← Κύπρος

Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ κ

Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ κ.α., Αρ. Αγωγής: 17/19, 7/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A35 Αρ. Αγωγής: 17/19 Μεταξύ:

  1. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ
  2. Dora Holdings Ltd
  3. XXXXX Παπαχριστοφόρου
  4. XXXXX Παπαχριστοφόρου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX (XXXXX) XXXXX Χουρρίδου Παπαχριστοφόρου Εναγόντων και
  5. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ
  6. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
  7. CAC Coral Limited Εναγομένων Αίτηση ημερ. 11.9.2020 υπό εναγόντων - αιτητών για προδικασία νομικού σημείου Ημερομηνία: 7 Ιανουαρίου 2022 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Παναγιώτης Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κος Δημήτρης Κουλαφέτης για Σωτήρης Δράκος ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αιτούνται διάφορες δηλωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες να διασαφηνίζεται το υπόλοιπο ποσόν που οφείλουν στους εναγομένους, το οποίο επιδικάστηκε σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες. Αιτούνται επίσης διατάγματα με τα οποία να δηλώνεται ότι οι υποθήκες στα ακίνητα των εναγομένων 2 έως 4 είναι δεσμευμένες προς όφελος της ενάγουσας 1 μόνο για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν και ότι οι ενάγουσες δεν δύνανται να προωθούν την εκτέλεση απόφασης στην αγωγή XXXXX/95 αφού έχει εξοφληθεί ολόκληρο το οφειλόμενο ποσόν. Περαιτέρω οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι ουδέν ποσό οφείλουν προς τους εναγομένους και ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που τους δόθηκαν ήταν εικονικές. Συνεπακόλουθα, οι εναγόμενοι οφείλουν να εξαλείψουν όλες τις εμπράγματες εξασφαλίσεις τους. Επιπλέον, σύμφωνα με το τροποποιημένο κλητήριο, είναι διαζευκτική θέση των εναγόντων ότι το οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο από το ποσό που οι εναγόμενοι απαιτούν και τα ενυπόθηκα ακίνητα, έχουν πολλαπλάσια αξία από το κατά τη θέση τους οφειλόμενο ποσό. Ως εκ τούτου θα πρέπει να διαταχθούν οι εναγόμενοι όπως (α) αποδεχθούν συμψηφισμό των οφειλών τους με ποσά που ενάγοντες θεωρούν ότι τους οφείλονται και (β) να υποχρεωθούν και πάλι να εξαλείψουν τις εμπράγματες εξασφαλίσεις τους, τις οποίες οι εναγόμενοι διατηρούν κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων παράνομα. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, εγείρουν μεταξύ άλλων τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: (α) Η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας καθ' ότι όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές έχουν επιλυθεί τελεσίδικα μέσα από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (β) Λόγω ακριβώς της τελεσίδικης επίλυσης όλων των μεταξύ των διαδίκων διαφορών, με την παρούσα αγωγή ουσιαστικά οι ενάγοντες αμφισβητούν τα ευρήματα και συμπεράσματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιχειρούν να επανανοίξουν και να επανεκδικάσουν τις όποιες διαφορές θεωρούν ότι υφίστανται μεταξύ των διαδίκων κατά ρητή παράβαση του δημιουργηθέντος δεδικασμένου και (γ) Οι αιτούμενες θεραπείες των εναγόντων δεν είναι ζητήματα που μπορούν να εκδικασθούν στα πλαίσια αγωγής αλλά άπτονται της εκτέλεσης των εκ συμφώνου αποφάσεων και των αποφάσεων που έχουν ήδη εκδοθεί και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και να αποδώσει τις όποιες θεραπείες που αξιώνονται από τους ενάγοντες. Ακολούθως, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την προδικαστική εκδίκαση των πιο πάνω ενστάσεων τους. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι:
  8. Οι προδικαστικές εν λόγω ενστάσεις αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα, για τα οποία δεν θα χρειασθεί να ακουσθεί μαρτυρία για να αποφασισθούν.
  9. Το αποτέλεσμα των προδικαστικών ενστάσεων θα είναι καθοριστικό για την μετέπειτα πορεία της διαδικασίας αφού εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί έστω και μία εκ των προδικαστικών ενστάσεων, αυτό θα σημαίνει και την απόρριψη της αγωγής, με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων.
  10. Τα γεγονότα στα οποία βασίζονται οι προδικαστικές ενστάσεις είναι παραδεκτά και μη αμφισβητήσιμα και φαίνονται άλλωστε μέσα από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των ίδιων των εναγόντων αλλά και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρονται στην παράγραφο 21Α της έκθεσης απαίτησης, και για τις οποίες το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση και μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου τους χωρίς να χρειασθεί να ακούσει μαρτυρία. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στο αίτημα για την προδικαστική εκδίκαση των πιο πάνω θέσεων της υπεράσπισης. Ως λόγους ένστασης επικαλούνται τα πιο κάτω:
  11. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, αφού υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα και τα θέματα δεν είναι αμιγώς νομικά.
  12. Δεν πληρούνται οι όροι που θέτει ο Νόμος και/ή Νομολογία για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων.
  13. Η αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν συγκεκριμενοποιεί ο ενόρκως δηλών XXXXX Κωνσταντίνου πως πιστεύει ότι τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται και η ένορκος δήλωση του είναι αντιφατική και αόριστη.
  14. Τα θέματα μεταξύ των διαδίκων επιλύθηκαν δικαστικά, όμως οι εναγόμενοι δεν αποδέχονται το αποτέλεσμα των δικαστικών αποφάσεων και συνεχίζουν να δεικνύουν στα βιβλία τους παράνομα και/ή αυθαίρετα ποσά χρεών και/ή χρέη στο χαρτί, κατά παράβαση του δικαιώματος τους επί της ακίνητης ιδιοκτησίας τους.
  15. Η αίτηση είναι αόριστη, και εφόσον οι εναγόμενοι αρνούνται το αποτέλεσμα των δικαστικών αποφάσεων και δεν αποδέχονται στην βάση αυτών, αλλά αντίθετα κατά παράβαση των αποφάσεων διεκδικούν ποσά πέραν των 9 εκατομμυρίων και έχουν εγκλωβισμένη την ακίνητη περιουσία των εναγόντων.
  16. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν ότι εξοφλήθηκαν κάποιες αποφάσεις και επίσης επιμελώς παραλείπουν να αναφερθούν στο γεγονός ότι κάποιες αποφάσεις και/ή διαταγές του Δικαστηρίου υπέρ των εναγόντων δεν εξοφλήθηκαν από τους εναγόμενους.
  17. Οι εναγόμενοι δεν μπορούν να διεκδικούν μεγαλύτερο ποσό στην XXXXX/95 από αυτό το οποίο απάλλαξαν τον εγγυητή και μάλιστα λόγω αυτού του γεγονότος το Δικαστήριο ακύρωσε το memo που είχαν καταχωρίσει οι εναγόμενοι.
  18. Η Αίτηση είναι αχρείαστη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική.
  19. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
  20. Οι ενάγοντες 2 - 4 δεν οφείλουν κανένα χρηματικό ποσό στους εναγομένους και η ενάγουσα 1 οφείλει το ποσό που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από την Δ.27 Θ.1&2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 1 επιτρέπει σε διάδικο να εγείρει μέσα από τα δικόγραφα οποιονδήποτε νομικό σημείο, το οποίο θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο που κρίνει ότι είναι βολικό. Ο δε Κανονισμός 2, αναφέρει ότι στην περίπτωση που το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει ολόκληρη την αγωγή ή οποιοδήποτε μέρος της ή βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης, τότε το Δικαστήριο δύναται να εκδικάσει προδικαστικά το θέμα και μπορεί είτε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα θεωρήσει δίκαιο. Η Δ.27 Θ.1&2 έχουν ως ακολούθως:
  21. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  22. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι προδικαστική εξέταση νομικού σημείου, προϋποθέτει ότι το υπό εξέταση ζήτημα θα πρέπει να είναι αμιγώς νομικό. Ζητήματα πραγματικά ή εν μέρει νομικά και εν μέρει πραγματικά δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προδικαστικής εξέτασης. Θα πρέπει επίσης τα γεγονότα με βάση τα οποία το νομικό σημείο θα αποφασιστεί να μην είναι υπό αμφισβήτηση (βλ. μεταξύ άλλων Stylianides v. Paschalides

(1985)1 C.L.R. 49, In Re Hajicostas
(1984)1 C.L.R). Επίσης είναι αναγκαίο για ένα διάδικο που επιθυμεί να ζητήσει την προδικασία νομικού σημείου να το συμπεριλάβει στο δικόγραφο του με την μορφή προδικαστικής ένστασης. Η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται και στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 vol. 1 p. 571, όπου αναλύεται η Or. 25 R 2 & 3 των παλιών αγγλικών θεσμών, η οποία αντιστοιχεί στην δική μας Δ.27 Θ .1 & 2. Σύμφωνα δε με την Δ.27 Θ.2, το νομικό σημείο θα πρέπει σε περίπτωση που γίνει δεκτό να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ή ενός ουσιαστικού μέρους της (βλ. Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 548). Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Πιερίδης ν. Keshishian
(1996)1 A.A.Δ 224, στην οποία λέχθηκε ότι προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου, μπορεί να διαταχθεί μόνο πάνω στην βάση παραδεκτού πραγματικού υποβάθρου. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.225 όπου αναφέρθηκε ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και το αίτημα δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά και αν το θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και θα επηρεάσει την έκβαση της αγωγής. Ως προς τον χρόνο έγκρισης του αιτήματος, σχετική είναι η παλιά υπόθεση The Heirs of the late Theodora Panayi v. The Administrators of the estate of the late Stylianos Georghi
(1963)2 C.L.R. 167. Αποφασίστηκε ότι εκεί που εγείρονται νομικά σημεία στις έγγραφες προτάσεις, το ενδιαφερόμενο μέρος θα πρέπει να αποτείνεται στο Δικαστήριο και να ζητά όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται αποφασιστούν πριν την ακρόαση της ουσίας της αγωγής και να μην περιμένει να τα εγείρει κατά την ημέρα της ακρόασης όταν όλοι οι διάδικοι θα έχουν καλέσει τους μάρτυρες τους και θα ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κανονικά, σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, η αίτηση για εξέταση νομικού σημείου θα πρέπει να υποβληθεί στο στάδιο της αίτησης για οδηγίες. Στην υπόθεση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Sammons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία, οι αρχές επί των οποίων καθορίζονται τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, συνοψίζονται ως εξής:
  1. Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται.
  2. Η εν λόγω αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για οδηγίες.
  3. Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό αμιγές νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή είναι ουσιώδες θέμα της αγωγής.
  4. Τέτοια διαταγή εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση.
  5. Δεν γίνεται προδικαστική εκδίκαση όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα που σχετίζονται με τα εγειρόμενα νομικά θέματα. Η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι διακριτικής μορφής. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα τόσον από το κείμενο της Δ.27 Θ.1 όσον και από την προαναφερθείσα νομολογία. Σύμφωνα με την πιο πάνω διαταγή, το Δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, πέραν από τις πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να κρίνει κατά πόσον είναι βολικό (convenient) να αποφασίσει τα νομικά θέματα που τίθενται σε προδικαστικό στάδιο. Στην εξέταση του στοιχείου αυτού, λαμβάνονται υπόψη κατά την κρίση μου και ζητήματα σύντομης εκδίκασης της υπόθεσης όπως και το κατά πόσον η αίτηση εκτρέπει την όλη διαδικασία της αγωγής αφού σκοπός της Διαταγής, είναι η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων (βλ. The Annual Practice 1958 (ανωτέρω) στην σελ. 571 στην παράγραφο υπό τον τίτλο "scope of the rule"). Υπό τας περιστάσεις, δεν διατάσσεται η προδικασία μόνο μέρους της αγωγής αλλά εκδικάζονται προδικαστικά, τα νομικά σημεία που αποφασίζουν την έκβαση του συνόλου της υπόθεσης. Όσον αφορά τον διαδικαστικό τρόπο εξέτασης του αιτήματος, σχετική είναι η υπόθεση Χρίστος Χ' Παύλου και Υιοί Λτδ v Δήμος Λεμεσού
(1998)1 Α.Α.Δ 2046, όπου αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση που καταχωρείται αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου και ακολουθεί ένσταση, το πρωτόδικο δικαστήριο θα πρέπει πρώτα ν' αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την εκδίκαση με βάση τη Διαταγή 27 και εφόσον η θέση του Δικαστηρίου είναι θετική τότε να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Συμπεράσματα Καθίσταται αναγκαίο ενόψει της πιο πάνω νομολογίας, όπως διευκρινιστεί κατά πόσον αποτελούν αμιγή νομικά θέματα και σχετίζονται με ουσιώδες θέμα της αγωγής, τα ζητήματα που προβάλλονται με τις υπό κρίση προδικαστικές ενστάσεις. Αν και εφόσον αποφασιστεί το πρώτο ερώτημα θετικά, στην συνέχεια θα πρέπει να διερευνηθεί αν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα εγειρόμενα νομικά θέματα είναι ή όχι αμφισβητούμενα, ώστε να ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει το αίτημα των εναγομένων για προδικαστική εκδίκαση. Από προσεκτική εξέταση του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος προδικαστικής εκδίκασης. Τα ζητήματα που εγείρονται με τις πιο πάνω ενστάσεις, είναι αμιγώς νομικά και έχουν τεθεί στην υπεράσπιση των εναγομένων υπό την μορφή προδικαστικών ενστάσεων. Προβάλλονται συγκεκριμένα από τους εναγόμενους με τις εν λόγω ενστάσεις, νομικοί ισχυρισμοί για δεδικασμένο και για απουσία έγκυρης βάσης αγωγής, στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων. Επιπλέον, είναι σαφές ότι πρόκειται για ουσιώδη ζητήματα που αν αποφασιστούν υπέρ των εναγομένων θα έχουν ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Περαιτέρω δεν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα με την έννοια ότι οι εναγόμενοι επικαλούνται για να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους για δεδικασμένο και για απουσία έγκυρης βάσης αγωγής, συγκεκριμένες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τις οποίες αποφασίστηκαν κατά τους ισχυρισμούς τους, τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Σημειώνεται ότι τις ίδιες αποφάσεις επικαλούνται και οι ενάγοντες με την έκθεση απαίτησης τους. Υπό τας περιστάσεις, το Δικαστήριο θα αποφασίσει για το αν όντως ισχύουν οι νομικές ενστάσεις των εναγομένων, μελετώντας μόνο τα δικόγραφα στην παρούσα και τις εν λόγω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου χωρίς να χρειαστεί να ακούσει μαρτυρία. Είναι δε σαφές ότι για τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπάρχει δικαστική γνώση του παρόντος Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης υπό Ηλιάδη και Σάντη 2014 σελ. 258). Τέλος, η σχετική αίτηση καταχωρήθηκε αμέσως μετά την συμπλήρωση των δικογράφων στο στάδιο της κλήσης για οδηγίες, όπως προστάζει η προαναφερόμενη νομολογία. Σημειώνεται ότι η διαταγή για προδικαστική εκδίκαση των πιο πάνω νομικών σημείων, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποφασίζει από αυτό το στάδιο ότι ευσταθούν οι πιο πάνω ενστάσεις. Το ζήτημα αυτό θα αποφασιστεί μετά την προδικαστική εκδίκαση και αφού το Δικαστήριο ακούσει επιχειρηματολογία και από τις δύο πλευρές. Όμως για σκοπούς διαδικασίας, κρίνεται στο στάδιο αυτό ότι πληρούνται οι δικονομικές προϋποθέσεις όπως καθορίζονται στην Δ.27 Θ.1 και στις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές ώστε να ακουστούν πριν την ακρόαση της ουσίας της αγωγής, οι υπό κρίση προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι εναγόμενοι - αιτητές έχουν αποδείξει στην παρούσα υπόθεση όλες τις προϋποθέσεις της Δ.27 Θ.1 για έγκριση του αιτήματος προδικαστικής εκδίκασης των ενστάσεων που προβάλλουν στην υπεράσπιση τους. Ως εκ τούτου διατάσσω όπως τα προδικαστικά σημεία που εγείρονται με τις παραγράφους 1, 2 και 3 της υπεράσπισης, ακουστούν προδικαστικά. Η ενάγοντες καταδικάζονται στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.