Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ κ.α., Αρ. Αγωγής: 17/19, 7/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A34 Αρ. Αγωγής: 17/19 Μεταξύ:
- Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ
- Dora Holdings Ltd
- XXXXX Παπαχριστοφόρου
- XXXXX Παπαχριστοφόρου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX (XXXXX) XXXXX Χουρρίδου Παπαχριστοφόρου Εναγόντων και
- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ
- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
- CAC Coral Limited Εναγομένων Αίτηση ημερ. 11.9.2020 υπό εναγομένων - αιτητών για διαγραφή παραγράφου της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 7 Ιανουαρίου 2022 Για εναγομένους - αιτητές: κος Παναγιώτης Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Για ενάγοντες - καθ' ου η αίτηση: κος Δημήτρης Κουλαφέτης για Σωτήρης Δράκος ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αιτούνται διάφορες δηλωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες να διασαφηνίζεται το υπόλοιπο ποσόν που οφείλουν στους εναγομένους, το οποίο επιδικάστηκε σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες. Αιτούνται επίσης διατάγματα με τα οποία να δηλώνεται ότι οι υποθήκες στα ακίνητα των εναγομένων 2 έως 4, είναι δεσμευμένες προς όφελος της ενάγουσας 1, μόνο για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν και ότι οι ενάγουσες δεν δύνανται να προωθούν την εκτέλεση απόφασης στην αγωγή 2213/95 αφού έχει εξοφληθεί ολόκληρο το οφειλόμενο ποσόν. Περαιτέρω οι ενάγοντες, ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι ουδέν ποσό οφείλουν προς τους εναγομένους και ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που τους δόθηκαν ήταν εικονικές. Συνεπακόλουθα, οι εναγόμενοι οφείλουν να εξαλείψουν όλες τις εμπράγματες εξασφαλίσεις τους. Περαιτέρω σύμφωνα με το τροποποιημένο κλητήριο, είναι διαζευκτική θέση των εναγόντων ότι το οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο από το ποσό που οι εναγόμενοι απαιτούν και τα ενυπόθηκα ακίνητα, έχουν πολλαπλάσια αξία από το κατά τη θέση τους οφειλόμενο ποσό. Ως εκ τούτου θα πρέπει να διαταχθούν οι εναγόμενοι όπως (α) αποδεχθούν συμψηφισμό των οφειλών τους με ποσά που ενάγοντες θεωρούν ότι τους οφείλονται και (β) να υποχρεωθούν και πάλι να εξαλείψουν τις εμπράγματες εξασφαλίσεις τους, τις οποίες οι εναγόμενοι διατηρούν κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων παράνομα. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, εγείρουν μεταξύ άλλων προδικαστικές ενστάσεις με τις οποίες επικαλούνται δεδικασμένο. Ισχυρίζονται συγκεκριμένα ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας έχουν εκδικαστεί σε σειρά αποφάσεων τόσο από το Επαρχιακό Δικαστήριο όσο και το Εφετείο σε δεύτερο βαθμό. Οι ενάγοντες δεν αρνούνται τις πιο πάνω διαδικασίες. Γίνεται μάλιστα ρητή αναφορά στην έκθεση απαίτησης και ειδικά στην παράγραφο 21Α παρατίθεται αυτούσιο, απόσπασμα από μία εκ των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης από τους εναγομένους με την οποία ζητούν την διαγραφή της εν λόγω παραγράφου 21Α της έκθεσης απαίτησης ως παράτυπη και ως συνταχθείσα κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ.Θ. 4 και 26, Δ.27 Θ.3, Δ.30 Θ.Θ. 3, 4 και 9 και Δ.48 ΘΘ 1, 2, 3 και
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι η επίδικη παράγραφος είναι παράτυπη και παραβιάζει ξεκάθαρα τους κανόνες δικογράφησης και θα πρέπει να διαγραφεί καθότι δεν περιέχει ισχυρισμούς γεγονότων ως επιβάλλεται από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας αλλά αντίθετα σε αυτήν όχι μόνο γίνονται αναφορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά έτι περαιτέρω, στην παράγραφο 21Α παρατίθεται αυτολεξεί απόσπασμα από μία εκ των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι το Παρόν Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω δικογραφημένες θέσεις είναι παντελώς αχρείαστες και θα προκαλέσουν κατασπατάληση δικαστικού χρόνου αφού δεν αφορούν επίδικα ζητήματα ενώ εν πάση περιπτώσει η παράθεση αποσπασμάτων από έγγραφα, ανεξαρτήτως της φύσης τους, δεν έχει θέση σε δικόγραφα που πρέπει να περιέχουν αποκλειστικά και μόνο σύντομες περιγραφές των ουσιωδών γεγονότων, στα οποία στηρίζεται ο κάθε διάδικος. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην παράγραφο 21Α δεν είναι αχρείαστοι ισχυρισμοί. Αντιθέτως, χρειάζεται να εισαχθούν κατά την Δίκη της υπόθεσης ως μαρτυρία προς απόδειξη της απαίτησης. Επιπλέον, τα γεγονότα που αναφέρονται στην παράγραφο 21Α δεν είναι σε καμία περίπτωση ενοχλητικά ή επιπόλαια και δεν συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι τα δικαιώματα των εναγόμενων δεν επηρεάζονται και δεν προκαλείται ζημιά εάν συνεχίσει να υφίσταται η επίδικη παράγραφος στην έκθεση απαίτησης. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η καταχώριση της παρούσας αίτησης στο στάδιο μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, είναι αντινομική και υποβάλλεται καθυστερημένα και συνιστά ως εκ τούτου, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει της ειδοποίηση ένστασης, επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι η πιο πάνω παράγραφος όχι μόνον δεν είναι άσχετη, αλλά αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης των εναγόντων και εν πάση περιπτώσει, δεν παραβιάζει κανένα κανόνα δικογράφισης. Αντιθέτως, περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα γεγονότα που χρειάζεται το Δικαστήριο ώστε να γνωρίζει την υπόθεση που θα προωθήσουν οι ενάγοντες και για να μην βρεθούν προ εκπλήξεως οι εναγόμενοι. Η παράγραφος 21Α δεν εισαγάγει κατά την ομνύουσα, αχρείαστους ή άλλους ισχυρισμούς που είναι απαγορευτικοί να εισαχθούν στα δικόγραφα και ούτε δημιουργεί οιανδήποτε προκατάληψη στο Δικαστήριο ή θα προκαλέσει κατασπατάληση δικαστικού χρόνου. Κατά την ομνύουσα χωρίς αναφορά στο κείμενο της εν λόγω απόφασης, οι ενάγοντες δεν θα δύνανται να ισχυριστούν ότι η απαίτηση των εναγομένων για ποσό που υπερβαίνει τα €9.000.000, είναι παράνομη όπως και ως εκ του αποτελέσματος, ο εγκλωβισμός της περιουσίας τους λόγω του φανταστικού αυτού ποσού. Αντιθέτως η επίδικη παράγραφος, στην πραγματικότητα δεικνύει ότι λόγο δεδικασμένου, οι εναγόμενοι κωλύονται να διεκδικούν τα ποσά που σήμερα ζητούν ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Η ομνύουσα υπενθύμισε ότι αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις και σε κατ' ισχυρισμό δεδικασμένο, παραθέτουν και οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους. Ήταν ακόμη η θέση της ομνύουσας ότι επειδή ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος, αυτό δεν αποτελεί βάση για την διαγραφή του. Δεν είναι όλα τα αχρείαστα θέματα που δικαιολογούν την διαγραφή αφού αχρείαστο αλλά αβλαβές ζήτημα, δεν διαγράφεται από ένα δικόγραφο. Το πλέον καθοριστικό ερώτημα σε αίτηση διαγραφής ισχυρισμών από δικόγραφα, είναι το κατά πόσον η αιτούμενη προς διαγραφή ισχυρισμοί, επηρεάζουν αρνητικά τα δικαιώματα των εναγόμενων. Κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται, εφόσον οι εναγόμενοι δεν επεξηγούν με ποιό τρόπο η παράγραφος 21Α επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα τους. Απεναντίας είναι η θέση των εναγόντων ότι οι ισχυρισμοί στην παράγραφο 21Α έπρεπε να δικογραφηθούν αφού αποτελούν μέρος όλων των αναγκαίων γεγονότων που χρειάζεται να τεθούν στο Δικαστήριο. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό, στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η Δ.19 Θ.26 αφορά την διαγραφή μέρους δικογράφου σε αντίθεση με την Δ.27 Θ.3 επί της οποίας επίσης στηρίζεται αίτηση και η οποία είναι πιο δραστική αφού αναφέρεται σε διαγραφή ολόκληρου δικογράφου που μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής ή την έκδοση απόφασης ανάλογα με το δικόγραφο που διαγράφεται. Στην παρούσα περίπτωση, εφαρμόζεται η Δ.19 Θ.26 αφού με την αίτηση δεν επιζητείται η απόρριψη της αγωγής λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος στην έκθεση απαίτησης, δυνάμει της Δ.27 Θ.
- Ο ίδιος εξάλλου ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση του, εστίασε την επιχειρηματολογία του, στην Δ.19 Θ.26, η οποία έχει ως εξής: "The court or a judge may at any stage of the proceedings order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tent to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" Η πιο πάνω διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Or.19, R.27 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Η σύνταξη των δικογράφων διέπεται από δικονομικούς κανόνες οι οποίοι καταγράφονται αναλυτικά στη Δ.19 έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Παρά το ότι οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τον τρόπο που θα δικογραφήσουν τους ισχυρισμούς τους, οι πιο πάνω κανόνες πρέπει να τηρούνται και το Δικαστήριο δύναται να επέμβει εκεί όπου εντοπίζεται παρατυπία και το δικόγραφο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Κύριος σκοπός της Δ.19, Θ.26 σύμφωνα με την απόφαση Cybergroup Limited v. Κ. Χαραλαμπίδης κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852, είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με αυτούς τους κανόνες (βλ. επίσης Annual Practice 1958 σελ. 477). Στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών ν. Σοφοκλή Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ 685, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι η παρουσίαση της υπόθεσης στα δικόγραφα, πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Παρατέθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από τα σύγγραμμα Bullen & Leake 12η έκδοση σελ. 147 σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να προκαλεί σύγχυση. " Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Εντούτοις, μελέτη της νομολογίας, καταδεικνύει ότι η διαγραφή δικογράφου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα, στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του (βλ. Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255). Ιδιαίτερα όσον αφορά την διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Θ.26, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση ναυτοδικείου Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ / V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: « Η εξουσία διαγραφής που παρέχει η Δ.19 Θ26 την οποία παραθέσαμε προηγουμένως αυτούσια, είναι διακριτικής μορφής. Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συνθήκες υπαγορεύουν στένεμα της εξουσίας για να ασκηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όταν επιζητείται διαγραφή υλικού και Δικογράφου λόγω δεδικασμένου, η εξουσία αυτή δεν χάνει ολότελα τον διακριτικό της χαρακτήρα.» Στη πιο πάνω υπόθεση, γίνεται επίσης αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία όπου τονίζεται το δικαίωμα των διαδίκων να καθορίζουν ελεύθερα τα δικόγραφα τους και η αρχή ότι διαγραφή μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλ. Carl - Zeiss - Stiftung v. Rayner & Another
(1969)3 All ER 697 και Fasili v. Sun Boat
(1984)1 CLR 679). Έτσι στην πιο πάνω υπόθεση Vector Onega, η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση διαγραφής, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αυτό, παρά την διαπίστωση ότι το επίδικο δικόγραφο περιττολογούσε σε ορισμένα σημεία. Λέχθηκε ότι πλατειασμός που δεν οδηγεί σε αοριστίες ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Σχετικό είναι επί του προκειμένου, και το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1958 στην σελ. 477 υπό τον τίτλο unnecessary: «The mere fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for un application under this Rule. A statement will not be struck out merely because it is unnecessary, so long as it is otherwise harmless.» Ομοίως στην Athina Leatherdoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 787, λέχθηκε ότι απλή πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Τονίστηκε επίσης ότι οι φράσεις "tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial" της Δ.19 Θ.26, έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια ούτως ώστε να μην περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει όπως επιθυμεί τα δικόγραφα του. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις.» Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση, Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α. (ανωτέρω). Λέχθηκε περαιτέρω ότι κατά την εκδίκαση αίτησης δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν εξετάζεται η εγκυρότητα του δικογράφου. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Θ.3. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του. Σχετική είναι και η υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Τsentas Developers Ltd κα Πoλ. ΄Εφεση E191/2015 ημ. 23.3.2016 όπου λέχθηκαν τα εξής: « Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής ................................. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. ................................. Στην κρινόμενη περίπτωση η δοθείσα αιτιολογία δεν καλύπτει με επαρκή ή και καθόλου τρόπο το θέμα της πρόκλησης ζημιάς στον αντίδικο. Αλλά ούτε και εξηγείται με ποιο τρόπο και γιατί τα διαγραφέντα σημεία αποτελούν μαρτυρία, επιχειρήματα και ή άλλως πως όπως αόριστα τίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση. Όπως αναφέρθηκε στη FASILI a.o. v. M.V. "SUN BOAT" HER SHIPOWNERS AND/OR CHARTERERS a.o.
(1984)1 C.L.R. 679 η εξουσία διαγραφής ενεργοποιείται μόνο σε απλές και φανερές υποθέσεις. Είναι σαφές βέβαια ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν γεγονότα και όχι μαρτυρία ή κανόνες δικαίου. Εξαίρεση αποτελεί το αλλοδαπό δίκαιο, για την απόδειξη του οποίου προσκομίζεται σχετική μαρτυρία και ως εκ τούτου πρέπει να δικογραφείται (βλ. μεταξύ άλλων Williams Glyn's Bank v. The Ship "Maria"
(1984)CLR 821). Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε ότι παρότι η αίτηση για διαγραφή δικογράφου μπορεί να καταχωρηθεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις πρέπει να καταχωρείται άμεσα και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις θα πρέπει να καταχωρείται μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Αυτό, προκειμένου να αποφευχθεί η καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: « It is a well settled rule that, although the application may be made at any stage of the proceedings, it should always be made promptly. In Attorney-General of the Duchy of Lancaster v. London and North Western Railway Company [1892] 3 Ch.274, it was held that an application to strike out pleadings should be made by the defendant before filing his defence. It is only in exceptional circumstances that it may be made after the close, of pleadings but in any event the Court may refuse to hear such an application after the action is set down for trial. In Cross v. Earl Howe [1892] 62 L.J (N.S.) Ch. 342, an application to have plaintiff's statement of claim struck out as frivolous and vexatious, the Court refused the motion, which would otherwise have been acceded to, on the ground of delay once the action was set down for hearing. North, J. had this to say in his judgment: "My only difficulty is the lateness of the application. I do not think I can stop the action at this stage". Allowing applications of this kind after such long delay and after the action is set down for hearing, or the hearing has commenced would amount to availing a party, wishing to postpone the hearing, the opportunity of achieving his target by taking steps to have any averment in the pleadings struck out. » Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Bunkernet Ltd ν. Pno Shipmanagement Ltd κ.α., αγωγή Ναυτοδικείου 9/2013, ημ. 20.11.2017 όπου λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: « Παρόλο που το διάταγμα για διαγραφή μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις η σχετική αίτηση θα πρέπει πάντοτε να υποβάλλεται έγκαιρα και ως κανόνας πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Σε περίπτωση καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, το Δικαστήριο, κατά την κρίση του, μπορεί να μην ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης (βλ. Cross v. Howe, 62 L. J. Ch. 342 και το Αnnual Practice 1958 (ανωτέρω).» Συμπεράσματα Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά το κλείσιμο των δικογράφων σε αντίθεση τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές ότι αιτήματα αυτής της φύσης θα πρέπει να καταχωρούνται πριν την συμπλήρωση των δικογράφων. Παρά το γεγονός αυτό, επειδή η καταχώρηση έγινε αμέσως μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, ήτοι κατά την διαδικασία της κλήσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30, κρίνω ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, σε βαθμό που να επηρεάζει αρνητικά την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για έγκριση της αίτησης. Ενόψει τούτου θα προχωρήσω στην συνέχεια, στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί επί της ουσίας, οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος διαγραφής της επίδικης παραγράφου 21Α δυνάμει της Δ.19 Θ.26 και της προαναφερθείσας νομολογίας. Στην παρούσα περίπτωση η υπό κρίση παράγραφος 21Α της έκθεσης απαίτησης, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα λεχθέντα σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις που αφορούν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Γίνεται συγκεκριμένα αναφορά στις αποφάσεις Λούκος Λτδ. (Eμπορική Eταιρεία υπό εκκαθάριση) κ.α ν. Eθνικής Tράπεζας της Eλλάδος AE (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418 και Dora Holdings κ.α Eθνικής Tράπεζας της Eλλάδος AE (Αρ. 2)
(2010)1 Α.Α.Δ
- Είναι σαφές βέβαια ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν γεγονότα και όχι μαρτυρία ή κανόνες δικαίου. Πολύ δε περισσότερο δεν επιτρέπεται να παραθέτουν αποσπάσματα αποφάσεων από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την οποία τεκμαίρεται ότι υπάρχει δικαστική γνώση από το παρόν Δικαστήριο και δεν συνιστά γεγονός για την οποίο χρειάζεται να προσκομιστεί σχετική μαρτυρία (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης υπό Ηλιάδη και Σάντη 2014 σελ. 258). Από την άλλη, η πλευρά των εναγόντων, υποστηρίζει ότι θα στηριχθεί στην εν λόγω νομολογία και τα παρατεθέντα στην παρ. 21Α αποσπάσματα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκειμένου να αποδείξει στην παρούσα διαδικασία, συγκεκριμένους ισχυρισμούς προς απόδειξη της υπόθεση της όπως πχ δεδικασμένο. Ισχυρίζεται μάλιστα η πλευρά των εναγόντων ότι και η πλευρά των εναγομένων στην υπεράσπιση της, επικαλείται τις εν λόγω αποφάσεις για να υποστηρίξει την θέση της για δεδικασμένο που επίσης προβάλει. Δεν συμφωνώ με την θέση των εναγόντων ότι η παράθεση ολόκληρων αποσπασμάτων από τις πιο πάνω αποφάσεις, ήταν αναγκαίο να επισυναφθεί στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Ακόμα και αν οι ενάγοντες θα στηριχθούν όπως ισχυρίζονται στην πιο πάνω νομολογία για να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων, δεν κρίνεται αναγκαία κατά την άποψη μου η παράθεση αποσπασμάτων από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα δικόγραφα. Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει δικαστική γνώση του παρόντος Δικαστηρίου για την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για την απόδειξη της οποίας δεν χρειάζεται η προσκόμιση οιασδήποτε μαρτυρίας. Κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαίο να δικογραφείται. Θα ήταν αρκετό επί του προκειμένου να γίνει αναφορά στις θέσεις των εναγόντων και πως αυτές τεκμηριώνονται με δικαστικό δεδικασμένο, χωρίς να παρατίθενται ολόκληρα αποσπάσματα από τις εν λόγω αποφάσεις. Από την άλλη, είναι ορθή η θέση των εναγόντων ότι από την παράθεση της πιο πάνω νομολογίας στην παράγραφο 21Α της έκθεσης απαίτησης, καμία ζημιά δεν προκαλείται στην πλευρά των εναγομένων. Ούτε οι αναφορές αυτές στην παρ. 21Α τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Δεν συμφωνώ με την θέση που ο συνήγορος για τους ενάγοντες εξέφρασε στην αγόρευση του ότι στην περίπτωση που παραμείνουν στις έκθεση απαίτησης οι αναφορές αυτές θα πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία, οπόταν και θα καθυστερήσει η εκδίκαση της υπόθεσης. Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, οι εν λόγω αναφορές στις αποφάσεις του Εφετείου, συνιστούν νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την οποία δεν χρειάζεται η προσκόμιση μαρτυρίας. Η δικαστική γνώση του παρόντος Δικαστηρίου για την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν εξαφανίζεται από το γεγονός και μόνο ότι η νομολογία αυτή αποτελεί μέρος των δικογράφων. Υπενθυμίζεται εδώ η προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή ότι δεν διαγράφονται χωρίς άλλο δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Το ερώτημα που προκύπτει και που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσον η παράθεση αποσπασμάτων στην έκθεση απαίτησης από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνιστά περιττολογία σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση στους αιτητές και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Η απάντηση είναι αρνητική. Παρότι δεν ενδείκνυται η παράθεση αποσπασμάτων νομολογίας στα δικόγραφα έστω και αν επικαλούνται δεδικασμένο, δεν συμφωνώ με την θέση των εναγομένων ότι στις εν λόγω παραγράφους, η έκθεση απαίτησης πλατειάζει ανεπίτρεπτα σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση και να τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Αυτό που στην ουσία παραθέτουν οι ενάγοντες, είναι η νομολογία επί της οποίας στηρίζουν την υπόθεση τους. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι ισχύουν στην παρούσα περίπτωση, οι προϋποθέσεις διαγραφής της υπό κρίση παραγράφου της έκθεσης απαίτησης δυνάμει της Δ.19 Θ.
- Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1, 2 & 3 - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο