← Κύπρος

DARIMPEX LIMITED ν. Τάππα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1046/20, 26/1/2022

DARIMPEX LIMITED ν. Τάππα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1046/20, 26/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1046/20 Μεταξύ: DARIMPEX LIMITED Ενάγουσα και

  1. *** Τάππα
  2. *** Βαρνάβα Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 13.10.20 υπό Ενάγουσας για Ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για Ενάγουσα: κ. Η. Κυριακίδης για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη 1: κ. Μ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2: κ. Σ. Αργυρού για Σωτήρης Αργυρού & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. ----------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα επενδυτική εταιρεία με την ως άνω αίτησή της αιτείται την έκδοση σειράς διαταγμάτων με τα οποία: Α. Να απαγορεύεται στην Εναγόμενο 2 να αποξενώσει 22 ακίνητά του. Β. Να απαγορεύεται στον Εναγόμενη 1 να αποξενώσει περιουσία ή καταθέσεις ύψους €1.293.875,
  3. Γ. Να διαταχθεί η Εναγόμενη 1 όπως συγκατατεθεί στον διορισμό νέου αρχιτέκτονα προς αντικατάσταση της ιδίας. Δ. Να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 να αποξενώσει καταθέσεις του αρχιτεκτονικού της γραφείου ύψους €1.293.875,
  4. Ε. Να διαταχθεί η Εναγόμενη 1 να αποκαλύψει ενόρκως το σύνολο της περιουσίας της. ΣΤ. Να διαταχθεί η Εναγόμενη 1 να αποκαλύψει το σύνολο της περιουσίας του αρχιτεκτονικού της γραφείου. Μαρτυρία Στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωσή του ο διευθυντής της Ενάγουσας κ. Peykov αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: - Στις 10.5.19 βάσει σύμβασης η Ενάγουσα ανέθεσε σε εργοληπτική εταιρεία τη μετατροπή κτηρίου σε ξενοδοχείο. Μελετητής ανέλαβε δυνάμει προσφοράς η Εναγομένη 1 έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ύψους €147.
  5. - Περί τον Σεπτέμβριο του 2018 και κατ' απαίτησιν της Εναγομένης 1 υπεγράφη δεύτερη συμφωνία για ποσό €95.500 συν ΦΠΑ και το υπόλοιπο μέχρι την αρχική αμοιβή δόθηκε σε μετρητά. - Η Εναγομένη 1 παράλληλα συναλλασσόταν μέσω της εταιρείας Αρχιτεκτονικό Γραφείο Κάτια Τάππα & Συνεργάτες Λτδ, η οποία στις 13.8.19 μετονομάστηκε σε «ΕΠΕ» (αντί «Λτδ»). Προηγουμένως δεν νομιμοποιείτο να εγγραφεί ως εταιρεία μελετητών στο ΕΤΕΚ. Για αυτό η Ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της μόνο υπό την προσωπική της ιδιότητα και χρησιμοποιούσε την εταιρεία για σκοπούς έκδοσης τιμολογίων. - Μεταξύ των συνεργατών της Εναγομένης 1 ήταν και ο Εναγόμενος 2 αδειούχος πολιτικός μηχανικός, ο οποίος ανέλαβε τη μελέτη και αντισεισμική αναβάθμιση του κτηρίου, στα πλαίσια της οποίας πρότεινε την ενίσχυση με μεταλλικά υποστυλώματα. (Τεκμήρια 6 και 7). - Ενόψει προβληματισμών του εργολάβου για την επάρκεια των υποστυλωμάτων η Ενάγουσα προέβη σε άλλη μελέτη από την οποία διεπιστώθη ότι η μελέτη του Εναγομένου 2 δεν ήταν σύμφωνη με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς αλλά περιείχε ελλείψεις και ανακρίβειες, με αποτέλεσμα το κτήριο να κρίνεται ακατάλληλο και επικίνδυνο. Για αυτό με οδηγίες της Ενάγουσας άλλος πολιτικός μηχανικός ετοίμασε νέα μελέτη ημερομηνίας 10.11.19 (Τεκμήριο 9). - Με επιστολή των συνηγόρων της ημερομηνίας 13.12.19 η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους για τις απαιτήσεις της για ζημιές εξαιτίας της λανθασμένης αντισεισμικής μελέτης ενώ με δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 16.12.19 τους ενημέρωσε ότι θα άρχιζαν οι εργασίες επιδιόρθωσης και αντικατάστασης των υφιστάμενων ενισχύσεων με άλλες (Τεκμήρια 11 και 12). Σε τηλεφωνική του επικοινωνία ο Εναγόμενος 2 απολογήθηκε για τις ζημιές που προκάλεσε. - Αργότερα όμως, η Εναγόμενη 1 απάντησε γραπτώς στις 23.4.20 υποστηρίζοντας ότι η ίδια δεν ήταν συνεργάτης ούτε εργοδότης του Εναγόμενου 2 (Τεκμήριο 13) ενώ υπήρξε και αλληλογραφία δικηγόρων του Εναγόμενου 2 με την Ενάγουσα (Τεκμήριο 15). Ακολούθησε και άλλη αλληλογραφία με την Εναγόμενη 1 και τους νέους δικηγόρους της (Τεκμήρια 16-19), κατά την οποία η Εναγόμενη 1 ζητούσε σχέδια και έγγραφα για να υποβάλει την αίτηση άδειας οικοδομής. - Από την αλληλογραφία συνάγεται ότι η Εναγόμενη 1 αποκήρυξε τη συμφωνία της με την Ενάγουσα και προέβαλε ανυπόστατους ισχυρισμούς περί εξαναγκασμού της σε παραίτηση και περί δήθεν οφειλόμενων προς αυτήν ποσών, καλώντας όπως εξοφληθούν και όπως μη χρησιμοποιηθούν έγγραφα ή σχέδια που αφορούσαν πνευματικά της δικαιώματα. - Στις 17.5.20 η Ενάγουσα ζήτησε από την Εναγόμενη 1 να παραδώσει τον φάκελο, καθώς και γραπτή συγκατάθεση της για πρόσληψη άλλου αρχιτέκτονα στο έργο, πράγμα το οποίο η δεύτερη αρνήθηκε (Τεκμήριο 20) και το οποίο κατά την Ενάγουσα συνιστά εκβιασμό. Τα τιμολόγια της εταιρείας Κάτια Τάππα & Συνεργάτες Λτδ ύψους €129.365 για τις υπηρεσίες της Εναγομένης 1 είχαν ήδη εξοφληθεί (Τεκμήριο 21). Από αυτά προκύπτει πως η Εναγόμενη 1 χρέωνε και για τις υπηρεσίες του Εναγομένου
  6. - Ταυτόχρονα με την παρούσα αγωγή (19.5.20) η Ενάγουσα καταχώρισε και αίτηση στο ΕΤΕΚ για παραχώρηση άδειας αντικατάστασης αρχιτέκτονα πράγμα που το ΕΤΕΚ απέρριψε στις 10.7.20 (Τεκμήριο 22). - Στις 11.6.20 η Εναγόμενη 1 απέστειλε νέο τιμολόγιο για αμοιβή ύψους €272.059 και ανάλυση αυτού για δήθεν παρασχεθείσες υπηρεσίες (Τεκμήριο 23) το οποίο απερρίφθη από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 24). - Στις 19.6.20 η Εναγόμενη 1 καταχώρισε αίτηση για αναστολή της αγωγής και παραπομπής των επίδικων θεμάτων σε διαιτησία. - Τα έξοδα και η καθυστέρηση που προκάλεσε η λανθασμένη αντισεισμική μελέτη υπερβαίνουν το ποσό του €1.000.000 και ειδικότερα είναι €530.942,11 για εργασίες που «καθαιρέθηκαν» (sic) και €63.577,81 μηνιαίως για άλλα έξοδα από τον Οκτώβριο του 2019, ήτοι συνολικές ζημιές ύψους €1.293.875,80, για τις οποίες η Ενάγουσα διεκδικεί εξασφάλιση (βλ. αιτητικό Β της αίτησης). Ενστάσεις Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ενστάσεις προβάλλοντας η μεν πρώτη 21 λόγους, ο δε δεύτερος 11 λόγους προς απόρριψη της αίτησης. Οι λόγοι αυτοί έχουν ως επίκεντρο τη θέση των Εναγομένων ότι δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων. Ειδικότερη αναφορά σε αυτούς θα γίνει κατωτέρω εάν και όπου χρειάζεται. Ένορκη Δήλωση Εναγομένης 1 Στην 32σέλιδη, υποστηρίζουσα την ένσταση, ένορκη δήλωση της η Εναγομένη 1 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: - Είναι αρχιτέκτονας, μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ. και παράλληλα μέτοχος και διευθύντρια του Αρχιτεκτονικού Γραφείου Κάτια Τάππα και Συνεργάτες ΕΠΕ. - Ο κ. Peykov είχε ζητήσει από την ίδια να ετοιμάσει και μια προκαταρκτική εκτίμηση του κόστους υπηρεσιών άλλων μηχανικών ούτως ώστε εκείνος να γνωρίζει περίπου τα αναγκαία ποσά για τη μελέτη, σχεδιασμό και επίβλεψη του έργου. Αυτή η εκτίμηση της περιελήφθη στην αρχική οικονομική της προσφορά υπό τον τίτλο «εξωτερικές υπηρεσίες» για να καταδειχθεί ότι ήταν υπηρεσίες τις οποίες δεν θα παρείχε στο έργο. Την αρχική προσφορά την υπέβαλε στις 25.6.
  7. - Παράλληλα ο κ. Peykov τής είχε ζητήσει να τού συστήσει κάποιο πολιτικό μηχανικό για να αξιολογήσει τη στατική κατάσταση οπότε η ίδια συνέστησε τον Εναγόμενο 2, με τον οποίο η Ενάγουσα άρχισε συνεργασία χωρίς όμως να το είχε επιδιώξει ή να τον έχει επιβάλει ή να τον έχει διορίσει η ίδια η Εναγομένη
  8. - Την 1.8.18 και αφού η Ενάγουσα εξ ιδίας πρωτοβουλίας ανέθεσε τις εργασίες πολιτικής μηχανικής στον Εναγόμενο 2, αυτός διεβίβασε στην ίδια την Εναγομένη 1 την οικονομική του προσφορά ύψους €12.000, με σκοπό να τη διαβιβάσει στην Ενάγουσα (Τεκμήριο 1), η οποία στην πορεία την απεδέχθη. Όλοι οι υπόλοιποι μηχανικοί επιλέγηκαν από την Ενάγουσα χωρίς εμπλοκή της Εναγομένης 1 για την οποία υπεγράφη στις 11.10.18 η αναθεωρημένη οικονομική προσφορά για €95.500 συν Φ.Π.Α. σε σχέση με τις δικές της υπηρεσίες. Αργότερα υπεγράφησαν και οι σχετικές με την ίδια εξουσιοδοτήσεις (12.12.18-14.11.19, Τεκμήριο 2). Παρόμοιες εξουσιοδοτήσεις υπεγράφησαν και προς τον Εναγόμενο 2, εξ όσων γνωρίζει η ίδια και άρα κατά την ίδια υπήρχε χωριστή συμφωνία. - Για πρακτικούς και τυπικούς λόγους και κατόπιν επιθυμίας της Ενάγουσας όταν εξέδιδε τα τιμολόγια της η Εναγόμενη 1 συμπεριελάμβανε και ποσά σχετικά με τις υπηρεσίες των υπολοίπων μηχανικών, μεταξύ αυτών και του Εναγομένου 2, αφού προηγουμένως αυτοί εξέδιδαν τιμολόγιά επ' ονόματι της δικής της εταιρείας τα οποία και εξοφλούσε αμέσως η εταιρεία, αναμένοντας την πληρωμή από την Ενάγουσα. - Συνολικά και με τον πιο πάνω τρόπο ο Εναγόμενος 2 εξέδωσε τρία τιμολόγια για €11.
  9. Από αυτά η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη 1 το υπόλοιπο των €2.000 βάσει δικού της τιμολογίου ημερ. 9.6.20 (Τεκμήρια 3 και 4). - Ο Εναγόμενος 2 αποχώρησε από το έργο στις 11.11.19 ενώ η ίδια συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της μέχρι και τα μέσα Μαΐου 2020, διότι αρχικά δόθηκε η εικόνα ότι τα παράπονα και απαιτήσεις της Ενάγουσας στρέφοντο μόνον εναντίον του Εναγομένου 2 (Τεκμήρια 6 και 7). Μάλιστα η ίδια στις 18.2.20 παρουσίασε και τα αρχιτεκτονικά σχέδια στην Ενάγουσα. - Απαιτήσεις εναντίον της ίδιας ηγέρθησαν μόνον όταν έγινε αντιληπτό το υποτιθέμενο εύρος της απαίτησης και στη βάση της αντίληψης ότι η ασφάλεια επαγγελματικής ευθύνης του Εναγομένου 2 πιθανόν να μην ήταν αρκετό για κάλυψη ζημιών. - Κατά τη γνώμη της ο τερματισμός παροχής υπηρεσιών εκ μέρους της είναι νόμιμος. Μετά τον τερματισμό απέστειλε τιμολόγιο ημερ. 9.6.20 για €272.059,69 το οποίο δεν έχει πληρωθεί ακόμα (Τεκμήριο 8). Για αυτό το θέμα το Δικαστήριο διέταξε αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και το παρέπεμψε σε διαιτησία. Η Ενάγουσα παράτυπα διόρισε νέο αρχιτέκτονα και για αυτό υπήρξε καταγγελία στο Ε.Τ.Ε.Κ. (Τεκμήριο 9). - Παρότι δέχεται ότι απέστειλε την αρχική προσφορά της, (ήτοι το Τεκμήριο 1α Ενάγουσας), δεν δέχεται ότι υπέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Πιστεύει ότι αυτό έχει χαλκευθεί καθότι τότε (25.6.18) δεν κατείχε σφραγίδα με ένδειξη «ΕΠΕ». Η δε αλλαγή από «Λτδ» σε «ΕΠΕ» έγινε τον Αύγουστο του 2019 και σχετικό είναι το Τεκμήριο 2 της Ενάγουσας. - Η κατ' ισχυρισμόν ζημιά δεν μπορεί να εξακριβωθεί με ένορκη δήλωση του ιδιοκτήτη ο οποίος δεν έχει την απαιτούμενη κατάρτιση. Η ενδεχόμενη ζημιά είναι υπολογίσιμη σε χρήμα. Ένορκη Δήλωση Εναγομένου 2 Στη δική του ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος 2 προέβαλε ότι: - Από το 2017 είχε δημιουργήσει το δικό του γραφείο. - Ανέλαβε τη διενέργεια μελέτης για τη στατικότητα του έργου. - Την πρώτη μελέτη τη συνέταξε στις 18.7.18 κατόπιν επικοινωνίας του με εκπροσώπους της Ενάγουσας και οδηγιών που έλαβε από εκείνους. - Η υπεράσπιση του θα εκτεθεί με πληρότητα στο ανάλογο δικόγραφο και για αυτό δεν προτίθεται να την αποκαλύψει σε αυτό το στάδιο. - Περιορίζεται επί του παρόντος στο ότι δεν δέχεται τις αποδιδόμενες μομφές περί αμελούς εργασίας και λανθασμένων υπολογισμών. Ουδέποτε έλαβε επιστολή πριν από τις 13.12.19 και ουδέποτε παραδέχθηκε τα κατ' ισχυρισμόν σφάλματα του. Αναγκάστηκε να αποχωρήσει επειδή ήταν εμφανώς ανεπιθύμητος από πλευράς Ενάγουσας. - Όλα τα σχέδια, στατικές μελέτες και μελέτη αντισεισμικότητας υπεβλήθησαν δεόντως και εκδόθηκε άδεια οικοδομής χωρίς ένσταση ή όρους από τις αρμόδιες αρχές (Τεκμήριο 1). - Η φερεγγυότητα του φαίνεται από την περιουσία του και από το ότι δεν οφείλει σε οποιονδήποτε, ενώ διαθέτει και ασφαλιστική κάλυψη με όριο ευθύνης το ποσόν των €300.
  10. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου

(1998)1(Β) Α.Α.Δ.598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ.21.3.19). Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ.201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.ά. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ.331/17, ημερ.21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.71/11, ημερ.16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Ισοζύγιο Ευχέρειας Όμως η διαπίστωση συνδρομής των τριών βασικών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτομάτως στην έκδοση ή οριστικοποίηση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Όπως έχει πρόσφατα αναφερθεί στην υπόθεση Κοινοτικού Συμβουλίου χχχ ν. Σούλη, Πολ. Έφ.Ε75/2015, ημερ.7.12.18, μετά τη διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων (του άρθρου 32) το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να προβεί στην έκδοση του διατάγματος και η οποιαδήποτε σχετική απόφαση αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας με αναφορά στα συγκεκριμένα επίδικα γεγονότα. Η εν λόγω εξέταση γίνεται με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, όρος ο οποίος αντανακλά πιο άμεσα στην επίδραση του ενδιάμεσου διατάγματος στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι οι συνέπειες από την έκδοση ή τη μη έκδοση του διατάγματος και η προσοχή εστιάζεται στο να ισοζυγιστεί ο κίνδυνος αδικίας η οποία τυχόν θα προκύψει αν μελλοντικά διαφανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση ήταν εσφαλμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ.788, Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφ.292/10, ημερ.20.1.14). Χαρακτηριστικά, στην πιο πάνω πρόσφατη απόφαση παρατίθεται από τη National Commercial Bank Jamaica v. Olint Corpn
(2009)1 W.L.R. (PC) το ακόλουθο απόσπασμα: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be". Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Εξέταση Προϋποθέσεων Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος λαμβάνεται υπόψιν στην παρούσα υπόθεση η έκθεση απαίτησης που έχει ήδη καταχωριστεί. Είναι προφανές πως εγείρονται ζητήματα υπαναχώρησης από σύμβαση καθώς και επαγγελματικής αμέλειας, οι οποίες συνιστούν αναμφίβολα αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής και για τις οποίες θα δικαιούται σε θεραπεία η Ενάγουσα, εάν εν τέλει επιτύχει. Συνεπώς υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας είναι αυτονόητο ότι αυτή θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τις καταγραφείσες στην έκθεση απαίτησης αιτίες αγωγής για τον κάθε Εναγόμενο. Είναι προφανές πως για τον Εναγόμενο 2 προωθείται βασικά ο ισχυρισμός για επαγγελματική του αμέλεια κατά την ετοιμασία της στατικής μελέτης για την αντισεισμική αναβάθμιση του κτηρίου. Στην έκθεση απαίτησης (§9) παρατίθενται λεπτομέρειες πράξεων και ή παραλείψεων, οι οποίες κατά την Ενάγουσα στοιχειοθετούν τέτοια αμέλεια. Από πλευράς μαρτυρικού υλικού η Ενάγουσα βασίζεται κυρίως στην ετοιμασθείσα από άλλους πολιτικούς μηχανικούς έκθεση ημερ. 10.11.19 (Τεκμήριο 9 της αίτησης). Το ουσιώδες μέρος αυτής έχει αναπαραχθεί στην έκθεση απαίτησης και εν ολίγοις αναφέρεται στο ότι: - Η ανάλυση κτηρίου έγινε με άλλη σεισμική επιτάχυνση αντί της προβλεπόμενης. - Ο συντελεστής γηπέδου δεν συνάδει με τον Ευρωκώδικα 8 αλλά με τον παλαιό ημεδαπό Αντισεισμικό Κανονισμό. - Η χρήση συγκεκριμένου συντελεστή σεισμικής συμπεριφοράς δεν τεκμηριώνεται και δεν υπήρξε έλεγχος για προσδιορισμό της προβλεπόμενης τιμής συντελεστή. - Τα τοιχώματα δεν επαρκούν στη μια εκ των δύο διευθύνσεων και άρα απαιτείται ικανοποιητικός σχεδιασμός των υποστυλωμάτων. - Δεν δίδεται εξήγηση ως προς το γιατί το ποσοστό μάζας κατά την ανάλυση κτηρίου είναι 64% αντί του προβλεπόμενου 90%. - Δεν φαίνεται να έγινε μετάθεση μαζών ή πρόνοια για συμπερίληψη των στρεπτικών δυνάμεων. - Οι απαιτούμενοι διαμήκεις οπλισμοί τοιχωμάτων σε ανελκυστήρα-κλιμακοστάσιο είναι περισσότεροι από τους υφιστάμενους. - Οι συνδετήρες στις ζώνες των δοκών πρέπει να είναι πυκνότεροι αλλά δεν υπάρχει πρόνοια για διατμητική ενίσχυση. - Στα δοκάρια με μεταλλικές βεράντες δεν προστέθηκε ροπή στρέψης. - Λόγω απουσίας αναγκαίων μηχανισμών το κτήριο δεν διαθέτει την απαιτούμενη αντισεισμική αντοχή. - Με τον τρόπο που έγινε η προσθήκη των υποστυλωμάτων αυτά αποτελούν επιβάρυνση αντί βοήθεια για τον στατικό φορέα. - Η στατική μελέτη δεν είναι σύμφωνη με τις εν ισχύι πρόνοιες και απαιτείται να επανασχεδιαστούν όλα τα φέροντα δομικά στοιχεία βάσει των Ευρωκωδίκων 2, 3 και 8. Απέναντι σε όλους τους πιο πάνω εξειδικευμένους επιστημονικούς ισχυρισμούς ο Εναγόμενος 2 αντιπαρέβαλε στα πλαίσια της αίτησης απλά ότι δεν προτίθεται να αποκαλύψει την υπεράσπιση του και περιορίστηκε σε μια γενική διακήρυξη ότι ενήργησε με επαγγελματισμό, σοβαρότητα και συνέπεια ως επαγγελματίας για 40 έτη (§10 ένορκης δήλωσης του). Δεν συνιστά όμως υπερβολή να λεχθεί το εμφανές πως η μη αποκάλυψη στοιχείων υπεράσπισης απέναντι σε συγκεκριμένες αναφορές συναδέλφων του αποκαλύπτει το ορατό της πιθανότητας επιτυχίας σε ό,τι τον αφορά. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1 προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης πως ευθύνεται και η ίδια εκ προστήσεως για τις αμελείς ενέργειες ή παραλείψεις του Εναγομένου 2. Αυτό θα προσπαθήσει η Ενάγουσα να αποδείξει κατά την ακρόαση της ουσίας. Συμφωνώ ότι θα πρέπει να αποδείξει είτε ότι η δράση του Εναγομένου 2 εξουσιοδοτήθηκε ή επικυρώθηκε από την Εναγομένη 1 είτε ότι αυτός έδρασε στα πλαίσια εργοδότησης του από την Εναγόμενη 2 (Ποταμίτης κ.ά. ν. Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ.479). Η Εναγόμενη 2 δέχεται ότι γνώριζε τον Εναγόμενο 1 μέσα από προηγούμενες συνεργασίες τους στα πλαίσια άλλων οικοδομικών έργων. Ο δε Εναγόμενος 2 προσθέτει σε αυτό πως για περίοδο πολλών ετών ήτοι μέχρι και το 2017 συστεγάζοντο με την Εναγομένη
  1. Στην πρώτη της προσφορά η Εναγόμενη 1 στις 25.6.18 συμπεριέλαβε και αμοιβή για πολιτικό μηχανικό αν και προβάλλει ότι τότε το έπραξε χωρίς να γνωρίζει εκείνη τη στιγμή ποιους θα επέλεγε η Ενάγουσα και χωρίς επικοινωνία με τέτοια πρόσωπα. Δέχεται όμως ότι η ίδια είχε συστήσει τον Εναγόμενο 2 στην Ενάγουσα και αυτός δέχεται πως αμέσως μετά, στις 18.7.18 συνέταξε την πρώτη του μελέτη (Τεκμήριο 6 αίτησης). Λίγες μέρες μετά ο Εναγόμενος 2, ήτοι την 1.8.18 διεβίβασε στην Εναγόμενη 1 την λεπτομερή προσφορά του για €12.000 την οποία η Εναγόμενη 1 συμπεριέλαβε στην αναθεωρημένη προσφορά της ημερ. 20.9.18 (Τεκμήριο 1β). Θα έχει τη σημασία του κατά την ακρόαση πως όλες οι πιο πάνω ενέργειες έγιναν μέσω της εταιρείας της Εναγομένης 2 «Αρχιτεκτονικό Γραφείο Κάτια Τάππα και Συνεργάτες Λτδ» (η οποία κατά το 2019 μετονομάστηκε σε «ΕΠΕ» αντί «Λτδ»). Δεκτό είναι ότι ακόμα και οι τιμολογήσεις του Εναγόμενου 2 εγίνοντο προς την πιο πάνω εταιρεία, η οποία τον εξοφλούσε και η οποία συμπεριελάμβανε τις αμοιβές του στα τιμολόγια τα οποία η ίδια εξέδιδε προς την Ενάγουσα. Ας σημειωθεί πως και όλα τα έγγραφα του Εναγομένου 2 φέρονται να έχουν υποβληθεί από τη δική του εταιρεία OptimumCE L.L.C. ενώ και οι χρεώσεις, τιμολογήσεις και πληρωμές φέρονται να έγιναν με εμπλοκή της εν λόγω εταιρείας (Τεκμήρια 6,7 στην αίτηση και Τεκμήρια 1, 3 στην ένσταση της Εναγομένης 1). Η πιο πάνω μαρτυρία όπως την έχει παρουσιάσει η Ενάγουσα τείνει να δείξει πως οι όποιες μεταξύ των Εναγομένων σχέσεις ήταν μεταξύ των εταιρειών και αφορούσαν τις οικονομικές πτυχές της όλης συναλλαγής. Όπως και η Ενάγουσα δέχεται στην ένορκη δήλωση της (§9) ήταν ο Εναγόμενος 2 (προσωπικά) που διορίστηκε πολιτικός μηχανικός του έργου. Οι εξουσιοδοτήσεις εντολέα, δηλαδή της Ενάγουσας προς τους δύο μελετητές Εναγομένους φέρονται να υπεγράφησαν από τις 12.12.18, η δε υπεύθυνη δήλωση των μελετητών φέρεται να υπεγράφη στις 4.3.19 και 6.3.19 (Τεκμήριο 3 αίτησης). Τα έγγραφα αυτά τείνουν να δείξουν πως ανεξαρτήτως οικονομικών ή άλλων συναλλαγών στις οποίες εμπλέκοντο οι εταιρείες (οι οποίες δεν ενάγονται) είχαν διοριστεί δύο φυσικά πρόσωπα ως μελετητές, ήτοι: - Μελετητής Αρχιτεκτονικής Εργασίας η Εναγόμενη 1 - Μελετητής Εργασίας Πολιτικού Μηχανικού ο Εναγόμενος 2 Τα πιο πάνω φαίνεται να συνάδουν με την έκθεση απαίτησης όπου και πάλι αναγράφεται ότι η Εναγόμενη 1 διορίστηκε αρχιτέκτονας μελετητής (§3). Αλλά και σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 στην έκθεση απαίτησης αυτό που καταγράφεται είναι ότι για τις υπηρεσίες εκτός του κλάδου της αρχιτεκτονικής, τις οποίες δεν νομιμοποιείτο να παρέχει η Εναγόμενη 1 προσωπικά, ανέλαβε την ευθύνη επιλογής και ή πρόσληψης και ή κοστολόγησης εξωτερικών συμβούλων (§4) και ότι η Εναγόμενη 1 απέστειλε έντυπα συμπληρωμένα προς υπογραφή για σκοπούς διορισμού τόσο της ίδιας όσο και του Εναγομένου 2 ως μελετητών στο έργο. Σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η διαφορά η οποία θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Το κρίσιμο ερώτημα θα είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος 2 ήταν υπάλληλος της Εναγομένης 1 ή εάν η τελευταία εξουσιοδότησε ή επικύρωσε τις επίμαχες ενέργειες ή παραλείψεις του σε σχέση με τη στατική και αντισεισμική μελέτη. Έχω τη γνώμη πως στη βάση του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού δεν δικαιολογείται η διαπίστωση τώρα ορατού ενδεχομένου να είναι καταφατική στο τέλος η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα. Έστω και αν είχαν παλαιότερη συνεργασία ή είχαν συστεγαστεί ή τον σύστησε ή μέσω των εταιρειών τους διευθέτησαν την αμοιβή, όλες οι ενδείξεις είναι πως ο Εναγόμενος 2 διορίστηκε προσωπικά ως μελετητής ζητημάτων πολιτικής μηχανικής για τα οποία μάλιστα η Εναγομένη 1 δεν είχε τις απαιτούμενες γνώσεις και κυρίως δεν νομιμοποιείτο να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες, οι οποίες ήταν εκτός του κλάδου της αρχιτεκτονικής. Περαιτέρω, προσφέρθηκε μαρτυρία πως ο διορισμός του Εναγόμενου 2 έγινε από την Ενάγουσα και φαίνεται πως χωρίς αυτόν τον διορισμό δεν υπήρχε τρόπος εμπλοκής του στο έργο, τουλάχιστον βάσει της νομοθεσίας και των πρακτικών του ΕΤΕΚ. Αυτή την αντίληψη ακριβώς τείνει να δείξει και η επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 6.11.19 (Τεκμήριο 6 στην ένσταση Εναγομένης 1) στην οποία η Ενάγουσα αναφέρει ότι πρόθεση της είναι «να υποβάλει απαίτηση κατά παντός υπευθύνου μελετητή». Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν διακρίνονται εκ πρώτης όψεως στοιχεία εργοδότησης του ή επικύρωσης ή εξουσιοδότησης των μελετών και ενεργειών του Εναγομένου 2 από την Εναγόμενη 1 και υπ' αυτή την έννοια δεν διαπιστώνεται και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας τέτοιων εισηγήσεων. Η ως άνω κατάληξη καθιστά σαφές ότι η τρίτη προϋπόθεση εξετάζεται μόνο σε σχέση με τον Εναγόμενο
  2. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.2015). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» (σελ.13), η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με τις δυσκολίες οι οποίες ενδεχομένως να προκύψουν στην απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και κατ' επέκταση με την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος τη θεραπεία. Αντιστοιχεί ουσιαστικά με την προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)του Κεφ.6 περί ύπαρξης πιθανότητας να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης η οποία τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Ως προς τη μη αναγκαιότητα κατάδειξης πρόθεσης αποξένωσης γίνεται παραπομπή στην C. Phasarias (Automotive) Centre Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.785, η οποία αφορούσε σύνηθες απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης ακινήτου προς χρήση για σκοπούς μελλοντικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα στο εξής απόσπασμα: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. ...................... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση .......... Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση .................., εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Στη Larticon Co v. Detergent Developers Ltd
(2004)1 A.A.Δ.1121 τονίστηκε πως δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας. Σημειώνεται τέλος πως στη Z & I Medirerranean Leisure Investments Ltd κ.α. ν. Ηλιάδη-Λοίζου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.583 λήφθηκε υπόψιν κατά τη χορήγηση διατάγματος πως ο εναγόμενος δεν θα υφίστατο οποιαδήποτε ζημιά ως αποτέλεσμα της έκδοσης του παρεμπίπτοντος διατάγματος. Στην αίτηση της η Ενάγουσα εστιάζεται σε δύο αξιώσεις τις οποίες είχε συμπεριλάβει και στην έκθεση απαίτησης της, (την οποία καταχώρισε αυθημερόν με την αίτηση). Το πρώτο είναι το ποσό των €530.942,
  1. Αυτό κατά την Ενάγουσα είναι τα έξοδα για εργασίες ή υλικά και γενικά οι ζημιές που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της εσφαλμένης αντισεισμικής μελέτης του Εναγομένου
  2. Είναι κατανοητό, στη βάση των ισχυρισμών της Ενάγουσας και εάν αυτοί εν τέλει γίνουν δεκτοί, ότι θα κριθεί πως όντως υπήρξαν οικονομικές συνέπειες υπό μορφή αχρείαστων εξόδων ως ανωτέρω. Το δεύτερο είναι το ποσό των €762.933,69, το οποίο κατά την Ενάγουσα συνιστά το κόστος καθυστέρησης για τη 12μηνη περίοδο από τον Οκτώβριο του 2019 έως τον Οκτώβριο του 2020 (ήτοι 12Χ63.577,81). Τα ποσά αυτά αφορούν μεταξύ άλλων προκαταρκτικά έξοδα εργοταξίου, γενικά έξοδα και κέρδος κεντρικών γραφείων, κόστος υπεργολάβων και επιπλέον αμοιβές. Πρόκειται όμως για ποσά τα οποία αφενός σχετίζονται με τους όρους του οικοδομικού συμβολαίου εάν αυτά διεκδικηθούν από τον εργολάβο. Δεν έχει όμως παρουσιαστεί τέτοιο στοιχείο ή έστω το οικοδομικό συμβόλαιο και αφετέρου το μαρτυρικό υλικό τείνει να δείξει πως ο Εναγόμενος 2 αποχώρησε από τις 11.11.19 δηλαδή ταυτόχρονα με την έκθεση των νέων πολιτικών μηχανικών, η δε Εναγόμενη 1 από τις 15.5.20 και το πλείστο μέρος των δυσκολιών συνέχισης διασυνδέονται με τις διαφορές όσον αφορά τη δική της αμοιβή με εμπλοκή του ΕΤΕΚ. Δεν αποκλείεται ασφαλώς να έχει ευθύνη για καθυστέρηση και ο Εναγόμενος 2 λόγω της κατ' ισχυρισμόν εσφαλμένης μελέτης πλην όμως είναι συζητήσιμο το κατά πόσον θα αποδοθεί στον ίδιο η ευθύνη για όλη την περίοδο. Η δική του ευθύνη θα αφορά τον χρόνο που απαιτείτο για αποκατάσταση των κατ' ισχυρισμόν σφαλμάτων και όχι διαφορές με την Εναγόμενη 1 για θέματα αμοιβής. Δεν μπορώ συνεπώς να συμφωνήσω ότι θα πρέπει να γίνεται συζήτηση για τυχόν δέσμευση όλων των 22 κτημάτων του, τα οποία ως αναφέρει η Ενάγουσα είναι συνολικής αξίας €1.001.
  3. Συνεπώς, το ερώτημα είναι κατά πόσον συντρέχει ο κίνδυνος δυσκολίας απονομής δικαιοσύνης στο μέλλον σε σχέση με το πρώτο ποσό, αυτό των €530.
  4. Ο Εναγόμενος 2 στην πραγματικότητα δεν αποκλείει την πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας του. Παρά τα κάποια επιχειρήματα του (ότι δεν θα άφηνε εκτεθειμένο τον εαυτό του) εντούτοις η βασική του θέση είναι πως η τυχόν έκδοση ενός διατάγματος θα τον κρατούσε εγκλωβισμένο οικονομικά απαγορεύοντας του να τη χειριστεί όπως επιθυμεί ή επιβάλλοντας του να διατηρήσει ισόποση οικονομική εξασφάλιση κατά τον χειρισμό της. Έτσι, αν και γενικά δεν απαιτείται βεβαίως μαρτυρία για υπαρκτή πρόθεση αποξένωσης εντούτοις οι τοποθετήσεις του Εναγομένου 2 καθιστούν σαφές πως αυτός είναι ο πραγματικός λόγος της ένστασης του, ήτοι να παραμείνει ανοικτό το ενδεχόμενο διάθεσης της. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση για τις αυτονόητες συνέπειες τις οποίες θα έχει η τυχόν αποξένωση στη διαδικασία εκτέλεσης μιας πιθανής δικαστικής απόφασης. Συνεπώς, κρίνεται ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση για τον Εναγόμενο 2 σε σχέση με την αξίωση των €530.942 συν κάποιο εύλογο ποσό εξόδων, όπως προνοεί και το άρθρο 5 του Κεφ.
  5. Εννοείται πως η ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης δεν είναι δυνατό να επηρεάσει την ως άνω κατάληξη δεδομένου αφενός ότι η ισχύς και η λειτουργία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι ζήτημα το οποίο αφορά τις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου και αφετέρου δεν έχουν καταδειχθεί στην παρούσα τέτοια εχέγγυα περί ικανοποίησης από ασφαλιστή της όποιας τυχόν εκδοθησομένης απόφασης προς όφελος της Ενάγουσας. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας αρκεί να λεχθεί πως ο κίνδυνος αδικίας είναι πολύ μεγαλύτερος εάν αφεθεί να αλλοιωθεί το status quo με αποξένωση περιουσίας, η οποία θα επηρέαζε τη δυνατότητα εκτέλεσης μιας πιθανής μελλοντικής απόφασης προς όφελος της Ενάγουσας παρά εάν υπάρξει δέσμευση μέρους των ακινήτων σήμερα. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ως το αιτητικό Α της αίτησης αλλά για μέρος των κτημάτων από αυτά που αναφέρονται στην §51 της ένορκης δήλωσης των οποίων η αξία συμποσούται σε €535.
  6. (Δεν εντοπίζεται πίνακας-Παράρτημα Α, ως αναφέρεται στο αιτητικό). Για τους ίδιους λόγους δεν δικαιολογείται η έγκριση των υπολοίπων αιτητικών τα οποία αφορούν την Εναγομένη
  7. Ειδικά σε σχέση με το αιτητικό Γ διευκρινίζεται πως έχει παραμείνει αναντίλεκτο ότι η Ενάγουσα έχει ήδη διορίσει νέο αρχιτέκτονα, οπότε το σχετικό (προστακτικό) διάταγμα κατέστη άνευ αντικειμένου. Τα αιτητικά υπ' αρ. Β έως Ζ της αίτησης απορρίπτονται. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 προσωπικά και ή σε εντολοδόχο και ή υπηρέτη και ή αντιπρόσωπό του να πωλήσει και ή επιβαρύνει και ή δεσμεύσει και ή παραχωρήσει και ή διαθέσει και ή μεταβιβάσει και ή δωρίσει και ή άλλως πώς αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο τα πιο κάτω ακίνητα ιδιοκτησίας του μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου: Τμήμα/ Αρ. Εγγραφής Φ/Σχ Τεμάχιο Επαρχία Μερίδιο Τελευταία Εκτίμηση Κτηματολογίου 0/
  8. 21/
  9. . Λευκωσία 1/1 €61.100 0/
  10. 21/
  11. . Λευκωσία 1/2 €71.200 (€35.600) 0/
  12. 21/
  13. . Λευκωσία 1/1 €73.400 6/
  14. 30/
  15. . . Λευκωσία 1/3 €194.600 (€64.866) 0/
  16. 30/
  17. . . Λευκωσία 1/2 €22.400 (€11.200) 0/
  18. 30/
  19. . . Λευκωσία 1/2 €64.600 (€32.300) 0/
  20. 30/
  21. . . Λευκωσία 1/2 €68.500 (€34.250) 8/
  22. 30/
  23. . . Λευκωσία 1/3 €6.100 (€2.033) 8/
  24. 30/
  25. . . Λευκωσία 1/3 €67.800 (€22.600) 12/
  26. . . Λευκωσία 1/3 €173.100 (€57.700) 0/
  27. 30/
  28. . . Λευκωσία 1/3 €123.900 (€41.300) 0/
  29. 31/
  30. . . Λάρνακα 1/1 €68.600 0/
  31. 40/
  32. . . Λάρνακα 1/1 €30.800 Επιδικάζονται προς όφελος της Εναγομένης 1 και εις βάρος της Ενάγουσας έξοδα ως θα υπολογιστούν συν ΦΠΑ. Περαιτέρω, επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγομένου 2 επίσης ως θα υπολογιστούν συν ΦΠΑ. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.