FISENKO ν. NATIACO HOLDING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2806/2021, 10/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A29 Αρ. Αγωγής: 2806/2021 Μεταξύ: XXXXX XXXXX FISENKO, από την Ρωσία Ενάγοντος Και
- NATIACO HOLDING LIMITED, από την Λευκωσία
- XXXXX ΣΤΡΟΥΘΟΥ, από την Λευκωσία
- XXXXX ΚΟΡΩΝΗΣ, από την Λευκωσία
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, από την Λευκωσία
- XXXXX ΚΑΚΟΥΛΛΗ, από την Λευκωσία
- XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από την Λευκωσία
- ABACUS SECRETARIAL LIMITED, από την Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 29.11.21 υπό ενάγοντος - αιτητή για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2022 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Μάρκος Δημοσθένους Για εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση: κος Μάρκος Δράκος Για εναγομένους 2 έως 7 - καθ' ων η αίτηση: κος Κώστας Φιλίππου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αυτοτελή αγωγή αποκάλυψης. Ο ενάγων που είναι Ρώσος υπήκοος και κάτοχός ποσοστού μετοχών της εναγομένης 1 Κυπριακής Εταιρείας, ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που αφορούν σε διαπραχθείσα αδικοπραξία εναντίον του, είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστα σε αυτόν. Ως εκ τούτου προωθεί την παρούσα αγωγή, προκειμένου να εντοπίσει το σύνολο των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων και των γεγονότων που σχετίζονται με την κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία και να δικογραφήσει ειδικά τους ισχυρισμούς του, σε αστικές διαδικασίες που προτίθεται να εγείρει εντός και εκτός δικαιοδοσίας. Ταυτόχρονα με την αγωγή, ο αιτητής καταχώρησε μονομερώς ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αποκάλυψης συγκεκριμένων στοιχείων και εγγράφων που αφορούν την εναγομένη
- Ζητά επίσης την έκδοση εναντίον όλων των εναγομένων, διαταγμάτων φίμωσης (gagging orders), τα οποία να εμποδίζουν τους εναγόμενους από το να πληροφορήσουν πλην των νομικών τους συμβούλων, καθ' οιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε πρόσωπο και ειδικά στα πρόσωπα στα οποία αφορά η παρούσα, την έγερση της παρούσας αγωγής από τον ενάγοντα μέχρι την αποκάλυψη και/ή την παράδοση των εγγράφων και/ή πληροφοριών που ζητούνται με την αίτηση και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της ενδιάμεσης αίτησης (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Επιζητείται επίσης απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει και ή εμποδίζει τους εναγόμενους από το να καταστρέψουν και/ή αλλοιώσουν και/ή τροποποιήσουν και/ή αποκρύψουν τα έγγραφα και/ή τα στοιχεία και/ή τις πληροφορίες που επιζητούνται με την παρούσα αίτηση μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Ο συνήγορος των αιτητών κατά την διαδικασία μονομερούς εξέτασης της αίτησης, περιόρισε το αίτημα του για μονομερή έκδοση, μόνο για διατάγματα φίμωσης και απαγόρευσης καταστροφής των αιτούμενων στοιχείων. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα φίμωσης και απαγόρευσης καταστροφής ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτήματα αποκάλυψης ως η παράγραφος Γ, διέταξε την επίδοση της αίτησης στους εναγομένους. Διέταξε επίσης για σκοπούς οριστικοποίησης, την επίδοση στους εναγομένους των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Κατά την διαδικασία οριστικοποίησης, οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αμφισβήτησαν, τόσον την συνέχιση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, όσον και την έκδοση των αιτημάτων αποκάλυψης για τα οποία διατάχθηκε η επίδοση. Ειδικότερα, ο συνήγορος για την εναγομένη 1 εισηγήθηκε ότι τα διατάγματα φίμωσης που εκδόθηκαν μονομερώς θα πρέπει να ακυρωθούν κατά την πρώτη δικάσιμο που είναι επιστρεπτέα. Επεξήγησε ότι τα μονομερή διατάγματα διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την ημερομηνία που ορίζονται επιστρεπτέα. Κατά την δικαστική διαδικασία μετά την μονομερή έκδοση όταν το διάταγμα είναι επιστρεπτέο, το Δικαστήριο επανεξετάζει την κατάσταση. Μπορεί να αποφασίσει να συνεχίσει το διάταγμα με οδηγίες να καταχωρηθεί ένσταση ή μπορεί να αποφασίσει να μην το συνεχίσει στη βάση των στοιχείων που έχει ενώπιον του και από τις δύο πλευρές πλέον. Είναι σύνηθες κατά στην μονομερή αίτηση να παρατίθεται τεράστιος όγκος μαρτυρίας και η διαδικασία του επιστρεπτέου παρέχει κατά τον συνήγορο κάποια ευκαιρία, αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα που δεν εντοπίστηκε στην μονομερή εξέταση του αιτήματος να υποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Ιδιαίτερα για τα διατάγματα φίμωσης, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι επειδή αποτελούν παρέκκλιση από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα της ανοικτής δίκης και της ελευθερίας της έκφρασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβαίνει σε ενδελεχή έλεγχο κατά την διαδικασία του επιστρεπτέου αν θα επιτρέψει την συνέχιση της ισχύος του μονομερούς διατάγματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει κατά τον συνήγορο να διαφανεί ότι υπάρχει καθαρή μαρτυρία ότι αν δεν εκδοθούν διατάγματα φίμωσης, θα καταστραφεί μαρτυρία. Ο συνήγορος δεν συμφώνησε με την τακτική ότι όπου επιζητείται διάταγμα αποκάλυψης θα πρέπει οπωσδήποτε να επιζητείται και διάταγμα φίμωσης. Αυτό κατά την άποψη του, είναι συνήθης πρακτική μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις απάτης, όπου καταδεικνύεται αυτός ο κίνδυνος. Θα πρέπει δηλαδή να αποδεικνύεται με μαρτυρία, ο κίνδυνος καταστροφής μαρτυρίας αν δεν εκδοθούν διατάγματα φίμωσης. Με αναφορά σε αγγλική νομολογία, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι τα διατάγματα φίμωσης αποτελούν πολύ δραστική θεραπεία, καθώς συνιστούν ουσιώδη παρέκκλιση από τον κανόνα της δημόσιας δικαιοσύνης και από την αρχή της ελευθερίας της έκφρασης. Για αυτό και στην Αγγλία εκδίδονται με φειδώ και όπου ο κίνδυνος εξαφάνισης των στοιχείων είναι τέτοιας εμβέλειας ώστε πραγματικά να υπάρχει η αναγκαιότητα έκδοσης μονομερώς του διατάγματος φίμωσης. Υπό τας περιστάσεις δεν αρκεί απλώς κάποιος αόριστος κίνδυνος, αλλά υπαρκτός κίνδυνος τέτοιας εμβέλειας ώστε πραγματικά να υπάρχει αναγκαιότητα μονομερούς έκδοσης διατάγματος φίμωσης. Ενόψει αυτού, το 2012 ο Master of the Rolls που είναι ο επικεφαλής του Εφετείου της Αγγλίας και Ουαλίας σε αστικά θέματα, εξέδωσε Οδηγία Πρακτικής (Practice Direction) αναφορικά με αυτά τα διατάγματα, τα οποία αποκάλεσε ως "Interim Non-Disclosure Orders". Αναφέρεται στην εν λόγω καθοδήγηση ότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται μόνο όταν είναι «απολύτως αναγκαία», σε «εξαιρετικές περιστάσεις» και όχι πέραν του απολύτως απαραίτητου χρόνου, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός τους. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι σε κάποιες Κυπριακές Αποφάσεις, φαίνεται να αναφέρεται αντιθέτως, ότι είναι «συνήθης πρακτική» η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων ως επικουρικών των διαταγμάτων αποκάλυψης (βλ. Page Directors Limited, Πολ. Αίτ. 118/2015ημερ. 12/10/2015, και Penderhill Holdings Limited v Abramchyk Πολ. Εφέσεις. 319/11 και 320/11, ημερ. 13/01/2014). Εισηγήθηκε όμως ότι αυτά τα σχόλια πρέπει να ιδωθούν στο πλαίσιο που έγιναν, δηλ. σε υποθέσεις που υπήρχε απτή μαρτυρία για τέτοιο κίνδυνο. Περαιτέρω και στις δύο πιο πάνω υποθέσεις, είχε κατατεθεί μαρτυρία που αφορούσε σοβαρές απάτες. Τονίστηκε επιπλέον ότι πρέπει να αποδειχθεί ο κίνδυνος «δεόντως» (Penderhill ανωτέρω) και να είναι τέτοιας εμβέλειας που να δείχνει «πραγματικά» την αναγκαιότητα της έκδοσης των διαταγμάτων (Page Directors Limited, ανωτέρω). Σε τέτοιες περιπτώσεις, βεβαίως θα εκδίδεται διάταγμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει κατά τον συνήγορο ότι είναι «συνήθης πρακτική», ανεξαρτήτως της απόδειξης του κινδύνου. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει κατά τον συνήγορο καμία μαρτυρία στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η οποία να αναδεικνύει πραγματικό κίνδυνο καταστροφής στοιχείων. Ότι δηλαδή αν πληροφορηθούν οι μέτοχοι της εναγομένης 1 για την αγωγή θα προβούν σε καταστροφή πληροφοριών και στοιχείων. Αντιθέτως, η παρούσα αφορά κατά τον συνήγορο, μία συνηθισμένη αίτηση για διατάγματα αποκάλυψης Norwich Pharmacal, η οποία μάλιστα συνιστά μία κλασική εταιρική διαφορά, αναφορικά με τα δικαιώματα μετόχου βάσει συμφωνιών. Είναι δε η θέση του συνηγόρου ότι ούτε τα διατάγματα αποκάλυψης δικαιολογούνται και αυτό θα διαφανεί με την ακρόαση της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση της αίτησης, αναφέρεται επανειλημμένα ότι ο αιτητής φρονεί ότι υφίσταται κίνδυνος να καταστραφούν στοιχεία από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Αυτό δεν αποτελεί όμως κατά τον συνήγορο καθαρή και απτή μαρτυρία, παρά μόνο αόριστες φοβίες και αυθαίρετους ισχυρισμούς του αιτητή. Δεν συγκεκριμενοποιείται με την ένορκη δήλωση της αίτησης, η μαρτυρία ούτε η κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά που δικαιολογεί, το εντελώς εξαιρετικό διάταγμα φίμωσης. Ο συνήγορος σημείωσε ότι στην παράγραφο 42 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης, αναφέρεται ότι τα γεγονότα στις παρ. 43-65 αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να κατηγοριοποιηθεί ο αιτητής ως μέτοχος bad leaver για να μην λάβει την πλήρη αποζημίωση του. Ωστόσο και πάλι, πουθενά δεν υπάρχει κατά τον συνήγορο, οποιαδήποτε απτή μαρτυρία για καταστροφή μαρτυρίας ή περιουσιακών στοιχείων. Υπό τας περιστάσεις, είναι ακατανόητο πως δικαιολογείται από τον αιτητή το διάταγμα φίμωσης, εμποδίζοντας την εναγόμενη 1 να πληροφορήσει τους μετόχους της για την παρούσα διαδικασία. Ο συνήγορος για τους εναγομένους 2 έως 7, υιοθέτησε τις πιο πάνω θέσεις του συνηγόρου για την εναγομένη 1 ως προς την μην συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Ο συνήγορος του ενάγοντα στην δική του αγόρευση, διαφώνησε με την τοποθέτηση των συναδέλφων του, αναφορικά με την δικονομική πτυχή της υπόθεσης για την δυνατότητα ακύρωσης του διατάγματος στο παρόν στάδιο. Εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο στην μονομερή διαδικασία, έχει μελετήσει και ικανοποιηθεί ότι πληρούνται εκ πρώτης όψεως οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων φίμωσης. Δεν είναι επιτρεπτό στην συνέχεια να εξετάσει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις οριστικοποίησης του διατάγματος χωρίς να δοθούν οδηγίες για καταχώρηση γραπτής ένστασης από τους καθ' ων η αίτηση. Αυτή είναι κατά τον συνήγορο η δικονομική πρακτική των Κυπριακών Δικαστηρίων και αυτή θα πρέπει να ακολουθηθεί και στην παρούσα περίπτωση, ανεξαρτήτως της πρακτικής που ακολουθείται στην Αγγλία. Το ίδιο συμβαίνει κατά τον συνήγορο και για την ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης αφού σύμφωνα με την Κυπριακή νομολογία, η έκδοση διαταγμάτων φίμωσης είναι συνήθης πρακτική στην Κύπρο, να εκδίδονται επικουρικά σε αιτήματα για διατάγματα αποκάλυψης και όχι εξαιρετική πρακτική όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της εναγομένης 1 ότι συμβαίνει στην Αγγλία. Εν πάση περιπτώσει, ο συνήγορος του ενάγοντα διαφώνησε επί της ουσίας και με την θέση ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ως προς τον κίνδυνο καταστροφής στοιχείων σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα φίμωσης. Με αναφορά σε νομολογία, αναφέρθηκε στην σημασία της έκδοσης ενός διατάγματος φίμωσης σε συνάρτηση με διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Ο λόγος που επιζητείται κατά τον συνήγορο ένα διάταγμα φίμωσης είναι ακριβώς για να στεγανοποιήσει την κατάσταση, ώστε να μην προσπαθήσουν οι καθ' ων να επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο, αυτό που αποσκοπεί με την τελική του απαίτηση ο αιτητής στην παρούσα. Δηλαδή, να αποκτήσει απρόσκοπτα πληροφορίες, έτσι ώστε να μπορέσει να καταχωρήσει υπόθεση για την αδικοπραξία που διαπράχθηκε εναντίον του. Ο συνήγορος παρέπεμψε στην συνέχεια σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της αίτησης όπου κατά την κρίση του, τεκμηριώνεται ο κίνδυνος καταστροφής στοιχείων. Εισηγήθηκε επίσης ότι έχει καταδειχθεί ότι με την ενημέρωση των κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντων για την υπάρχουσα διαδικασία, αυτοί θα δύναται να επηρεάσουν έμμεσα ή άμεσα τις πληροφορίες που ο αιτητής επιδιώκει να λάβει με την αίτηση αλλά και να αποξενώσουν περιουσιακά τους στοιχεία, εναντίον των οποίων ο αιτητής θα μπορούσε να εκκινήσει διαδικασίες αφότου λάβει τις αιτούμενες πληροφορίες. Η διατήρηση των διαταγμάτων φίμωσης θα βοηθήσει κατά τον συνήγορο ώστε να εξελιχθεί η διαδικασία με τρόπο ορθόδοξο και εφόσον ήθελε εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης, ο αιτητής να δυνηθεί αξιολογήσει τα στοιχεία και να προβεί σε περαιτέρω δικαστικές ενέργειες στη συνεχεία. Σε αντίθετη περίπτωση αν οι κατ' ισχυρισμό αδικοπραγήσαντες λάβουν γνώση της παρούσας διαδικασίας, πέραν του κινδύνου καταστροφής των στοιχείων δεν αποκλείεται να επιδιώξουν παρέμβαση στην παρούσα με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τεράστια καθυστέρηση στην προσπάθεια του αιτητή να λάβει τις πληροφορίες που επιδιώκει ενώ πιθανό να μετατρέψει την παρούσα διαδικασία σε πεδίο κύριας αντιπαράθεσης, μεταξύ του αιτητή και των αδικοπραγήσαντων με προφανή σκοπό να τον αποτρέψουν να καταχωρήσει στην συνέχεια εναντίον τους δικαστικές διαδικασίες όταν θα έχει ενδεχομένως εξασφαλίσει τις απαραίτητες πληροφορίες. Για αυτούς τους λόγους, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να διατάξει στο παρόν στάδιο την συνέχιση της ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων και να δώσει οδηγίες για καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των εναγομένων ώστε να εξεταστεί επί της ουσίας η οριστικοποίηση τους. Συμπεράσματα Προσωρινό διάταγμα είναι δυνατόν να εκδοθεί κατόπιν μονομερούς αίτησης, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι το θέμα είναι κατεπείγον ή υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος μονομερώς, καθορίζεται στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που έχει ως εξής: Διατάγματα χωρίς ειδοποίηση 9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.
(4)Καμιά διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, δεν θα ερμηνεύεται ότι επηρεάζει ή εφαρμόζεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει εντάλματα εκτέλεσης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς παρεμπίπτον ενδιάμεσο διάταγμα σε αγωγή μετά από αίτηση ενός εκ των διαδίκων όταν το θέμα θεωρηθεί ότι είναι κατεπείγον ή συντρέχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Η έκδοση διατάγματος μονομερώς είναι η εξαίρεση στον κανόνα, ότι το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κανένα ζήτημα εκτός εάν ακούσει όλες τις πλευρές. Για αυτό και καθορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 9 ότι το διάταγμα δεν θα παραμένει σε ισχύ, για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης για την έκδοση του και ότι μετά την επίδοση του διατάγματος, ο καθ' ου η αίτηση έχει δικαίωμα να εμφανιστεί και να δείξει λόγο γιατί το διάταγμα δεν πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Στα πλαίσια αυτά, έχει νομολογηθεί ότι η ημερομηνία κατά την οποία θα δοθεί η ευκαιρία στον διάδικο να ακουστεί, αφού γίνει επίδοση του διατάγματος, δεν μπορεί να απέχει κατά πολύ από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος στην απουσία του διαδίκου (βλ. μεταξύ άλλων Henry Chalhoub,
(1999)1 A.A.Δ. 1333). Η συνήθης πρακτική που ακολουθείται στα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι με την εμφάνιση του καθ' η αίτηση μετά την επίδοση του διατάγματος αν υπάρχει ένσταση στην συνέχιση ισχύος του, δίδεται από το Δικαστήριο χρόνος για καταχώρηση γραπτής ένστασης. Ακολούθως το Δικαστήριο αποφασίζει σε σύντομο σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης χρόνο, την οριστικοποίηση ή τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος ανάλογα με την περίπτωση, αφού έχει ακούσει πλέον και όλες τις πλευρές. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται στην βάση νομολογικών αρχών που έχουν καθοριστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε περίπτωση οριστικοποίησης ή τροποποίησης του ενδιάμεσου διατάγματος μετά που θα ακουστούν και οι δύο πλευρές, αυτό συνεχίζει να ισχύει μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Παρά την πιο πάνω πρακτική, είναι ορθή η θέση του συνηγόρου για την εναγομένη 1 ότι το μονομερές διάταγμα ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφ. 6, μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται ως επιστρεπτέο. Αυτό εξυπακούει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία κατά την ημερομηνία αυτή να επανεξετάσει το ζήτημα. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφ.
- Μπορεί να αποφασίσει να συνεχίσει το διάταγμα με οδηγίες να καταχωρηθεί ένσταση ή μπορεί να κρίνει ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί ως έχει, στη βάση νέων στοιχείων που έχει ενώπιον του και από τις δύο πλευρές αυτή την φορά. Στα πλαίσια αυτά, μπορεί να διατάξει την τροποποίηση του διατάγματος ή ακόμα και την ακύρωση του χωρίς να δώσει οδηγίες για ένσταση. Έχω όμως την άποψη ότι η μη συνέχιση του μονομερούς διατάγματος στο στάδιο αυτό χωρίς να χρειάζεται να καταχωρηθεί ένσταση, μπορεί να διαταχθεί σε εξαιρετικές περιστάσεις. Θεωρείται δεδομένο ότι όταν εκδόθηκε μονομερώς το διάταγμα, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε σε αρχικό στάδιο από τον αιτητή για τις προϋποθέσεις έκδοσης του αλλά κυρίως και για το κατεπείγον του θέματος. Για να αποφασίσει όμως το Δικαστήριο στο στάδιο του επιστρεπτέου να μην συνεχίσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει κατά την κρίση μου να τεθούν ενώπιον του τέτοια νέα στοιχεία από τον καθ' ου η αίτηση που είτε να αναδιαμορφώνουν ξεκάθαρα την αρχική του κρίση για το κατεπείγον είτε να καταδεικνύουν την παραπλάνηση του από τον αιτητή στην μονομερή διαδικασία ώστε αναμφισβήτητα να διαφαίνεται ότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Οι γενικοί ισχυρισμοί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος δεν δικαιολογούν κατά την κρίση μου, την μη συνέχιση του στο στάδιο αυτό χωρίς να δοθούν οδηγίες για ένσταση όπου το Δικαστήριο θα ακούσει και τις δύο πλευρές και θα αποφασίσει ανάλογα κατά πόσον πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις. Στην παρούσα περίπτωση, ο αιτητής κατά την μονομερή διαδικασία παρουσίασε κάποια στοιχεία ως προς τον κίνδυνο καταστροφής μαρτυρίας και αποξένωσης περιουσίας αν οι εναγόμενοι λάβουν γνώση της παρούσας διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη το κατεπείγον του θέματος, εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα φίμωσης και απαγόρευσης καταστροφής μαρτυρίας. Χωρίς να προδικάζεται βέβαια ότι ισχύουν οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης των διαταγμάτων. Στην συνέχεια διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης και των προσωρινών διαταγμάτων για να ακουστούν οι θέσεις των εναγομένων, προκειμένου να αποφασιστεί ή όχι η οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν κατά την ημερομηνία που τα διατάγματα ορίστηκαν ως επιστρεπτέα, κανένα νέο στοιχείο που δεν ήταν υπόψιν του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων ώστε να διαφανεί ότι υπήρξε παραπλάνηση ή παρερμηνεία των γεγονότων από το Δικαστήριο όταν εξέδιδε μονομερώς τα υπό κρίση διατάγματα ως προς το κατεπείγον του ζητήματος. Η δε γενική θέση ότι δεν καταδεικνύονται στην παρούσα οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων φίμωσης δεν δικαιολογεί από μόνη της, την μη συνέχιση των διαταγμάτων και την ακύρωση τους από το στάδιο αυτό. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι η παρούσα δεν εμπίπτει σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου δικαιολογείται ξεκάθαρα υπό τας περιστάσεις, η μη συνέχιση της ισχύος των μονομερών διαταγμάτων από το στάδιο που αυτά ορίστηκαν ως επιστρεπτέα. Αντιθέτως, θεωρώ ότι οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων ως προς το κατά πόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης θα πρέπει να ακουστούν αφού δοθεί η ευκαιρία στους καθ' ων η αίτηση να καταχωρήσουν την ένσταση τους. Δίδονται ως εκ τούτου οδηγίες όπως οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση καταχωρήσουν την ένσταση τους μέχρι τις 14.2.
- Η αίτηση ορίζεται για ακρόαση στις 28.2.22 ως προς την εξέταση οριστικοποίησης των μονομερών διαταγμάτων και την εξέταση των προϋποθέσεων έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης που δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς να παραμείνουν σε ισχύ μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ήτοι οι εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου από την ημερομηνία που τα διατάγματα ορίστηκαν ως επιστρεπτέα μέχρι και σήμερα, να επιβαρύνουν τους εναγομένους. Τα έξοδα αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της παρούσας αίτησης για προσωρινά διατάγματα ημ 29.11.
- ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο