← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ RUDOLF, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης 11/21, 14/1/2022

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ RUDOLF, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης 11/21, 14/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Γ. ΛOΪΖΟΥ - Ε.Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης 11/21 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133 (Ι)/2004 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ XXXXX RUDOLF _______ Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Κεντρική Αρχή: κα. Θ. Παπακυριακού Για τον Εκζητούμενο: κ. Μ. Καούλλας Εκζητούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, αποτελεί το αίτημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Ζιλίνα της Σλοβακικής Δημοκρατίας (District Court Zilina, Slovak Republic) για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, (στο εξής «ΕΕΣ») το οποίο εκδόθηκε εναντίον του Eκζητούμενου στις 10/6/2015 με σκοπό τη σύλληψη και παράδοσή του στις Σλοβακικές Αρχές, για έκτιση υπολειπόμενης ποινής 8 ετών που του έχει επιβληθεί από το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε το ΕΕΣ στις 28/10/2014 και η οποία τέθηκε σε ισχύ από 12/5/

  1. Στο υπό εξέταση ΕΕΣ αναφέρεται ότι ο Εκζητούμενος καταδικάστηκε με απόφαση του District Court Zilina ημερομηνίας 28/10/2014 αριθμός αναφοράς: 1T/138/2010‑1024, σε συνδυασμό με την απόφαση του Regional Court Zilina ημερομηνίας 12/05/2015, αριθμός αναφοράς: 1To/46/2015‑
  2. Η ποινή είναι νομικά σε ισχύ και εκτελεστή από τις 12/05/
  3. Ο Εκζητούμενος, γνώριζε για την ποινική διαδικασία ήταν προσωπικά παρών σε μέρος της εκδίκασης της υπόθεσης. Καθ' όλη τη διάρκεια της εκδίκασης εκπροσωπείτο από δικηγόρο, ο οποίος υπέβαλε και σχετική έφεση κατά της πρωτόδικης καταδίκης του, η οποία όμως απορρίφθηκε ως αβάσιμη από το Regional Court Zilina στις 12 Μαΐου 2015 αριθμός αναφοράς:1To/46/2010‑
  4. Σύμφωνα με το ΕΕΣ, το Ένταλμα αφορά διάφορα αδικήματα για τα οποία εκτίθενται λεπτομέρειες. Επιγραμματικά τα αδικήματα αυτά αφορούν εκβιασμό, εξαναγκασμό, απειλή, χρήση βίας, κατοχή και απειλή χρήσης πυροβόλου όπλου και χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη. Το ΕΕΣ καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 18/11/
  5. Στην πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Εκζητούμενος επιβεβαίωσε την ταυτότητά του και αφού ενημερώθηκε σχετικά με τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας και τα δικαιώματά του, ανέφερε, μέσω του συνηγόρου του, ότι δεν συγκατατίθεται στην παράδοσή του στις Αρχές της Δημοκρατίας της Σλοβακίας. Ως εκ τούτου, ακολούθησε ακροαματική διαδικασία, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις εκτέλεσης του ΕΕΣ. Μαρτυρία: Από πλευράς Κεντρικής Αρχής κατέθεσαν 3 μάρτυρες και 1 μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε εκ μέρους του Εκζητούμενου. ΜΚΑ1 Πρώτος εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής, έδωσε μαρτυρία ο αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Λάζαρου (στο εξής ο ΜΚΑ1). Ο κύριος Λάζαρου ανέφερε ότι, στις 18/11/2021 και ώρα 09:12, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, συνέλαβε τον Εκζητούμενο δυνάμει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Όπως ανέφερε, στη συνέχεια αφού συνέλαβε τον Εκζητούμενο, του έδωσε τα δικαιώματα κρατουμένου στη μητρική του γλώσσα, τα οποία ούτε παρέλαβε, ούτε υπέγραψε. Σχετικό αντίγραφο δικαιωμάτων υπογραμμένο από τον ΜΚΑ1 κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  6. Όπως ανέφερε το ΕΕΣ ήταν στην κατοχή του από τις 21/10/
  7. Εναντίον του Εκζητούμενου υπήρχε ποινική διαδικασία στο Δικαστήριο και έτσι λήφθηκαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία να μην εκτελεστεί νωρίτερα. ΜΚΑ2 Ο δεύτερος μάρτυρας της Κεντρικής Αρχής, ήταν ο κ. XXXXX Χίντικος (στο εξής ο ΜΚΑ2). Ο ΜΚΑ2 εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και όπως ανέφερε, ανάμεσα στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται και ο χειρισμός Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης στη βάση του άρθρου 5 του νόμου 133 (I) του
  8. Στη συγκεκριμένη θέση βρίσκεται τα τελευταία 8 χρόνια. Σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, που αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης έλαβε γνώση μέσω των καναλιών της Interpol με επιστολή του ΔΕΕ και της ΔΕΣ στις 19/10/2020, με το οποίο είχε μεταβιβαστεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερομηνίας 10/06/2015 καθώς και η Ερυθρά Αγγελία την οποία εξέδωσε η Γενική Γραμματεία της Interpol εναντίον του Εκζητούμενου XXXXX Rudolf. Ο ΜΚΑ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, ως το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερομηνίας 10/06/2015 το οποίο είχε εκδώσει το District Court Zilina, εναντίον του Εκζητούμενου, σε σχέση με εκτέλεση απόφασης ποινής για να εκτίσει 8 χρόνια ποινή φυλάκισης για 5 αδικήματα. Σύμφωνα με τον ΜΚΑ2, το Υπουργείο Δικαιοσύνης έλαβε γνώση αναφορικά με το επίδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στις 19/10/
  9. Κατόπιν, το Υπουργείο ως Κεντρική Αρχή, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 24/11/2021 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 25/11/2021 προς το District Court Zilina, δηλαδή την Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, ζητώντας από τις Αρχές της Σλοβακίας να αποσταλεί η απόφαση βάσει της οποίας εκδόθηκε το ΕΕΣ. Το εν λόγω ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με τη συνημμένη επιστολή, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3Α και 3Β αντίστοιχα. Ακολούθως σύμφωνα με τον ΜΚΑ 2, λήφθηκε η απάντηση από τις Αρχές της Σλοβακίας στην πιο πάνω επιστολή στην οποία επισυνάφθηκε η απόφαση (στα σλοβακικά), βάσει της οποίας εκδόθηκε το ΕΕΣ. Το εν λόγω ηλεκτρονικό ταχυδρομείο διαβιβάστηκε μέσω των καναλιών της Interpol. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με το οποίο αποστάληκε η συνημμένη απόφαση ημερομηνίας 29/11/2021, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4Α και η απόφαση του District Court Zilina ως Τεκμήριο 4Β. Ο κύριος Χίντικος ανέφερε, ότι ο Εκζητούμενος είναι κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές και εκτίει ποινή φυλάκισης 17 ετών, αφού βρέθηκε ένοχος στην ποινική υπόθεση 19517/19 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Οι διάδικοι συμφώνησαν και κατατέθηκε εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 5, η απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπό τον ως άνω αριθμό Ποινική Υπόθεση, ημερομηνίας 08/09/2021, σύμφωνα με την οποία επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, η μεγαλύτερη εκ των οποίων 17 χρόνων. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 6, επιστολή ημερομηνίας 08/12/2021 που αποστάληκε από το δικηγορικό γραφείο Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ, οι οποίοι ενεργώντας εκ μέρους του Εκζητούμενου, καλούσαν το Υπουργείο Δικαιοσύνης να παράσχει κατ' εξαίρεση έγκριση και ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε από το Σλοβακικό Δικαστήριο, στην Κύπρο, με σκοπό τη διαφύλαξη του δικαιώματός του στην ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή και προς αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων, που θα είχε η μεταφορά του στη Σλοβακία για έκτιση πολυετούς ποινής φυλάκισης, μακριά από την οικογένειά του, και τη χώρα την οποία διαμένει τα τελευταία 10 έτη. Ο κύριος Χίντικος, ανέφερε ότι το σχετικό αίτημα του Εκζητούμενου εξετάζεται και θα απαντηθεί. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚΑ1 ανέφερε ότι ένα ΕΕΣ μπορεί να παραληφθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία με 3 τρόπους: Α) απευθείας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.133(Ι)/2004 έχει οριστεί ως Κεντρική Αρχή, Β) μέσω των καναλιών της Interpol και Γ) μέσω του συστήματος SIS το οποίο δεν έχει τεθεί ακόμα σε λειτουργία στην Κύπρο. Στη συνέχεια αφού παραληφθεί το ΕΕΣ από την Αστυνομία, (στην περίπτωση που πρώτος αποδέκτης του ΕΕΣ είναι η Αστυνομία) τότε αν είναι γνωστή η διεύθυνση που πιστεύεται ότι διαμένει ο Εκζητούμενος, το ΕΕΣ αποστέλλεται στο αντίστοιχο Επαρχιακό ΤΑΕ, για να γίνουν ενέργειες για εντοπισμό του Εκζητούμενου. Αν παραλήπτης είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τότε το ΕΕΣ αποστέλλεται στην Αστυνομία για να προβούν στον εντοπισμό και σύλληψη του Εκζητούμενου. Στην παρούσα διαδικασία ανέφερε ότι το ΕΕΣ, αποστάληκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης μέσω των καναλιών της Interpol. Ήταν η θέση του κύριου Καούλλα, ότι μόλις παραληφθεί ένα ΕΕΣ, εφόσον η Αρχή που το παραλαμβάνει γνωρίζει πού βρίσκεται ο Εκζητούμενος, το ΕΕΣ πρέπει να εκτελείται άμεσα. Ο κύριος Χίντικος συμφώνησε ότι πρέπει όντως να εκτελείται άμεσα, εκτός αν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να εκτελεστεί άμεσα. Στην παρούσα περίπτωση όπως ανέφερε, λόγω του ότι ο Εκζητούμενος αντιμετώπιζε ποινικές διαδικασίες στην Κύπρο, δόθηκαν οδηγίες όπως μην εκτελεστεί το ΕΕΣ στο συγκεκριμένο στάδιο (δηλαδή τον Οκτώβριο του 2020), μέχρι την ολοκλήρωση των ποινικών υποθέσεων που αντιμετώπιζε ο Εκζητούμενος. Όταν ρωτήθηκε τι ήταν αυτό που άλλαξε έτσι ώστε να αποφασιστεί εν τέλει η εκτέλεση του ΕΕΣ, ο ΜΚΑ2 ανέφερε ότι ήταν η ολοκλήρωση της Ποινικής Υπόθεσης 239/20 ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Όπως ανέφερε, σε περίπτωση που το Δικαστήριο στην παρούσα αίτηση διατάξει την έκδοση του Εκζητούμενου, πρόθεση της Κεντρικής Αρχής είναι να ζητήσει την αναστολή της παράδοσης του Εκζητούμενου μέχρι την έκτιση της ποινής του στις Κεντρικές Φυλακές, δυνάμει της απόφασης του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας 19517/
  10. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του κύριου Χίντικου, οι διάδικοι δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, ότι στα πλαίσια διερεύνησης της Ποινικής Υπόθεσης 19517/19, εκδόθηκε από το Ε.Δ Λευκωσίας ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 06/12/2018 εναντίον του Εκζητούμενου, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
  11. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 10 επιστολή ημερομηνίας 18/05/2021 από το δικηγορικό γραφείο Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης εκ μέρους του Εκζητούμενου, με την οποίαν ο Εκζητούμενος ζητούσε να εκτίσει την ποινή που του είχε επιβληθεί στη Σλοβακία, στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενόψει του ότι έχει στενούς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Ως Τεκμήριο 11 κατατέθηκε η απάντηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ημερομηνίας 24/05/
  12. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΚΑ2, οι δύο πλευρές ανέφεραν τα πιο κάτω ως παραδεκτά γεγονότα. Ο Εκζητούμενος είναι 42 ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σλοβακία, φοίτησε για 10 χρόνια σε σχολείο στη χώρα του και στη συνέχεια εργάστηκε για 10 χρόνια στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα ασχολείτο επαγγελματικά με την πυγμαχία. Το 2014 ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί μετά από συνεργασία που είχε με τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Πυγμαχίας. Εργαζόταν ως προπονητής, λειτουργώντας δύο σχολές. Διατηρεί σχέση με τη σύζυγό του, με την οποία έχει ένα παιδί 9 ετών. Ο γάμος τους τελέστηκε στις 14/02/2020 κατά τη διάρκεια της κράτησης του Εκζητούμενου. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός, ότι το παιδί του Εκζητούμενου, XXXXX με ημερομηνία γέννησης XXXXX /2012, φοιτά στο Δημοτικό Σχολείο Δασούπολης. ΜΚΑ3 Τρίτος εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής, κατάθεσε ο Λοχίας XXXXX XXXXX Μουστάκας, στο εξής ο ΜΚΑ
  13. Σε ερώτηση κατά πόσον είχε γνώση ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Εκζητούμενου, ανέφερε ότι ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας, σε υπόθεση στην οποία διερευνούσαν απόπειρα φόνου και στην οποία εμπλέκετο μεταξύ άλλων και ο Εκζητούμενος. Ο ΜΚΑ3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 9, ως τον όρκο που είχε δοθεί προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Εκζητούμενου, καθώς επίσης και πιστοποίηση του ιδίου του μάρτυρα για τη σύλληψη που ακολούθησε στις 28/07/
  14. Η σύλληψη έγινε παρά το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Όπως ανέφερε, στα πλαίσια διερεύνησης απόπειρας φόνου που έλαβε χώρα στις 26/11/2018, είχε εξασφαλιστεί μαρτυρία εναντίον προσώπου με τα στοιχεία XXXXX Balazovjech. Κατά τη διάρκεια διερεύνησης, προέκυψε ότι τα πραγματικά στοιχεία του εν λόγω ατόμου για το οποίο είχε εκδοθεί το αρχικό ένταλμα σύλληψης στις 29/11/2018, ήταν XXXXX Dydi, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από τις εξετάσεις που έγιναν και από τις απαντήσεις που είχαν ληφθεί από την Interpol. Συνεπώς, μόλις έγιναν γνωστά τα πραγματικά στοιχεία του υπόπτου, η Αστυνομία αιτήθηκε και εξασφάλισε νέο ένταλμα σύλληψης στις 06/12/
  15. Στη συνέχεια ανέφερε ότι, κατά την προσπάθεια εκτέλεσης του εντάλματος, διεφάνη ότι ο Εκζητούμενος για την παρούσα υπόθεση, είχε διαφύγει τότε στα κατεχόμενα όπου συνελήφθη στις 21/01/2019 και καταδικάστηκε στο ψευδοκράτος για το αδίκημα της «παράνομης εισόδου». Ακολούθως, παραδόθηκε στις Αρχές της Δημοκρατίας μέσω της Δικοινοτικής Επιτροπής για την Εγκληματικότητα, στις 28/07/
  16. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, ο Εκζητούμενος είχε έρθει στην Κύπρο περί το 2014 ή 2015 χρησιμοποιώντας ψεύτικα στοιχεία στο όνομα XXXXX Balazovjech. Περί τον Μάρτιο του 2016 (δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ακριβή ημερομηνία), στον Εκζητούμενο είχε γίνει έλεγχος από μέλος της Αστυνομίας και δήλωσε ως όνομα το XXXXX Balazovjech. Περαιτέρω, όπως γνωρίζει, διέμενε στην Κύπρο και είχε δεσμό με κάποια γυναίκα με το όνομα «XXXXX», με την οποία πιστεύει ότι συμβίωναν στην XXXXX 20 διαμέρισμα XXXXX. Η υπηκοότητα της εν λόγω κυρίας είναι σλοβακική. Επίσης, ο Εκζητούμενος απέκτησε μαζί με την ως άνω συμβία του, ένα αγόρι, του οποίου δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την ηλικία, πέραν του ότι εξ 'όσων ήταν σε θέση να θυμάται ήταν 8 με 9 χρονών και το όνομά του ήταν XXXXX. Μάρτυρας για τον Εκζητούμενο Στη συνέχεια, η πλευρά του Εκζητούμενου κάλεσε για υποστήριξη των θέσεών της, τον κύριο XXXXX Σταύρου (στο εξής ΜΕ). Ο ΜΕ, ανέφερε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα και όπως ανέφερε είναι «Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Πυγμαχίας της Κύπρου». Αναγνώρισε τον Εκζητούμενο στην αίθουσα του Δικαστηρίου ως τον XXXXX Dydi. Όπως ανέφερε, γνώρισε τον Εκζητούμενο περί το 2013 προς 2014, μέσω κοινών τους φίλων που ασχολούνται με την πυγμαχία. Έκτοτε, λόγω του ότι ο Εκζητούμενος ήταν πασίγνωστος πανευρωπαϊκός και παγκόσμιος πρωταθλητής πυγμαχίας, βρήκε την ευκαιρία και του ζήτησε να αναλάβει την προπόνηση του γιού του. Στη συνέχεια είχαν λάβει μέρος σε πολλές διοργανώσεις και αγώνες μαζί. Με τα χρόνια ανέπτυξαν μια στενή προσωπική και οικογενειακή φιλία. Οι σύζυγοί τους έγιναν πολύ καλές φίλες και μαζί με άλλους κοινούς φίλους, είχαν συχνές κοινωνικές επαφές. Ο ΜΕ, ανέφερε πως τον γιο του Εκζητούμενου, XXXXX, τον έχει σαν παιδί του. Όπως ανέφερε, αρκετές φορές τον παραλαμβάνει από το Δημοτικό Σχολείο XXXXX όπου φοιτά. Στον γάμο του Εκζητούμενου ήταν κουμπάρος. Ανέφερε ότι η σύζυγος του Εκζητούμενου, εργάζεται στην Κύπρο ως ιδιωτική υπάλληλος. Από κατά ή περί το 2013 με 2014, που ο Εκζητούμενος ζει και διαμένει στην Κύπρο, έχουν πάρα πολλούς κοινούς φίλους. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι αποκλείεται ο Εκζητούμενος να κυκλοφορούσε με οποιοδήποτε άλλο όνομα στην Κύπρο, καθώς ήταν πασίγνωστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Στη συνέχεια, κατά την αντεξέταση, σε ερώτηση αν γνώριζε τον λόγο που ήρθε στην Κύπρο ο Εκζητούμενος, ανέφερε ότι όπως του είχε αναφέρει τότε ο Εκζητούμενος, ήθελε να ανοίξει κάποια σχολή πυγμαχίας στην Κύπρο. Τελικά δεν είχε ανοίξει δική του σχολή αλλά δίδασκε πυγμαχία σε άλλες σχολές. Παραδέχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον ο λόγος που ο Εκζητούμενος κατέφυγε στην Κύπρο ήταν γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα με τον νόμο στη χώρα του. Πριν το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι δύο πλευρές είχαν δηλώσει ως παραδεκτό γεγονός, ότι εναντίον του Εκζητούμνου εκκρεμούν ακόμα δύο ΕΕΣ, για την εκτέλεση των οποίων έχουν καταχωρηθεί οι αιτήσεις 10/21 και 12/21 στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Περαιτέρω, κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήρια 13 και 14, αλληλογραφία της Κεντρικής Αρχής με τις Αρχές του κράτους έκδοσης των ΕΕΣ, με την οποία ζητήθηκαν και λήφθηκαν νομικές εγγυήσεις, ότι μετά την εκδίκαση των υποθέσεων βάση των οποίων εκδόθηκαν τα εντάλματα, ο Εκζητούμενος θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που τυχόν θα απαγγελθεί εναντίον του. Εξετάζοντας τη μαρτυρία υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της συγκεκριμένης διαδικασίας - στα πλαίσια δηλαδή και μόνο υποβοήθησής μου να αποφασίσω κατά πόσο πληρούνται τα αναγκαία εκ του Νόμου και της Νομολογίας ώστε να είναι επιτρεπτή η ικανοποίηση του αιτήματος των Σλοβακικών Αρχών για παράδοση του Εκζητούμενου - καταλήγω ότι όλοι οι μάρτυρες της Κεντρικής αρχής μου έχουν αφήσει θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Το ίδιο ισχύει και για τον κύριο XXXXX Σταύρου (ΜΕ), παρά το γεγονός ότι έχω εντοπίσει κάποιες υπερβολές στη μαρτυρία του (βλ. για παράδειγμα σύγκριση της φήμης του Εκζητούμενου με τη φήμη του πυγμάχου Mike Tyson). Για ότι αφορά την παρούσα διαδικασία, ο συγκεκριμένος μάρτυρας με έχει πείσει ότι πράγματι, ο Εκζητούμενος έχει αναπτύξει σημαντικούς δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία. Εισηγήσεις των μερών Ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσωπεί τον Εκζητούμενο κάλεσε με τη γραπτή του αγόρευση το Δικαστήριο να μην διατάξει την εκτέλεση του υπό εξέταση ΕΕΣ για τους ακόλουθους λόγους:
  17. Το Δικαστήριο θα πρέπει σύμφωνα με τον κ. Καούλλα να αρνηθεί την έκδοση του Εκζητούμενου και να διατάξει στη βάση του άρθρου 14

(1)(ζ) του Ν. 133(Ι)/2004 όπως ο Εκζητούμενος εκτίσει την ποινή του στην Κυπριακή Δημοκρατία. 2. Να απορρίψει την έκδοση του Εκζητούμενου λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του και δη του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, λόγω της καταχρηστικής συμπεριφοράς που επέδειξε η Αστυνομία στην προώθηση της παρούσας αίτησης εκτέλεσης. Ως προς το πρώτο σημείο, παραπέμποντας στις αποφάσεις C-66/08, Kozlowski, C-42/11, João Pedro Lopes Da Silva Jorge, και C-579/15 Poplawski, η πλευρά του Εκζητούμενου ισχυρίστηκε ότι έχει καταδειχτεί ότι ο Εκζητούμενος είναι πρόσωπο που διαμένει μόνιμα στην Κύπρο όπου έχει αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς, σε οικογενειακό, φιλικό και επαγγελματικό επίπεδο και το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την έκτιση της ποινής που του έχει επιβληθεί από το District Court Zilina στην Κύπρο. Ως προς το δεύτερο σημείο, η πλευρά του Εκζητούμενου στηρίζει την επιχειρηματολογία της στον ισχυρισμό ότι η σύλληψη του Εκζητούμενου ήταν παράνομη, με αποτέλεσμα να έχει μολυνθεί η όλη διαδικασία η οποία έχει κατά συνέπεια καταστεί εξ υπαρχής άκυρη. Περαιτέρω, ενόψει σοβαρών και κατάφορων παραβιάσεων των δικαιωμάτων του Εκζητούμενου, υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας. Θα εξετάσω με λεπτομέρεια τα όσα εγείρονται από την πλευρά του Εκζητούμενου στη συνέχεια. Αντίθετες ήταν οι θέσεις της κυρίας Παπακυριακού, η οποία ανέφερε ότι τα στοιχεία που παρατίθενται στο ΕΕΣ, ικανοποιούν τις προσταγές των άρθρων 4 και 12
(1)(β) του Ν. 133(I)/2004. Παραπέμποντας στην Hadwen James ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, 17/7/2014, ανέφερε ότι δεν μπορούν να τεθούν, είτε υπό τον μανδύα της προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είτε άλλως πως, πρόσθετα κριτήρια σ' αυτά που ο νομοθέτης ενσωμάτωσε στην Απόφαση - Πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ. Η κυρία Παπακυριακού ανέφερε επίσης ότι η σύλληψη του Εκζητούμενου ήταν νόμιμη και δεν έχει αποδειχτεί οποιαδήποτε κατάχρηση διαδικασίας. Επικαλέστηκε την Κυριάκου Νικόλας ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1 ΑΑΔ 1546 όπου αναφέρθηκε ότι στο Ν. 133(Ι)/2004δεν υπάρχουν ρητές διατάξεις περί παρόδου χρόνου, αδικαιολόγητης καθυστέρησης και αλλαγής συνθηκών. Ωστόσο παραδέχτηκε ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα ευρύτερα ανθρώπινα δικαιώματα, δηλαδή το κατά πόσον η εκτέλεση ΕΕΣ θα ήταν άδικη και καταπιεστική για τον Εκζητούμενο. Στην υπό εξέταση διαδικασία, η κυρία Παπακυριακού ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καταδειχτεί τέτοια μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του Εκζητούμενου, έτσι ώστε να καθίσταται άδικη και καταπιεστική η εκτέλεση του ΕΕΣ. Προς υποστήριξη των θέσεων της παρέπεμψε επίσης στην Γενικού Εισαγγελέα ν. Μιroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 5/3/2014. Κλείνοντας, ισχυρίστηκε ότι ούτε από την καταχώρηση τριών ξεχωριστών αιτήσεων για εκτέλεση ΕΕΣ προκύπτει οποιαδήποτε κατάχρηση διαδικασίας, καθώς το κάθε ένα από τα τρία ΕΕΣ, αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία. Νομική Πτυχή Σε σειρά αποφάσεών του, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας τόνισε τους βασικούς σκοπούς του Νόμου (Ν.133(Ι)/2004) και τους στόχους της όλης διαδικασίας που καλύπτει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) οι οποίοι συνοψίζονται στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Shini-Mehrabzadeh Said ν. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015 όπου αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του ΄Αρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ητοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου
  1. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/
  2. (Βλ. επίσης: Γενικός Εισαγγελέας ν. Προϊός, Πολ. Έφεση Αρ. 230/2019, 3/3/2020, Γεωργίου ν. Γενικός Εισαγγελέας, ECLI:CY:AD:2017:A245, Πολ. Έφεση Αρ. 154/2017, 6/7/2017 και Μεσαρίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα , Πολ. Έφεση Αρ. 256/2017, ημερομηνίας 24.10.2017). Στην υπόθεση Hadwen James ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014 ημερ. 17/7/2014, τονίστηκε ότι τα κριτήρια για άρνηση εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, θα πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Ούτε στα άρθρα 3 και 4 της Απόφασης-Πλαίσιο, ούτε στα άρθρα 13 και 14 του Νόμου 133(Ι)/2004 γίνεται οποιαδήποτε ρητή αναφορά ότι ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν λόγο άρνησης. Ο κίνδυνος να τεθούν, είτε υπό τον μανδύα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είτε άλλως πως, πρόσθετα κριτήρια σ' αυτά που ο νομοθέτης ενσωμάτωσε στην Απόφαση-Πλαίσιο και στον Νόμο, θα έχει ως αποτέλεσμα να υπονομευθεί ο απλουστευμένος μηχανισμός παράδοσης εκζητουμένων προσώπων που εισήχθη με την πιο πάνω Απόφαση-Πλαίσιο. Στην απόφαση του ΔΕΕ C-579/15 Poplawski ημερ. 29/6/2017 αναφέρονται τα ακόλουθα: Συναφώς, από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προκύπτει, κατ' αρχάς, ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο θεσπίζει την αρχή σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ΕΕΣ βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της αποφάσεως-πλαισίου. Πλην εξαιρετικών περιστάσεων, οι δικαστικές αρχές εκτελέσεως δεν μπορούν, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, να αρνηθούν την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος παρά μόνον στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις μη εκτελέσεως που προβλέπει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο και η εκτέλεση του ΕΕΣ μπορεί να εξαρτάται μόνον από μία εκ των περιοριστικώς προβλεπομένων στην εν λόγω απόφαση-πλαίσιο προϋποθέσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 80 και 82 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Κατά συνέπεια, ενώ η εκτέλεση του ΕΕΣ αποτελεί τον κανόνα, η άρνηση εκτελέσεως γίνεται αντιληπτή ως εξαίρεση η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Ως έχει προαναφερθεί, ο Εκζητούμενος κάλεσε μέσω του συνηγόρου του το Δικαστήριο, στη βάση του άρθρου 14
(1)(ζ) του Νόμου 133(Ι)/2004, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος και να διατάξει όπως ο Εκζητούμενος εκτίσει την ποινή που του έχει επιβληθεί από το District Court Zilina στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό άρθρο του Ν. 133(I)/2004: 14.-
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος είναι ημεδαπός ή κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου καθίσταται σαφές ότι, για να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι ο Εκζητούμενος να είναι ημεδαπός ή να κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο∙ και η δεύτερη, η Κυπριακή Δημοκρατία να αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Πρώτη προϋπόθεση - ο Εκζητούμενος να είναι ημεδαπός ή να κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο Ξεκινώντας με την πρώτη προϋπόθεση, είναι παραδεκτό ότι ο Εκζητούμενος δεν είναι ημεδαπός. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί αν είναι πρόσωπο που κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο. Στην απόφαση του ΔΕΕ C-66/08 Kozlowski ημερ. 17/72008 λέχθηκαν τα ακόλουθα: Το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι: - ένας εκζητούμενος είναι «κάτοικος» του κράτους μέλους εκτέλεσης εφόσον έχει εκεί την πραγματική κατοικία του και «διαμένει» σε αυτό εφόσον, μετά από σταθερή παραμονή ορισμένης διάρκειας στο εν λόγω κράτος μέλος, δημιούργησε δεσμούς παρόμοιους προς εκείνους που δημιουργεί ένας κάτοικος· - για να διαπιστωθεί αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση υφίστανται μεταξύ του εκζητουμένου και του κράτους μέλους εκτέλεσης δεσμοί που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό «διαμένει» στο εν λόγω κράτος κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 6, η δικαστική αρχή εκτέλεσης απαιτείται να προβεί σε συνολική εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του προσώπου αυτού, στα οποία καταλέγονται, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η φύση και οι συνθήκες παραμονής του εκζητουμένου, καθώς και οι οικογενειακοί και οικονομικοί δεσμοί του με το κράτος μέλος εκτέλεσης. Ως προς την προϋπόθεση αυτή, ενόψει των παραδεχτών γεγονότων που έχουν δηλωθεί σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Εκζητούμενου, και υπό το πρίσμα της καθοδήγησης που δίδεται στις πιο άνω αποφάσεις, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο Εκζητούμενος πληροί την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 14
(1)(ζ), ήτοι δηλαδή να κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο. Προς επίρρωση των ανωτέρω, συνεπικουρεί και η μαρτυρία του ΜΕ κύριου Σταύρου, την οποία επί του προκειμένου σημείου έχω κάνει αποδεκτή. Προσέτι, δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι στα πλαίσια εκδίκασης των αιτήσεων εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης του Ε.Δ. Λευκωσίας 10/21 και 12/21, η Κεντρική Αρχή ζήτησε στη βάση του άρθρου 15
(2)του Ν. 133(Ι)/2004[1], όπως σε περίπτωση καταδίκης του Εκζητούμενου στη Σλοβακία για τα αδικήματα που αφορούν τα εν λόγω ΕΕΣ, ο Εκζητούμενος να διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εκτίσει οποιανδήποτε ποινή φυλάκισης του επιβληθεί από το Δικαστήριο της Σλοβακίας, δεδομένου ότι αυτός κατοικεί στην Κύπρο από το 2013 (βλ. Τεκμήρια 13 και 14, που είχαν κατατεθεί εκ συμφώνου στην παρούσα διαδικασία). Ουσιαστικά και η Κεντρική Αρχή αποδέχεται με τον τρόπο αυτό, ότι ο Εκζητούμενος είναι πρόσωπο που κατοικεί ή διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δεύτερη προϋπόθεση - Να αναλαμβάνει η Κυπριακή Δημοκρατία την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους Στρεφόμενος στη δεύτερη προϋπόθεση, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιαδήποτε τέτοια ανάληψη υποχρέωσης από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο κύριος Καούλλας ισχυρίστηκε ότι το παρόν Δικαστήριο, έχει εξουσία να αναλάβει εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας τη συγκεκριμένη υποχρέωση. Το θέμα αυτό εξετάστηκε στην Αντωνίου v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση Αρ.116/2016, ημερ. 8/7/2016 όπου αναφέρθηκε ότι: Θα εξετάσουμε καταρχάς τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος αφορά στα άρθρα 13(ε) και 14
(1)(ζ) του Νόμου, τα οποία προνοούν ότι, αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός (άρθρο 13(ε)) ή κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο (άρθρο 14
(1)(ζ)) και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλάβει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, τότε η Δικαστική Αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, στην περίπτωση του άρθρου 13(ε), ή δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος, στην περίπτωση του άρθρου 14
(1)(ζ). Στην προκείμενη περίπτωση υπενθυμίζομε ότι ο ίδιος ο εκζητούμενος-εφεσείων απευθύνθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ζητώντας του να αναλάβει η Κυπριακή Δημοκρατία την υποχρέωση εκτέλεσης της ποινής του, σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ενεργώντας μέσω του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, έδωσε αρνητική απάντηση χωρίς να αιτιολογήσει την άρνηση. Αφού εξετάσαμε τα ενώπιον μας στοιχεία κρίνομε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε τον Υπουργό Δικαιοσύνης ως το αρμόδιο όργανο για να επιληφθεί του αιτήματος του εφεσείοντος και να απαντήσει εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ως Κεντρική Αρχή για σκοπούς του Νόμου «επικουρεί» τις αρμόδιες Αρχές Έκδοσης και Εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου. Επιπρόσθετα, το Άρθρο 58 του Συντάγματος προνοεί ότι έκαστος Υπουργός προίσταται του Υπουργείου του και έχει την εξουσία της εκτέλεσης των Νόμων των σχετικών προς τις αρμοδιότητες του Υπουργείου του και τη διοίκηση των ζητημάτων και υποθέσεων που εμπίπτουν, κατά τα γενικώς κρατούντα, εις την αρμοδιότητα του Υπουργείου του.» Καθίσταται σαφές από το πιο πάνω απόσπασμα, ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία, συνεπώς, στην απουσία ανάληψης υποχρέωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ στηριζόμενο στο άρθρο 14
(1)(ζ) του Ν. 133(Ι)/2004. Παράνομη σύλληψη Ως έχει προαναφερθεί, ήταν η θέση της πλευράς του Εκζητούμενου, ότι η σύλληψή του ήταν παράνομη, κάτι που μόλυνε την όλη διαδικασία καθιστώντας την εξ υπαρχής άκυρη. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)(α) του Ν. 133(Ι)/2004, η σύλληψη του Εκζητούμενου έπρεπε να προηγηθεί της καταχώρησης της αίτησης ενώ στην ουσία έγινε το αντίθετο. Παραθέτω πιο κάτω το λεκτικό του άρθρου 17
(1)(α) του Ν. 133(Ι)/2004: «17. (α) Όταν ο εκζητούμενος συλλαμβάνεται βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, οδηγείται το συντομότερο δυνατόν και εν πάση περιπτώσει εντός 24 ωρών σε αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστή. Ο Επαρχιακός Δικαστής, αφού ικανοποιηθεί για την ταυτότητά του, τον ενημερώνει για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου και διερμηνέα καθώς και για τη δυνατότητα που παρέχεται να συγκατατεθεί στην παράδοσή του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.» Πριν προχωρήσω με εξέταση του ως άνω ισχυρισμού, σημειώνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το ΕΕΣ έχει εκδοθεί νομότυπα από τη χώρα έκδοσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚΑ2, κου Χίντικου, ενόσω δεν έχει ληφθεί αντίθετη ενημέρωση από τη χώρα έκδοσης, το ΕΕΣ εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Θα συμφωνήσω ότι το τεκμήριο της συνέχειας[2] συνηγορεί προς την κατεύθυνση ότι το ΕΕΣ όντως εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Συνακόλουθα, αδυνατώ να κατανοήσω πώς η σύλληψη του Εκζητούμενου μπορεί να θεωρηθεί παράνομη, εφόσον έγινε κατόπιν νομίμως εκδοθέντος ΕΕΣ. Το άρθρο 17
(1)(α) δεν αναφέρει ότι χρονικά είναι απαραίτητο να προηγηθεί η σύλληψη της καταχώρησης της αίτησης για εκτέλεση του ΕΕΣ. Για την ακρίβεια, το άρθρο 17
(1)(α) δεν προνοεί οτιδήποτε για καταχώρηση αίτησης εκτέλεσης, ενέργεια που εντάσσεται προφανώς στο δεύτερο σκέλος του άρθρου, το οποίο αναφέρει ότι ο Εκζητούμενος οδηγείται το συντομότερο δυνατόν και εν πάση περιπτώσει εντός 24 ωρών σε αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστή. Προφανώς, για να οδηγηθεί ο συλληφθείς ενώπιον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστή, θα πρέπει να καταχωρηθεί σχετική αίτηση στο Πρωτοκολλητείο. Το όλο θέμα της καταχώρησης της αίτησης είναι απλά διαδικαστικό και το χρονικό σημείο που έλαβε χώρα δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Εκζητούμενου. Συνεπώς, δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της σύλληψης. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την προσαγωγή του από τις Κεντρικές Φυλακές στο Επαρχιακό Δικαστήριο πριν από τη σύλληψή του, και το κατά πόσον ο Εκζητούμενος είχε ενημερωθεί προηγουμένως για τους λόγους που οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, είναι θέματα άσχετα με την παρούσα διαδικασία. Αυτό που έχει σημασία, είναι το γεγονός ότι, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί, η σύλληψη του Εκζητούμενου ήταν νόμιμη. Οι υποθέσεις στις οποίες αναφέρεται ο κ. Καούλλας προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του δεν βρίσκουν έρεισμα στην παρούσα υπόθεση, εφόσον δεν έχει καταδεχτεί η ύπαρξη οποιασδήποτε παραβίασης δικαιωμάτων του Εκζητούμενου από τον τρόπο που ενέργησε η αστυνομία και η Κεντρική Αρχή. Κατάχρηση διαδικασίας - Καθυστέρηση Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην Ποιν. Έφεση. 348/18 Δημοκρατίας v Ηλιάδη, ημερ. 31.5.2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φώς των συγκεκριμένων γεγονότων (βλ. Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Στην Κυριάκου v. Γενικός Εισαγγελέας
(2013)1 ΑΑΔ 1546 αναφέρθηκε ότι στον Ν. 133(Ι)/2004 δεν υπάρχει κάποια πρόνοια για παραβίαση δικαιώματος δίκης εντός ευλόγου χρόνου ή κάποια κύρωση ή συνέπεια σε περίπτωση καθυστέρησης των διωκτικών αρχών της αιτήτριας χώρας να προωθήσουν το αίτημά τους. Στην Spiriev v. Γενικός Εισαγγελέας ECLI:CY:AD:2014:A313, Π.Ε. 100/14, ημερ. 13/5/2014, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσον τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει. Η πλευρά του Εζητούμενου, ισχυρίστηκε ότι προκύπτει κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της καθυστέρησης στην προώθηση της εκτέλεσης του ΕΕΣ από πλευράς Κεντρικής Αρχής. Σχετική επί του θέματος είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου Iordache ν. Γενικός Εισαγγελέας, ECLI:CY:AD:2020:A114, Πολ. Έφεση Αρ. 430/2019, 7/4/
  1. Στην υπόθεση αυτή το 3rd District Bucharest Law Court της Ρουμανίας εξέδωσε στις 28.4.2016 εναντίον της εκζητουμένης ΕΕΣ για τη σύλληψη και παράδοσή της, με στόχο την εκτέλεση ποινών φυλάκισης που της επιβλήθηκαν στην υπόθεση 863/11.11.2015 που εκδόθηκε στο φάκελο υπ΄ αριθμό 15295/301/2015, η οποία επικυρώθηκε από το Court of Appeal - Bucharest - Penal Division I, υπό στοιχεία αναφοράς 515/Α/24.3.
  2. Το εν λόγω ΕΕΣ διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές στις 11.5.2016 και η εκζητούμενη συνελήφθη τελικά στις 17.9.
  3. Η εκζητούμενη δεν συγκατατέθηκε στην παράδοσή της και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η εκζητούμενη ήταν κατηγορούμενη στην υπόθεση XXXXX/2016 που εκδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, στην οποία κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, την οποία εξέτιε κατά την απαγγελία της υπό αναφορά απόφασης του Ανωτάτου, και αυτός ήταν ο λόγος που το ΕΕΣ δεν είχε εκτελεστεί νωρίτερα. Περαιτέρω, αντιμετώπιζε και την ποινική υπόθεση XXXXX/2016 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του και αφού απέρριψε όλες τις αιτιάσεις που εγέρθηκαν από τον συνήγορο της εκζητουμένης, διέταξε την εκτέλεση του ΕΕΣ. Ανέβαλε, όμως, την παράδοσή της στις Αρχές της Ρουμανίας μέχρι αυτή να εκτίσει την ποινή που της έχει επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας και την αποπεράτωση της ποινικής υπόθεσης 19123/2016 και, σε περίπτωση καταδίκης και επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, μέχρι την έκτιση τέτοιας ποινής. Επί του συγκεκριμένου θέματος το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Με το δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται πως λανθασμένα δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι Αρχές της Δημοκρατίας είχαν για περισσότερο από 3,5 χρόνια το ΕΕΣ στα συρτάρια τους και από μόνοι τους αποφάσισαν πως, εφόσον ήταν υπόδικη, να την αφήσουν να δικαστεί και μετά να προχωρήσουν στην εκτέλεση του ΕΕΣ. Αυτό, σύμφωνα με την εισήγηση, παραβίασε το δικαίωμα της εφεσείουσας να γνωρίζει έγκαιρα για την ύπαρξη του ΕΕΣ και να αποφασίσει η ίδια πώς να χειριστεί το θέμα, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία ότι το ΕΕΣ διαβιβάστηκε στην Κύπρο στις 11.5.2016 και εκτελέστηκε το Σεπτέμβριο του
  4. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που δόθηκαν από τον Μ1, ο λόγος ήταν ότι εκκρεμούσε εναντίον της εκζητουμένης ποινική διαδικασία στην Κύπρο και ανέμεναν τη συμπλήρωση της υπόθεσης προτού προωθηθεί η εκτέλεση του ΕΕΣ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας την ισχυριζόμενη παραβίαση, ανέφερε τα ακόλουθα: "Είναι κοινώς αποδεχτό ότι το ΕΕΣ διαβιβάστηκε στην Κύπρο στις 11.5.2016 και ότι προωθήθηκε για εκτέλεση με την παρούσα διαδικασία τον Σεπτέμβριο
  5. Ο κ. Πρ. Χίντικος εξήγησε τους λόγους για τους οποίους λήφθηκε αυτή η απόφαση, τους οποίους το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει. Δεν έχω διαπιστώσει νομολογία που να εισηγείται ότι καθυστέρηση στην προώθηση της εκτέλεσης ενός ΕΕΣ υπό περιστάσεις όπως της παρούσας υπόθεσης συνιστούν λόγο ικανό να αρνηθεί το Δικαστήριο την εκτέλεση του. Εάν οποιαδήποτε ενέργεια, των Κυπριακών αρχών ή των αρχών στη Ρουμανία, είχε ως αποτέλεσμα «κατάφορη παρανομία και καταπάτηση των δικαιωμάτων» εκζητούμενου προσώπου, είναι κάτι που μπορεί να αποφασιστεί μόνο με συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία να οδηγεί και να τεκμηριώνει εάν τέτοιο συμπέρασμα. Μαρτυρία αυτής της φύσης δεν έχει παρουσιαστεί. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχτώ τη συγκεκριμένη θέση." Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή και δεν υπάρχει πεδίο παρέμβασής μας. Δεν τέθηκε από την εκζητούμενη οποιοδήποτε στοιχείο που να υποδηλοί ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του εντάλματος, κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, θα είναι καταπιεστική. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Ν.133(Ι)/2004για παραβίαση δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου ή κάποια κύρωση ή συνέπεια σε περίπτωση καθυστέρησης προώθησης του αιτήματος ως προς αυτό το ζήτημα (βλ. Κυριάκου
(2013)1 ΑΑΔ 1546). Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω απόφαση, της οποίας τα γεγονότα προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με την παρούσα, κρίνω ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του ΕΕΣ στην υπό εξέταση διαδικασία δεν μπορεί να εμποδίσει τη διαταγή εκτέλεσης του ΕΕΣ. Εξάλλου κρίνω ως πειστικούς τους λόγους που αναφέρθηκαν από τον κ. Χίντικο ως προς την επιλογή μη ενεργοποίησης της διαδικασίας εκτέλεσης του ΕΕΣ νωρίτερα. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Καταχώρηση τριών ξεχωριστών διαδικασιών για εκτέλεση τριών ξεχωριστών ΕΕΣ Κατά την συμπληρωματική προφορική του αγόρευση, ο κ. Καούλλας ανέφερε ως επιπλέον λόγο για απόρριψη του αιτήματος για εκτέλεση του ΕΕΣ, το γεγονός ότι ταυτόχρονα με την παρούσα διαδικασία, έχουν καταχωρηθεί και οι αιτήσεις 10/21 και 12/21, με σκοπό την εκτέλεση δύο άλλων ΕΕΣ που είχαν εκδοθεί από τις Αρχές της Σλοβακίας εναντίον του Εκζητούμενου. Στηριζόμενος στην Ποιν. Έφεση. 348/18 Δημοκρατίας v Ηλιάδη, ημερ. 31.5.2019, ήταν η θέση του, ότι το γεγονός αυτό συνιστά κατάχρηση και καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Αντίθετη και επί του σημείου αυτού ήταν η θέση της κυρίας Παπακυριακού, η οποία ανέφερε ότι δεν έχει αποδειχτεί οποιαδήποτε κατάχρηση διαδικασίας. Είναι γεγονός ότι η χρήση διαφορετικών ενδίκων μέσων για επιδίωξη του ιδίου σκοπού συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και καταστρατήγηση της καλής πίστης (βλ. Beogradska D.D
(1996)1 ΑΑΔ 911 και Αγ. Ναυτ. 4/2019, N7d Entertainment Ltd v. 1. Του Σκάφους "Nikolaos" κ.α. ημερ. 17/7/2019). Στην υπόθεση Ηλιάδης που αναφέρθηκε ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά την οποία κρίθηκε ότι υπήρξε κατάχρηση διαδικασίας με την προώθηση και καταχώρηση τριών χωριστών υποθέσεων, ενώ το αντικείμενό τους ήταν ουσιωδώς το ίδιο. Θα συμφωνήσω με την κυρία Παπακυριακού, ότι κάθε ΕΕΣ αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία. Στην παρούσα διαδικασία, η Κεντρική Αρχή επιδιώκει την εκτέλεση του συγκεκριμένου ΕΕΣ που βρίσκεται ενώπιον μου. Στις αιτήσεις 10/20 και 12/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας, εξετάζεται η εκτέλεση άλλων ΕΕΣ που δεν σχετίζονται με την παρούσα διαδικασία. Το γεγονός ότι ο Εκζητούμενος είναι και στις τρεις διαδικασίες το ίδιο πρόσωπο, είναι αδιάφορο. Κατάχρηση διαδικασίας θα υφίστατο αν υπήρχαν σε εξέλιξη ταυτόχρονα δύο (ή περισσότερες) διαδικασίες για επίτευξη του ίδιου σκοπού, δηλαδή την εκτέλεση του συγκριμένου ΕΕΣ που βρίσκεται ενώπιόν μου στην παρούσα διαδικασία. Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Κατάληξη Κατά τα λοιπά, έχω εξετάσει το περιεχόμενο του ΕΕΣ υπό το φως των προνοιών των άρθρων 4 και 12 του Ν. 133(Ι)/2004, και έχοντας υπόψη ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μου οτιδήποτε που να αποτελεί λόγο για μη εκτέλεσή του σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του εν λόγω νόμου, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για εκτέλεσή του. Ως εκ των ανωτέρω, διατάσσω την εκτέλεση του υπό αναφορά ΕΕΣ. Στη βάση του άρθρου 30
(1)του Ν. 133(Ι)/2004[3], διατάσσω την αναβολή της παράδοσης του Εκζητούμενου, μέχρι: Α) να εκτίσει την ποινή που του έχει επιβληθεί από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση 19517/19, ή Β) σε περίπτωση που, το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης 155/21 διατάξει ακύρωση της καταδίκης ή διαφοροποίηση της ποινής που του έχει επιβληθεί, μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία ακύρωσης ή έκτισης της τελικής ποινής που θα επιβληθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ακολούθως, διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 29
(1)του Νόμου. Ο Εκζητούμενος στο μεταξύ να παραμείνει υπό κράτηση. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής εντέλλεται να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση στο Κυπριακό Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης και στη Δικαστική Αρχή έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δυνάμει του άρθρου 28 του Νόμου. ............ (Υπ.) Ανδρέας Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 15
(2)του Ν. 133(Ι)/2004
(2)Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός ή κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. [2] Nanoka Limited ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 471: η απόδειξη της ύπαρξης μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη ημερομηνία παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη των ίδιων πραγμάτων συνεχίστηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο που εξετάζει το Δικαστήριο. [3] 30.
(1)Η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου, ώστε να διωχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στη Κυπριακή Δημοκρατία καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.