← Κύπρος

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 80/22, 21/1/2022

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 80/22, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 80/22 Μεταξύ: Δρ. XXXXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Ενάγων και ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένοι Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 20/1/22 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα- Αιτητή: κ. Π. Σπανός μαζί με κα Α. Αχιλλέως για ΜΑΡΚΟΣ Π. ΣΠΑΝΟΣ & ΣΙΑ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Ο Ενάγων με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε στις 20/1/22 αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επιστολή απόλυσης ημερ. 12.1.22 που απέστειλαν οι Εναγόμενοι δια του Γενικού τους Διευθυντή στον Ενάγοντα δια της οποίας κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα η ποινή της άμεσης απόλυσης και/ή η απόφαση της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου του Προσωπικού των Εναγομένων ημερ. 11.1.22 δια της οποίας επιβλήθηκε στον Ενάγοντα η ποινή της άμεσης απόλυσης, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή αντίθετη προς τους Κανόνες Πειθαρχικού Ελέγχου του Προσωπικού των Εναγομένων και/ή αποτελεί κατάφορη παράβαση της σύμβασης εργοδότησης του Ενάγοντα, και/ή είναι αντίθετη με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και/ή τα συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα και κατ' επέκταση ουδεμία νομική και/ή άλλη ισχύ έχει. Β) Δήλωση του Δικαστηρίου δια της οποίας να αναγνωρίζεται ότι η Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου των Εναγομένων και/ή ο Γενικός Διευθυντής των Εναγομένων δεν έχουν οιοδήποτε δικαίωμα και/ή δεν τους δίδεται οιαδήποτε εξουσία στη βάση των Κανόνων Πειθαρχικού Ελέγχου και/ή στη βάση της σύμβασης εργοδότησης του Ενάγοντα να προβούν στην άμεση απόλυση του Ενάγοντα και/ή στον τερματισμό της εργοδότησης του Ενάγοντα, πριν τούτο αποφασισθεί από το Συμβούλιο Επιτρόπων των Εναγομένων. Γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επιστολή ημερ. 12.1.22 που απέστειλαν οι Εναγόμενοι δια του Γενικού τους Διευθυντή στον Ενάγοντα και/ή η απόφαση της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου του Προσωπικού των Εναγομένων ημερ. 11.1.22 δεν επέφεραν την απόλυση του Ενάγοντα. Δ) Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ε) Νόμιμο Τόκο. Στ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Την ίδια μέρα καταχώρισε και την υπό εκδίκαση Μονομερή Αίτηση με την οποία αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλον την ισχύ της επιστολής ημερ. 12.1.22 και/ή του περιεχόμενου αυτής και/ή της απόφασης για άμεση απόλυση του Αιτητή ημερ. 11.1.22, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή με την επιστολή ημερ. 12.1.22 μέχρι την ολοκλήρωση της έφεσης του Αιτητή ημερ. 17.1.21 και την έκδοση της απόφασης επί της έφεσης από το Συμβούλιο των Επιτρόπων των Καθ' ων η Αίτηση, και/ή Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγόμενους και/ή στους αξιωματούχους και/ή στους υπαλλήλους αυτών από του να εμποδίζουν τον Ενάγοντα να εισέρχεται στα γραφεία και/ή στο ιατρείο και/ή στο χώρο των Εναγομένων και να εκτελεί τα καθήκοντα του δυνάμει της σύμβασης εργασίας του ημερ. 21.4.20 μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της έφεσης του Αιτητή ημερ. 17.1.21 από το Συμβούλιο των Επιτρόπων των Καθ' ων η Αίτηση Γ) Οιανδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαια υπό τις περιστάσεις. Δ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η Νομική βάση της Μονομερούς Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), άρθρα 21, 29, 30, 31 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6) άρθρο 9, στα άρθρα 12, 25, 28, 30 και 35 του Συντάγματος, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της Νομολογίας.» Η Μονομερής Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Αγωγής, το περιεχόμενο της Μονομερούς Αίτησης και τους ισχυρισμούς που την υποστηρίζουν. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των επισυναφθέντων τεκμηρίων. Στο περιεχόμενο όλων αυτών θα κάνω αναφορά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Έχω επίσης θέσει ενώπιον μου και τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας με τη σύντομη αλλά εμπεριστατωμένη αγόρευσή του. Στην ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, ο Ενάγων αναφέρεται στη σύμβαση εργοδότησης του με τους Εναγόμενους στους οποίους κατείχε τη θέση του ακτινοθεραπευτή ογκολόγου. Λέγει ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του υπέγραφε πενταετείς συμβάσεις και παραθέτει την τελευταία χρονικά τριετή σύμβαση που υπέγραψε με τους Εναγόμενους. Περαιτέρω, αναφέρει ότι με επιστολή τους οι Εναγόμενοι τερμάτισαν την εργοδότηση του με άμεση ισχύ. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του ομνύοντα, του τερματισμού της εργοδότησης του είχε προηγηθεί εναντίον του πειθαρχική διαδικασία από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου των Εναγομένων η οποία τον έκρινε ένοχο σε διάφορα πειθαρχικά αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε και με ξεχωριστή απόφαση της του επέβαλε την ποινή της απόλυσης με άμεση ισχύ. Εναντίον τόσο της απόφασης με την οποία κρίθηκε ένοχος ο Ενάγων όσο και της ποινής που του επιβλήθηκε από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου των Εναγομένων αυτός άσκησε στις 17.1.22 έφεση στο Συμβούλιο των Επιτρόπων η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Πρόκειται για διαδικασία η οποία προνοείται στους Κανόνες Πειθαρχικού Ελέγχου του Προσωπικού των Εναγομένων (Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα). Ο Ενάγων παραπονείται για τον τρόπο που επήλθε ο τερματισμός της εργοδότησης του. Θεωρεί ότι αυτός αντίκειται στη σύμβαση εργοδότησης του αφού όπως ισχυρίζεται, η απόφαση θα έπρεπε να ληφθεί από το Συμβούλιο των Επιτρόπων και όχι από τους Εναγόμενους. Επίσης, θεωρεί ότι η απόφαση της άμεσης απόλυσης παραβιάζει τους Κανόνες Πειθαρχικού Ελέγχου του Προσωπικού των Εναγομένων και επίσης ισχυρίζεται ότι η διαδικασία της πειθαρχικής δίωξης εναντίον του παραβίασε τα συνταγματικά του δικαιώματα. Βασική του θέση είναι ότι εφόσον οι Κανόνες Πειθαρχικού Ελέγχου του Προσωπικού των Εναγομένων προνοούν δικαίωμα έφεσης το οποίο άσκησε, η εργοδότηση του δεν δύναται να τερματιστεί πριν την εξέταση της έφεσης του. Είναι καλά γνωστό ότι η έκδοση διαταγμάτων με μονομερή αίτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο, αφού η θεραπεία αυτή παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης

(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1462). Στη Fereos Ltd
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 959 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη: «Το στοιχείο του επείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση. (Βλ. τις υποθέσεις HadjiSoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, R.C.K. Sports Ltd, Αίτηση Αρ. 155/93 - 23.8.93, Stavros Hotels Appartments Ltd και Άλλων Αίτηση 76/94 - 29.12.94 και ΒΡ Cyprus Ltd Αίτηση 143/96 -1.8.96). Εν προκειμένω η ένορκη δήλωση που υποστήριξε την ex parte αίτηση περιορίζεται σε ισχυρισμούς αναφορικά με τις οικονομικές επιπτώσεις από τη συνέχιση της διάθεσης του προϊόντος από τους εναγομένους 2 και τη βλάβη του καλού ονόματος των εναγόντων, που χαρακτηρίζονται ως ανεπανόρθωτες. Αυτοί είναι παράγοντες που στην κατάλληλη περίπτωση μπορεί να διαδραματίσουν ρόλο ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αλλά, στην απουσία άλλων στοιχείων, δημιουργείται εκ πρώτης όψεως ζήτημα αναφορικά με τη θεμελίωση των προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος χωρίς να δοθεί στους εναγομένους 2 η ευκαιρία να ακουστούν.» Στην υπόθεση Rezola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Στην υπόθεση Βούρος, Αίτηση για καταχώριση Αίτησης Certiorari
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1176 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 1183: «Δεν αποφαίνομαι αν αυτή ήταν η πρέπουσα περίπτωση εκδόσεως διατάγματος ex parte για αναστολή εκτελέσεως, όμως δεν μπορώ παρά να επαναλάβω τη νομολογιακή αρχή ότι μόνο σε πραγματικά πολύ κατεπείγουσες υποθέσεις που δεν παρέχεται χρόνος πρέπει τα δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα ex parte. Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν είναι η συνήθης διαδικασία αλλά η κατά παρέκκλιση διαδικασία από πάγιους θεμελιακούς κανόνες και δικονομικούς θεσμούς. Και οδηγεί, εφόσον δεν ασκείται ορθά, στις καθυστερήσεις και όλων των ειδών τις αχρείαστες περιπλοκές των υποθέσεων.» Τα ίδια και στην υπόθεση Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 901, 913: «Με αφορμή όμως το θέμα αυτό, θα ήθελα, κλείνοντας, να επαναλάβω ορισμένες παρατηρήσεις που είχα την ευκαιρία να εκφράσω αλλού (ίδε In Re Αραβή
(1999)1 ΑΑΔ 1, Ιn Re Bούρου, 70/2003, 16.9.2003). Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση». Στην υπόθεση Κυριάκου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1332, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1339 και 1340: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια με έχει παραπέμψει σε πρόσφατη δική μου απόφαση, στη Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1 A.A.Δ. 234, όπου εξέφρασα τις έντονες ανησυχίες μου για την παρατηρούμενη ευκολία με την οποία διατάγματα ex parte εκδίδονται από τα δικαστήρια, και παρατηρώ ότι και εκείνη η υπόθεση αφορούσε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η εντύπωσή μου είναι ότι οι διάδικοι χρησιμοποιούν τις διαδικασίες κατά το συμφέρον και ότι το Δικαστήριο δυστυχώς γίνεται συνεργός στην κατάχρηση αυτή. Διερωτώμαι με ποιο τρόπο θα μπορούσε να τονιστεί περαιτέρω η θεμελιακή διάσταση του Συντάγματος και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ότι διατάγματα ex parte είναι η άκρα εξαίρεση και όχι ο συνήθης κανόνας. Πρέπει τα πράγματα να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή, εξυπηρετώντας το σκοπό της δικαιοσύνης, παρά να εκδώσει το διάταγμα. Σε μια περίπτωση στην οποία το θέμα κρίνεται έστω επείγον, τα δικαστήρια έχουν την ευχέρεια, και χωρίς την έκδοση ex parte διατάγματος, να ορίσουν την οποιαδήποτε ενώπιόν τους αίτηση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όπως είναι η υποχρέωση τους βάσει του Συντάγματος, και να ακούσουν και τις δύο πλευρές πριν αποφασίσουν να εκδώσουν οποιοδήποτε διάταγμα. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης και στοιχειώδους συμμόρφωσης με τα δικαστηριακά πλαίσια, είναι και θέμα διευκόλυνσης της διαδικασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι διαδικασίες που αρχίζουν με ex parte διατάγματα έχουν επιπλοκές και δεν οδηγούν πουθενά.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Αμβροσιάδου κ.ά ν. Coward κ.ά
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.78, λέχθηκε για άλλη μια φορά πως «σε περίπτωση ex parte αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι απείρως ορθότερο, εκτός βεβαίως αν όντως καταδεικνύεται το κατεπείγον, να δίδεται η ελάχιστη προνοούμενη ειδοποίηση στην άλλη πλευρά και η αίτηση να ακούεται εντός των ελαχίστων ημερών που είναι δυνατό αφού καταχωρηθεί η ένσταση.» Να σημειωθεί περαιτέρω, ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος ή της ύπαρξης ιδιάζουσων περιστάσεων σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δεδομένο, έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προχωρήσει μονομερώς στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και να διαγνώσει εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο Νόμο για την έκδοση του διατάγματος, αλλά διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τηΔ.48,θ.8
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας να δώσει οδηγίες ώστε η αίτηση να γίνει δια κλήσεως για να λάβει γνώση η άλλη πλευρά (βλ. Cyprus Sulphur κ.α. ν. Παραρλάμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ 1051) Ως ελέχθη, έχω θέσει ενώπιον μου όλους τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν το αίτημα για χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών, και τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας με την αγόρευσή του. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, καθίσταται σαφές ότι η εργοδότηση του Ενάγοντα στους Εναγόμενους έχει ήδη τερματισθεί. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
  1. Όπως άλλωστε αναφέρει ο ομνύων ο ίδιος δεν έχει πλέον πρόσβαση στο χώρο που πριν τον τερματισμό της εργοδότησης του αποτελούσε τον χώρο εργασίας του (σχετική είναι η παράγραφος 28 της ένορκης δήλωσης του ομνύοντα). Είναι άλλωστε για αυτόν τον λόγο που ζητείται με το αιτητικό Β της υπό εκδίκαση αίτησης διάταγμα δια του οποίου να απαγορεύεται στους εναγόμενους να εμποδίζουν την προσέλευση του στο χώρο που μέχρι πρότινος ήταν ο χώρος εργασίας του. Από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό καθίσταται επίσης σαφές ότι η έφεση εκ μέρους του Ενάγοντα στο Συμβούλιο των Επιτρόπων καταχωρίστηκε στις 17/1/22 και ότι ακόμα δεν έχει ορισθεί ημερομηνία ακρόασης της. Ούτε προκύπτει από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό ότι αυτή επίκειται άμεσα αφού δεν γίνεται καμία περί τούτου αναφορά από τον ομνύοντα. Προκύπτει απλώς ότι ζητήθηκε από τους συνήγορους του Ενάγοντα ημερομηνία ακρόασης της έφεσης η οποία δεν έχει ακόμα ορισθεί για ακρόαση. Προκύπτει επίσης ότι η προθεσμία για την έκδοση απόφασης στη ρηθείσα έφεση είναι η περίοδος των 45 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της, προθεσμία η οποία φαίνεται να λήγει στις 3/3/
  2. Με σημερινή δήλωση του συνηγόρου των Εναγόντων αναφέρθηκε ότι η έφεση έχει ορισθεί για ακρόαση στις 8/2/
  3. Αφού αξιολόγησα τα ενώπιον μου δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση της υπόθεσης καθώς και τη φύση και εύρος των αιτούμενων θεραπειών και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επίδικη σύμβαση εργοδότησης έχει ήδη τερματισθεί, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος (ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις), το οποίο αποτελεί τον δικαιοδοτικό όρο για την, κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης δηλ. μετά από μονομερή αίτηση, άσκηση δικαστικής εξουσίας και την παροχή θεραπείας όπως η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση. Αξιολογώντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης κρίνω ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε αυτήν την σπάνια εξαίρεση για την οποία κάνει αναφορά η Νομολογία στην οποία κάνω αναφορά ανωτέρω. Δεν θεωρώ ότι με το να δοθούν λίγες ημέρες ούτως ώστε η Αίτηση να γνωστοποιηθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση για να προβάλουν τις θέσεις τους, αν επιθυμούν, θα ματαιωθούν οι σκοποί των αιτούμενων, με την υπό εκδίκαση Αίτηση, διαταγμάτων και ως εκ τούτου κρίνω ότι η αίτηση δεν πρέπει να προχωρήσει μονομερώς αλλά θα πρέπει να επιδοθεί στους Καθ' ων η αίτηση. Με άλλα λόγια, δεν θεωρώ ότι τα πράγματα εδώ είναι «τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά» (βλ. Κυριάκου (πιο πάνω)) που να δικαιολογούν τη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών μονομερώς και συνεπώς, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η παράκαμψη της Αρχής της Εκατέρωθεν Ακροάσεως. Έχω επίσης προβληματιστεί έντονα και σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ζήτημα για το οποίο θα ήθελα προτού αποφασίσω να ακούσω και την άλλη πλευρά. Η Μονομερής Αίτηση θα οριστεί για επίδοση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Σε σχέση με την ημερομηνία, θα ακούσω τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας. (Υπ.): ............... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.