South Automobile Group LLC κ.α. ν. Sergeevich ως Διαχειριστής της εκκαθάρισης της εταιρείας Taganrog Automobile Plant LLC κ.α., Αρ. Αγωγής: 1456/2017, 19/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A42 Αρ. Αγωγής: 1456/2017 Μεταξύ:
- South Automobile Group LLC
- XXXXX XXXXX Yurevna ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX XXXXX Paramonov Εναγόντων και
- XXXXX XXXXX Sergeevich ως Διαχειριστής της εκκαθάρισης της εταιρείας Taganrog Automobile Plant LLC.
- Stoba Trading Ltd
- Cerim Trading Ltd
- XXXXX Liskovski
- XXXXX XXXXX Paramonov Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5/2/2019 υπό εναγόμενων 2 και 3 - αιτητριών για τροποποίηση και/ή προσωρινή αναστολή του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 16.5.2017 Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2022 Για εναγόμενες 2 και 3 - αιτήτριες: κα Χλόη Λοϊζίδου Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κος Μορφάκης Κούμας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν μεταξύ άλλων από τους εναγομένους, την επιστροφή του ποσού των Rub 4.403.324.794,04 (Ρωσικών Ρουβλιών), το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους, παρανόμως μεταφέρθηκε από του εναγομένους, στις εναγόμενες 2 και 3 δυνάμει δόλου και/ή απάτης και/ή καταδολίευσης και/ή δόλιας μεταβίβασης και/ή παράνομης αποξένωσης και/ή είσπραξης χωρίς αντάλλαγμα. Ζητούν επίσης διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να αναγνωρίζεται ότι το πιο πάνω ποσό, πληρώθηκε από την περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας «Taganrog Automobile Plant LLC» από τους εναγόμενους, στις εναγόμενες 2 και 3, παρανόμως και/ή με σκοπό την καταδολίευση της Sberbank of Russia και/ή των εναγουσών και λοιπών πιστωτών της Taganrog Automobile Plant LLC. Είναι η θέση των εναγουσών σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ότι ο εναγόμενος 5 και η εταιρεία Taganrog Automobile Plant LLC έχουν μεταφέρει χρήματα σε άλλες εταιρείες συμπεριλαμβανομένων και των εναγομένων 2 και 3, οποίες είναι συνδεδεμένες εταιρείες του Ομίλου Doninvest που ελέγχεται από τον εναγόμενο 5, για την αποπληρωμή εικονικών δανείων και την αγορά αγαθών και εξοπλισμού σε διογκωμένες τιμές ή εν πάση περιπτώσει για κανένα νόμιμο λόγο, με απώτερο σκοπό να αποφύγει ο εναγόμενος 5 τις υποχρεώσεις του προς τους πιστωτές του συμπεριλαμβανομένων και των εναγουσών. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες πέτυχαν μονομερώς, την έκδοση προσωρινού διατάγματος για την παγοποίηση της περιουσίας των εναγομένων 2 έως 5 μέχρι του ποσού των Rub 4.403.324.794,04 (Ρωσικών Ρουβλιών). Τα διατάγματα εκδόθηκαν με την επιφύλαξη ότι οι εναγόμενοι 2 έως 5 να μπορούν να χρησιμοποιούν μέχρι του ποσού των 1500 ρουβλιών μηνιαίως για τις καθημερινές τους ανάγκες ή για τα έξοδα λειτουργίας τους, τα νομικά πρόσωπα. Με την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 27.3.2017 οι ενάγουσες αιτήθηκαν και την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, το οποίο το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς αλλά διέταξε όπως επιδοθεί. Ως αποτέλεσμα ειδικής διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων, στις 16.5.2017 το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημ. 28.3.2017, τροποποιήθηκε κατά τρόπο που οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 «...θα μπορούν να χρησιμοποιούν έκαστος μέχρι το ποσό των €2.500,00 και/ή το ισόποσο σε Ρωσικά Ρούβλια, και ο 5ος εναγόμενος €1.500,00 και/ή το ισόποσο σε Ρωσικά Ρούβλια μηνιαίως με σκοπό να καλύπτονται οι καθημερινές ανάγκες τους και/ή ανάγκες λειτουργίας τους ως νομικά πρόσωπα». H τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος κατά τρόπο που να ενσωματωθούν σε αυτό οι πιο πάνω πρόνοιες, οδήγησε ταυτόχρονα στην εκ συμφώνου οριστικοποίηση του, στις 16.5.
- Στις 9.11.2018, το Δικαστήριο για λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση του, απέρριψε αίτηση των εναγομένων για να ακουστούν προδικαστικά ενστάσεις που προσβάλλουν στην υπεράσπιση τους για απουσία δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Ακολούθως, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 καταχώρισαν στις 9.11.2018 άλλη αίτηση με την οποία επιζητούσαν διατάγματα τροποποίησης του ποσού το οποίο έκαστος εξ αυτών δικαιούται να λαμβάνει από τον τραπεζικό λογαριασμό του και επίσης την ανάληψη εφάπαξ ποσού. Στις 6.8.2021 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω αίτηση. Αποτελούσε μέρος του σκεπτικού του Δικαστηρίου ότι μεταξύ άλλων απουσίαζε επαρκής μαρτυρία για την έκκριση του αιτήματος τροποποίησης του προσωρινού διατάγματος. Η παρούσα αίτηση Στο μεταξύ oι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν εκ νέου αναστολή και τροποποίηση του παρεμπίπτοντος διατάγματος ως ακολούθως: Α. Αναστολή της εκτέλεσης και/ή εξαίρεση από την παγιοποίηση από τον λογαριασμό που διατηρεί η εναγόμενη 3 σε τραπεζικά ιδρύματα, συνολικού ποσού εφάπαξ 21,780 ευρώ που αφορούν τα εξής έξοδα των εναγόμενων 2 και 3 ως εξής: α) Ποσό 7.500 ευρώ που οφείλουν οι εναγόμενες 2 και 3 στην Δικηγορική εταιρεία Haviaras & Philipou LLC και η οποία σχετίζεται με δικηγορική αμοιβή στην υπόθεση 2290/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. β) Ποσό 7.140 ευρώ που οφείλει η εναγόμενη 2 στην Δικηγορική εταιρεία Μ. Μιχαηλίδης Δ.Ε.Π.Ε. και η οποία σχετίζεται με δικηγορική αμοιβή και νομικές υπηρεσίες. γ) Ποσό 7.140 ευρώ που οφείλει η εναγόμενη 3 στην Δικηγορική εταιρεία Μ. Μιχαηλίδης Δ.Ε.Π.Ε. και η οποία σχετίζεται με δικηγορική αμοιβή και νομικές υπηρεσίες. Β. Διάταγμα τροποποίησης του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 28/03/2017 με το οποίο να επιτρέπεται στις εναγόμενες 2 και 3 - αιτήτριες στην παρούσα αίτηση να αποσύρει εφάπαξ από την τράπεζα τα ποσά που αναφέρονται στο αιτητικό Α ανωτέρω μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Γ. Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο. Δ. Κατάλληλη διαταγή για έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται οι εναγόμενοι 2 και 3 έχουν άμεσες εκκρεμότητες σε δικηγορικά γραφεία για τις δύο υποθέσεις που αντιμετωπίζουν στα Κυπριακά Δικαστήρια, οι οποίες δεν μπορούν να μείνουν σε εκκρεμότητα χωρίς να επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα τους. Συγκεκριμένα: · Η εναγόμενη 3 εταιρεία Cerim Trading Ltd οφείλει άμεσα το ποσό των 7.140 ευρώ στην Δικηγορική εταιρεία Μ. Μιχαηλίδης Δ.Ε.Π.Ε, η οποία σχετίζεται με δικηγορική αμοιβή και νομικές υπηρεσίες. Επισυνάπτεται σχετικό τιμολόγιο (τεκμ. 1). · Η εναγόμενη 2 εταιρεία StobaTrading Ltd οφείλει άμεσα το ποσό των 7.140 ευρώ στην Δικηγορική εταιρεία Μ. Μιχαηλίδης Δ.Ε.Π.Ε. η οποία σχετίζεται με δικηγορική αμοιβή και νομικές υπηρεσίες. Επισυνάπτεται σχετικό τιμολόγιο (τεκμ. 2). · Και οι δύο εταιρείες οφείλουν ποσό 7.500 ευρώ στην Δικηγορική εταιρεία Haviaras & Philipou LLC, η οποία σχετίζεται με δικηγορική αμοιβή στην υπόθεση 2290/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επισυνάπτεται σχετικό τιμολόγιο (τεκμ. 3). Όσον αφορά το τελευταίο τιμολόγιο (τεκμ. 3) οι εναγόμενες 2 και 3 έλαβαν επιστολή από τους δικηγόρους τους ημερομηνίας 1.2.2019 (τεκμ.4) ότι σε περίπτωση μη καταβολής του εν λόγω ποσού πριν από την ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση τους δηλαδή στις 8.2.2019, ενδεχομένως να προκύψει επιπλοκή στην εκπροσώπηση τους, το οποίο ισοδυναμεί με πιθανή απόσυρση τους από την εν λόγω αγωγή. Κατά τον ομνύοντα, υπάρχει άμεση ανάγκη για χρηματοδότηση ύψους €21.780,00 η οποία μπορεί να γίνει με μια εφάπαξ ανάληψη, για κάλυψη χρεών και άλλων αναγκών που προέκυψαν και τα οποία είναι απαιτητά από τους πιο πάνω αναφερόμενους δικηγορικούς οίκους. Ισχυρίστηκε δε ότι αν δεν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι εναγόμενες 2 και 3 θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία αφού ενδεχομένως να χάσουν την νομική τους αντιπροσώπευση σε υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αλλά επίσης και τις νομικές υπηρεσίες από το γραφείο Μ. Μιχαηλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Αναφέρεται στην συνέχεια ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι θεραπείες που ζητούν οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι πέραν των €2.000.000 και το ποσό που επιζητείται με την παρούσα αίτηση δεν είναι σε καμία περίπτωση ικανή εξασφάλιση για την απαίτηση των εναγόντων. Αντιθέτως η ζημία που θα υποστούν οι εναγόμενες 2 και 3 λόγω ανικανότητας τους να πληρώσουν τους δικηγόρους τους θα ισοδυναμεί με αποστέρηση του δικαιώματος σε εκπροσώπηση στο Δικαστήριο, γεγονός που κατά τον ομνύοντα είναι άδικο και καταπιεστικό προς τις εναγόμενες 2 και
- Οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι παράτυπη και επιπλέον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, η επίδικη αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα που να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις τροποποίησης του διατάγματος, ούτως ώστε να δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να τροποποιήσει το παρεμπίπτον διάταγμα ημερομηνίας 28.3.2017, αφού αυτό έχει καταστεί απόλυτο εκ συμφώνου χωρίς οι καθ' ων η αίτηση να επιφυλάξουν οιονδήποτε δικαίωμα για τροποποίηση. Σημειώνεται επίσης ότι η Δ.48
(8)
(4)δεν αποτελεί μέρος τους νομικού υποβάθρου της επίδικης αίτησης και ως εκ τούτου, η τροποποίηση επιδιώκεται με ανύπαρκτο και/ή λανθασμένο δικονομικό διάβημα. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται επίσης ότι οι αιτήτριες δεν πρόκειται να υποστούν οποιαδήποτε βλάβη όπως ισχυρίζονται αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ο κίνδυνος να αποσυρθούν οι συνήγοροι Haviaras & Philippou LLC από τη διαδικασία στην αγωγή 2290/2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας που επικαλούνται οι αιτήτριες στις 8.2.2019 δεν ισχύει αφού η εν λόγω ημερομηνία παρήλθε και οι δικηγόροι δεν αποσύρθηκαν. Περαιτέρω, το εν λόγω δικηγορικό γραφείο φαίνεται να αντιπροσωπεύει και άλλα νομικά φυσικά πρόσωπα στην πιο πάνω αγωγή εκτός από τις αιτήτριες. Οπόταν, οποιαδήποτε ισχυριζόμενα έξοδα προέκυψαν σε εκείνη τη διαδικασία, μπορούν να καλυφθούν σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση είτε από τις εν λόγω εταιρείες είτε από τον τελικό δικαιούχο τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να εγκριθούν τα αιτούμενα με την επίδικη αίτηση διατάγματα καθότι έτσι οι αιτήτριες θα αναλάβουν ανεπίτρεπτα, την χρηματοδότηση άλλων εταιρειών και φυσικών προσώπων. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται επιπλέον ότι δε ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για τροποποίηση του παρεμπίπτοντος διατάγματος καθότι με την επίδικη αίτηση, επιδιώκονται κακόπιστα και/ή λανθασμένα. διατάγματα με τα οποία η εναγόμενη 3 θα αναλαμβάνει ισχυριζόμενες οφειλές και της εναγόμενης 2 αλλά και άλλων εταιρειών. Επίσης, τα ισχυριζόμενα έξοδα τα οποία επιδιώκουν να καλύψουν τα αιτούμενα διατάγματα, είναι σύμφωνα με τους λόγους ένστασης υπερβολικά δεν ερείδονται σε οποιοδήποτε λογικό υπολογισμό, δεν ανταποκρίνονται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανώτατου Δικαστηρίου αναφορικά με τα δικηγορικά δικαιώματα και δεν ανταποκρίνονται σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιων του Δικαστηρίου ή οποιαδήποτε άλλη νομική διαδικασία. Επιπλέον δεν παρασχέθηκε καμία μαρτυρία ως προς το δικαιολογημένο των εν λόγω χρεώσεων, τα δε επισυναπτόμενα έγγραφα δεν είναι κανονικά τιμολόγια. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση που υπογράφεται από δικηγόρο που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων των εναγόντων. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται και επεξηγούνται αναλυτικά, οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Νομική πτυχή Το άρθρο 32 Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 επί του οποίου στηρίζεται μεταξύ άλλων η αίτηση, προνοεί τα εξής:
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριο, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικών).
(2)Οιανδήποτε παρεμπίπταν διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1), δύναται να εκδοθεί υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριο θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακύρωση ή τροποποίηση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα. Προκύπτει ότι δικαιοδοτικό πλαίσιο της παρούσας είναι το άρθρο 32.2 που παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία καθ' οιονδήποτε χρόνο να ακυρώσει ή τροποποιήσει προσωρινό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 32.1, με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη εύλογης αιτίας. Περαιτέρω, η νομολογία αναγνωρίζει δυνάμει του άρθρου 32.2 του Νόμου 14/60, την δυνατότητα τροποποίησης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων ούτως ώστε να παρέχεται η δυνατότητα κάλυψης των αναγκαίων εξόδων για την λειτουργία μιας εταιρείας ή των απαραίτητων αναγκών ενός προσώπου. Στα έξοδα αυτά συγκαταλέγονται ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, δικηγορικά έξοδα, δαπάνες διαβίωσης καθώς και κονδύλια χρηματοδότησης των άμεσων αναγκών μιας επιχείρησης. Προκύπτει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία στο να ακυρώσει ή τροποποιήσει παρεμπίπτον διάταγμα, στην περίπτωση που καταδειχθεί εύλογη αιτία που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο. Η τροποποίηση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 32.2 σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμα δηλαδή και μετά που το διάταγμα θα καταστεί απόλυτο (βλ. μεταξύ άλλων IKOS CIF LTD Πολ. ECLI:CY:AD:2015:D146, Αίτ. αρ. 35/2015, ημερ. 3.3.2015). Είναι δε σαφές ότι το βάρος απόδειξης της εύλογης αιτίας για ακύρωση ή τροποποίηση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, είναι πάντοτε στους ώμους του διαδίκου που αιτείται την ακύρωση ή τροποποίηση. Στο άρθρο 32.2 δεν υπάρχει ερμηνεία της φράσης «εύλογη αιτία». Κατά την κρίση μου, αυτή πρέπει να σχετίζεται με γεγονότα που προέκυψαν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος ή δεν ήρθαν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του. Επιπλέον, σε περίπτωση που δεν ακυρώνεται πλήρως αλλά τροποποιείται το διάταγμα, η τροποποίηση να είναι αναγκαία για τους άμεσους σκοπούς λειτουργίας του αιτητή αλλά ταυτόχρονα να μην καταστρατηγείται ο λόγος έκδοσης του αρχικού διατάγματος. Είναι σαφές ότι με την έκδοση των διαταγμάτων παγοποίησης, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης που θα μπορούσε να εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Στα πλαίσια αυτά, δεν θα πρέπει το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης να ακυρώνει και να συγκρούεται με τους σκοπούς του αρχικού διατάγματος παγοποίησης. Στο σύγγραμμα Διατάγματα - Injunctions, των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ. 175, περιέχεται το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα ως προς το πότε δικαιολογείται η τροποποίηση παρεμπίπτοντος διατάγματος: «Ο αποτυχών διάδικος έχει επίσης δικαίωμα να αιτηθεί όπως διαφοροποιηθεί το διάταγμα ή οι όροι του, ιδιαίτερα αν υπήρξε αλλαγή των περιστάσεων από τότε που εκδόθηκε το διάταγμα ή προέκυψαν νέα γεγονότα τα οποία δεν ήταν σε γνώση του και τα οποία επηρεάζουν ουσιωδώς τη διατήρηση της ισχύος του διατάγματος.» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 231, αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς το πώς αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια, αιτήσεις για τροποποίηση διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων: «Τα δικαστήρια φαίνεται να αντιμετωπίζουν αιτήσεις από εναγόμενους για τροποποίηση διαταγμάτων παγοποίησης με κατανόηση, αφού τέτοια διατάγματα δεν αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο ή τρίτα πρόσωπα. Η εξαίρεση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.» Η ευρεία διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση ή ακόμα και για ακύρωση παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32.2, αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.α ν. Lasala κα
(2007)1Α Α.Α.Δ 162, πρωτοδίκως είχε γίνει διευθέτηση για κάλυψη για περιορισμένο χρονικό διάστημα, των αναγκαίων εξόδων κάποιων από τους εφεσείοντες, καθώς και για μη επηρεασμό της νόμιμης, συνήθους πορείας της επιχείρησης της εφεσείουσας 6 εταιρείας. Η απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο τόνισε ότι οι εφεσείοντες διατηρούσαν πάντοτε το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία μετά τη λήξη της συναινετικής διευθέτησης. Στην ΒΡ Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. (αρ 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από αίτηση τροποποίησε το αρχικό διάταγμα, επιτρέποντας την αποδέσμευση (α) ποσού ύψους £1.420.000 για εξόφληση οικονομικής υποχρέωσης, (β) ποσού £60.000 για κάλυψη δικηγορικών εξόδων, (γ) ποσού £400.000 για χρηματοδότηση άμεσων αναγκών και (δ) ποσού £5.000 μηνιαίως για έξοδα διαβίωσης του αιτητή και της οικογένειας του. Το Εφετείο διαφωνώντας με το πρωτόδικο Δικαστήριο, επέτρεψε μόνο το ποσό των £60.000 για κάλυψη των δικηγορικών εξόδων υπεράσπισης, θεωρώντας ότι τα υπόλοιπα χρήματα αποτελούσαν αντικείμενο της αγωγής και θα έπρεπε να παραμείνουν παγοποιημένα. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι δεν επιτρεπόταν η απόσυρση οποιουδήποτε ποσού μέχρις ότου αποφασισθεί ποιος ήταν ο πραγματικός δικαιούχος, με μόνη εξαίρεση την απόσυρση ποσού για την κάλυψη των δικηγορικών εξόδων υπεράσπισης της υπόθεσης. Στην υπόθεση Global Maritime Services Ltd κα ν. Bulcom Ltd
(2013)1Α Α.Α.Δ 709, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ορθή την πρωτόδικη απόφαση απόρριψης αιτημάτων απελευθέρωσης χρημάτων για πληρωμή δικηγορικών, προσωπικού και άλλων εξόδων. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι αν το Δικαστήριο ενέκρινε τέτοιο αίτημα τροποποιώντας το διάταγμα, θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που εξυπηρετούσε, αφού σταδιακά θα το καθιστούσε άνευ αντικειμένου, καθότι με την πάροδο ορισμένων μηνών θα εξαντλείτο και το κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό ποσό. Καθοδήγηση επί του θέματος αντλείται και από την αγγλική νομολογία. Στην υπόθεση Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co. S.A [1981] Q.B. 65 (1980 1 All ER 480), αναγνωρίστηκε η δυνατότητα τροποποίησης ενός προσωρινού διατάγματος παγοποίησης, προκειμένου να γίνουν συγκεκριμένες πληρωμές, υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν συγκρούεται με τον αρχικό σκοπό έκδοσης του διατάγματος. Στην εν λόγω υπόθεση επιτράπηκε η τροποποίηση απαγορευτικού διατάγματος τύπου Mareva, επειδή τα χρήματα που δεσμεύονταν με το διάταγμα ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του αιτούντος, ο οποίος δεν είχε οποιουσδήποτε άλλους πόρους από τους οποίους να μπορεί να προβεί σε πληρωμές. Το Δικαστήριο ανέφερε στη σελ. 70, τα εξής: «the fundamental purpose of the Mareva jurisdiction is to prevent foreign parties from causing assets to be removed from the jurisdiction in order to avoid the risk of having to satisfy any judgment which may be entered against them in pending proceedings in this country. ................................. it does not follow that, having established the injunction, the court should not thereafter permit a qualification to it to allow a transfer of assets by the defendant if the defendant satisfies the court that he requires the money for a purpose which does not conflict with the policy underlying the Mareva jurisdiction». Σχετική είναι και η υπόθεση PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon
(1983)2 All E.R 158, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «All injunctions are, of course, in the end discretionary. I would regard it as unjust in the present case if the defendant were compelled to reduce his standard of living, to give up his fat or to take his children away from school, in order to secure what is as yet only a claim by the claimants. I would regard it as even more unjust that he should be prevented from defending himself properly (for that is what it would amount to), merely because the claimants say that in doing so, he is using someone else's money. » Εντούτοις στην υπόθεση A and another v C and others (No.2)
(1981)2 All E.R 126, διατυπώθηκε με σαφήνεια η αρχή ότι η τροποποίηση εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος μπορεί να επιτραπεί μόνο όταν τα παγοποιημένα περιουσιακά στοιχεία, είναι η μόνη περιουσία του αιτούντος την τροποποίηση. Στη πιο πάνω υπόθεση, ο εναγόμενος με αίτηση του, ζήτησε την τροποποίηση εκδοθέντων απαγορευτικών διαταγμάτων τύπου Mareva για να του επιτραπεί να προβεί σε απόσυρση ποσού ύψους £65,000 για πληρωμή δικηγορικών εξόδων. Η αίτηση απορρίφθηκε γιατί ο αιτητής δεν είχε προσκομίσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι σε κατάλληλες περιπτώσεις, μπορεί να επιτρέψει τη μερική αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων, μετά την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος παγοποποίησης. Όμως τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός και αν ο αιτητής ικανοποιήσει ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα ώστε να καλύψει την οφειλή του. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Although the court had jurisdiction to qualify a Mareva injunction where the defendant satisfied the court that assets subject to the injunction were required for a purpose which did not conflict with the policy underlying the Mareva jurisdiction, in order to satisfy that burden the defendant had to go further than merely to state that he owed money to someone, and had to show that he did not have any other assets available out of which the debt would be paid. Since the defendants had failed to adduce evidence to show that they had no other assets out of which they could pay the legal costs, their application would be dismissed.» Στην Αγγλική υπόθεση Compagnie Noga D' Importation et D'exportation SA v. Australian and New Zealand Banking Group [2006] EWHC 602 (Comm), το Αγγλικό Εμπορικό Δικαστήριο καθόρισε ως ακολούθως τις σχετικές αρχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων: «The relevant principles that I have to apply may be summarised as follows: I. The essential test is whether it is in the interests of justice to make the variation sought; II. Since the court has already determined that, in the absence of a freezing order, there is a real risk of dissipation sufficient to justify the making of an order it is for the applicant to satisfy the court that it is appropriate make the variation sought and to adduce any evidence that is necessary to persuade the court that that is so; III. In determining whether or not to allow the variation proposed the Court is concerned to examine whether to do so would be consistent with the policy that underpins the jurisdiction, namely that a defendant should be restrained from evading justice by disposing of assets otherwise than in the ordinary course of business with the result that any judgment goes unsatisfied; Gangway Ltd v Caledonian Park Investments (Jersey) Ltd [2001] 2 Lloyd's Rep 715; TTMI Ltd of England v ASM Shipping Ltd of India [2005] EWHC 2666 (Comm). IV. The correct test is "to consider objectively the overall justice of allowing the payment to be made including the likely consequence of permitting it on the prospects of a future judgment being left unsatisfied, and bearing in mind that the assets belong to the defendant and that the injunction is not intended to provide the claimant with security for his claim or to create an untouchable pot which will be available to satisfy an eventual judgement". V. If the question is whether or not the Mareva should be varied so as to allow frozen monies to be used to fund a defence it may be necessary to show that there are no other funds or sources of payment which should as a matter of objective fairness be used for that purpose in preference to the frozen funds. The same principle must apply if what is sought is to fund the giving of a recognizance in favour of another. VI. Because the court has already been satisfied of a risk of dissipation judges are entitled, on an application to vary, to have a healthy scepticism about assertions made by the applicant particularly where the applicant, or those to whom his evidence or contentions relate, have been less than frank in dealing with the court or the claimant.» Συμπεράσματα Προκύπτει από τις πιο πάνω αρχές ότι στις περιπτώσεις που ήδη εκδόθηκε διάταγμα παγοποίησης αφού το Δικαστήριο πείστηκε ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης που θα μπορούσε να εκδοθεί, εναπόκειται στον αιτητή που ζητά την αποδέσμευση χρημάτων να ικανοποιήσει για την αναγκαιότητα της τροποποίησης, παρουσιάζοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να εγκριθεί το αίτημα του. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη το ενδεχόμενο εξουδετέρωσης του εκδοθέντος διατάγματος εάν η ζητούμενη αποδέσμευση οδηγεί σταδιακά στον εξανεμισμό των δεσμευθέντων χρημάτων, ενώ επιπλέον είναι αναγκαίο για τον αιτητή να αποδείξει ότι δεν έχει άλλους πόρους ή πηγές εσόδων, που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη των αναγκών του, πέρα από τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες 2 και 3 δεν αποκάλυψαν στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων και εσόδων, προκειμένου να αποδείξουν ότι δεν έχουν άλλους πόρους με τους οποίους θα μπορούσαν να καλύψουν τα υπό κρίση ποσά που ζητούν να αποδεσμευτούν. Το γεγονός ότι δόθηκαν στο αρχικό διάταγμα με κοινή συναίνεση κάποια ποσά μηνιαίως για σκοπούς κάλυψης των καθημερινών αναγκών τους δεν σημαίνει ότι σήμερα οι αιτήτριες στερούνται οιωνδήποτε άλλων πόρων. Δεν διαφεύγει της προσοχής, η επισήμανση στην αγόρευση του συνηγόρου για τις αιτήτριες ότι τα περιουσιακά στοιχεία των αιτητριών, είναι καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου σε συμμόρφωση με το διάταγμα αποκάλυψης και ότι είναι έκδηλο ότι μόνο ένας λογαριασμός επ' ονόματι της εναγόμενης 3 έχει χρήματα κατατεθειμένα, τα οποία έχουν δεσμευτεί με το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε το Δικαστήριο. Το γεγονός όμως αυτό δεν αρκεί κατά την κρίση μου για έγκριση του αιτήματος αφού δεν υπάρχει μαρτυρία κατά πόσον άλλαξαν οι οικονομικές συνθήκες των αιτητριών στο μεταξύ και κατά πόσον σήμερα δεν έχουν αποκτήσει άλλους πόρους ώστε να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις που επικαλούνται. Το γεγονός δε ότι μόνο ένας τραπεζικός λογαριασμός έχει χρήματα, δεν αποκλείει οι αιτήτριες να έχουν σήμερα πόρους από άλλες πηγές. Για να μπορούσε να επιτύχει το υπό κρίση αίτημα σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, οι αιτήτριες όφειλαν να αποκαλύψουν ειδικά στην ένορκη δήλωση της παρούσας, το σύνολο των σημερινών περιουσιακών τους στοιχείων και εσόδων και να καταδείξουν ότι δεν έχουν μέχρι σήμερα αποκτήσει άλλους πόρους για να καλύψουν τα ποσά των οποίων ζητούν την αποδέσμευση. Η γενική αναφορά σε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στις αιτήτριες αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι κατά την γνώμη μου ικανοποιητική. Οι αιτήτριες απέτυχαν να εκπληρώσουν την πιο πάνω υποχρέωση τους να καταδείξουν ότι δεν έχουν άλλους πόρους, με αποτέλεσμα το αίτημα τους για αποδέσμευση των επίδικων ποσών από το διάταγμα παγοποίησης να μην στοιχειοθετείται και να παραμένει έκθετο σε απόρριψη. Αλλά και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, από την αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, είναι παραδεκτό ότι μόνο ένας λογαριασμός επ' ονόματι της εναγόμενης 3 έχει παγοποιηθεί, που είναι και ο μοναδικός που έχει χρήματα κατατεθειμένα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την έγκριση του παρόντος αιτήματος. Υπό τας περιστάσεις δεν είναι δυνατόν όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο των εναγόντων, να εκδοθεί διάταγμα προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες της εναγομένης 2 όπως επιζητείται με την παρούσα αίτηση, από τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης 3. Η συνήγορος των αιτητριών ισχυρίστηκε βέβαια στην αγόρευση της ότι είναι αναγκαίο να εγκριθεί η αίτηση ώστε να δικαιούται η εναγόμενη 2 να αντλεί χρηματοδότηση από το λογαριασμό της εναγόμενης 3 όπου έχει κατατιθέμενα και τα δικά της κεφάλαια. Πέραν όμως του ισχυρισμού αυτού στην αγόρευση της συνηγόρου δεν υπάρχει καμία μαρτυρία στην ένορκη δήλωση της αίτησης που να αποδεικνύουν ότι η εναγομένη 2 έχει όντως κατατεθειμένα δικά της κεφάλαια, στον εν λόγω λογαριασμό της εναγομένης 3. Ανεξαρτήτως τούτου, γεγονός παραμένει ότι δεν έχει αποδειχθεί από την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης ότι πέραν από την αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων που υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου, οι αιτήτριες δεν έχουν σήμερα, οποιουσδήποτε άλλους πόρους με τους οποίους θα μπορούσαν να καλύψουν τα ποσά, των οποίων αιτούνται την αποδέσμευση. Επιπλέον, τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στον λογαριασμό της εναγομένης 3, πέραν του ότι κατά τις ενάγουσες δεν καλύπτουν την απαίτηση, συνιστούν ταυτόχρονα και το αντικείμενο της αγωγής και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποδεσμευτούν για να καλύψουν δαπάνες των εναγομένων 2 και 3 (βλ. ABP Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. ανωτέρω) Σημειώνεται επιπλέον ότι οι αιτήτριες παρουσίασαν έγγραφα με την ένορκη δήλωση της αίτησης, σύμφωνα με τα οποία οφείλουν συγκεκριμένα ποσά για αμοιβές σε δύο δικηγορικά γραφεία που αφορούν δικαστηριακή εργασία. Πέραν όμως από τις χρεώσεις που αναφέρονται από τα εν λόγω δικηγορικά γραφεία δεν υπάρχει ψηφισμένη ή έστω επιδικασμένη από το Δικαστήριο δικηγορική αμοιβή για τις εν λόγω δικαστηριακές εργασίες. Ούτε βέβαια θα μπορούσε το παρόν Δικαστήριο να προβεί σε υπολογισμό των ποσών για την εν λόγω δικηγορική εργασία. Έχω την άποψη ότι προτού οι αιτήτριες διεκδικήσουν οποιαδήποτε ποσά για δικηγορικές δαπάνες, όφειλαν να χρησιμοποιήσουν τα ένδικα μέσα που τους παρέχονται για νόμιμο καθορισμό των εν λόγω αμοιβών. Οι αιτήτριες παρέλειψαν να πράξουν κάτι τέτοιο. Ως αποτέλεσμα, οι εν λόγω χρεώσεις κρίνονται ως αδικαιολόγητες και αυθαίρετες αφού δεν έχει αποδειχθεί ότι εμπίπτουν εντός των διαδικαστικών κανονισμών δικηγορικής αμοιβής του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι εναγόμενες 2 και 3 δεν έχουν παρουσιάσει ουσιαστικά στοιχεία, με βάση τα οποία το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει την προτεινόμενη αποδέσμευση των αιτούμενων ποσών και να αποφασίσει κατά πόσον δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Πέραν των πιο πάνω, δεν μου διαφεύγει της προσοχής ότι οι αιτήτριες καταχώρησαν αίτηση σε προηγούμενο στάδιο με παρόμοια αιτητικά, ήτοι την αποδέσμευση ποσών για πληρωμή δικηγορικών εξόδων. Η εν λόγω αίτηση έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο στις 6.8.2021 με ενδιάμεση απόφαση συναδέλφου Π.Ε.Δ που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης. Αποτελούσε μέρος του σκεπτικού του Δικαστηρίου ότι μεταξύ άλλων απουσίαζε επαρκής μαρτυρία αναφορικά το αιτιολογημένο των δικηγορικών δαπανών που ζητούντο με την εν λόγω αίτηση τροποποίησης του παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι γεγονός ότι οι αποφάσεις επί ενδιάμεσων αιτήσεων δεν δημιουργούν δεδικασμένο (βλ. IKOS CIF LTD ανωτέρω). Από την άλλη, η προώθηση της παρούσας αίτησης για τους ιδίους λόγους με την απορριφθείσα προηγούμενη αίτηση, αγγίζει κατά την κρίση μου τα όρια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα κατάχρησης δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω, δεδομένης της κατάληξης μου ότι η έγκριση του αιτήματος δεν δικαιολογείται για λόγους ουσίας, ήτοι δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις τροποποίησης ή αναστολής του παρεμπίπτοντος διατάγματος, όπως έχουν νομολογιακά καθιερωθεί και αναλυθεί λεπτομερώς πιο πάνω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγομένων 2 και 3 - αιτητριών και υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο