτό ότι δεν υπάρχει καν συμφωνία των εναγομένων για να υπογράψουν αυτά που τους ζητούνται με την αγωγή. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεν διατηρώ αμφιβολία ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για εφαρμογή των προνοιών της Δ.27,Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πρόκειται κατά την κρίση μου για ξεκάθαρη περίπτωση όπου στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης δεν αποκαλύπτεται καμία αιτία αγωγής σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες που ζητά η ενάγουσα. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα για τους λόγους που αναλυτικά εξηγώ ανωτέρω. Δεν μου διαφεύγει της προσοχής ότι οι αιτήτριες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση σε πολύ καθυστερημένο στάδιο μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και αφού η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Από την άλλη, από την στιγμή που έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο η απουσία αιτίας αγωγής στην έκθεση απαίτησης, η συνέχιση της αγωγής θα συνιστούσε κατά την γνώμη μου αχρείαστη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, κρίνω ότι η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν θα πρέπει να επενεργήσει αρνητικά στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην έγκριση του αιτήματος. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται. Η αγωγή απορρίπτεται δυνάμει της Δ.27 Θ.3 λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής στην έκθεση απαίτησης για κανένα από τους εναγομένους αλλά και δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητριών - εναγομένων 2 και 3 και εναντίον της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Τα υπόλοιπα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2, 3 και 4 και εναντίον της ενάγουσας. Για τον εναγόμενο 1 δεν επιδικάζονται έξοδα γιατί δεν υπερασπίστηκε στην αγωγή. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.