ΚΑΤΣΑΡΗΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1447/14, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1447/14 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΤΣΑΡΗΣ Ενάγοντας και ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγόμενοι --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Χ. Α.Καμπούρης για Kampouri & Gialeli LLC Για εναγόμενους: κ. Χ. Δημητριάδης για Κ. Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25/09/12 και περί ώρα 09:30π.μ, ο ενάγοντας, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης αγωνιστικού ποδηλάτου και ποδηλάτης επί σειρά ετών, οδηγούσε νομίμως και δεόντως το ποδήλατο του, με τη χρήση του κράνους του, επί του ποδηλατόδρομου και/ή πεζόδρομου που εβρίσκεται όπισθεν του Προεδρικού Μεγάρου παρά τον ποταμό Πεδιαίο της επαρχίας Λευκωσίας, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης. Η κατασκευή του εν λόγω ποδηλατόδρομου/πεζόδρομου, ο οποίος περνά μέσα από διάφορους Δήμους της μείζονος επαρχίας Λευκωσίας και χρησιμοποιείται από πεζούς για περιπάτους ή και τρέξιμο αλλά και από ποδηλάτες, και ο οποίος σε διάφορα σημεία του όπου υπάρχουν υψομετρικές διαφορές περιλαμβάνει γέφυρες, το οδόστρωμα των οποίων είναι κατασκευασμένο από ξύλα τα οποία ήταν τοποθετημένα κατά τρόπο που υπήρχε μεταξύ τους διάκενο, ολοκληρώθηκε υπό την επίβλεψη του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως στις 25/04/12 οπόταν και παραδόθηκε στους εναγόμενους καθώς και στους υπόλοιπους Δήμους μέσα από τους οποίους περνούσε για χρήση από το κοινό. Κάτω από συνθήκες που αμφισβητούνται, σε κάποια στιγμή ο ενάγοντας, ενώ ποδηλατούσε σε σημείο του πεζόδρομου-ποδηλατόδρομου που βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων και του ελέγχου των εναγομένων, έπεσε βίαια από το ποδήλατό του με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Τη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο στο συγκεκριμένο σημείο πλην του ενάγοντα, ο οποίος αμέσως μετά το ατύχημα και περί ώρα 09:50 μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Εκεί διαπιστώθηκε από τους επί καθήκοντι ιατρούς ότι έφερε εκδορές τριβής στο πρόσωπο, στα άκρα χεριών καθώς επίσης και δύο θλαστικά τραύματα στο πιγούνι και κακώσεις στα δόντια. Παραπονείτο επίσης ο ενάγοντας και για άλγος δεξιού ώμου και αυχεναλγία. Του έγινε ακτινολογικός έλεγχος δεξιού ώμου και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης καθώς επίσης και συρραφή των τραυμάτων που είχε στο πιγούνι. Η τελική διάγνωση των γιατρών του νοσοκομείου ήταν ότι είχε υποστεί δύο τραύματα στο πιγούνι, θλάση αυχένος και κάκωση αριστερού ώμου και αφού του δόθηκε παραπεμπτικό για να επισκεφθεί οδοντίατρο για τις κακώσεις στα δόντια, απελύθη με οδηγίες για αυχενικό κολάρο και νάρθηκα ανάρτησης δεξιού ώμου. Μεταξύ 31/10/12 και 20/02/13 ο ενάγοντας υπεβλήθη από τον ιδιώτη οδοντίατρο Μ. Ταραμίδη σε κάποιας μορφής οδοντική θεραπεία, την αναγκαιότητα της οποίας ο ίδιος, ο ενάγοντας δηλαδή, αποδίδει στους τραυματισμούς που υπέστη από το επίδικο ατύχημα. Πριν το επίδικο ατύχημα οι εναγόμενοι είχαν λάβει επανειλημμένα γραπτά και προφορικά παράπονα από το κοινό ως προς το ότι η χρήση του ποδηλατόδρομου - πεζόδρομου από ποδηλάτες ήταν επικίνδυνη, ιδιαίτερα λόγω της ταχύτητας που ανέπτυσσαν τέτοιοι ποδηλάτες. Λόγω τούτου, οι εναγόμενοι είχαν λάβει απόφαση να εγκαταστήσουν πινακίδες στα σημεία όπου υπήρχαν ξυλογέφυρες με τις οποίες να καλούνται οι ποδηλάτες να κατεβαίνουν από τα ποδήλατα τους και να τα σπρώχνουν κατά μήκος των γεφυρών αντί να τις διασχίζουν ποδηλατώντας, όμως μέχρι και την ημέρα του επίδικου ατυχήματος τέτοιες πινακίδες δεν είχαν τοποθετηθεί, ούτε και υπήρχαν οποιεσδήποτε πινακίδες που να απαγορεύουν την οδήγηση ποδηλάτου σε οποιοδήποτε σημείο του δρόμου. Μετά το επίδικο ατύχημα οι εναγόμενοι εγκατέστησαν τέτοιας φύσης πινακίδες οι οποίες υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία προκύπτουν από την ανταλλαγείσα δικογραφία καθώς επίσης και τα σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν κατά την ακρόαση (Τεκ. 3), συνιστούν, με βάση τις δηλώσεις των διαδίκων, παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα στην υπόθεση. Σημειώνω εδώ ότι σε σχέση με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω για τις διαδικασίες και διαγνώσεις που έλαβαν χώρα στο Γ. Ν. Λευκωσίας, τα οποία συνοψίζονται κυρίως στο παραδεκτό Τεκμήριο 3, κατατέθηκαν επίσης και τα ιατρικά πιστοποιητικά και αποδείξεις Τεκ. 1 και 2, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς εναγομένων και τα οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων και σε τραυματισμό του ενάγοντα στα δόντια, ο οποίος τραυματισμός κρίθηκε τότε ότι έχρηζε περαιτέρω οδοντιατρικής εκτίμησης. Για όλα τα πιο πάνω συνεπώς κάμνω ανάλογα ευρήματα. Η ουσία της επίδικης διαφωνίας έγκειται στο ποιος φέρει την ευθύνη για την πτώση και τους τραυματισμούς του ενάγοντα καθώς επίσης και στην ακριβή φύση των τραυμάτων που αυτός υπέστη. Επίδικα θέματα δηλαδή είναι και η ευθύνη αλλά και οι αποζημιώσεις που τυχόν να δικαιούται ο ενάγοντας. Σημειώνω εδώ ότι κατά την έναρξη της ακρόασης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι ειδικές αποζημιώσεις που θα δικαιούται ο ενάγοντας επί συμπεράσματος πλήρους ευθύνης των εναγομένων, ανέρχονται στο ποσό των €7.254,14, νοουμένου όμως ότι αποδειχθεί ότι η θεραπεία που έγινε στα δόντια του συνιστά απότοκο του επίδικου συμβάντος. Ως προς το επίδικο ατύχημα λοιπόν, ο ενάγοντας ισχυρίζεται στο δικόγραφό του ότι την ευθύνη τη φέρουν οι εναγόμενοι και αυτό διότι κατ' εκείνον ενήργησαν αμελώς και χωρίς την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή που αναμένετο να επιδείξουν ως τα πρόσωπα που ήταν αρμόδια και υπεύθυνα για τον συγκεκριμένο σημείο του ποδηλατόδρομου και πεζόδρομου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησής του ο ενάγοντας, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να παρεμποδίσουν την καθ΄ οιονδήποτε τρόπο παρακώλυση της ελεύθερης χρήσεως του ποδηλατόδρομου - πεζόδρομου από ποδηλάτες ως ήταν ο ίδιος τη δεδομένη στιγμή, ενώ γνώριζαν και/ή οφείλαν να γνωρίζουν ότι το συγκεκριμένο σημείο του ποδηλατόδρομου ήταν επικίνδυνο για τους ποδηλάτες. Αυτό κατά τον ενάγοντα γιατί τα ξύλα που είχαν τοποθετηθεί ως οδόστρωμα στα διάφορα σημεία του ποδηλατόδρομου-πεζόδρομου είχαν τοποθετηθεί κάθετα ως η πορεία του κινούμενου ποδηλάτη και/ή πεζού αντί για οριζόντια, με αποτέλεσμα να υπάρχει διάκενο μεταξύ των ξύλων που καθιστούσε επικίνδυνο το δρόμο για τον κάθε χρήστη του. Στην περίπτωση του δε, του ενάγοντα δηλαδή, αυτή ήταν κατά τον τελευταίο και η αποκλειστική αιτία για το ατύχημά και τους τραυματισμούς του, αφού το ποδήλατό του παγιδεύτηκε στο διάκενο μεταξύ των ξύλων του οδοστρώματος οπόταν και αυτός εκτινάχθηκε βίαια στο έδαφος. Δικογραφημένη θέση των εναγομένων από την άλλη, είναι ότι τόσο το συγκεκριμένο σημείο που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα όσο και σε ολόκληρο τον πεζόδρομο ποδηλατόδρομο, το διάκενο που υπήρχε μεταξύ των ξύλινων σανίδων που χρησιμοποιήθηκαν ως οδόστρωμα για τις διάφορες γέφυρες, είχε κατασκευαστεί με βάση τις προσφορές που είχαν υποβληθεί και αξιολογηθεί στα πλαίσια του σχετικού διαγωνισμού του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και ήταν 1εκ. Σύμφωνα με το δικόγραφο των εναγομένων, την ευθύνη για το κατ' ισχυρισμό ατύχημα τη φέρει αποκλειστικά και/ή σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος ο ενάγοντας και αυτό γιατί ο τελευταίος, «...χρησιμοποιούσε τον εν λόγω πεζόδρομο κατ' επανάληψη και/ή αρκετές φορές πριν τις 25/9/12 ... (και)... ως οδηγός αγωνιστικού ποδηλάτου για τόσα χρόνια, δεν μπορούσε να ήταν άγνωστος ο τρόπος οδήγησης του και οι οποιοιδήποτε κίνδυνοι κατά την οδήγηση του...», οδηγούσε με τόσο μεγάλη και υπερβολική ταχύτητα που δεν μπορούσε να ελέγξει το ποδήλατό του, παρέλειψε να κατέβει από το ποδήλατό του και να το σπρώξει πάνω από τη ξύλινη κατασκευή και/ή την πεζογέφυρα ως όφειλε, «χρησιμοποιώντας αγωνιστικό ποδήλατο με λεπτά λάστιχα αγνόησε και/ή δεν έλαβε σοβαρά υπόψη και/ή δεν αξιολόγησε τους ελλοχεύοντες και/ή υπάρχοντες κινδύνους εγκλωβισμού και/ή εισδοχής των τροχών σε οποιαδήποτε τυχόν διάκενα, τρύπες ή ανωμαλίες του χώρου», οδήγησε το ποδήλατό του σε τόπο τον οποίο γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι ήταν ακατάλληλος για το ποδήλατό του εφόσον «... δεν έλαβε υπόψη του ότι αυτό το είδος των αγωνιστικών ποδηλάτων δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε χωματόδρομο και/ή ανώμαλο δρόμο και/ή όπου υπάρχουν τεχνικές κατασκευές...», οδηγούσε αφηρημένα αμελώς και απρόσεκτα και «εφάρμοσε τα φρένα του απότομα και/ή δυνατά ... και/ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του έγκαιρα και/ή καθόλου.». Όσον αφορά τώρα τη φύση των κατ' ισχυρισμό τραυματισμών του, ο ενάγοντας ισχυρίζεται στο δικόγραφό του ότι υπέστη, πέραν των όσων τραυματισμών αναφέρονται πιο πάνω ότι δεν αμφισβητούνται, σοβαρό βαθύ κάταγμα στις ρίζες των δοντιών 14, 12, 16 και 22, και διάσειση στα άλλα πρόσθια άνω δόντια και αιματώματα σε αρκετά σημεία πρόσθια στα ούλα της άνω και κάτω γνάθου, καθώς και νευροπάθεια του περιφερειακού νεύρου του αριστερού άνω άκρου της κατανομής του κερκιδικού μέτρου. Για τους τραυματισμούς των δοντιών του ο ενάγοντας ισχυρίζεται στο δικόγραφο του ότι αναγκάστηκε να του αφαιρέσουν τα δόντια 14, 12, 16 και 22 και να του τοποθετήσουν εμφυτεύματα ενώ για τη νευροπάθεια ότι είναι μόνιμης φύσης και ότι τον ταλαιπωρεί στην καθημερινή του ζωή αλλά και στις προσωπικές και αθλητικές του δραστηριότητες αφού πλέον δεν μπορεί να ασχολείται με την ποδηλασία και τη σωματική διάπλαση όπως ασχολείτο προηγουμένως. Η δικογραφημένη θέση των εναγομένων επί του συγκεκριμένου θέματος περιορίζεται σε απόρριψη των θέσεων του ενάγοντα, μεταξύ άλλων και για τον λόγο ότι ο τελευταίος φέρεται να μην συνεργάστηκε με την ασφαλιστική εταιρεία των εναγομένων ώστε να παρουσιάσει τα ιατρικά πιστοποιητικά και τις αποδείξεις που ισχυρίζεται ότι επιβεβαίωναν τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του. Μαρτυρία κατά την ακρόαση έδωσαν από πλευράς ενάγοντα, ο ίδιος ο τελευταίος, ο ιδιώτης οδοντίατρος περιοδοντολόγος Μ. Ταραμίδης (ΜΕ2) και ο αστ. 1400 Ε. Στυλιανού (ΜΕ3). Από πλευράς εναγομένων μαρτυρία δόθηκε μόνο από τον πολιτικό μηχανικό και υπάλληλο στην τεχνική υπηρεσία των τελευταίων, Κ. Ηρακλέους (ΜΥ1). Η μαρτυρία του ενάγοντα, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), κινήθηκε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με το δικόγραφο του. Ειδικότερα, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το ποδήλατο του, το οποίο ήταν αγωνιστικό ποδήλατο δρόμου με δυο τροχούς λεπτούς, πάχους περίπου 3 - 4 εκατοστών, το οδηγούσε για πρώτη φορά στον επίμαχο πεζόδρομο - ποδηλατόδρομο τη συγκεκριμένη μέρα, όταν και «εισερχόμενος εντός του ως άνω πεζόδρομου/ποδηλατόδρομου με κανονική ταχύτητα και φορώντας το κράνος μου, ο μπροστινός τροχός του ποδηλάτου μου εγκλωβίστηκε στο διάκενο μεταξύ των ξύλων που λειτουργούσαν ως οδόστρωμα, τα οποία ήταν τοποθετημένα κάθετα ως η πορεία του ποδηλάτου μου, αντί να είναι τοποθετημένα οριζόντια. Πριν προλάβω να εφαρμόσω τα φρένα, ο μπροστινός τροχός εγκλωβίστηκε σχεδόν μόλις εισήλθα στον ποδηλατόδρομο/πεζόδρομο με αποτέλεσμα να εκτιναχθώ από το ποδήλατο μου και να κτυπήσω με το πρόσωπο μου στο οδόστρωμα και να τραυματιστώ». Κατά τον ενάγοντα, αυτός δεν θα τραυματιζόταν αν ο δρόμος δεν ήταν κατασκευασμένος με το συγκεκριμένο τρόπο ή αν υπήρχαν έστω κάποιες προειδοποιητικές πινακίδες όπως αυτές που τοποθέτησαν οι εναγόμενοι μετά το επίδικο ατύχημα. Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του ενάγοντα του υποδείχθηκε από τον συνήγορο των εναγομένων δέσμη φωτογραφιών (Τεκ. 14), οι οποίες, ως ήταν και η θέση του συνηγόρου, δείχνουν το χώρο όπου κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα φερόταν να είχε γίνει το επίδικο ατύχημα. Σε κατοπινό στάδιο δε, διαφάνηκε ότι οι εν λόγω φωτογραφίες είχαν ληφθεί από την Αστυνομία την ημέρα του ατυχήματος, όταν ο ΜΕ3 κλήθηκε και επισκέφθηκε το χώρο. Στις συγκεκριμένες φωτογραφίες λοιπόν, φαίνεται μια ξύλινη γέφυρα εντός του ποδηλατόδρομου πεζόδρομου, η είσοδος της γέφυρας αυτής, η οποία σηματοδοτείται με πινακίδες που καταδεικνύουν διέλευση πεζών και ποδηλάτων, το οδόστρωμα της γέφυρας, το οποίο είναι κατασκευασμένο από ξύλινες σανίδες κάθετα τοποθετημένες η μια δίπλα στην άλλη κατά μήκος της γέφυρας και κατά τρόπο που δημιουργεί διάκενο μεταξύ των σανίδων, ένα ποδήλατο ακουμπημένο στο πλαϊνό προστατευτικό κιγκλίδωμα της γέφυρας, το οποίο αναγνωρίστηκε από τον ενάγοντα να είναι το ποδήλατό του, και μια κηλίδα, η οποία σύμφωνα με το ΜΕ3 πιθανόν να ήταν αίμα από την πτώση του ενάγοντα. Στον ενάγοντα υπεβλήθη η θέση ότι με βάση το σημείο επί της συγκεκριμένης γέφυρας που φαίνεται στις φωτογραφίες να βρίσκεται το ποδήλατο του καθώς και η προαναφερόμενη κηλίδα, ο ισχυρισμός του ότι το ατύχημα επεσυνέβη μόλις αυτός εισήλθε στη γέφυρα είναι πλήρως αναληθής. Αυτό κατά το συνήγορο υπεράσπισης γιατί από τις φωτογραφίες φαίνεται ότι «διάνυσες και κάποια απόσταση σε αυτήν την πεζογέφυρα που ξύλα πριν να επέλθει η πτώση και αυτή δεν έγινε αμέσως μόλις μπήκες μέσα». Ο ενάγοντας απέρριψε την υποβολή αυτή ισχυριζόμενος ότι αν και το σημείο που έπεσε είναι όντως στο χώρο που δείχνουν οι φωτογραφίες, εντούτοις, επειδή μόλις αυτός έπεσε στο έδαφος έχασε τις αισθήσεις του, δεν ήταν παρών όταν λήφθηκαν οι συγκεκριμένες φωτογραφίες ώστε να γνωρίζει αν το ποδήλατό του μετακινήθηκε μετά το ατύχημα. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε, η απόσταση που είχε διανύσει από την είσοδο της γέφυρας μέχρι την πτώση του δεν ήταν πολύ μεγάλη, περί τα 2-3 μέτρα περίπου και οι συγκεκριμένες φωτογραφίες δείχνουν ακριβώς το πώς ήταν το οδόστρωμα στο οποίο σφήνωσε ο τροχός του προκαλώντας έτσι την πτώση του. Πρόσθετα της πιο πάνω υποβολής, κατά την αντεξέταση του ενάγοντα του υποβλήθηκαν από πλευράς εναγομένων και οι ακόλουθες θέσεις αναφορικά με το επίδικο ατύχημα, τις οποίες θέσεις ο τελευταίος απέρριψε κατηγορηματικά: ««.ως έμπειρος ποδηλάτης που είσαι, η ορθή διαδικασία κάποιου ποδηλάτη που χρησιμοποιεί μια ποδηλατική διαδρομή, ειδικά την πρώτη φορά είναι για σκοπούς αναγνώρισης του χώρου, τι κίνδυνοι υπάρχουν. ήσουν σε θέση να εντοπίσεις και να αξιολογήσεις ανάλογα τους κινδύνους που είχε η διαδρομή του γραμμικού πάρκου.(το οποίο). έχει διάφορες ιδιαιτερότητες το δάπεδό του που δεν έχει ένας δρόμος. επίσης, υπάρχουν και πεζογέφυρες που είναι καμωμένες που ξύλα που πάλι δεν είναι κάτι που βρίσκεις σε ένα δρόμο.», «.η πτώση που είχες στον συγκεκριμένο ποδηλατόδρομο, έγινε καθότι οδηγούσες ποδήλατο δρόμου όχι σε δρόμο και σε δάπεδο που δεν μπορούσε να οδηγήσει κάποιος ποδηλάτης με ασφάλεια το συγκεκριμένο ποδήλατο . (δηλαδή). χρησιμοποιούσες το συγκεκριμένο ποδήλατο σε λάθος δρόμο χωρίς να λαμβάνεις υπόψη τους κινδύνους που υπήρχαν κατά την οδήγηση εκεί της πεζογέφυρας..», «.το έργο γενικά σχεδιάστηκε που το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως μετά από σχετική μελέτη και τα ξύλα τοποθετήθηκαν κατά την κατασκευή του γραμμικού πάρκου με διάκενο ένα εκατοστό μεταξύ τους.το ποδήλατο το οποίο χρησιμοποιούσες εσύ τη συγκεκριμένη μέρα με πάχος των τροχών 3 4 εκατοστά ήταν αδύνατο να σφηνωθεί μέσα στα ξύλα, μέσα στο διάκενο των ξύλων το οποίο ήταν ένα εκατοστό, ήταν μεγαλύτερος ο τροχός σου δηλαδή από το διάκενο για να μπορεί να σφηνωθεί μέσα.», «.οδηγούσες το αγωνιστικό σου ποδήλατο με μεγάλη ταχύτητα και ήταν γι' αυτόν τον λόγο που έχασες τον έλεγχό σου και έπεσες, όχι για οτιδήποτε άλλο.» «.λόγω του ότι παραδόθηκε το έργο λίγους μήνες πριν τη μέρα του δυστυχήματος, δεν είχε δοθεί η ευκαιρία στον Δήμο Λευκωσίας να τοποθετήσει συγκεκριμένες πινακίδες για τις οποίες πήρε απόφαση να τοποθετήσει πριν το δυστύχημα και όχι με αφορμή αυτό... η τοποθέτηση των πινακίδων μπορεί να έγινε μετά το δυστύχημα, αλλά σίγουρα δεν έγινε με αφορμή αυτό.»» Ως προς τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του ότι κατά την πτώση του έχασε 4 δόντια, και επικαλούμενος τις βεβαιώσεις του οδοντίατρου του (ΜΕ2), ανέφερε ότι 8 δόντια του έπρεπε στο τέλος να αντικατασταθούν με 4 εμφυτεύματα, και ότι για τη θεραπεία αυτή κατέβαλε, €6.205 στον ΜΕ2 (Τεκ. 6, 7, 8 και 9), €470 στον χειρουργό οδοντίατρο Α. Παναγίδη (Τεκ. 10), €40 στον ακτινολόγο Ε. Πιερίδη και €80 στον ακτινολόγο Α. Κανακά (Τεκ. 11). Επιπλέον, παραπέμποντας στις ιατρικές εκθέσεις του Νευρολόγου Δρ. Παπακώστα, στον οποίο ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε το συνολικό ποσό των €220 (Τεκ. 5), ο ενάγοντας ισχυρίστηκε και ότι ανέπτυξε πρόβλημα ευαισθησίας στο αριστερό του χέρι συνεπεία του ατυχήματος, το οποίο πρόβλημα είναι μόνιμης φύσης και το οποίο μέχρι και σήμερα του δημιουργεί αναστάτωση, όταν αλλάζει η θερμοκρασία ή όταν υπάρχει επαφή με ζεστό ή κρύο νερό. Πρόσθετα των πιο πάνω, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε και ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των €222,14 για σκοπούς αγοράς των διαφόρων φαρμάκων που του συνέστησαν οι θεράποντες ιατροί του, (Τεκ. 12). Στον ενάγοντα, ο οποίος αντεξετάστηκε αναφορικά με όλους τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του, τέθηκαν υποβολές ότι τα προβλήματα που ισχυρίζεται ότι είχε με τα δόντια και με το χέρι του συνιστούσαν προϋπάρχοντα του ατυχήματος προβλήματα της υγείας του καθώς επίσης και ότι οι θεραπείες και τα έξοδα που ισχυρίζεται ότι έκαμε σε σχέση με τα προβλήματα αυτά δεν συνδέονταν με το επίδικο συμβάν. Ο ενάγοντας απέρριψε τις εν λόγω υποβολές ισχυριζόμενος ότι πριν από το ατύχημα δεν είχε κανένα τέτοιο πρόβλημα με τα δόντια ή με το χέρι του καθώς και ότι όλες οι αποδείξεις και βεβαιώσεις που παρουσίασε αφορούσαν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που του δημιουργήθηκαν μετά το ατύχημα. Ο ΜΕ2, του οποίου η ειδικότητα και τα προσόντα του ως οδοντίατρος περιοδοντολόγος για 26 χρόνια δεν αμφισβητούνται, ανέφερε κατά την έναρξη της μαρτυρίας του ότι είχε διαπιστώσει την ύπαρξη κάποιας ανακρίβειας στη βεβαίωση που είχε ετοιμάσει και εκδώσει προς τον ενάγοντα στις 13/12/13 αναφορικά με τα δόντια που διαπιστώθηκαν να έχουν τραυματιστεί και που αφαιρέθηκαν (Τεκ. 6). Σύμφωνα με το μάρτυρα, στη συγκεκριμένη βεβαίωση είχε αναφερθεί εκ λάθους ότι το δόντι 16 ήταν ένα από τα δόντια που διαπιστώθηκαν να φέρουν «σοβαρό βαθύ κάταγμα στις ρίζες» και που στη συνέχεια αφαιρέθηκαν και αυτό γιατί δόντι 16 ο ενάγοντας δεν είχε. Το ότι επρόκειτο για γραμματικό λάθος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι φαίνεται και από το γραπτό «πλάνο θεραπείας» που είχε συμφωνηθεί με τον ενάγοντα στις 31/10/12 (Τεκ. 7), στο οποίο δεν αναφερόταν οτιδήποτε για εξαγωγή του δοντιού 16. Η ορθή αναφορά που έπρεπε να γίνεται στη βεβαίωση, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, είναι για το δόντι 15, το οποίο και περιλαμβανόταν στα δόντια που αναφέρονταν ρητά στη συμφωνηθείσα θεραπεία ότι έπρεπε να αφαιρεθούν λόγω του τραυματισμού. Σύμφωνα με το ΜΕ2, όταν ο ενάγοντας ήρθε την πρώτη φορά στο ιατρείο του στις 31/10/12, αυτός παρουσίαζε πρασινίσματα στο πρόσωπο από μώλωπες και κατόπιν κλινικής εξέτασης που έγινε στα δόντια του, διαπιστώθηκε ότι 4 από τα μπροστινά του δόντια (14, 12, 15 και 22) είχαν υποστεί σοβαρό βαθύ κάταγμα στις ρίζες τους και ότι άλλα πρόσθια άνω δόντια είχαν υποστεί διάσειση. Κατά το μάρτυρα, η αυξημένη ευσειστότητα που διαπιστώθηκε να υπάρχει στα δόντια του ενάγοντα, ήτοι ευσειστότητα «βαθμού 3», υποδηλούσε ότι ο τελευταίος είχε υποστεί κάποιο βίαιο τραύμα στα δόντια και αυτό διότι, έστω και αν οι ακτινογραφίες των δοντιών του (Τεκ. 8) καταδείκνυαν την ύπαρξη κάποιας αρχικής πάθησης περιοδοντίτιδας, εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού του οστού που φαινόταν από τις ίδιες ακτινογραφίες να περιβάλλει ακόμη τις ρίζες, η διαπιστωθείσα ευσειστότητα βαθμού 3 δεν μπορούσε να αποδοθεί στην περιοδοντίτιδα ή σε οτιδήποτε άλλο εκτός από κάποιο βίαιο τραυματισμό, συνεπεία του οποίου τα δόντια υπέστησαν διάσειση και αποκόλληση της ρίζας από το περιοδόντιο. Και όταν τα δόντια φτάσουν σε ευσειστότητα 3, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο μάρτυρας, η οποία δεν υποχωρεί ούτε και μετά που δόθηκε χρόνος περί τον ένα μήνα για να εξεταστεί κατά πόσο τα δόντια θα μπορούσαν «να σφίξουν» από μόνα τους, όπως γίνεται κάποτε σε περίπτωση τραυματισμού, κατέστη πλέον έκδηλο ότι κάποιος βίαιος τραυματισμός υπήρξε καθώς και ότι «δεν υπάρχει επιστροφή» για τα δόντια. Πέραν των προαναφερόμενων τραυματισμένων δοντιών, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι επειδή είχε διαπιστώσει και ότι το «κόντρα» δόντι 32 είχε υποστεί κτύπημα όταν συγκρούστηκαν οι δύο γνάθοι αλλά και ότι είχαν ραγίσει οι κορώνες σε 2 εμφυτεύματα που ο ενάγοντας είχε ήδη (11 και 21), και αυτά έπρεπε να αφαιρεθούν. Με λίγα λόγια, κατά το μάρτυρα έπρεπε να αφαιρεθούν και αφαιρέθηκαν τα δόντια 12 - 15, 22 και 32, καθώς και οι κορόνες 11 και 21, και αντικαταστάθηκαν από εμφυτεύματα στις θέσεις 12, 22, 14 και 15 με γέφυρα πορσελάνινη 8 τεμαχίων (από 16 μέχρι 22) και με γέφυρα 2 τεμαχίων (32 και 33), με την πορσελάνη στη θέση 32 να είναι κρεμαστή. Υπεβλήθη στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι στη βεβαίωση του Τεκ.6 δεν αναφερόταν οτιδήποτε για κρεμαστό δόντι ή για ράγισμα των κορόνων. Σύμφωνα με το μάρτυρα, αν και όντως παραλείφθηκε να γίνει αναφορά στην αφαίρεση και του δοντιού 32, εντούτοις, «στη γλώσσα των οδοντογιατρών», όταν γίνεται αναφορά σε γέφυρα 16 - 22 και 32 και 33, εννοείται ότι πρόκειται για αφαίρεση και αντικατάσταση των «επηρεαζόμενων» δοντιών», ενώ όταν γίνεται αναφορά σε τοποθέτηση εμφυτευμάτων σε κάποιες μόνο θέσεις εξαχθέντων δοντιών, εννοείται ότι στις υπόλοιπες θέσεις η πορσελάνη θα είναι κρεμαστή, όπως ήταν για το δόντι 32. Όσον αφορά τις κορόνες, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει στο πιστοποιητικό του την εν λόγω ζημιά εφόσον δεν επρόκειτο για τραυματισμό του ασθενή αλλά για «τραυματισμό των προσθετικών κομματιών που ήταν πάνω στα εμφυτεύματα». Στο μάρτυρα υπεβλήθη επίσης ότι δεν δικαιολογείτο η θεραπεία στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα καθώς και ότι η εν λόγω θεραπεία αποσκοπούσε αποκλειστικά στο προϋπάρχον πρόβλημα περιοδοντίτιδας που είχε ο τελευταίος. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά τις εν λόγω υποβολές, ισχυριζόμενος αφ' ενός ότι αν και είχε διαπιστώσει ότι και κάποια από τα κάτω δόντια του ενάγοντα παρουσίαζαν κάποια ευσειστότητα θεώρησε ανήθικο να προχωρήσει με αχρείαστη εξαγωγή και αυτών των δοντιών και αφ' ετέρου ότι προτού προβεί σε οποιαδήποτε εξαγωγή, έδωσε αρκετό χρόνο στα τραυματισμένα δόντια για «να σφίξουν από μόνα τους». Ακόμη όμως και όταν κρίθηκε πλέον αναπόφευκτη η εξαγωγή κάποιων δοντιών, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, δόθηκε προσοχή ώστε η αντικατάσταση να γίνει με όσο το δυνατό λιγότερα εμφυτεύματα ώστε να μην δημιουργηθούν αχρείαστα έξοδα. Όσον αφορά δε το περιοδοντολογικό πρόβλημα που είχε ο ενάγοντας, ο μάρτυρας επανέλαβε τη θέση του ότι το πρόβλημα αυτό δεν δικαιολογούσε την ευσειστότητα 3 που παρουσίαζαν τα τραυματισμένα δόντια, η οποία δεν υποχωρούσε με την πάροδο του χρόνου και η οποία επέβαλλε την εξαγωγή τους. Άλλωστε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, το περιοδοντολογικό πρόβλημα του ενάγοντα «δεν ήταν τόσο σοβαρό... τα δόντια που είχε θα μπορούσαν να τον πάρουν αρκετά χρόνια... θα τον έπαιρναν όσο ζούσε... εμφυτεύματα δεν σημαίνει κακή υγιεινή δοντιών». Τέλος ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στις αποδείξεις πληρωμής Τεκ. 9, 10 και 11, ισχυριζόμενος ότι ο ενάγοντας τον πλήρωσε πλήρως το ποσό των €5.350 που αναφέρεται στη σχετική συμφωνία και πιστοποιητικό (Τεκ. 6 και 7) και ότι όσον αφορά τις αποδείξεις των ακτινολόγων Πιερίδη και Κανακά (Τεκ. 11), αυτές κατά τη γνώμη του πρέπει να αφορούσαν στις πανοραμικές και τρισδιάστατες ακτινογραφίες που ζήτησε από τον ενάγοντα να του προσκομίσει πριν την επέμβαση. Όσον αφορά τις αποδείξεις του Δρ. Παναγίδη για το συνολικό ποσό των €470 (Τεκ. 10), ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν και ο εν λόγω γιατρός εργαζόταν τότε στην κλινική του και προέβαινε σε σφραγίσματα και απονευρώσεις, εντούτοις ο ίδιος δεν γνωρίζει σε τι υπηρεσίες αφορούν οι εν λόγω αποδείξεις. Η μαρτυρία του ΜΕ3 περιστράφηκε γύρω από την εμπλοκή του τελευταίου κατά τη διερεύνηση του επίδικου συμβάντος υπό την ιδιότητα του αστυνομικού. Σύμφωνα με το μάρτυρα, κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβητού, όπου στις 25/09/12 και περί ώρα 0930πμ είχε ληφθεί τηλεφώνημα για ύπαρξη τραυματισμένου προσώπου στον επίμαχο ποδηλατόδρομο πεζόδρομο. Παραθέτω αυτούσια την ηλεκτρονική καταχώρηση που έκαμε ο μάρτυρας στο ημερολόγιο του σταθμού μετά που επισκέφθηκε τον επίμαχο χώρο και μετά που συνομίλησε και με τον ενάγοντα στο Νοσοκομείο (Τεκ.15), σημειώνοντας παράλληλα ότι, ως ανέφερε ο ίδιος ο ΜΕ3, όταν αυτός επισκέφθηκε την επίμαχη γέφυρα που φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκ.14, ο ενάγοντας είχε ήδη απομακρυνθεί με ασθενοφόρο και το μόνο που εντοπίστηκε στο σημείο ήταν το ποδήλατο που φαίνεται στις φωτογραφίες: «.Στις 25/09/12 και περί ώρα 0930 λήφθηκε τηλεφώνημα από το ΚΕΜ Λσιας για τραυματισμένο πρόσωπο σε ποδηλατόδρομο στην οδό..Ο (ΜΕ3) μετέβηκε στο μέρος και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον (ενάγοντα) ο οποίος ενώ οδηγούσε το ποδήλατό του σε ποδηλατόδρομο στην πιο πάνω διεύθυνση αυτό ανατράπηκε ένεκα του ότι το μπροστινό ελαστικό σφήνωσε σε σημείο όπου τα ξύλα είχαν αραιώσει μεταξύ τους με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος και να χτυπήσει στο πρόσωπο. Ο πιο πάνω μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λσίας με ασθενοφόρο και εξετάστηκε από τη Δρ. Ερατώ Αντωνίου η οποία διαπίστωσε θλάση αυχένα, τραύμα στο πιγούνι στο οποίο έγινε συρραφή καθώς και σπάσιμο δοντιών. Μετά που του παρασχέθηκαν οι Α' βοήθειες αυτός απολύθηκε. Ένεκα του ότι δάπεδο του ποδηλατόδρομου αποτελείται από ξύλο το οποίο σε κάποια σημεία υπέστη αλλοιώσεις κλήθηκαν στο μέρος η δημοτική μηχανικός XXXXX Πετρίδου καθώς και ο πολιτικός μηχανικός του έργου XXXXX Ηρακλέους οι οποίοι επέβλεψαν τον χώρο του ατυχήματος και ανέφεραν ότι θα λάβουν μέτρα ούτως ώστε να μην επαναληφθεί παρόμοιο περιστατικό» Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΕ3 ανέφερε ότι ίχνη τροχοπέδησης στο σημείο δεν εντόπισε και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς ακριβώς έγινε το ατύχημα. Παρά όμως το ότι τα όσα κατέγραψε στην αναφορά του σε σχέση με το πώς επεσυνέβη το ατύχημα πιθανόν να προήλθαν από τη συζήτηση που είχε με τον ενάγοντα στο νοσοκομείο, εντούτοις, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, για να έκαμε στην καταχώριση του ειδική αναφορά σε «αλλοιώσεις του δαπέδου» του δρόμου σημαίνει ότι είχε όντως διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιων αλλοιώσεων, ενώ «(τ)ου έκανε εντύπωση» και το ότι «τα ξύλα του ποδηλατόδρομου ήταν τοποθετημένα παράλληλα ως η πορεία του ποδηλάτη». Κατά τον μάρτυρα, επειδή δεν διαπίστωσε να είχε διαπραχθεί οποιοδήποτε ποινικό ή τροχαίο αδίκημα δεν προέβη σε οποιανδήποτε περαιτέρω διερεύνηση του όλου περιστατικού, έκρινε όμως αναγκαίο, ως ανέφερε, να καλέσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δήμου να προσέλθουν στον χώρο για να δουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το συγκεκριμένο συμβάν και αυτό διότι «για εμένα σημασία είχε να έρθουν εκεί να δουν αν υπήρχε κάτι μεμπτό και να το διορθώσουν.αν υπάρχει κάτι που πρέπει να γίνει να γίνει και μου είπαν εντάξει». Ο ΜΥ1 τώρα, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για τους εναγόμενους και του οποίου η ειδικότητα και προσόντα ως πολιτικός μηχανικός δεν αμφισβητήθηκαν, κατέθεσε την ουσία της κυρίως εξέτασης του μέσω γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β). Ο μάρτυρας επανέλαβε ουσιαστικά τη δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι ο πεζόδρομος-ποδηλατόδρομος είχε κατασκευαστεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως οι οποίες προνοούσαν για τοποθέτηση ξύλων στις γέφυρες με διάκενο 1εκ. μεταξύ τους καθώς και ότι η εκτίμηση του Δήμου αναφορικά με το επίδικο ατύχημα ήταν ότι αυτό δεν θα μπορούσε να είχε προκληθεί από σφήνωμα των τροχών του ποδηλάτου του ενάγοντα στο διάκενο των ξύλων, εφόσον οι τροχοί του τελευταίου ήταν μεγαλύτεροι του 1εκ, αλλά πολύ πιθανόν να ήταν το αποτέλεσμα της μεγάλης ταχύτητας που ανάπτυξε ο ενάγοντας. Κατά την κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας πρόσθεσε και τα εξής: «.Το συγκεκριμένο ξύλο (της γέφυρας) είναι τύπου αζομπέ. Μιλούμε για σκληρό ξύλο, 5 πόντους πάχος. Χρησιμοποιείται ευρέως για τέτοιου είδους καταστάσεις, εννοώ πεζογέφυρες και είναι στηριζόμενο με βίδες είτε κάθε 80 είτε κάθε ένα μέτρο. Σίγουρα το ξύλο είναι ζωντανός οργανισμός. Στον πεζόδρομο εκεί υπάρχει υγρασία στο φυσικό περιβάλλον, ζέστη, τη νύχτα είναι κρύο. Επειδή φουσκώνει ή στεγνώνει το ξύλο είναι πιθανόν να μεταβληθεί από 10 μιλίμετρα να πάει 13 μιλίμετρα. Υπάρχει μια, γύρω στα 3 με 4 μιλίμετρα. Και το ξύλο απορροφά, βρέχεται, το καλοκαίρι στεγνώνει, εξατμίζει την υγρασία του, αλλά μέχρι 2, 3 μιλίμετρα.το έργο τούτο το σχεδίασε η Πολεοδομία, η οποία μας παράδωσε τα σχέδια, μας έδωσε και τα απαραίτητα κονδύλια, για να επιβλέψει ο Δήμος τούντο έργο. Τα σχέδια καθόριζαν να έχουν έναν πόντο διάκενο, το οποίο καθορίζει και ο ίδιος ο κατασκευαστής του ξύλου τούτου, τον έναν πόντο διάκενο. Τώρα κατά πόσο μπήκαν παράλληλα ή κάθετα, αν έμπαιναν κάθετα αντί παράλληλα, επειδή τούντα ξύλα πιθανόν με τη συστολή διαστολή να απορροφήσουν υγρασία, να φουσκώσουν λίγο, ξέρεις, το περπάτημα με τον ποδηλάτη να έχει κάποια, ας το πω, ανωμαλία γιατί ήταν το ένα ξύλο πίσω από το άλλο. Το ότι η Πολεοδομία έκρινε ότι τα ξύλα τούτα έπρεπε να μπουν παράλληλα με την όδευση του ποδηλάτου εφόσον θα χρησιμοποιείτο και για ποδήλατο εφόσον δεν ξεπέρασαν και το όριο που καθόριζαν ο προμηθευτής για τον έναν πόντο διάκενο, θεωρώ ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Δηλαδή, δεν καθόριζαν ότι έπρεπε να μπουν κάθετα ή οριζόντια ή ένα που τα δύο..» Ο μάρτυρας, ο οποίος δέχτηκε ότι μετέβηκε στο χώρο την ίδια μέρα όπου και συνάντησε το ΜΕ3, ισχυρίστηκε ότι αν και ήταν πιθανόν τα ξύλα στο επίμαχο σημείο να μην είχαν σταθερή απόσταση διάκενου μεταξύ τους, εντούτοις δεν θεωρεί ότι θα μπορούσε οι αποκλίσεις που τυχόν υπήρχαν να ξεπερνούσαν τα 10 -12 μιλίμετρα, εφόσον κατ' εκείνον, μεγαλύτερο διάκενο και δη διάκενο πέραν των 2 εκ., θα σήμαινε ότι είχε αφαιρεθεί από το δάπεδο ουσιαστικά μια ολόκληρη ξύλινη σανίδα. Ανέφερε ο παρά ταύτα ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος δεν προέβη σε καμία μέτρηση του διάκενου που είχαν τα ξύλα στο συγκεκριμένο σημείο ώστε να μπορεί να επιβεβαιώσει τη θέση του για την ύπαρξη του του προδιαγραφόμενου διάκενου 1εκ. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω εδώ ότι όσον αφορά τους ΜΕ2 και ΜΥ1, οι οποίοι παρουσιάστηκαν και ως εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα τους, η εμπειρογνωμοσύνη τους αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Χωρίς λοιπόν να παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων επεκτάθηκε και στα όσα γεγονότα οι ίδιοι ισχυρίστηκαν ότι βίωσαν στα πλαίσια της άσκησης της εμπειρογνωμοσύνης τους, λαμβανομένου υπόψη ότι η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν έχει αμφισβητηθεί, τους αποδέχομαι ως ειδικούς επί του συγκεκριμένου θέματος για το οποίο κατέθεσαν. Υπενθυμίζω συναφώς την πάγια αρχή ότι ως τέτοιοι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, υπείχαν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Σημειώνω λοιπόν τα εξής. Όπως ανέφερα πιο πάνω, στην υπό κρίση περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι τη συγκεκριμένη μέρα ο ενάγοντας, ενώ ποδηλατούσε στο συγκεκριμένο δρόμο που βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων των εναγομένων και στον οποίο επιτρεπόταν η ποδηλασία, έπεσε βίαια από το ποδήλατό του και τραυματίστηκε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι αμφότερες οι πλευρές προσέγγισαν το θέμα της ευθύνης των εναγομένων με γνώμονα τόσο το ότι ο συγκεκριμένος ποδηλατόδρομος - πεζόδρομος βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων των τελευταίων, όσο και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι συνιστούν την αρχή που ήταν υπεύθυνη για όλα τα θέματα που αφορούσαν στην κατάσταση του εν λόγω πεζόδρομου - ποδηλατόδρομου αλλά και στη χρήση του από πεζούς και ποδηλάτες. Υπενθυμίζω εδώ ότι συνιστούσε θέση των ίδιων των εναγομένων ότι «ο Δήμος κατασκεύασε τον πεζόδρομο σύμφωνα με τα σχέδια του συμβολαίου» (παρ. 11 Έγγραφο Β) καθώς και ότι αυτοί, οι εναγόμενοι δηλαδή, ήταν τα πρόσωπα που λάμβαναν τις αποφάσεις που επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείτο ο συγκεκριμένος ποδηλατόδρομος - πεζόδρομος από το κοινό (βλ.παρ. 8 Εγγράφου Β αναφορικά με την απόφαση των εναγομένων να σηματοδοτήσουν τον δρόμο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να ποδηλατούν οι ποδηλάτες «με στόχο τη συνύπαρξη πεζών και ποδηλατιστών» και παρ. 9 ως προς την απόφαση να τοποθετηθούν κιγκλιδώματα «ούτως ώστε να εμποδίζουν τα παιδιά και τους ποδηλάτες να εισέρχονται απευθείας από τον πεζόδρομο στον δρόμο». Με άλλα λόγια, είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι εναγόμενοι ήταν τα πρόσωπα που όχι μόνο είχαν τον έλεγχο του συγκεκριμένου δρόμου, ο οποίος ήταν «ανοικτός» για χρήση και από πεζούς αλλά και από ποδηλάτες, αλλά και την ευθύνη σε σχέση με την κατάσταση του δρόμου καθώς και με τον τρόπο χρήσης του από πεζούς και ποδηλάτες. Ότι η ευθύνη αυτή των εναγομένων εκτεινόταν και στα θέματα ασφάλειας όλων όσων χρησιμοποιούσαν το συγκεκριμένο δρόμο θεωρώ ότι επίσης δεν αμφισβητείται, αν μη τι άλλο διότι σύμφωνα με τους ίδιους τους εναγόμενους, οι αποφάσεις που αυτοί έλαβαν για τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων και προειδοποιητικών πινακίδων στο δρόμο, αποσκοπούσαν ακριβώς στον περιορισμό της επικινδυνότητας κατά τη χρήση του δρόμου από πεζούς και ποδηλάτες και στην αποφυγή πιθανών ατυχημάτων. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου λοιπόν, τα οποία καθίστανται πρόσθετα ευρήματα του Δικαστηρίου, συνάγεται ευθέως ότι η νομική πτυχή της παρούσας υπόθεσης και των όσων συνιστούν επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων, περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τις αρχές που διέπουν το καθήκον επιμέλειας που πρόσωπα όπως οι εναγόμενοι, οι οποίοι έχουν τον έλεγχο και την ευθύνη ενός συγκεκριμένου χώρου, πρέπει να επιδεικνύουν απέναντι σε πρόσωπα που όπως ο ενάγοντας τυγχάνει τη δεδομένη στιγμή να βρίσκονται στον εν λόγω χώρο. Αυτή η νομική διάσταση της υπόθεσης σε σχέση με το συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας, η οποία έχει σημαντικό ρόλο σε σχέση με τα επίδικα θέματα, συνοψίζεται θεωρώ εύστοχα στην νομική ανάλυση που έγινε στις αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια της υπόθεσης ΚΥΠΡΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. KN ZOO BAR RESTAURANT LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 447/2011, 15/12/2016, οι οποίες αποφάσεις, ως προς το θέμα αυτό των σχετικών νομικών αρχών είναι σε πλήρη συμφωνία. Παραθέτω πρώτα αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Παρπαρίνου Δ. «Οι προϋποθέσεις για την θεμελίωση καθήκοντος επιμέλειας αναφέρθηκαν στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων και/ή του Επαρχιακού Τμήματος Γεωργίας Λεμεσού και/ή των Φυτωρίων του Γεωργικού Τμήματος Λεμεσού ν. Pentaliotis & Papapetrou Estates Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1931 όπου υιοθετήθηκε η αγγλική απόφαση Caparo Industries Plc v. Dickman
(1990)1 All E.R. 568. Όπως εξηγήθηκε, το Αγγλικό Εφετείο στην Caparo Industries Plc v. Dickman
(1989)1 All E.R. 798 διά μέσου του όγκου της Αγγλικής Νομολογίας από την Donoghue v. Stevenson
(1932)All E.R. Rep.1 ως την Hedley Byrne & Co Ltd v. Heller & Partners
(1963)2 All E.R. 575 και Anns ν. London Borough of Merton
(1977)2 All E.R. 492 προσδιόρισε όσα περιεγράφησαν ως προϋποθέσεις για τη θεμελίωση καθηκόντως επιμέλειας. Αυτές είναι (α) η ύπαρξη δυνατότητας εύλογης πρόβλεψης (reasonable foreseeability) πως θα επέλθει ζημιά, (β) η εγγύτητα (proximity) στις σχέσεις των διαδίκων και (γ) η ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι είναι δίκαιο και εύλογο να επιβληθεί το συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας. Ακολούθως αναφέρει τ' ακόλουθα: «Η δικαστική επιτροπή της Βουλής των Λόρδων δεν συμμερίστηκε ό,τι θα μπορούσε να εμφανιστεί ως στεγανοποίηση των προϋποθέσεων. Όχι γιατί πίσω από την κάθε μια δεν βρίσκονταν θεμελιωμένες αρχές του δικαίου της αμέλειας. Σύμφωνα με το Lord Bridge δεν μπορεί να αναγνωριστεί μια γενική αρχή που θα μπορούσε να αποτελέσει πρακτικό κριτήριο που θα κάλυπτε κάθε περίπτωση προς προσδιορισμό του κατά πόσο οφείλεται καθήκον επιμέλειας και αν ναι την έκτασή του (scope). Έχοντας πάντα υπόψη πως δεν είναι ποτέ αρκετό να απαντηθεί αν κάποιος αφηρημένα οφείλει καθήκον επιμέλειας σε άλλο. Απαιτείται ταυτόχρονα να καθοριστεί η έκταση αυτού του καθήκοντος με αναφορά στο είδος της συγκεκριμένης ζημιάς την οποία ο πρώτος θα έπρεπε να προσέξει ώστε να μή υποστεί ο δεύτερος. Οι προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν, χαρακτηρίστηκαν ως βολικές ετικέττες προσαρτημένες σε διαφορετικές ειδικές καταστάσεις οι οποίες, μετά από λεπτομερή εξέταση όλων των περιστατικών, ο νόμος αναγνωρίζει στην πράξη ως δημιουργούσες καθήκον επιμέλειας ορισμένης έκτασης. Ο δε Lord Oliver, συμφωνώντας όπως και τα άλλα μέλη του Δικαστηρίου, υπέδειξε πως θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα πως όσα προσεγγίστηκαν ως τρεις ξεχωριστές προϋποθέσεις συνιστούσαν στην πραγματικότητα, τουλάχιστον στις πλείστες περιπτώσεις, απλές όψεις του ίδιου πράγματος. Η υπόθεση Caparo ακολουθήθηκε έκτοτε κατ' επανάληψη και θα παραπέμπαμε στην εξήγηση της στις υποθέσεις Αncell v. Mc Dermott [1993] 4 All 355 και Μarc Rich & Co v. Bishop Rock Marine Co [1994] 3 All ER 686.» Στην Μάριος Ι. Κυριακίδης ν. Caro Tenekedzian
(1994)1 A.A.Δ. 504 αναλύθηκε το καθήκον που οφείλεται από τον κάτοχο ακινήτου έναντι όλων των προσώπων που νόμιμα ευρίσκονται σ΄ αυτό. «Η κατά το κοινοδίκαιο διαφοροποίηση ως προς το οφειλόμενο καθήκον ανάλογα με το αν ο ζημιούμενος είναι προσκεκλημένος ή απλός αδειούχος, άρθηκε με τον Οccupiers' Liability Act του 1957 που ουσιαστικά υπήγαγε και τους δυο στην κατηγορία των επισκεπτών (visitors) με την αναγνώριση έναντί τους του χαρακτηριζόμενου ως κοινού καθήκοντος επιμέλειας. Ενώ ο Occupiers' Liability Act του 1957 δεν μας αφορά, (όπως και ο ομώνυμος του 1984) ορθά σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως και κατά το κοινοδίκαιο οφειλόταν κοινό καθήκον επιμέλειας στους προσκεκλημένους και στους αδειούχους αδιακρίτως αναφορικά με δραστηριότητες του κατόχου στο ακίνητο (current operations - activity duty) σε αντιδιαστολή προς το πιό περιορισμένο καθήκον του αναφορικά με την στατική κατάσταση του ακινήτου (occupancy duty). [Βλ. την ανάλυση του θέματος στην Λ.Π. Φραγκεσκίδης Λτδ & Σία και Άλλος ν. Ιωάννης Μάμα
(1989)1 A.A.Δ. (E) 70]. Θα προσθέταμε πως αυτή η πτυχή του κοινοδικαίου βρήκε την έκφραση της στις ίδιες τις διατάξεις του άρθρου 51
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Το άρθρο, ενώ θεσμοθετεί την ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας του κατόχου ακινήτου έναντι όλων των προσώπων που νόμιμα βρίσκονται σ' αυτό ή των οποίων η περιουσία βρίσκεται μέσα ή πάνω σ' αυτό ή τόσο πλησίον του ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επηρεάζονται από την αμέλεια, δεν αναγνωρίζει τέτοιο καθήκον σε σχέση με την κατάσταση, τη συντήρηση ή την επιδιόρθωση του ακινήτου έναντι απλού αδειούχου. Σ' αυτή την περίπτωση, αναγνωρίζει μόνο καθήκον προς προειδοποίηση του απλού αδειούχου για κάθε κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο μέσα ή πάνω στο ακίνητο τον οποίο ο κάτοχος γνωρίζει ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. Στο πλαίσιο αυτό και για τους σκοπούς αυτής της ρύθμισης, το άρθρο παρέχει και τον ορισμό του απλού αδειούχου. Θα τον παραθέσουμε γιατί η απόδειξη τέτοιας ιδιότητας συνιστά ό,τι ελάχιστο μπορεί να γεννήσει το κοινό καθήκον επιμέλειας όταν μιλούμε για δραστηριότητες στο ακίνητο, έννοια που περιλαμβάνει και την οδήγηση αυτοκινήτου. Δεν αμφισβητείται πως αν ορθά θεωρήθηκε ο εφεσίβλητος ως αδειούχος, η έφεση πρέπει να απορριφθεί. Λέγει το άρθρο: "For the purposes of this section 'bare licensee' means any person who lawfully comes upon any immovable property otherwise than - (
- i)in connection with any business in which the occupier of the property is interested, or (
- ii)in the lawful performance of any public duty under the provisions of any enactment or otherwise, and includes the guests, not being guests for reward, and the servants of the occupier of any immovable property." Σε μετάφραση: "Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου 'απλός αδειούχος' σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που εισέρχεται νόμιμα σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλως ή - (ι) συναφώς προς εργασία στην οποία έχει συμφέρον ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας· ή (ιι) κατά τη νόμιμη εκτέλεση δημόσιου καθήκοντος δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος ή άλλως πως, και περιλαμβάνει τους προσκεκλημένους, που δεν είναι προσκεκλημένοι επ' αμοιβή, και τους υπηρέτες του κατόχου οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας". Η ιδιότητα του αδειούχου μπορεί να αποκτάται ως αποτέλεσμα ρητής άδειας ή να συνάγεται από τη συμπεριφορά του κατόχου στο πλαίσιο του συνόλου των περιστάσεων. (Βλ. Edwards v. Railway Executive [1952] 2 All E.R. 430.)» (βλ. επίσης Άθως Αγγελίδης ν. Κάτιας Α. Λούτσιου
(2010)1 Α.Α.Δ. 200)» Στη συνέχεια παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από την απόφαση του Ναθαναήλ Δ. ,στην οποία ο έντιμος Δικαστής ασχολείται και με το επίπεδο απόδειξης σε αγωγές αυτής της φύσης. «Η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Χάριν υπενθύμισης και μόνο, να λεχθεί ότι στο Κυπριακό σύστημα δικαίου αυτή οριοθετείται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149, όπως έχει βέβαια ερμηνευθεί καθοδηγητικά από τη νομολογία στη βάση της Αγγλικής προσέγγισης του κοινοδικαίου, (Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864 και Καλαθά ν. Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας. Οι κατηγορίες ή συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να εγερθεί τέτοιο καθήκον αναγνωρίστηκε ήδη από την Donoghue v. Stevenson, από τον Lord McMillan, ότι δεν είναι ποτέ στεγανοποιημένες. Η αμέλεια ως έννοια μπορεί να επιδεικνύεται σε μια μεγάλη κατηγορία συνθηκών. Δεν είναι αναγκαίο τα εξεταζόμενα γεγονότα να εντάσσονται σε υποθέσεις όπου και προηγουμένως είχε στοιχειοθετηθεί αμέλεια. Το θέμα εξετάζεται, σύμφωνα με την Anns ν. Merton London Borough Council
(1978)AC 728, σε δύο στάδια: Πρώτον, κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία γειτνίαση ώστε να εγείρεται το ερώτημα ότι η έλλειψη φροντίδας δυνατόν να προκαλέσει ζημιά ως θέμα εύλογης πρόβλεψης. Δεύτερον, αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα που αδρανοποιούν ή περιορίζουν την έκταση αυτής της επιμέλειας. Η έννοια της επιμέλειας περιορίστηκε στο χρόνο ώστε να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη επέκταση και ένταξη των διαφόρων περιπτώσεων στην έννοια, ώστε με την έλευση και μόνο της ζημιάς να εγείρεται έστω εκ πρώτης όψεως αναζήτηση αποζημιώσεων από τρίτους, κυρίως ασφαλιστικές εταιρείες και κρατικές ή κοινωφελείς υπηρεσίες, (Stovin v.Wise
(1996)AC 923. Σήμερα, η έννοια της επιμέλειας οριοθετείται από το Caparo test, από την υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman
(1990)1 All E.R. 568 και τη σύγχρονη της, Marc Rich & Co. AG v. Bishop Rock Marine Co Ltd
(1996)1 AC 211, ώστε θα πρέπει:
(1)ο ενάγων να δείξει ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευλόγως μπορούσαν να επηρεαστούν, ανάλογα με τη ζημιά που έγινε,
(2)ότι ενάγων και εναγόμενος βρίσκονται σε σχέση γειτνίασης («proximity») και
(3)να είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο («fair, just and reasonable») να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις. Η δικογραφηθείσα εκ μέρους του εφεσείοντος αμέλεια . συνίστατο στην κατ΄ ισχυρισμόν παράλειψη διατήρησης του ανελκυστήρα σε ασφαλή λειτουργία, ενώ στη γνώση τους αυτός χρησιμοποιείτο σε αυξημένο βαθμό, παρατηρείτο συνωστισμός ή ανεξέλεγκτη είσοδος στον ανελκυστήρα, υπήρχε αυξημένος κίνδυνος υπερβολικής και ενίοτε κακής χρήσης λόγω του προχωρημένου της ώρας και της κατάστασης των ευρισκομένων ή αποχωρούντων από το κέντρο ατόμων, του ενδεχόμενου χρήσης βίας ήδη παρατηρούμενης από βουλώματα και κτυπήματα στις θύρες, ενώ γνώριζαν και το γεγονός ότι και στο παρελθόν υπήρξε πρόβλημα με το μάνταλο εσωτερικά της θύρας. Ως προς τους εφεσίβλητους 4, ο εφεσείων καταλόγισε επιπόλαιη και βεβιασμένη εγκατάσταση, ελλιπή συντήρηση, έλεγχο και επιδιόρθωση, ενώ γνώριζαν ότι και προηγουμένως παρουσιάστηκε πρόβλημα . παραλείποντας έκτοτε να ελέγξουν τους μηχανισμούς ή ελαττωματικότητα που ήταν η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος. Στην παρούσα υπόθεση μετά τη διαπίστωση από την εκ των υστέρων προκύψασα μαρτυρία του Υπουργείου Εργασίας ότι το μάνταλο της θύρας ήταν στραβωμένο και προβληματικό, αναμφίβολα το πρόβλημα εστιαζόταν στο μηχανισμό του ανελκυστήρα και τον τρόπο λειτουργίας του εκείνο το πρωϊνό εφόσον αυταπόδεικτο ήταν πλέον ότι η πτώση του εφεσείοντος οφειλόταν στη μη παρουσίαση του κλωβού στον τρίτο όροφο παρά το γεγονός ότι οι θύρες άνοιξαν. Οι λεπτομέρειες αμέλειας έδειχναν κατ΄ ελάχιστον το προβληματικό της λειτουργίας του ανελκυστήρα, ιδιαιτέρως σε ένα χώρο όπου υπήρχε πάντοτε, . συνωστισμός, άτομα που ενδεχομένως δεν συμπεριφέρονταν πάντοτε νηφάλια και συνετά και μάλιστα σε χώρο όπου ο ανελκυστήρας δεν ήταν διαχωρισμένος από το υπόλοιπο κέντρο, αλλά ήταν ενσωματωμένος στον ίδιο το χώρο διασκέδασης και αποτελούσε μέρος αυτού. Ο εφεσείων αναμφίβολα ως θαμώνας και επισκέπτης του χώρου τις πρωϊνές ώρες της 16.3.2003, θεωρείτο «γείτονας» εν τη εννοία της νομολογίας προς τον οποίο οι εφεσίβλητοι 1-3, αλλά και οι εφεσίβλητοι 4, είχαν καθήκον επιμέλειας. Το καθήκον αυτό ως θέμα γειτνίασης δεν αμφισβητείται άλλωστε από οποιονδήποτε από τους εφεσίβλητους. Επομένως το πρώτο συστατικό στοιχείο της αμέλειας είναι δεδομένο. Το δεύτερο στοιχείο, αυτό της διάρρηξης του καθήκοντος επιμέλειας είναι στην περίπτωση το ουσιαστικό ζητούμενο. Με τη μαρτυρία που προσήγαγε ο εφεσείων στοιχειοθετήθηκε ότι επεσυνέβη ατύχημα στο χώρο του ανελκυστήρα σε χρόνο και τόπο όπου για τη λειτουργία του ήταν υπεύθυνοι οι εφεσίβλητοι 1-4. Εκ πρώτης όψεως, σύμφωνα με τη μαρτυρία του εφεσείοντος, ο ίδιος δεν επενέβη είτε στη λειτουργία του ανοίγματος των θυρών ή του ανελκυστήρα ευρύτερα παρά μόνο πάτησε και αυτός, όπως και ο Κυριτσόπουλος, το κουμπί έλευσης του ανελκυστήρα. Εδώ είναι το κατάλληλο σημείο να επισημανθεί ένα από τα ουσιαστικά λάθη του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έθεσε ιδιαίτερο βάρος στον εφεσείοντα παρερμηνεύοντας τη μαρτυρία που προσκόμισε ως ενάγων. Αντιπαράβαλε τη μαρτυρία του Σταύρου Λάμπρου, Μ.Ε.2, με τη μαρτυρία του ίδιου του εφεσείοντος και του Κυριτσόπουλου ως η μαρτυρία του Λάμπρου να είχε άμεση σχέση, και με το πώς ακριβώς συνέβη το ατύχημα, που δεν μπορούσε να είχε. . Εδώ πρέπει να επισημανθεί επίσης το ουσιώδες ότι ουδεμία απολύτως μαρτυρία προσφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι ο εφεσείων . συμπεριφερόταν εκείνες τις πρωϊνές ώρες με οποιοδήποτε ανάρμοστο τρόπο. . Αντίθετα, πέραν της μαρτυρίας του ιδίου του εφεσείοντος και του Κυριτσόπουλου, ότι απλώς περίμεναν στην πόρτα του ανελκυστήρα χωρίς ιδιαίτερες κινήσεις ή χειρονομίες μη συνάδουσες με ευπρεπή συμπεριφορά, το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν είχε παραβατική συμπεριφορά και δεν είχε καταναλώσει πέραν του ενός ποτού επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία της . Μ.Ε.6.. Η μαρτυρία της Παπαθωμά έγινε δεκτή από το Δικαστήριο όσον αφορά τα ουσιώδη γεγονότα . Δεν της έδωσε όμως την αναγκαία σημασία ως προς ό,τι αναφέρθηκε προηγουμένως για τη συμπεριφορά του εφεσείοντος με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ο εφεσείων . προκάλεσε με «ηθελημένη (και όχι αθέλητη) ενέργεια του (σπρώξιμο, πίεση, τράβηγμα) το άνοιγμα των θυρών». Και μάλιστα στη συνέχεια το Δικαστήριο επικρίνει τον εφεσείοντα ότι οι θύρες του ανελκυστήρα «Άνοιξαν με την παράλογη και άφρονα επέμβαση του ενάγοντα». Χωρίς όμως ίχνος μαρτυρίας προς τούτο. Περί πιθανολόγησης, όμως μίλησε το Δικαστήριο, αφού: «Οποιαδήποτε άλλη πιθανολόγηση δεν είναι ούτε επιτρεπτή ούτε λογική όπως προσπάθησα να εξηγήσω.». Όμως ένα Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί, σε επίπεδο εικασιών. Αποφασίζει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, την ανάλυση επ΄ αυτής, την αξιολόγηση και τα τελικά ευρήματα του. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εντοπίσει την κατά τη δική του άποψη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος έξω από οποιαδήποτε προς τούτο μαρτυρία. Το κριτήριο παραμένει κατά πόσο η εκδοχή του ενάγοντα προκύπτει ως πιο αληθής παρά όχι, ιδωμένη και εξεταζόμενη από μόνη της κατά ένα αντικειμενικό επίπεδο πιθανότητας και όχι κατά πόσο η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά του εναγομένου, (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη - πιο πάνω -, Μπούλος Μαρσέλ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Murphy on Evidence 8η έκδ.
(2003)σελ. 81). Και ακριβώς εδώ εντοπίζεται και το έτερο σημαντικό λάθος του Δικαστηρίου. Παραγνώρισε την υπόλοιπη μαρτυρία που ήταν υπέρ του εφεσείοντος και αποτελούσε ασφαλές υπόβαθρο για θετική διαπίστωση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων περί αμέλειας των εφεσιβλήτων.» Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω, παρατηρώ τα εξής αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Η εκδοχή που προώθησε με το δικόγραφο και τη μαρτυρία του ο ενάγοντας ήταν ότι η πτώση και κατ' επέκταση οι τραυματισμοί του οφείλονταν αποκλειστικά στην κατάσταση που παρουσίαζε το οδόστρωμα του δρόμου σε συγκεκριμένο σημείο του, η οποία κατάσταση κατά τον τελευταίο ήταν επικίνδυνη για ένα ποδηλάτη. Ειδικότερα, η εκδοχή του ενάγοντα είναι ότι αυτός έπεσε και τραυματίστηκε σε σημείο του δρόμου όπου το οδόστρωμα ήταν επικίνδυνο για ένα ποδηλάτη εφόσον το οδόστρωμα αυτό συνίστατο σε ξύλινες σανίδες οι οποίες ήταν τοποθετημένες η μια δίπλα στην άλλη με διάκενο μεταξύ τους αλλά και παράλληλα προς την πορεία του ποδηλάτου, δημιουργώντας έτσι τον άμεσο κίνδυνο να σφηνώσει ο τροχός του ποδηλάτου μεταξύ των σανίδων ενόσω αυτό είναι σε κίνηση και να εκτιναχθεί ο ποδηλάτης βίαια από το ποδήλατο, όπως έγινε στην περίπτωση του. Ένας από τους ουσιαστικούς άξονες τώρα του δικογράφου της υπεράσπισης επί του οποίου οι εναγόμενοι στήριξαν και την προσπάθεια τους να θέσουν εν αμφιβόλω την πιο πάνω εκδοχή του ενάγοντα, αφορούσε στο πού ακριβώς είναι που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Μάλιστα δε, η υπεράσπιση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα αυτό κατά την αντεξέταση του ενάγοντα ώστε να πλήξει το αξιόπιστο της εκδοχής του. Το παράδοξο όμως είναι ότι αν και ο ενάγοντας ουδέποτε ανέφερε στην Ε/Α του ή στη Γ/Δ του οτιδήποτε σε σχέση με γέφυρες ή το ακριβές σημείο στο οποίο επήλθε η πτώση του, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει μόνο ότι έπεσε σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου το ξύλινο οδόστρωμα ήταν κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο που ήταν επικίνδυνο για ποδηλασία, οι εναγόμενοι δεν φάνηκε να είχαν κανένα πρόβλημα, όχι μόνο να αντιληφθούν, αλλά και να εντοπίσουν αμέσως, όπως επιβεβαιώνεται από το δικόγραφο τους αλλά και από τις φωτογραφίες που αυτοί παρουσίασαν κατά την ακρόαση (Τεκ.14), συγκεκριμένο σημείο στον επίμαχο δρόμο το οποίο ανταποκρινόταν πλήρως σε όλα τα χαρακτηριστικά που έδωσε ο ενάγοντας. Μάλιστα δε, είναι οι ίδιοι εναγόμενοι που δικογράφησαν ότι το επίδικο ατύχημα φαίνεται να επεσυνέβη σε κάποια γέφυρα του δρόμου, την οποία γέφυρα και συγκεκριμενοποίησαν κατά την ακρόαση με τις φωτογραφίες που οι ίδιοι παρουσίασαν ως Τεκ.14, ενώ την ίδια στιγμή, από τις απρόκλητες αναφορές που γίνονται στο δικόγραφο της υπεράσπισης τόσο σε σχέση με τον τρόπο κατασκευής των διάφορων γεφυρών του δρόμου όσο και σε σχέση με τη γνώση που είχαν οι εναγόμενοι για την επικινδυνότητα που ενείχε η οδήγηση ποδηλάτου επί των εν λόγω γεφυρών, ακόμη και αυτό το στοιχείο της «επικινδυνότητας» του οδοστρώματος που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας ότι χαρακτήριζε το σημείο όπου έπεσε, οι εναγόμενοι φαίνεται ότι το είχαν αντιληφθεί πλήρως και το εντοπίσει στη συγκεκριμένη γέφυρα. Και να μην ήταν όμως αυτό το συμπέρασμα που εξάγεται από τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης, οι οποίες υπενθυμίζω ότι προωθήθηκαν και κατά την ακρόαση μέσω του ΜΥ1, οι υποβολές που τέθηκαν στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του και οι οποίες υποβολές παρατέθηκαν αυτούσιες ανωτέρω, και πάλι οδηγούν στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα. Μάλιστα δε, από τις εν λόγω υποβολές καθίσταται εντονότερο ότι όχι μόνο επιβεβαιώνεται ο ενάγοντας ως προς το ότι «.η διαδρομή του γραμμικού πάρκου.έχει διάφορες ιδιαιτερότητες το δάπεδό του που δεν έχει ένας δρόμος. υπάρχουν και πεζογέφυρες που είναι καμωμένες που ξύλα.(δηλαδή υπάρχουν).κίνδυνοι.κατά την οδήγηση (ποδηλάτου) εκεί της πεζογέφυρας.» αλλά και ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν από πριν γι' αυτή την ιδιαιτερότητα και επικινδυνότητα του οδοστρώματος. Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι μία εκ των θέσεων που υπέβαλε η υπεράσπιση στον ενάγοντα ήταν και η θέση ότι για να οδηγήσει κάποιος με ασφάλεια ποδήλατο στο συγκεκριμένο δρόμο, έπρεπε να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένο τύπο ποδηλάτου - «η πτώση που είχες στον συγκεκριμένο ποδηλατόδρομο, έγινε καθότι οδηγούσες ποδήλατο δρόμου όχι σε δρόμο και σε δάπεδο που δεν μπορούσε να οδηγήσει κάποιος ποδηλάτης με ασφάλεια το συγκεκριμένο ποδήλατο . (δηλαδή). χρησιμοποιούσες το συγκεκριμένο ποδήλατο σε λάθος δρόμο χωρίς να λαμβάνεις υπόψη τους κινδύνους που υπήρχαν κατά την οδήγηση εκεί της πεζογέφυρας». Στα πιο πάνω όμως θα πρέπει να συνυπολογιστούν και τα εξής. Το ότι στον επίμαχο δρόμο που επιτρεπόταν η ποδηλασία υπήρχε σημείο όπου το οδόστρωμα ήταν κατασκευασμένο με ξύλα τα οποία είχαν τοποθετηθεί με διάκενο μεταξύ τους και παράλληλα προς την πορεία ενός ποδηλάτη δεν αμφισβητείται. Όπως όμως χαρακτηριστικά αλλά και εύστοχα ανέφερε και ο ΜΕ3, η ανεξαρτησία της μαρτυρίας του οποίου όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά ήταν και έκδηλη κατά τη γνώμη μου, ο τρόπος αυτός κατασκευής του οδοστρώματος, αντικειμενικά ιδώμενος μέσα από τα μάτια ενός μέσου λογικού ανθρώπου, όντως «προκαλεί εντύπωση» και ο λόγος για τούτο είναι θεωρώ προφανής. Αν το διάκενο ήταν παράλληλο με την πορεία του τροχού του ποδηλάτου τότε εύλογα μπορεί κάποιος να θεωρήσει, ως είναι και ο ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι το οδόστρωμα ήταν επικίνδυνο για ένα ποδηλάτη εφόσον υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο ο τροχός του ποδηλάτου του να πέσει και να σφηνώσει στο διάκενο ενόσω το ποδήλατο κινείτο, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα το ξαφνικό και απότομο σταμάτημα του ποδηλάτου και την ενδεχόμενη πτώση του ποδηλάτη. Την πιο πάνω «εντύπωση» περί της εγγενούς επικινδυνότητας του οδοστρώματος, την οποία «εντύπωση» να σημειωθεί ότι και ο ΜΥ1 φάνηκε ν' αντιλαμβάνεται πλήρως, ο τελευταίος προσπάθησε να τη «θολώσει» κάνοντας αναφορές στο πάχος των τροχών ενός ποδηλάτου και στο προδιαγραφόμενο διάκενο των ξύλων του οδοστρώματος - «.Τώρα κατά πόσο μπήκαν παράλληλα ή κάθετα, αν έμπαιναν κάθετα αντί παράλληλα, . ξέρεις, το περπάτημα με τον ποδηλάτη να έχει κάποια, ας το πω, ανωμαλία .. Το ότι η Πολεοδομία έκρινε ότι τα ξύλα τούτα έπρεπε να μπουν παράλληλα με την όδευση του ποδηλάτου εφόσον θα χρησιμοποιείτο και για ποδήλατο εφόσον δεν ξεπέρασαν και το όριο που καθόριζαν ο προμηθευτής για τον έναν πόντο διάκενο, θεωρώ ότι δεν υπάρχει πρόβλημα». Όσο όμως και αν η πιο πάνω «θεωρία» του ΜΥ1 ακούγεται λογική, ότι δηλαδή αν και ο δρόμος σχεδιάστηκε και να κατασκευάστηκε με το συγκεκριμένο τρόπο, εντούτοις, επειδή λήφθηκε υπόψη ότι θα χρησιμοποιείτο και από ποδηλάτες, καθορίστηκε για σκοπούς ασφάλειας ότι το διάκενο του οδοστρώματος δεν θα υπερέβαινε το 1εκ., η «θεωρία» αυτή παρέμεινε μέχρι τέλους να συνιστά απλά μια «θεωρία». Αυτό γιατί ουδέποτε παρουσιάστηκε μαρτυρία στο Δικαστήριο που να καταδεικνύει ότι το οδόστρωμα στο συγκεκριμένο σημείο που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι έπεσε και που και οι ίδιοι οι εναγόμενοι εντόπισαν ήταν στην πραγματικότητα ως ο ΜΥ1 θεωρούσε ότι ήταν και υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι όχι μόνο ο ΜΥ1 δεν προέβη ποτέ σε οποιεσδήποτε επιτόπιες μετρήσεις ώστε να μπορεί να επιβεβαιώσει τη θέση του περί της ύπαρξης του προδιαγραφόμενου ως «ασφαλούς» 1εκ. διάκενου, αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία η κατ' ισχυρισμό διαπίστωση του ΜΕ3 ότι σε διάφορα σημεία του ξύλινου οδοστρώματος υπήρχαν αλλοιώσεις. Μάλιστα δε, η διαπίστωση αυτή του ΜΕ3 επιβεβαιώθηκε κατά την ακρόαση και από το ΜΥ1 ως ένα πιθανό ενδεχόμενο. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει τους συλλογισμούς του ΜΥ1 και της υπεράσπισης γενικότερα ως προς το ότι δεν θα μπορούσαν οι όποιες τυχόν αλλοιώσεις των ξύλων του οδοστρώματος να είχαν δημιουργήσει διάκενο μεγαλύτερο των 2εκ. εφόσον αυτό θα σήμαινε ουσιαστικά ότι έλειπε ολόκληρη σανίδα καθώς και ότι δεν θα μπορούσε ο τροχός του ενάγοντα να σφηνώσει στο διάκενο εφόσον το πάχος των τροχών του ποδηλάτου του ήταν μεγαλύτερο από 2 εκ., ήτοι 3 - 4εκ.. Οι συλλογισμοί όμως αυτοί, όσο λογικοί και αν προβάλλουν, δεν παύουν από του να συνιστούν απλά ατεκμηρίωτες εικασίες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση φαίνεται να εδράζονται και επί εσφαλμένης βάσης. Εξηγώ. Πέραν του ότι δεν έγιναν οποιεσδήποτε μετρήσεις από πλευράς ΜΥ1, είτε σε σχέση με την πραγματική διάσταση του διάκενου στο συγκεκριμένο σημείο είτε σε σχέση με το κατά πόσο μπορούσαν να «χωρέσουν» στο διάκενο οι τροχοί του ποδηλάτου του ενάγοντα, το οποίο ποδήλατο να σημειωθεί ήταν ακόμη στο χώρο του ατυχήματος όταν κατέφθασε εκεί ο ΜΥ1, οι «αλλοιώσεις» που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας και που κατέγραψε και ο ΜΕ3 ότι υπήρχαν στο οδόστρωμα δεν προβλήθηκαν ν' αφορούν σε ολόκληρες τις σανίδες κατά μήκος του οδοστρώματος ώστε να μιλούμε πλέον για διάκενο ίσο με μια ολόκληρη σανίδα, αλλά απλά στο ότι το «δάπεδο του ποδηλατόδρομου αποτελείται από ξύλο το οποίο σε κάποια σημεία υπέστη αλλοιώσεις». Ούτε όμως θα ήταν ασφαλές ή λογικό θεωρώ να πει κάποιος με βεβαιότητα ότι με δεδομένες μόνο τις διαστάσεις ενός τροχού ποδηλάτου, είναι αδύνατο για ένα τροχό πάχους 3 - 4εκ να σφηνώσει σε διάκενο 1εκ, ως ήταν ουσιαστικά και ο συλλογισμός που προώθησε ο ΜΥ
- Αυτό γιατί ο επί του προκειμένου συλλογισμός δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη το ότι πρόκειται για «σφήνωμα» λαστιχένιου τροχού, του οποίου η ελαστική ιδιότητα είναι κοινώς γνωστή και αντιληπτή αλλά και το ότι ο εν λόγω λαστιχένιος τροχός, όταν βρίσκεται πάνω από το διάκενο, ήδη κινείται με κάποια ταχύτητα ενώ ταυτόχρονα πιέζεται και προς τα κάτω από το βάρος του ποδηλάτη. Το αναφέρω τούτο βέβαια, όχι για να καταδείξω ότι η εκδοχή του ενάγοντα «στέκει» επιστημονικά, αλλά για να καταδείξω το γιατί δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί με ασφάλεια στο σχετικό συλλογισμό του ΜΥ1 ώστε να απορρίψει ως αναξιόπιστη την εκδοχή του ενάγοντα. Βεβαίως, στο σημείο αυτό δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί και το ότι όλοι οι πιο πάνω συλλογισμοί του ΜΥ1 αναφορικά με τις πιθανές μικρο-αλλοιώσεις του οδοστρώματος και του πάχους των τροχών του ποδηλάτου του ενάγοντα, οι οποίοι συλλογισμοί αποσκοπούσαν στο να καταδειχτεί ότι η πτώση του τελευταίου δεν οφειλόταν στην κατασκευή και στην κατάσταση του οδοστρώματος, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την άλλη θέση που υπεβλήθη στον ενάγοντα, ήτοι ότι η πτώση του οφειλόταν στο γεγονός ότι «.οδηγούσες ποδήλατο δρόμου. σε δάπεδο που δεν μπορούσε να οδηγήσει κάποιος ποδηλάτης με ασφάλεια το συγκεκριμένο ποδήλατο. (δηλαδή). χρησιμοποιούσες το συγκεκριμένο ποδήλατο σε λάθος δρόμο χωρίς να λαμβάνεις υπόψη τους κινδύνους που υπήρχαν κατά την οδήγηση εκεί της πεζογέφυρας.». Είτε όμως το οδόστρωμα στο συγκεκριμένο σημείο ήταν ασφαλές για τον ποδηλάτη ενάγοντα, όποιο ποδήλατο και αν αυτός οδηγούσε, οπόταν η πτώση οφείλεται σε λόγους άλλους από την κατάσταση του οδοστρώματος, είτε το οδόστρωμα δεν ήταν ασφαλές για το συγκεκριμένο ποδήλατο, οπόταν η πτώση μπορεί να αποδοθεί στο οδόστρωμα. Και τα δύο όμως δεν μπορούν να ισχύουν και το αναφέρω τούτο επισημαίνοντας παράλληλα και ότι τίποτα δεν παρουσίασαν οι εναγόμενοι που να υποδηλοί ότι υπήρχαν στο χώρο οποιεσδήποτε προειδοποιήσεις ή επισημάνσεις αναφορικά με τον τύπο του ποδηλάτου που θα ήταν κατ' εκείνους ασφαλές να οδηγηθεί εκεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, δέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του ΜΕ3 ως αξιόπιστη ενώ όσον αφορά την εκδοχή του ενάγοντα ως προς τον τόπο και τρόπο του ατυχήματος, η εκδοχή αυτή, η οποία φαίνεται να βρίσκει και πραγματικό έρεισμα με βάση και τις θέσεις των ίδιων των εναγομένων, ιδωμένη και εξεταζόμενη υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και των κοινών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, κρίνεται, με βάση και τα όσα λέχθηκαν στην KN ZOO ανωτέρω, αξιόπιστη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας επομένως, βρίσκω ότι το επίδικο ατύχημα έγινε με τον τρόπο που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας ότι έγινε. Βρίσκω δηλαδή ότι ενώ ο τελευταίος οδηγούσε το ποδήλατο του με κανονική ταχύτητα και φορώντας το κράνος του επί της γέφυρας που φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκ.14, της οποίας γέφυρας το οδόστρωμα ήταν κατασκευασμένο με ξύλα τα οποία ήταν τοποθετημένα κάθετα και με διάκενο μεταξύ τους και παράλληλα με την πορεία του ποδηλάτου, και τα οποία ξύλα παρουσίαζαν αλλοιώσεις, ο μπροστινός τροχός του ποδηλάτου του ενάγοντα εγκλωβίστηκε στο διάκενο που υπήρχε μεταξύ των ξύλων που λειτουργούσαν ως οδόστρωμα, οπόταν και πριν ο τελευταίος να προλάβει να εφαρμόσει τα φρένα του ή ν' αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο, εκτινάχθηκε βίαια από το ποδήλατο του και έπεσε με το πρόσωπο στο οδόστρωμα οπόταν και τραυματίστηκε. Βρίσκω επίσης ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι αναφέρουν ότι είναι αυτοί που κατασκεύασαν το οδόστρωμα στο συγκεκριμένο σημείο του επίμαχου δρόμου, γνώριζαν για τις ιδιαιτερότητες που παρουσίαζε το συγκεκριμένο οδόστρωμα, οι οποίες ιδιαιτερότητες ουσιαστικά καθιστούσαν το δρόμο επικίνδυνο για τους ποδηλάτες, όμως παρά ταύτα, καμία σχετική επισήμανση ή προειδοποίηση δεν φρόντισαν να τοποθετήσουν στο χώρο αλλά ούτε και μερίμνησαν να υπάρχει οποιαδήποτε σήμανση ή προειδοποίηση προς τους ποδηλάτες αναφορικά με το ότι το οδόστρωμα ενδεχομένως να μην ήταν ασφαλές για όλα ή για κάποιου τύπου ποδήλατα, παρουσιάζοντας έτσι το δρόμο ως ασφαλή για ελεύθερη και απρόσκοπτη ποδηλασία. Στη βάση όλων των πιο πάνω και λαμβανομένων υπόψη και των όσων ήδη ανέφερα αναφορικά με τον έλεγχο και την ευθύνη που είχαν οι εναγόμενοι σε σχέση με το συγκεκριμένο δρόμο αλλά και σε σχέση με την ασφάλεια των πεζών και των ποδηλατιστών που τον χρησιμοποιούσαν, και εν τη απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να υποδηλοί ότι ο ενάγοντας ενήργησε με οποιοδήποτε ανάρμοστο ή αμελή τρόπο κατά τη χρήση του δρόμου, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο για θετική διαπίστωση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων περί επίδειξης αποκλειστικής αμέλειας από πλευράς των εναγομένων και πρόκλησης στον ενάγοντα ζημιών. Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω το θέμα των αποζημιώσεων που τυχόν να δικαιούται ο ενάγοντας. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι όσον αφορά τις ειδικές ζημιές του ενάγοντα, αυτές δηλώθηκαν από κοινού ότι ανέρχονται στο ποσό των €7.254,14 επί πλήρους ευθύνης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θ' αποδειχθεί ότι η θεραπεία που έγινε στα δόντια του ενάγοντα συνιστά απότοκο του επίδικου ατυχήματος. Επισημαίνω εδώ βέβαια ότι η υπεράσπιση, όχι μόνο δεν αμφισβητεί ότι κάποιο τραυματισμό υπέστη ο ενάγοντας στα δόντια του, αν μη τι άλλο αυτό αναφέρεται και στο παραδεκτό ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου (Τεκ.3), αλλά και στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων δέχτηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι σύμφωνα με το πιστοποιητικό του ΜΕ2 (Τεκ. 6), όντως τέσσερα δόντια του ενάγοντα είχαν τραυματιστεί. Προτού προχωρήσω όμως να εξετάσω την ουσία των κατ' ισχυρισμό τραυματισμών και ζημιών του ενάγοντα κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα εξής. Για τα έξοδα τα οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη σε σχέση με τους τραυματισμούς στα δόντια του, ο ενάγοντας παρουσίασε αποδείξεις που αφορούν σε πληρωμή του συνολικού ποσού των €6.205 (Τεκ. 9) προς την κλινική του ΜΕ2, σε €120 που πληρώθηκαν στους ακτινολόγους Κανακά και Πιερίδη και σε € 470 που πληρώθηκαν στον χειρουργό οδοντίατρο Α. Παναγίδη. Σύμφωνα όμως με το ΜΕ2, ο οποίος ήταν ο μάρτυρας που κάλεσε ο ενάγοντας για να επιβεβαιώσει τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς που υπέστη στα δόντια του αλλά και για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της σχετικής θεραπείας καθώς και το κόστος της, ο ενάγοντας συμφώνησε να καταβάλει και κατέβαλε στο μάρτυρα για σκοπούς της σχετικής θεραπείας το ποσό των €5.350 ως αναφέρεται στη συμφωνία Τεκ.
- Όσον αφορά δε το ποσό των €120 που φαίνεται να πληρώθηκε στους ακτινολόγους Κανακά και Πιερίδη, το ποσό αυτό, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, αφορά στις ακτινογραφίες που ζήτησε από τον ενάγοντα να λάβει πριν την έναρξη της θεραπείας. Για την φερόμενη πληρωμή όμως συνολικού ποσού €470 προς τον οδοντίατρο Α. Παναγίδη, (Τεκ. 10), αν και ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η πληρωμή αυτή σχετιζόταν με τη θεραπεία των δοντιών του, εντούτοις ο ΜΕ2 δεν επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό αυτό, αφού όπως ανέφερε ο τελευταίος, του ήταν άγνωστο σε τι αφορούσε η εν λόγω πληρωμή. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου του θεράποντα γιατρού του ενάγοντα, από το συνολικό ποσό των €6.675 που δείχνουν οι αποδείξεις που ο τελευταίος παρουσίασε σε σχέση με τα δόντια του, μόνο το ποσό των €5.470 φαίνεται να σχετίζεται με τη θεραπεία που κατ' ισχυρισμό έπρεπε να γίνει. Άλλωστε, κάποιες από τις αποδείξεις του ενάγοντα σε σχέση με τις πληρωμές που έκαμε προς το ΜΕ2 φαίνεται να αφορούν σε «καθαρισμό δοντιών» που έγινε πριν τις 31/10/12 που τον εξέτασε ο ΜΕ2 αλλά και σε απροσδιόριστες υπηρεσίες. Με βάση λοιπόν τις εξηγήσεις του ΜΕ2, αν ήθελε φανεί ότι η θεραπεία στην οποία ο μάρτυρας υπέβαλε τον ενάγοντα όντως αφορούσε σε θεραπεία τραυματισμού που προκλήθηκε από το επίδικο ατύχημα, το ποσό των €5470 είναι το μόνο ποσό που δικαιολογείται να επιδικαστεί στον ενάγοντα ως ειδική ζημιά σε σχέση με τα δόντια του. Όσον αφορά τώρα τις αποδείξεις και βεβαιώσεις που παρουσίασε ο ενάγοντας για πληρωμή προς τον νευρολόγο Παπακώστα συνολικού ποσού €220, αν και το ποσό αυτό δεν τέθηκε υπό κάποια επιφύλαξη ανάλογη με αυτήν που έγινε για τα κατ' ισχυρισμό έξοδα σε σχέση με τη θεραπεία στα δόντια, εντούτοις συνιστά ποσό για το οποίο ο ενάγοντας εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι συνδέεται με τους επίδικους τραυματισμούς. Το αν λοιπόν δικαιούται ή όχι ο ενάγοντας να πληρωθεί από τους εναγόμενους και το ποσό των €220 που φέρεται να πλήρωσε στον Παπακώστα, αυτό θα αποφασιστεί κατά την εξέταση της μαρτυρίας που αφορά στο συγκεκριμένο κατ' ισχυρισμό νευρολογικό τραυματισμό του. Όσον αφορά τέλος το συνολικό ποσό των €239,14 που αφορά στην εξασφάλιση βεβαιώσεων και αγορά φαρμάκων, το ποσό αυτό δεν τέθηκε υπό οποιαδήποτε αμφισβήτηση αλλά αντίθετα έγινε και αποδεκτό μέσω της τελικής αγόρευσης των εναγομένων ότι το δικαιούται ο ενάγοντας αν τελικά ήθελε φανεί ότι δικαιούται να πληρωθεί οποιεσδήποτε ειδικές ζημιές. Το ποσό αυτό επομένως, με βάση την ανωτέρω διαπίστωση μου ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται απέναντι στον ενάγοντα για το επίδικο ατύχημα, δικαιολογείται όπως επιδικαστεί υπέρ του τελευταίου ως ειδική ζημιά. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται να πληρωθεί οποιαδήποτε άλλα ποσά ως ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς που ισχυρίζεται ότι υπέστη από το επίδικο ατύχημα. Σημειώνω τα εξής σχετικά. Όσον αφορά τους κατ' ισχυρισμό νευρολογικούς του τραυματισμούς, η επί του προκειμένου μαρτυρία του ενάγοντα περιορίστηκε στην παρουσίαση των βεβαιώσεων και εκθέσεων που ετοίμασε για λογαριασμό του ο Νευρολόγος Δρ. Παπακώστας. Παρά όμως το ότι η υπεράσπιση έθεσε εξ' αρχής την αμφισβήτηση της σε σχέση με το περιεχόμενο των εν λόγω εκθέσεων και βεβαιώσεων και παρά το ότι, όπως εύστοχα επισημαίνει στην αγόρευσή του ο κ. Δημητριάδης, στην ηλεκτροδιαγνωστική έκθεση ημερομηνίας 21/01/13 που επισυνάπτεται στις βεβαιώσεις του Δρ. Παπακώστα (Τεκ. 5), δεν καθορίζεται ξεκάθαρα ποια είναι η αιτία των εκεί αναφερόμενων ως διαπιστωθέντων νευροπαθειών ("without specificity»), ουδέποτε προσήλθε στο Δικαστήριο ο Δρ. Παπακώστας για να εξηγήσει ιατρικά τα όσα καταγράφει στις εκθέσεις του και να τα συνδέσει με το επίδικο ατύχημα. Με άλλα λόγια, αφ' ης στιγμής οι εκθέσεις και βεβαιώσεις του Δρ. Παπακώστα δεν μπορούν από μόνες τους να προσδώσουν το αναγκαίο έρεισμα στους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του ενάγοντα, οι οποίοι ισχυρισμοί αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, η παρουσία του συγκεκριμένου ιατρού στο Δικαστήριο ως μάρτυρα ήταν επιβεβλημένη. Ένεκα όμως του ότι ο Δρ. Παπακώστας δεν προσήλθε ποτέ στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει, αυτή η εξειδικευμένη πτυχή της υπόθεσης του ενάγοντα, η οποία περιλαμβάνει και τα κατ' ισχυρισμό νευρολογικά κατάλοιπα που αυτός έχει μέχρι και σήμερα αλλά και τα αξιούμενα σχετικά έξοδα, παρέμεινε μετέωρη και άνευ ιατρικού ερείσματος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Όσον αφορά τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς στα δόντια του ενάγοντα, όπως ανέφερα πιο πάνω, είναι αποδεκτό από την υπεράσπιση ότι ο ενάγοντας υπέστη κάποιους τραυματισμούς στα δόντια, τουλάχιστο στα τέσσερα πρόσθια. Το ερώτημα λοιπόν αφορά στο ποια είναι ακριβώς η φύση και έκταση του εν λόγω τραυματισμού καθώς επίσης και στο κατά πόσο ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία και εύλογη η θεραπεία στην οποία ο ΜΕ2 υπέβαλε τον ενάγοντα. Η ουσιαστική μαρτυρία για το συγκεκριμένο ιατρικό θέμα προήλθε αποκλειστικά από το ΜΕ2, το θεράποντα δηλαδή οδοντίατρο του ενάγοντα, η ουσία της μαρτυρίας του οποίου ήταν υπενθυμίζω ότι από την ιατρική εξέταση που διενήργησε στον ενάγοντα, αυτός έκρινε, ως ειδικός που ήταν επί του θέματος, ότι τραυματίστηκαν «χωρίς επιστροφή» τέσσερα πρόσθια δόντια (12, 14, 15 και 22), ότι έπαθαν διάσειση και άλλα πρόσθια δόντια, ότι τραυματίστηκε ένα «κόντρα» δόντι
(32), ότι έπαθαν ζημιές δύο κορώνες σε υφιστάμενα εμφυτεύματα (11 και 21) και ότι η μόνη λύση ήταν η εξαγωγή των δοντιών 12 - 15, 22 και 32, καθώς και των κορόνων 11 και 21, και η αντικατάσταση τους με εμφυτεύματα στις θέσεις 12, 22, 14 και 15 με γέφυρα πορσελάνινη 8 τεμαχίων (από 16 μέχρι 22) και με γέφυρα 2 τεμαχίων (32 και 33), με την πορσελάνη στη θέση 32 να είναι κρεμαστή. Η πιο πάνω ιατρική εκτίμηση του ΜΕ2, την οποία ο μάρτυρας κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ανέπτυξε με περαιτέρω λεπτομέρεια, ουδέποτε αντικρούστηκε από πλευράς υπεράσπισης με αναλόγου βαρύτητας μαρτυρία πραγματογνώμονα και αυτό παρά και το ότι ο μάρτυρας κατά τη μαρτυρία του έκαμε αναφορά και στην άποψη που φέρεται να είχε εκφράσει στο παρελθόν κάποιος άλλος οδοντίατρος που ενήργησε εκ μέρους των εναγομένων, εξηγώντας στο Δικαστήριο και για ποιο λόγο είναι που αυτός διαφωνεί με την άποψη που εξέφρασε εκείνος ο οδοντίατρος σε σχέση με το προϋπάρχον περιοδοντολογικό πρόβλημα που είχε ο ενάγοντας. Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι η υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΕ2 υποβάλλοντας τη θέση ότι το περιοδοντολογικό πρόβλημα που είχε ο ενάγοντας ήταν και ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίον έπρεπε να αφαιρεθούν και αφαιρέθηκαν τα δόντια του. Τη θέση αυτή όμως, την οποία στο τέλος η υπεράσπιση δεν την τεκμηρίωσε με οποιαδήποτε σχετική ιατρική μαρτυρία, ο ΜΕ2 την απέρριψε κατηγορηματικά, αναφέροντας μάλιστα και ότι με βάση τη δική του ιατρική εκτίμηση, όχι μόνο το περιοδοντολογικό πρόβλημα του ενάγοντα δεν ήταν τόσο σοβαρό ώστε να επιβάλλει την αφαίρεση των δοντιών του, αλλά και ότι τα δόντια του τελευταίου «θα τον έπαιρναν όσο ζούσε». Η επιστημονική εκτίμηση αυτή του μάρτυρα ουδέποτε αντικρούστηκε ιατρικά. Κοντολογίς, η ιατρική διαπίστωση του ΜΕ2 ως προς το βαθμό ευσειστότητας που παρουσίαζαν τότε τα δόντια του ενάγοντα, το ιατρικό του συμπέρασμα ότι λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού του οστού που περιέβαλλε ακόμη τα δόντια, μόνο σε βίαιο τραυματισμό στο πρόσωπο μπορούσε να αποδοθεί η ευσειστότητα που διαπιστωνόταν, το ιατρικό του συμπέρασμα περί «μη επιστροφής» των δοντιών που παρουσίαζαν την εν λόγω ευσειστότητα και η ιατρική του άποψη ότι η μόνη αντιμετώπιση της κατάστασης ήταν υπό τις περιστάσεις η θεραπεία που ακολουθήθηκε, θέσεις οι οποίες και ιατρικά τεκμηριωμένες ήταν αλλά και λογικοφανείς, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν ή αντικρούστηκαν με μαρτυρία από οποιοδήποτε άλλο οδοντίατρο ή μάρτυρα ανάλογης πραγματογνωμοσύνης. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ2 προέβη σε κάποιες ιατρικές εξηγήσεις που δεν φαίνεται να αποτυπώνονται ρητά στις εκθέσεις και βεβαιώσεις που είχε εκδώσει. Ο μάρτυρας όμως έδωσε συγκεκριμένες ιατρικές εξηγήσεις και για το θέμα αυτό, επικαλούμενος προς τούτο και τη «γλώσσα των οδοντογιατρών» και ουδέποτε η θέση του αυτή αντικρούστηκε από οποιοδήποτε οδοντίατρο και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι ακόμη και σε κάποιον που δεν «μιλά τη γλώσσα των οδοντογιατρών», οι εξηγήσεις αυτές του μάρτυρα προβάλλουν να είναι και λογικές αφού όντως προβάλλει λογικό ότι όταν γίνεται αναφορά σε τοποθέτηση γέφυρας σε συγκεκριμένες θέσεις δοντιών, τότε αυτό συνεπάγεται ότι τα δόντια που υπάρχουν στις θέσεις αυτές, αν υπάρχουν, πρόκειται ν' αφαιρεθούν και ν' αντικατασταθούν με εμφυτεύματα. Αναφέρω τέλος ότι όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι κατά το ατύχημα «έχασε 4 δόντια», αν και ο ισχυρισμός αυτός δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να επιβεβαιώνεται από τον ΜΕ2, υπό την έννοια ότι ούτε ο μάρτυρας διαπίστωσε να έλειπαν από το στόμα του ενάγοντα 4 δόντια όταν τον εξέτασε στις 31/10/12, εντούτοις δεν θεωρώ ότι πρόκειται για έναν εντελώς αναληθή ισχυρισμό, αφού σύμφωνα με το ΜΕ2, «ιατρικά ομιλούντες», 4 δόντια του ενάγοντα είχαν συνεπεία του ατυχήματος αποκολληθεί βίαια από τις ρίζες τους «χωρίς επιστροφή». Για όλους τους πιο λόγους συνεπώς, αποδέχομαι πλήρως ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ2 και στη βάση της εν λόγω μαρτυρίας προβαίνω σε περαιτέρω ευρήματα ως προς το ότι συνεπεία του επίδικου ατυχήματος ο ενάγοντας τραυματίστηκε στα δόντια του, στο βαθμό που ο ΜΕ2 ανέφερε και ότι ήταν πλέον εύλογο αλλά και αναγκαίο να υποβληθεί στη θεραπεία που ο εν λόγω οδοντίατρος έκρινε ότι έπρεπε να υποβληθεί και για το σκοπό αυτό να καταβάλει το ποσό των €5470 που αναφέρεται ανωτέρω ότι κατέβαλε. Αναφορικά λοιπόν με τις γενικές αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγοντας σε σχέση με τα τραύματα, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη, υπενθυμίζω ότι με βάση τα σχετικά ευρήματα στα οποία έχω προβεί ανωτέρω, ο τελευταίος υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, εκδορές τριβής στο πρόσωπο και στα άκρα χεριών, δύο θλαστικά τραύματα στο πιγούνι, θλάση αυχένος και κάκωση αριστερού ώμου, τραυματισμοί οι οποίοι του προκάλεσαν άλγος στο δεξιό ώμο και αυχεναλγία, τέσσερα από τα μπροστινά του δόντια υπέστηκαν σοβαρό βαθύ κάταγμα στις ρίζες τους ενώ άλλα πρόσθια άνω δόντια είχαν υποστεί διάσειση και δύο από τις κορώνες σε εμφυτεύματα που ήδη είχε ράγισαν. Για τα τραύματα στο πηγούνι του έγινε συρραφή ενώ για τους τραυματισμούς στον ώμο και στο αυχένα του χορηγήθηκε αυχενικό κολάρο και νάρθηκας ανάρτησης δεξιού ώμου. Όσον αφορά τους τραυματισμούς στα δόντια του, έπρεπε να αφαιρεθούν και αφαιρέθηκαν οι δύο κορόνες και έξι από τα πρόσθια δόντια του, πέντε στην άνω γνάθο και ένα στην κάτω, και αντικαταστάθηκαν από εμφυτεύματα με γέφυρα πορσελάνινη 8 τεμαχίων (από 16 μέχρι 22) και με γέφυρα 2 τεμαχίων (32 και 33), με την πορσελάνη στη θέση 32 να είναι κρεμαστή. Η θεραπεία αυτή, με κάθε εύλογη και κοινώς αντιληπτή ταλαιπωρία που μια θεραπεία αυτής της φύσης συνεπάγεται, διήρκησε τέσσερεις περίπου μήνες, ήτοι μεταξύ 31/10/12 - 20/02/13. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι για σκοπούς υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων, αμφότεροι οι συνήγοροι με παρέπεμψαν για καθοδήγηση σε διάφορες υποθέσεις, ο καθένας βέβαια για να υποστηρίξει τη δική του επιχειρηματολογία, τις οποίες αποφάσεις έλαβα υπόψη μου όπως έλαβα υπόψη και υποθέσεις στις οποίες υπήρχαν παρόμοιοι τραυματισμοί είτε σοβαρότερης ή ελαφρότερης μορφής (βλ. μεταξύ άλλων Χρυσάνθου κ.α ν. Φραντζή,
(2010)1 ΑΑΔ 1295, Νεάρχου v. Στεφανίδη κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. RUDOLF HOFFER, Πολιτική Έφεση Αρ. 263/2012, 11/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:A8 καθώς και τις αποφάσεις και συγγράμματα στα οποία οι εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Θεωρώ δε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στη Χρυσάνθου, στην οποία συζητήθηκε και η Νεάρχου, και στην οποία, αν και οι επίδικοι τραυματισμοί εκτείνονταν και σε άλλα μέρη του σώματος, εντούτοις περιλάμβαναν και τραυματισμούς στα δόντια αλλά και κάποιους άλλους τραυματισμούς παρόμοιας φύσης με τους εδώ επίδικους τραυματισμούς, άκρως βοηθητικό σε σχέση με τα εδώ επίδικα θέματα: «.Ενδεικτικά, όμως, στο σύγγραμμα του Kemp & Kemp: The Quantum of Damages, Τόμος 2ος, (έκδ. 2000), αναφέρονται στη σελ. 53011 παρ. C1-027, πίνακες με ποσά για απώλεια οδόντων: για απώλεια ενός εμπρόσθιου οδόντος στην άνω γνάθο £1.750 (στερλίνες), ενώ της κάτω γνάθου £2.000, ενώ για σοβαρές ζημίες σε πολλούς οδόντες στην άνω γνάθο £5.000 και στην κάτω £4.000. Στο σύγγραμμα του Φρίξου Νικολαΐδη: «Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες»
(1996), αναφέρεται στη σελ. 148, παρ. 4-24, η υπόθεση Ιωάννου v. Αναστασιάδη, Αγωγή Αρ. 4156/84, ημερ. 8.8.1988, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπου επιδικάστηκαν £2.500 σε 25χρονη, με πολλαπλά θλαστικά τραύματα στο πρόσωπο, πλήρη κατάγματα στο σημείο βάσης τεσσάρων εμπρόσθιων οδόντων και με αριθμό ουλών στο πρόσωπο, ενώ στην Αριστοτέλους v. Γιάγκου, Αγωγή Αρ. 7083/85, ημερ. 28.9.1988, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, (σελ. 150, παρ. 4-26), επιδικάστηκαν £800, σε 31χρονο με κάταγμα του τρίτου μετακαρπίου, απώλεια τεσσάρων οδόντων, με οδοντικά αποστήματα, νέκρωση των νεύρων και μακρά και επώδυνη θεραπεία. Το ίδιο ποσό των £800, δόθηκε και στην Αλεξάνδρου v. Αντωνίου, Αγωγή Αρ. 476/88, ημερ. 28.6.1990, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, σε γυναίκα που υπέστη κάταγμα οδόντων, κάταγμα των κεντρικών τομέων της άνω γνάθου και διάφορες ουλές. Το ποσό των σχεδόν €14.000, (£8.000), που απέδωσε το Δικαστήριο, δεν ήταν εκτός του λογικού μέτρου που θα μπορούσε πρωτόδικα να αποδοθεί» Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, υπόψη μου έλαβα επίσης και τις σχετικές αρχές ως προς το σκοπό των γενικών αποζημιώσεων, το μέτρο υπολογισμού τους και το βοηθητικό αλλά όχι δεσμευτικό των προηγούμενων παρόμοιων υποθέσεων, ως οι εν λόγω αρχές διατυπώθηκαν μεταξύ άλλων στις Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384, Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298 και Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111. Υπενθυμίζω βεβαίως εδώ ότι σε κάθε υπόθεση είναι ανάγκη να γίνονται και οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και να συνυπολογίζεται και αυξομείωση, με την πάροδο του χρόνου, της αξίας του χρήματος (βλ. Φοινικαρίδης άλλη ν. Γεωργίου άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475) Καθοδηγούμενος λοιπόν από τις πιο πάνω αρχές και αποφάσεις, και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη μου και τον επηρεασμό της αξίας του χρήματος αναλόγως του πότε αποφασίστηκαν οι συγκεκριμένες υποθέσεις και συγγράφηκαν τα συγκεκριμένα συγγράμματα στα οποία αυτές παραπέμπουν, κρίνω ως κατάλληλο ποσό γενικών αποζημιώσεων για τον εδώ ενάγοντα το ποσό των €18.000. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €5,709.14 ως ειδικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €18.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται ο ενάγοντας σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 58Α του Κεφ. 148 και οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246. Όπως δε αναφέρθηκε και στη Χριστοδούλου στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά του ενάγοντα, «.τα κριτήρια που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιδικάσει τόκο και από πότε, καθορίζονται στο Νόμο και επεξηγούνται στη Νομολογία (Δέστε άρθρο 33 του Νόμου 14/60, όπως διαμορφώθηκε από το Νόμο 156/85, το Νόμο 102
(1)/96 και το Νόμο 49
(1)/97 και τις αποφάσεις Φοινικαρίδης (ανωτέρω), Fysco v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014 και Μιχαήλ κ.α. v. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λίμιτεδ
(2000)1 ΑΑΔ 1049, μεταξύ άλλων). Ο χρόνος καταχώρισης της αγωγής σε σχέση με τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος λαμβάνεται υπόψιν, και τυχόν καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται (Δέστε Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295, Ismail v. Αντωνίου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολιτική Έφεση 333/2009 ημερομηνίας 12.2.2014, Heavens Garden Waterpark Ltd v. Πελεντρίδης, Πολιτική Έφεση 150/2011, ημερομηνίας 22.3.2017 και Συκοπετρίτης v. Χριστοδούλου
(2004)1 ΑΑΔ 218).». Στην προκειμένη περίπτωση, το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη στις 25/09/12 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 11/03/14, ήτοι 1½ χρόνο αργότερα, ενώ η Ε/Α καταχωρήθηκε στις 10/07/
- Παρά όμως αυτή την καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής, από την ανταλλαχθείσα αλληλογραφία των διαδίκων, η οποία κατατέθηκε ως Τεκ.13, προκύπτει ότι ο ενάγοντας αποτάθηκε στους εναγόμενους για σκοπούς διευθέτησης στις 14/05/13, ήτοι σύντομα μετά που ολοκληρώθηκε η θεραπεία στα δόντια του (20/02/13) και οι εναγόμενοι και η ασφαλιστική τους εταιρεία τον ενημέρωσαν στις 11/07/13 ότι διερευνούσαν το θέμα και θα τον ενημέρωναν για την απόφαση τους. Μέχρι και τις 20/01/14, οι διάδικοι βρίσκονταν σε συνεχείς διαπραγματεύσεις, στα πλαίσια των οποίων οι εναγόμενοι ζητούσαν από τον ενάγοντα να τους προσκομίσει διάφορα έγγραφα ώστε να διαμορφώσουν και να του κοινοποιήσουν τη θέση τους. Η πρόταση τελικά των εναγομένων κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 20/01/14 και απορρίφθηκε από τον τελευταίο στις 28/02/
- Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε 11 μέρες αργότερα. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να στερηθεί ο ενάγοντας τον τόκο που δικαιούται με βάση τη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Ως εκ τούτου το μεν ποσό των €5,709.14 που επιδικάστηκε ως ειδικές αποζημιώσεις διατάσσεται όπως φέρει τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από 25/09/12 (ημερ. ατυχήματος) μέχρι και σήμερα μειωμένο όμως κατά το ήμισυ και ακολούθως να φέρει πλήρη νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξόφλησης, το δε ποσό των €18.000 που επιδικάστηκε ως γενικές αποζημιώσεις, φέρει τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από 14/03/14 (ημερ. επίδοσης της αγωγής) μέχρι εξόφλησης. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, εκτός αν υπάρχει οποιαδήποτε πληρωμή στο Δικαστήριο, θέμα για το οποίο θα προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους, αυτά επιδικάζονται υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα των επιδικασθέντων ποσών, πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα και ΦΠΑ. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο