Citco B.V.I. Limited ν. Ιακωβίδης, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποθανόντα, Παρασκευαΐδη, Αρ. Αγωγής: 2857/20, 7/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2857/20 Μεταξύ:
- Citco B.V.I. Limited από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
- Citco Trust Corporation Limited από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους Ενάγουσες - και - XXXXX Ιακωβίδης, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποθανόντα, XXXXX XXXXX Παρασκευαΐδη Εναγόμενος Ημερομηνία: 7 Ιανουαρίου, 2022 Για τους Ενάγοντες 1 και 2: κ. Λοϊζίδης και κα Ζερβού Για τον Εναγόμενο: κ. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι ενάγουσες εταιρίες (στο εξής «οι ενάγουσες») ζητούν την έκδοση απόφασης με την οποία «να αναγνωρίζεται και να καθίσταται εκτελεστή (recognition and enforcement at common law) η Δεύτερη Απόφαση του Εμπορικού Τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ημερομηνίας 12/05/2020 που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου στα πλαίσια της Αγωγής με αριθμό BVIHC (COM) 2019/0088[1]». Έτερη θεραπεία, με την οποία επιζητείτο η έκδοση διαταγής για πληρωμή του ποσού που αφορά στην πιο πάνω αναφερομένη «Δεύτερη Απόφαση», εγκαταλείφθηκε κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της υπό εξέτασης αίτησης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 08/10/2020 με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημείωμα Εμφάνισης, από τον εναγόμενο, καταχωρήθηκε στις 20/10/
- Η Αίτηση Με την υπό εξέταση αίτηση, οι ενάγουσες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως ανωτέρω προσδιορίστηκε, εναντίον του Εναγομένου (στο εξής «η αίτηση»). Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στη Δ.18 Θ. 1, 2, 4, 5, 8 και 9 και Δ.48 Θ.Θ.1 - 4 και 9, δηλαδή σε νομοθετικές πρόνοιες που επιτρέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης και προβλέπουν για τον Τύπο της αίτησης με την οποία θα επιδιωχθεί η έκδοση της, καθώς επίσης και επί των αρχών του Κοινοδικαίου, στη βάση των οποίων οι ενάγουσες εδράζουν τη θέση τους ότι ορθώς επιζητείται η πιο πάνω απόφαση μέσω της παρούσας αγωγής, αντί μέσω γενικής αίτησης. Η Ένσταση Ο εναγόμενος καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η Ένσταση»), η οποία, μεταξύ άλλων, βασίζεται στη Δ.18 και Δ.48, δηλαδή σε νομοθετικές πρόνοιες που επιτρέπουν την υποβολή ένστασης σε αιτήσεις ως υπό εξέταση και προβλέπουν για τον Τύπο της ένστασης, καθώς επίσης και στον περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ. 10, στη βάση των προνοιών του οποίου ο εναγόμενος εδράζει τη θέση του ότι λανθασμένα οι ενάγουσες επιζητούν την πιο πάνω θεραπεία μέσω της παρούσας αγωγής, αντί μέσω γενικής αίτησης. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της ακρόασης της αίτησης, κάθε άλλος λόγος ένστασης εγκαταλείφθηκε και ο εναγόμενος ζήτησε την απόρριψη της, στη βάση μόνο του λανθασμένου, κατά τον ίδιο, δικονομικού μέσου της παρούσας αγωγής. Μαρτυρία σε σχέση με το μόνο επίδικο ζήτημα Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Diver (στο εξής «ο Diver»), ο οποίος αναφέρει ότι στο παρελθόν ήταν αναπληρωτής γενικός σύμβουλος του Ομίλου των Εναγουσών και από τον Οκτώβριο του 2019 μέχρι και σήμερα είναι πλέον ο Γενικός Σύμβουλος του Ομίλου. Ως προς το ζητούμενο, στη βάση, προφανώς, του περιεχομένου των παραγράφων 37 και 38 νομικής γνωμάτευσης δικηγόρου από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (είναι οι μόνες σχετικές με το επίδικο ζήτημα αναφορές στη εν λόγω γνωμάτευση), την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωσή του (στις οποίες παραγράφους παραπέμπουν, σχετικά, και οι συνήγοροι των εναγουσών στην αγόρευσή τους), αναφέρει (παράγραφος
- της ένορκής του δήλωσης) ότι οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι «είναι ανεξάρτητο κράτος και δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Ηνωμένου Βασιλείου. Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις που προέρχονται από τα Δικαστήρια των ΒΠΝ (Βρετανικών Παρθένων Νήσων) πρέπει να εγγράφονται σύμφωνα με Κεφ. 10.». Είναι στην ουσία η θέση των εναγουσών, στο βαθμό πάντα που το ζήτημα αφορά στην ορθότητα του δικονομικού μέσου της αγωγής (ως αυτή προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση, αλλά και το περιεχόμενο της αγόρευσης των συνηγόρων τους), ότι, η επιλογή του ορθού δικονομικού μέσου εξαρτάται από τις σχέσεις που διέπουν τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και το Ηνωμένο Βασίλειο, και αυτό γιατί, στη βάση των προνοιών του άρθρου 9 του Κεφ. 10[2], αν οι πρώτες αποτελούν «κτήσεις της Αυτής Μεγαλειότητας εκτός της Αποικίας» (ως αυτές ερμηνεύονται στο άρθρο 9
(3)του Νόμου), τότε η επίδικη απόφαση των Βρετανικών Παρθένων Νήσων μπορεί να αναγνωριστεί και να εγγραφεί μέσω αίτησης (βλ. άρθρο 4 του Νόμου)[3], ενώ αν δεν αποτελούν τέτοιες κτήσεις, τότε η επίδικη απόφαση δεν θεωρείται εγγράψιμη δυνάμει του Νόμου, και στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. ν. Εκδοτική Εταιρεία Δημόκριτος Λτδ κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 206, «ο δικαιούχος μιας τέτοιας απόφασης δύναται να καταχωρίσει αγωγή βασιζόμενος στην αλλοδαπή απόφαση σαν αιτία αγωγής, σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο ή να καταχωρίσει αγωγή βασιζόμενος στα γεγονότα που του δημιουργούν το αγώγιμο δικαίωμα». Με παραπομπή δε στις σχετικές αναφορές στη νομική γνωμάτευση (τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Diver) περί του ότι: «The BVI is a British Overseas Territory. As a British Overseas Territory, the BVI maintains a Constitutional link with the United Kingdom, but it is self-governing and does not form part of the United Kingdom. Judgments rendered by the Courts of the United Kingdom are not automatically enforceable in the BVI» (παράγραφος 37 της γνωμάτευσης) και «There are two procedures for obtaining recognition and enforcement of a foreign money judgment in the BVI, depending upon where the foreign judgment was obtained:
(1)A simplified statutory process of recognition is provided for under the Reciprocal Enforcement of Judgments Act 1922 in respect of judgments given in the High Court of England and Wales, the Court of Northern Ireland, the Court of Session in Scotland, and the courts of Bahamas, Barbados, Belize, Trinidad and Tabaco, Guyana, St Lucia, Granada, Jamaica, and New South Wales (Australia)
(2)For judgments from all other jurisdictions, it is necessary for the judgment creditor to bring a common law claim for enforcement of the judment», (παράγραφος 38 της γνωμάτευσης), ο Diver, για λογαριασμό των εναγουσών, προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη απόφαση των Βρετανικών Παρθένων Νήσων δεν είναι εγγράψιμη δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 10 και κατά συνέπεια η αναγνώριση και εγγραφή της στη χώρα μας μπορεί να επιδιωχθεί μόνο μέσω αγωγής. Ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, εναγόμενος, προφανώς θεωρώντας ότι η επίδικη απόφαση είναι εγγράψιμη δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 10, στη βάση της εξής αναφοράς από την ίδια απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω) «(ό)ταν μια αλλοδαπή απόφαση είναι εγγράψιμη, ο κάτοχος της δεν έχει διαζευκτική λύση. Η αλλοδαπή απόφαση πρέπει να εγγραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 10 για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της», μέσω της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση, ζητά την απόρριψη της αίτηση λόγω του ότι, κατά τον ίδιο, η αναγνώριση και εγγραφή της επίδικης απόφασης μπορεί να γίνει μόνο μέσω γενικής αίτησης και η παρούσα αγωγή αποτελεί λανθασμένο δικονομικό μέσο. Η Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones
(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η διαταγή 18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθοι: (I) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. (II) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (III) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Στην υπό εξέταση περίπτωση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1 πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Τρίτη Προϋπόθεση της Δ.18 θ.1 Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
- Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
- Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
- «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει, και σημειώνει πως η Δ.39, θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ζήτημα της καταλληλόλητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επί του ιδίου θέματος, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Chain Gulf (ανωτέρω), τα οποία κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσια λόγω και του άμεσου της συνάφειας τους με την υπό εξέταση Αίτηση: «Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.
- Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπική, βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα.». Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας υπόθεσης κρίνεται, κατά τη γνώμη μου, αναγκαία η επανάληψη ότι, με την παρούσα αγωγή επιδιώκεται η αναγνώριση και εγγραφή απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου από δικαστήριο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Και είναι αναγκαία η επανάληψη γιατί, ως υποδείχτηκε ανωτέρω κατά την παράθεση της σχετικής νομικής πτυχής, η καταλληλόλητα ενός ομνύοντα να ορκιστεί προς υποστήριξη αίτησης, ως η υπό εξέταση, συναρτάται και με την φύση της αξίωσης. Όπως ήδη σημειώθηκε. Οι δύο πλευρές βρίσκονται στα χαρακώματα μόνο σε σχέση με την καταλληλόλητα ή μη του δικονομικού μέσου της παρούσας αγωγής. Η ορθότητα του σχετικού ισχυρισμού των εναγουσών ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι εγγράψιμη μέσω αίτησης δυνάμει των προνοιών του Κεφ.10, βρίσκεται υπό αμφισβήτηση από τον εναγόμενο, ο οποίος προβάλλει τη αντίθετη θέση. Με δεδομένο ότι η λήψη λανθασμένου δικονομικού μέσου, εν απουσία δυνατότητας διόρθωσης της σχετικής παρατυπίας, απολήγει σε έλλειψη δικαιοδοσίας για απόδοση της αιτούμενης θεραπείας, και με δεδομένη την σχετική θέση του εναγόμενου ως προς την καταλληλότητα της παρούσας αγωγής, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, θα έπρεπε να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για όλα εκείνα τα γεγονότα τα οποία θα επέτρεπαν τον έλεγχο της ορθότητας των ισχυρισμών του ως προς την εν προκειμένω καταλληλότητα. Ειδικότερα αναφορικά με τα γεγονότα που διέπουν τις σχέσεις των Βρετανικών Παρθένων Νήσων με το Ηνωμένο Βασίλειο, σχέσεις οι οποίες εξαρτούν την κρίση περί του εγγράψιμου ή μη της επίδικης απόφασης στη βάση των προνοιών των άρθρων 4 και 9 του Κεφ. 10, και κατά συνέπεια και τον προσδιορισμό του ορθού δικονομικού μέσου για σκοπούς αναγνώρισης και εγγραφής της στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω). Στην υπό εξέταση υπόθεση, εκ μέρους των εναγουσών, παρουσιάστηκε, ουσιαστικά, σχετική μαρτυρία μόνο από τον Divers, ο οποίος, δεν φέρεται να έχει γνώσεις ή να μπορεί να εκφράσει γνώμη ως προς τα σχετικά με το ζητούμενο γεγονότα, ούτε και να σχετίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τη σύνταξη και ετοιμασία της γνωμάτευσης, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί τη μόνη βάση των σχετικών θέσεων που προβάλλουν οι ενάγουσες (The Chain Gulf (ανωτέρω)). Επομένως, ο ισχυρισμός του Divers περί το ότι οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι «είναι ανεξάρτητο κράτος και δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Ηνωμένου Βασιλείου» (παράγραφος 39.4 της ένορκής δήλωσής του) δεν προωθείται στη βάση προσωπικής του γνώση, αλλά, ως εν πάση περιπτώσει αναφέρει και ο ίδιος, στη βάση πληροφοριών που έλαβε από τρίτα πρόσωπα (δικηγόρους). Όπως όμως υποδείχτηκε ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω)) αντιπαρέθεσε την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και σημείωσε πως, η Δ.39-θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Δεν παραγνωρίζω ότι οι ενάγουσες είναι εταιρείες και ότι, συνεπεία τούτου, αναμενόμενο είναι ότι, εκ μέρους τους, θα ορκιστεί κάποιο ή κάποια φυσικά πρόσωπα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι νομιμοποιείται μια ενάγουσα εταιρεία να παρουσιάζει ως ομνύοντα για σκοπούς υποστήριξης αίτησης, ως η υπό εξέταση, πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των ουσιωδών επίδικων, για την αγωγή, γεγονότων. Και τούτο, λόγω της φύσης της αίτησης, που για να εκδοθεί απόφαση στα πλαίσια της, θα πρέπει, στην ουσία, να στερηθεί ο εναγόμενος του δικαιώματος του να εξεταστεί η υπεράσπιση του, στα πλαίσια μιας ακροαματικής διαδικασίας διά της παρουσίασης (αν τούτο αποτελεί επιθυμία του) προφορικής μαρτυρίας. Στην ουσία, κάθε σχετική με τη κρίση περί του ορθού και κατάλληλου ή μη της παρούσας αγωγής (ως δικονομικό μέσο), για σκοπούς αναγνώρισης και εγγραφής της επίδικης απόφασης των Βρετανικών Παρθένων Νήσων αναφορά του ομνύοντα για λογαριασμό των εναγουσών, γίνεται στη βάση πληροφορίας που έλαβε από τρίτους, χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ορθότητά της. Και όλα αυτά, χωρίς να εξετάζεται η επάρκεια των εν λόγω αναφορών της γνωμάτευσης για σκοπούς ασφαλούς κρίσης ως προς το εγγράψιμο ή μη, μέσω γενικής αίτησης, της επίδικης απόφασης και δη του κατά πόσο οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι αποτελούν ή όχι κτήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου στην έννοια του άρθρου 9 του Κεφ. 10, ζήτημα με το οποίο καταπιάνομαι στη κατωτέρω. Είναι για τον πιο πάνω λόγο που προσπάθησα να εξηγήσω, που κρίνω ότι οι ενάγουσες δεν ικανοποίησαν την τρίτη προϋπόθεση που θέτει η Διαταγή 18, επί της οποίας βασίζεται η αίτηση. Και κάτι άλλο. Και να μπορούσε το σχετικό περιεχόμενο της γνωμάτευσης να θεωρηθεί μαρτυρία για την οποία ο ομνύοντας για λογαριασμό των εναγουσών έχει προσωπική γνώση, και πάλι αυτό δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για να εκδοθεί η επιζητούμενη συνοπτική απόφαση, καθότι, τα όσα εκεί αναφέρονται, δεν αποδεικνύουν, άνευ άλλου, ότι οι Βρετανικές παρθένες Νήσοι δεν αποτελούν «προτεκτοράτο, προστατευόμενη χώρα, χώρα υπό εντολή και χώρα υπό κηδεμονία» του Ηνωμένου Βασιλείου[4], ιδιότητες που καθιστούν τις πρόνοιες του Κεφ. 10 εφαρμοστέες και, κατά συνέπεια και την επίδικη απόφαση εγγράψιμη μέσω αίτησης[5], αντί δια αγωγής. Οι πιο πάνω καταλήξεις μου οδηγούν, μονοδρομικά, στην απόρριψη της αίτησης. Το δε δικαιοδοτικό του χαρακτήρα των προϋποθέσεων που επιβάλλει η Διαταγή 18, καθιστά ανεπίτρεπτη την περεταίρω εξέταση της αίτησης επί όποιου επιμέρους θέματος της ουσίας της. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά στο θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Συνεπώς ο εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα του, τα οποία επιδικάζονται σε βάρος των εναγουσών ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ) ................................. Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αυτούσια μεταφορά από το αιτητικό της αγωγής. [2] «9.-
(1)Τo Μέρoς αυτό τoυ Νόμoυ αυτoύ εφαρμόζεται στις κτήσεις της Αυτής Μεγαλειότητας εκτός της Απoικίας και σε απoφάσεις πoυ λαμβάvovται στα Δικαστήρια τoυ Ηvωμέvoυ Βασιλείoυ και τωv κτήσεωv πoυ αvαφέρovται όπως αυτό εφαρμόζεται σε αλλoδαπές χώρες και απoφάσεις πoυ λαμβάvovται στα Δικαστήρια τωv αλλoδαπώv χωρώv, και o περί Πoλιτικής Δικovoμίας (Αμoιβαία Εκτέλεση Απoφάσεωv) Νόμoς, παύει vα ισχύει εκτός σε σχέση με τα μέρη εκείvα τωv κτήσεωv πoυ αvαφέρovται στα oπoία επεκτείvεται κατά τηv ημερoμηvία της έvαρξης τoυ Νόμoυ αυτoύ.
(2)Αv Διάταγμα εκδίδεται βάσει τoυ άρθρoυ 3 τoυ Νόμoυ αυτoύ πoυ επεκτείvει τo Μέρoς I τoυ Νόμoυ αυτoύ σε oπoιoδήπoτε μέρoς τωv κτήσεωv της Αυτής Μεγαλειότητας στo oπoίo o περί Πoλιτικής Δικovoμίας (Αμoιβαία Εκτέλεση Απoφάσεωv) Νόμoς, επεκτείvεται όπως πρoαvαφέρθηκε, o Νόμoς πoυ αvαφέρθηκε παύει vα ισχύει σε σχέση με τo μέρoς εκείvo τωv κτήσεωv της Αυτής Μεγαλειότητας, εκτός όσov αφoρά απoφάσεις πoυ λαμβάvovται πριv από τηv έvαρξη ισχύoς τoυ Διατάγματoς.
(3)Αvαφoρές στo άρθρo αυτό στις κτήσεις της Αυτής Μεγαλειότητας εκτός της Απoικίας ερμηvεύovται ότι περιλαμβάvoυv αvαφoρές σε oπoιoδήπoτε πρoτεκτoράτo, πρoστατευόμεvη χώρα, χώρα υπό εvτoλή και χώρα υπό κηδεμovία.» [3] «4.-
(1)Πρόσωπo, τo oπoίo είvαι εξ απoφάσεως πιστωτής βάσει απόφασης στηv oπoία εφαρμόζεται τo Μέρoς αυτό τoυ Νόμoυ αυτoύ, δύvαται vα απoταθεί στo Επαρχιακό Δικαστήριo oπoτεδήπoτε εvτός έξι ετώv μετά τηv ημερoμηvία της απόφασης, ή, όταv υπήρξε διαδικασία υπό μoρφή έφεσης εvαvτίov της απόφασης, μετά τηv ημερoμηvία της τελευταίας απόφασης πoυ εκδόθηκε κατά τη διαδικασία αυτή, για vα εγγράψoυv τηv απόφαση στo Επαρχιακό Δικαστήριo, και με τηv υπoβoλή oπoιασδήπoτε τέτoιας αίτησης τo Δικαστήριo δύvαται, υπό τηv επιφύλαξη της απόδειξης τωv θεμάτωv πoυ καθoρίζovται και τωv άλλωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ, vα διατάξει όπως η απόφαση εγγραφεί: ....................................................» [4] Βλ. άρθρο 9
(3)του Κεφ.
- [5] Βλ. άρθρο 4 του Κεφ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο