← Κύπρος

DMG SOLUTONS BV κ.α. ν. Τransact World Limited, Αρ. Αγωγής: 1980/21, 25/2/2022

DMG SOLUTONS BV κ.α. ν. Τransact World Limited, Αρ. Αγωγής: 1980/21, 25/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1980/21 Μεταξύ:

  1. DMG SOLUTONS BV. - Registration Number 148273 από το Κουρακάο
  2. DAMAGI MARKETING SOLUTIONS LTD (ΗΕ 403018) από τη Λευκωσία Εναγόντων και Τransact World Limited (HE 303056), από τη Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13/8/21 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Λαός Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κάσσινος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητούνται τα ακόλουθα διατάγματα: «Α. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα τύπου MAREVA με το οποίο να εμποδίζεται η Καθ' ης η Αίτηση προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή ανππροσώπων και/ή διευθυντών τους όπως χρησιμοποιήσουν και/ή εμβάσουν και/ή μεταφέρουν και/ή αποσύρουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή δωρίσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή δεσμεύσουν και/ή άλλως πως διαθέσουν και/ή αποξενώσουν οποιαδήποτε ποσά και/ή ποσά ύψους USD 471,339.43, από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρεί η Καθ' ης η Αίτηση σε τράπεζες και/ ή τραπεζικά ιδρύματα και/ ή χρηματοοικονομικούς και/ή πιστωτικούς οργανισμούς εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή να απαγορεύει όλες τις συναλλαγές επί των τραπεζικών της λογαριασμών και/ή να απαγορεύει οποιαδήποτε πληρωμή απαιτήσεων τρίτων μερών από τους εν λόγω λογαριασμούς και/ή οποιαδήποτε συναλλαγή και/ή συναλλαγές σε σχέση με κεφάλαια της Καθ' ης η Αίτηση μέχρι ύψους USD 471,339.43 που βρίσκονται υπό τον άμεσο και/ή έμμεσο έλεγχο και/ή την κατοχή της μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα τύπου MAREVA παγκόσμιας ισχύς με το οποίο να εμποδίζεται η Καθ' ης η Αίτηση προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή διευθυντών τους όπως χρησιμοποιήσουν και/ή αποσύρουν και/ή εμβάσουν και/ή μεταφέρουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή δωρίσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δεσμεύσουν και/ή άλλως πως διαθέσουν και/ή αποξενώσουν οποιαδήποτε ποσά και/ή ποσά ύψους USD 471,339.43 από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρεί η Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση σε τράπεζες και/ή τραπεζικά ιδρύματα και/ή χρηματοοικονομικούς και/ή πιστωτικούς οργανισμούς εκτός Κύπρου και/ή σε οποιοδήποτε κράτος και/ή χώρα του εξωτερικού και/ή παγκοσμίως και να απαγορεύει όλες τις συναλλαγές επί των τραπεζικών λογαριασμών και/ή να απαγορεύει οποιαδήποτε πληρωμή απαιτήσεων τρίτων μερών από τους εν λόγω λογαριασμούς και/ή οποιαδήποτε συναλλαγή και/ή συναλλαγές σε σχέση με κεφάλαια της Εναγόμενης/ Καθ' ης η Αίτηση μέχρι ύφους USD 471,339.43 που βρίσκονται υπό τον άμεσο και/ή έμμεσο έλεγχο και/ή την κατοχή της μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Υποβοηθητικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει κάθε τράπεζα η άλλο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο θα επιδοθεί και/ή το οποίο θα λάβει γνώση του Διατάγματος, εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του Διατάγματος, όπως πληροφορήσει τους Αιτητές και/ή τους δικηγόρους των Αιτητών κατά πόσο έχει δεσμευτεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικός λογαριασμός δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου A και B ανωτέρω και να δώσει στους Αιτητές και/ή στους δικηγόρους των Αιτητών τα στοιχεία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και/ή τους αριθμούς των δεσμευμένων τραπεζικών λογαριασμών καθώς και τα ονόματα των προσώπων επ' ονόματι των οποίων διατηρούνται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και οι εν λόγω λογαριασμοί. Νοείται ότι σε περίπτωση που τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει δεσμεύσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικό λογαριασμό δυνάμει των διατάξεων των παραγράφου Α και B ανωτέρω, δεν έχουν υποχρέωση να πληροφορήσουν τούς Αιτητές και/ή τους δικηγόρους αυτών. Νοείται επίσης ότι οι Αιτητές θα υποχρεούται να καταβάλουν οποιαδήποτε εύλογα έξοδα που οποιαδήποτε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα θα υποστεί για σκοπούς της συμμόρφωσης του με τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου ως αυτά θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση, και/ή τους διευθυντές αυτής να εμφανιστούν ενώπιον τον Δικαστηρίου κατά την ημέρα και ώρα που το παρόν διάταγμα θα είναι επιστρεπτέο και να αποκαλύψει τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρεί στην Κύπρο και στο εξωτερικό με οποιαδήποτε τράπεζα και/ή πιστωτικό και/ή χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή οργανισμό και το συνολικό ποσό που διατηρεί σε τέτοιο ή τέτοιους λογαριασμούς και το οποίο θα έχει δεσμευθεί με το ίδιο διάταγμα ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει αν θα διαφοροποιήσει και πώς το παρόν διάταγμα. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση, και/ή τούς διευθυντές αυτής, να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημέρα που το παρόν διάταγμα θα είναι επιστρεπτέο και να αποκαλύψουν το συνολικό ποσό που θα έχει δεσμευθεί με το ίδιο διάταγμα.» Η αίτηση έγινε μονομερώς και το Δικαστήριο εξέδωσε τα εν λόγω διατάγματα μονομερώς. Η νομική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 τα άρθρα 3,4,5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 9 και οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Michael Constantine Chambers ως ένας εκ των δικηγόρων των αιτητών ο οποίος έχει ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση διότι η αιτήτρια πρόκειται για εταιρεία από το εξωτερικό και εξαιτίας της πανδημίας Sars 2 Covid-19 για προληπτικούς λόγους κανείς αντιπρόσωπος της εταιρείας δεν ήταν σε θέση να ταξιδεύσει στην Κύπρο. Όλες οι πληροφορίες που κατέγραψε ο δικηγόρος στην ένορκη της δήλωση τις πήρε απευθείας από τον XXXXX Pugliese δικαιούχο των εναγόντων/αιτητών. Η ενάγουσα 1 κατέχει άδεια καζίνο από το Κουρασάο με αριθμό άδειας 1668/JAZ και είναι αποκλειστικός μέτοχος της ενάγουσας 2 και προσφέρει τις υπηρεσίες της μέσω των ακόλουθων ιστοσελίδων: · www.heycasino.com · www.moicasino.com Η εναγόμενη είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο με αρ. εγγραφής ΗΕ 303056 με έδρα την Λευκωσία και διατηρεί πλατφόρμα επεξεργασίας διαδικτυακών πληρωμών η οποία συνδέεται με διάφορους παροχείς πληρωμών και τραπεζικά ιδρύματα. Στις 4.2.2021 τα μέρη είχαν συνάψει συμφωνία για την παροχή υπηρεσιών πληρωμής λεγόμενη 'merchant service agreement' με την οποία η εναγόμενη παρείχε υπηρεσίες πληρωμών στην ενάγουσα με σκοπό η ενάγουσα 1 να δραστηριοποιείται και να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα. Η εναγόμενη παρέχει ένα λογισμικό πρόγραμμα και μία πλατφόρμα που συνδέεται με διάφορους παροχείς πληρωμών και τραπεζικά ιδρύματα με σκοπό την επεξεργασία διαδικτυακών πληρωμών ή σχετικών υπηρεσιών που πραγματοποιούν οι πελάτες της ενάγουσας
  3. Με την συμφωνία η εναγόμενη συμφώνησε να παρέχει στην ενάγουσα υπηρεσίες έναντι εύλογης αμοιβής. Συγκεκριμένα η εναγόμενη λάμβανε προμήθεια όπως αυτό καθορίζεται στο παράρτημα Α της συμφωνίας. Η εναγόμενη ήταν υπεύθυνη να εκταμιεύει ποσά προς την ενάγουσα 1 σύμφωνα με τις πληρωμές απόθεμα και τις διευθετήσεις πληρωμών της ενάγουσας 1 σε σχέση με συναλλαγές που γίνονταν δυνάμει της συμφωνίας. Οι πληρωμές της εναγόμενης προς την ενάγουσα θα γίνονταν εβδομαδιαίως. Η Ενάγουσα 2 κατά/ή περί τις 16/10/2020 υπέγραψε συμφωνία παροχής υπηρεσιών (Services Agreement) με την Centiment Limited η οποία εμπορεύεται ως Payzize. H εταιρία Paywize (από τώρα και στο εξής «η Paywize») αποτελεί μια εκ των εταιριών που η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση χρησιμοποιούσε για την επεξεργασία (processing) των διαδικτυακών πληρωμών που πραγματοποιούν οι πελάτες των Εναγόντων στις πιο πάνω αναφερόμενες ιστοσελίδες τους. Ουσιαστικά η Paywize προσφέρει ένα πρόγραμμα που γίνεται η σύνδεση της πλατφόρμας (Gateway) της Εναγόμενης και των διαφόρων τραπεζικών Ιδρυμάτων. Την 1/3/2021 μέχρι 1/5/2021 η εναγόμενη είσπραξε από συναλλαγές πελατών της ενάγουσας ποσό ύψους USD 471,339.43 ποσό από το οποίο με βάση την συμφωνία θα αφαιρούνταν σχετικές προμήθειες και στην συνέχεια που θα όφειλε να το καταβάλει στους ενάγοντες. Η εναγόμενη κατέβαλε σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας 2 το ποσό των €5.024,
  4. Κατά παράβαση της συμφωνίας η εναγόμενη δεν απέστειλε εβδομαδιαίως αναφορά με τις πληρωμές που λάμβανε για λογαριασμό των εναγόντων και δεν προχώρησε στις αντίστοιχες πληρωμές. Η μόνη αναφορά που έλαβε η ενάγουσα αφορούσε την περίοδο από 5.3.2021 μέχρι 12.3.
  5. Στις 20/4/2021 κ. Gianluca Pugliese δέχτηκε τηλεφώνημα από άτομα που συστήθηκαν ως διαχειριστές του λογαριασμού Paywize, αναφέροντας του ότι διεξάγονται εντατικοί έλεγχοι από την Mastercard και θα τον ενημερώσουν για τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τους λειτουργούς της Mastercard στα πλαίσια των ελέγχων. Τα εν λόγω πρόσωπα ανέβασαν σε παράθυρο συνομιλίας (Chat) που είχαν μέσω skype με τον κ. XXXXX Pugliese μια επιστολή από την Mastercard η οποία επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  6. H επιστολή είναι ημερ. 19/4/2021 και όπως φαίνεται όλα τα στοιχεία τον παραλήπτη είναι κρυμμένα με μαύρο χρώμα. Με την εν λόγω επιστολή η Mastercard δήθεν ενημερώνει ότι o έμπορος (merchant) τα στοιχεία του οποίου αποκρύπτονται δεν συμμορφώνεται με τους κανονισμούς και τα πρότυπα της MasterCard. O Gianluca Pugliese προσπάθησε να επικοινωνήσει με την εναγόμενη χωρίς αποτέλεσμα. Μετά από προσπάθεια ήρθε σε επικοινωνία με κάποιο Aashay Gandi που παρουσιάστηκε ως υπάλληλος της εταιρείας που κατέχει θέση C στην εταιρεία. Το άτομο αυτό ήρθε σε επικοινωνία μαζί του μέσω skype την 10.5.2021 και ανέβασε νέα επιστολή από την Mastercard την οποία την αφαίρεσε αμέσως και που ο Pugliese κατάφερε να την αποθηκεύσει. Η εν λόγω επιστολή που φέρει ημερομηνία 7.5.2021 αναφέρει ότι δήθεν η mastecard θα χρεώσει τον λογαριασμό με ICA 109111 iCard για το ποσό των USD 420,000 μέσω του συστήματος mastercard κατά η περί της 16.5.2021 λόγω μη συμμόρφωση προς τα πρότυπα της mastercard. H πιο πάνω στάση του υπαλλήλου της Εναγόμενης και τα όσα έλαβαν χώρα όπως αναλυτικά αναφέροντας ανωτέρω όσο και το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν προχωρούσε με την καταβολή των οφειλόμενων ποσών στους Ενάγοντες τα οποία ξεπερνούν το ποσό των USD471,339.43 προκάλεσε έντονο προβληματισμό αλλά ταυτόχρονα και έντονη ανησυχία στον κ. XXXXX Pugliese, υποψιαζόμενος πλέον ότι ίσως πρόκειται για μια καλοστημένη απάτη. Συνακόλουθα αποφάσισε ότι δεν έχει άλλη επιλογή παρά το να λάβει νομική συμβουλή και να προχωρήσει με νομικά μέτρα εναντίον της Εναγομένης. Αμέσως και χωρίς καθυστέρηση οι Ενάγοντες διόρισαν το δικηγορικό γραφείο MICHAEL CHAMBERS & Co. LLC προκειμένου να λάβουν νομικά μέτρα εναντίον της Εναγομένης /Καθ' ης η Αίτηση. Στις 15/6/2021 ετοιμάστηκε και δόθηκε για επίδοση σε ιδιώτη επιδότη επιστολή προς την Εναγόμενη /Καθ' ης η Αίτηση με την οποία τερματίστηκε η μεταξύ τους Συμφωνία και ζητούσαν άμεσα την καταβολή του ποσού των USD 471,339.43 διαφορετικά ενημέρωναν την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση ότι θα λάβουν νομικά μέτρα εναντίον της χωρίς καμία άλλη ειδοποίηση. Παρόλες τις προσπάθειες του επιδότη δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της επιστολής. Αντίγραφο της επιστολής με επισυνημμένη την Δήλωση μη επίδοσης ημερ. 3/8/21 του επιδότη επισυνάπτεσαι και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  7. Όπως φαίνεται από την Δήλωση του επιδότη κ. XXXXX Μέσσιου παρόλο που έγιναν πολλές επισκέψεις στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση που είναι και το γραφείο που δηλώνουν μέσω της ιστοσελίδας τους ότι διατηρούν γραφεία, σε διαφορετικές μέρες και ώρες δεν συνάντησε κανένα υπάλληλο της και ούτε του άνοιξε κανείς ποτέ την πόρτα. Όπως αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση του ο κ. Μέσσιος πληροφορήθηκε ότι o διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης XXXXX Αθανασίου, διαμένει στην εν λόγω διεύθυνση χωρίς να καταφέρει να τον συναντήσει μέχρι και τις 3/8/2021 παρόλες τις συνεχείς προσπάθειές του. Η Εναγόμενη δεν διατηρεί γραφεία στην εν λόγω διεύθυνση παρόλο που στην ιστοσελίδα της δηλώνει ότι βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση. Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 11 τα στοιχεία επικοινωνίας της εταιρίας από την ιστοσελίδα της https://www.transactworld.com/ . Τα πιο πάνω Τεκμήρια 6 και 7 είναι κατασκευασμένα από την Εναγόμενη σε μια προσπάθεια της να αποσπάσει παράνομα και δόλια τα χρήματα των Αιτητών. Οι υποψίες αυτές ενισχύονται από το γεγονός ότι τα στοιχεία του παραλήπτη στο Τεκμήριο 6 ανωτέρω είναι κρυμμένα ενώ καθόλα ύποπτη ήταν και η ενέργεια του υπαλλήλου της Εναγομένης να ανεβάσει και αμέσως να κατεβάσει το Τεκμήριο 7 ανωτέρω και αμέσως να εξαφανιστεί από την συνομιλία. Τα τεκμήρια 8 και 9 είναι ανυπόγραφα που δημιουργεί περαιτέρω υποψίες για την γνησιότητα τους. Αν είχαν όντως ετοιμασθεί οι επιστολές από την Mastercard δεν είναι δυνατόν να είχαν αποσταλεί ανυπόγραφες και να μην είχαν αποσταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Εάν οι επιστολές είχαν προέλθει από mastercard η εναγόμενη θα τους ενημέρωνε άμεσα και θα τους ενημέρωνε ότι η ενάγουσα δεν ήταν σε συμμόρφωση με τους κανονισμούς και θα ανέστελλαν την λειτουργία του λογαριασμού τους. Αυτό δεν έγινε και οι εναγόμενοι κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν. Δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Όφειλε η εναγόμενη να τους αποστείλει κατάσταση λογαριασμού στην οποία να φαίνεται το πρόστιμο που τους επέβαλε η mastercard. Τους απέστειλε μόνο settlement report με την πληρωμή των €5.024,09 χωρίς άλλη επικοινωνία. Το ποσό που κατακρατά και αρνείται να επιστρέψει η Εναγόμενη είναι τεράστιο και από το οποίο εξαρτάται άμεσα η επιβίωση και η καθημερινή λειτουργία τους και καθιστά τούς Ενάγοντες/Αιτητές ανίκανους να αποπληρώσουν τα καθημερινά λειτουργικά τους έξοδα και την πληρωμή μισθολογίων και έχουν υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές καθώς επίσης και στα κέρδη που είχαν. H πιο πάνω στάση και συμπεριφορά της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση να κατακρατά, παράνομα, δόλια και αδικαιολόγητα τα χρήματα που εισέπραξε προς όφελος και για λογαριασμό των Εναγόντων/ Αιτητών, από πελάτες των Αιτητών καταδεικνύει την μεγάλη πιθανότητα να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. H Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση με τις πράξεις της πλούτισε αδικαιολόγητα και παράνομα και οι Ενάγοντες/Αιτητές υπέστησαν σοβαρές χρηματικές απώλειες και στερούνται μέχρι και σήμερα ένα σημαντικό ποσό των κεφαλαίων τούς συνεπεία των ενεργειών των Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση και είναι άμεση και επείγουσα ανάγκη να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς προτού προλάβουν να εξαφανίσουν ή να μεταφέρουν σε άλλες τράπεζες στο εξωτερικό τα χρήματα τους που θα είναι αδύνατο να εντοπιστούν. Ο κ. XXXXX Pugliese έχει δώσει οδηγίες στους δικηγόρους των Εναγόντων/Αιτητών να προχωρήσουν άμεσα και σε καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία και επιφυλάσσεται πλήρως το δικαίωμα των Εναγόντων/Αιτητών να καταχωρήσουν συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση προς τούτο. Για όλους τούς πιο πάνω λόγους και με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί είναι κατεπείγον όπως εκδοθούν μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα και πληρούνται όλες οι νομικές προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ως εξής: (α) Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής και ότι οι Αιτητές δικαιούται σε θεραπεία, αφού αξιώνουν την επιστροφή των χρημάτων που έχει εισπράξει η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση προς όφελος και για λογαριασμών των Αιτητών από πελάτες των Αιτητών και με πρόθεση να τα εκμεταλλεύεται, αρνείται να τα καταβάλλει στους Ενάγοντες/Αιτητές και να προσπαθεί δόλια και παράνομα να τα οικειοποιηθεί. (γ) Φαίνεται ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού υπάρχει ορατός κίνδυνος αποξένωσης των χρημάτων των Αιτητών από την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση σε άλλες εταιρίες ή τρίτα πρόσωπα. Επιπλέον ανά πάσα στιγμή η Εναγόμενη /Καθ' ης η Αίτηση μπορεί να σταματήσει να διατηρεί καν γραφεία στην Κύπρο αφού δεν κατέχει άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ως εκ τούτου δεν εποπτεύεται από την εν λόγω Αρχή. Περαιτέρω πέραν από την διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου οι Ενάγοντες /Αιτητές δεν έχουν άλλα στοιχεία για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση και στο τηλέφωνο επικοινωνίας που αναγράφεται στην ιστοσελίδα της δεν ανταποκρίνεται κανείς. Είναι αναγκαίο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία να διατάζουν την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση να αποκαλύψει τα περιουσιακά της στοιχειά, ούτως ώστε να καταστούν αποτελεσματικά τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων. Χωρίς την αιτούμενη αποκάλυψη, το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αστυνομεύσει τη συμμόρφωση της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση με τα διατάγματα παγοποίησης. Σκοπός, δηλαδή, της αιτούμενης αποκάλυψης είναι να υποβοηθηθούν οι Ενάγοντες/Αιτητές στον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση, προς υποβοήθηση και για να καταστεί αποτελεσματική η εφαρμογή των διαταγμάτων παγοποίησης σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση. Η μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα έχει καταστροφικά και μη αναστρέψιμα αποτελέσματα για τους Ενάγοντες/Αιτητές και στην περίπτωση της μη έκδοσης των διαταγμάτων η ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες/Αιτητές θα είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερη από αυτήν που θα υποστούν η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση αν τα διατάγματα εκδοθούν, περίπτωση κατά την οποία τα αποτελέσματα για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση θα είναι ανεπαίσθητα και εν πάση περιπτώσει θεραπεύσιμα. Το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 16 Αυγούστου
  8. Το διάταγμα και η αίτηση επιδόθηκαν. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2021 εμφανίσθηκαν οι εναγόμενοι στην διαδικασία και τα μέρη συμφώνησαν από κοινού στην τροποποίηση του διατάγματος με αποτέλεσμα να εκδοθεί τροποποιητικό διάταγμα. Η διαφοροποίηση συνιστούσε στην τροποποίηση του σημείου Α του διατάγματος με την προϋπόθεση ότι οι εναγόμενοι θα προχωρούσαν με την καταβολή του ποσού των €400.395,30 σε μετρητά στο Δικαστήριο μέχρι την οριστική επίλυση του προσωρινού διατάγματος ή/και νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στην συνέχεια η Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης.
  9. H Αίτηση είναι ουσιωδώς παράτυπη και/ή πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη και/ή καταχρηστική.
  10. H εγγύηση που έχει κατατεθεί εκ μέρους των Εναγόντων είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή καθιστά το Διάταγμα άκυρο και/ή ως μη εκδοθέν και/ή είναι έκδηλα ανεπαρκής.
  11. H Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
  12. Δεν ικανοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφ.6 και/ή δεν αποδείχθηκε το κατεπείγον του αιτήματος και/ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν τη χορήγηση του μονομερώς.
  13. Δεν έχει καταδειχθεί και, εκ των πραγμάτων, δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος και/ή πρόθεση αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης.
  14. Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή με καλή πίστη και/ή έχουν παραβιάσει το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Ειδικότερα και μεταξύ άλλων: 6.1 Οι Ενάγοντες προώθησαν την παρούσα αγωγή και εκ μέρους της Ενάγουσας 2 χωρίς καμία υποστηρικτική μαρτυρία και/ή χωρίς κανένα λόγο και/ή εντελώς αδικαιολόγητα και/ή με αλλότριο και αθέμιτο σκοπό. 6.2 Οι Ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο και/ή ηθελημένα αγνόησαν τις συμφωνηθείσες χρεώσεις και προμήθειες της Εναγόμενης και δεν τις λογάριασαν ούτε στις απαιτήσεις τους ούτε στο χρηματικό ποσό της Εναγόμενης που ζήτησαν να δεσμευθεί. 6.3 Οι Ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο και/ή ηθελημένα αγνόησαν τα χρηματικά ποσά που είχε καταβάλει η Εναγόμενη και δεν τα λογάριασαν ούτε στις απαιτήσεις τους ούτε στο χρηματικό ποσό της Εναγόμενης που ζήτησαν να δεσμευθεί. 6.4 Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αναφερθούν και/ή να αποκαλύψουν όλες τις πληρωμές της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα
  15. 6.5 Οι Ενάγοντες πέτυχαν τη δέσμευση ενός - κατά παραδοχή - υπέρογκου και αδικαιολόγητου χρηματικού ποσού της Εναγόμενης. 6.6 Οι Ενάγοντες δεν είχαν προβεί σε εύλογες έρευνες προκειμένου να διερευνήσουν τους ισχυρισμούς τους και τις «υποψίες» τους και/ή να παρουσιάσουν μία ολοκληρωμένη και δίκαιη εικόνα στο Δικαστήριο. 6.7 Οι Ενάγοντες λανθασμένα και/ή παραπλανητικά επιχείρησαν να παρουσιάσουν την Εναγόμενη ως μία εταιρεία αναξιόχρεα και/ή με οικονομικά προβλήματα και/ή που δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της και στα καλέσματα των πελατών της.
  16. Δεν έχουν ικανοποιηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και της σχετικής νομολογίας.
  17. H Αίτηση και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν δεν αποδεικνύουν καλή βάση αγωγής και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας των Εναγόντων.
  18. Οι απαιτήσεις των Εναγόντων είναι ανυπόστατες και εδράζονται αποκλειστικά σε ατεκμηρίωτες «υποψίες» τους. Οι Ενάγοντες δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και/ή οι «υποψίες» τους δεν υποστηρίζονται από επαρκή και/ή κατάλληλη και/ή σαφή μαρτυρία.
  19. Οι Ενάγοντες δεν προέβησαν ως όφειλαν και μπορούσαν σε εύλογη έρευνα προκειμένου να αναζητήσουν τέτοια μαρτυρία και/ή να διερευνήσουν τις «υποψίες» τους και/ή να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους.
  20. H Εναγόμενη έχει προβεί σε εύλογη έρευνα και έχει εξασφαλίσει ανεξάρτητη και/ή ξεκάθαρη μαρτυρία που καταρρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων.
  21. H Ενάγουσα 2 δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση και/ή δεν έχει συμβατική ή άλλη σχέση με την Εναγόμενη και/ή η συμμετοχή της στην παρούσα διαδικασία είναι εσφαλμένη, αδικαιολόγητη και/ή έχει αλλότριο σκοπό.
  22. Οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι τυχόν μη έκδοση και/ή μη οριστικοποίηση του Διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες ή ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  23. Οι απαιτήσεις των Εναγόντων είναι χρηματικές και/ή μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και/ή οι Ενάγοντες θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως αν αυτό κριθεί αναγκαίο και στο βαθμό που αυτό κριθεί αναγκαίο.
  24. H Εναγόμενη διατηρεί έντονη και σταθερή επιχειρηματική δραστηριότητα εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δεόντως αδειοδοτημένη και τελεί υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας τής Λιθουανίας, είναι φερέγγυα, παρουσιάζει σημαντικά ετήσια κέρδη και/ή είναι πλήρως ικανή να καταβάλει τυχόν αποζημίωση επιδικαστεί προς όφελος των Εναγόντων.
  25. Οι Ενάγοντες δεν έχουν προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποκαλύπτει κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς τους. Αντιθέτως, έχουν βασιστεί σε ατεκμηρίωτες εικασίες περί δήθεν οικονομικών προβλημάτων της Εναγόμενης, οι οποίες έχουν καταρριφθεί εκ των πραγμάτων, ήτοι από την άμεση συμμόρφωση της Εναγόμενης με το Διάταγμα και/ή την πληρωμή του ποσού των ΕΥΡΩ 400.495,30 σε λογαριασμό του Δικαστηρίου.
  26. H ως άνω συμμόρφωση της Εναγόμενης στο Διάταγμα και/ή η υπεύθυνη στάση που τήρησε σε όλους τους χρόνους και/ή η μη αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων στο πολύ μεγάλο διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της Αίτησης και/ή η διατήρηση διαθέσιμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς της, επιβεβαιώνουν την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης ή κινδύνου αποξένωσης των περιουσιακών της στοιχείων.
  27. Δεν είναι δίκαιο και πρόσφορο να οριστικοποιηθεί το Διάταγμα και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης του και/ή της απόρριψης της Αίτησης.
  28. Τυχόν οριστικοποίηση του Διατάγματος θα έχει αρνητικό, ανυπολόγιστο και/ή δυσανάλογο αντίκτυπο στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της Εναγόμενης, στη φήμη της, στη λειτουργία της επιχείρησης της και/ή στη ρευστότητα της.
  29. Οι υπηρεσίες που προσφέρει η Εναγόμενη αφορούν τη διαχείριση χρημάτων τρίτων προσώπων και/ή βασίζονται κυρίως στο στοιχείο της εμπιστοσύνης. Τυχόν οριστικοποίηση του Διατάγματος δυνατό να είναι καταστροφική για την Εναγόμενη.
  30. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η ακύρωση του Διατάγματος θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγόντων δυσμενώς και/ή με ανυπολόγιστο τρόπο και/ή δυσανάλογα.
  31. Η φερεγγυότητα των Εναγόντων είναι εξαιρετικά αμφίβολη και/ή η Ενάγουσα 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Κουρασάο χωρίς παρουσία στην Κύπρο.
  32. Οι Ενάγοντες ζήτησαν θεραπεία βασισμένη στο δίκαιο της επιείκειας αν και οι ίδιοι είχαν επιδείξει παράτυπη και μεμπτή συμπεριφορά
  33. Οι Ενάγοντες δεν έχουν προωθήσει τις απαιτήσεις τους δεόντως και/ή δεν έχουν καταχωρίσει ακόμη Έκθεση Απαίτησης. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμασθεί από τον διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας XXXXX Αθανασίου και καθηγητή στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρεί λογιστικό γραφείο. Η Εναγόμενη ασχολείται με την παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών πληρωμής και πιο συγκεκριμένα με την επεξεργασία διαδικτυακών πληρωμών για λογαριασμό πελατών της. Η Εναγόμενη συμφώνησε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην Ενάγουσα 1 στη βάση της συμφωνίας ημερ. 4/2/2021 που επισυνάπτει ο κύριος Chambers ως Τεκμήριο 3 (η "Συμφωνία"). Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη θα είχε την ευθύνη να αποδέχεται πληρωμές που γίνονταν διαδικτυακά προς όφελος της Ενάγουσα 1 και στη συνέχεια να αποδίδει στην Ενάγουσα 1 τα ποσά που δικαιούτο μείον των συμφωνηθέντων χρεώσεων και προμηθειών. Ήταν μεταξύ άλλων ρητοί και ουσιώδεις όροι της Συμφωνίας ότι, η Ενάγουσα 1 θα λειτουργούσε σε όλους τους χρόνους νόμιμα και σύμφωνα με όλους τους κανόνες, κανονισμούς, οδηγίες και νομοθεσίες και ότι, η Ενάγουσα 1 θα είχε 100% ευθύνη για οποιουδήποτε είδους «απάτης». Για την επεξεργασία των συναλλαγών της Ενάγουσας 1, ήταν αναγκαία η συμμετοχή διαφόρων μερών. Για παράδειγμα, όταν μία συναλλαγή γινόταν με κάρτα της Mastercard, τα χρήματα μεταφέρονταν σε συγκεκριμένο αδειοδοτημένο ίδρυμα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος (ήτοι στην "iCard"), ακολούθως μεταφέρονταν στην εταιρεία επεξεργασίας διαδικτυακών πληρωμών Shobhay Limited ("Shobhay") η οποία συνεργάζεται με την Εναγόμενη, ακολούθως μεταφέρονταν στην Εναγόμενη και από εκεί μεταφέρονταν στην Ενάγουσα
  34. Η ενάγουσα 1 είχε συμβατική σχέση με την εναγόμενη ενώ η ενάγουσα 2 δεν είχε συμβατική σχέση με την εναγόμενη που να σχετίζεται με την παρούσα αγωγή. Δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της ενάγουσας
  35. Οι αξιώσεις εδράζονται στην συμφωνία μεταξύ ενάγουσας 1 και της εναγόμενης και η ενάγουσα 2 δεν είναι μέρος της συμφωνίας. Παρουσιάζεται ως τεκμήριο στην αίτηση μια συμφωνία της ενάγουσας 2 και της εταιρείας Centiment Ltd χωρίς να υπάρχει εξήγηση τι σχέση έχει αυτή η συμφωνία με την αγωγή. Σε σχέση με την ενάγουσα 1 δεν αμφισβητείται ότι οι συναλλαγές της ενάγουσας ανέρχονται στο ποσό των USD$471,339.43, όμως είναι εσφαλμένη η θέση ότι το ποσό αυτό το είχε εισπράξει η εναγόμενη και ότι όφειλε να το καταβάλει στην ενάγουσα
  36. Αυτό παραγνωρίζει τις συμφωνηθείσες χρεώσεις και προμήθειες που δικαιούται η εναγόμενη 1 επί του ποσού των συναλλαγών. Επίσης, παραγνωρίζει τα ποσά που η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα
  37. Η αξίωση των εναγόντων βασίζεται στην εικασία ότι το πρόστιμο που έχει επιβάλει η mastercard για το ποσό των USD$420,000 δεν είναι γνήσιο. Η εικασία τους στηρίζεται μόνο σε υποψίες. Υπάρχει αδιαμφησβήτητη μαρτυρία που αντικρούει την πιο πάνω θέση. Τα πιο πάνω δεν έχουν αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο. H απαίτηση των Εναγόντων για $471,339,43 αντιστοιχεί στις συνολικές συναλλαγές της Ενάγουσας 1 και όχι στο καθαρό ποσό που θα δικαιούτο υπό κανονικές συνθήκες να εισπράξει η Ενάγουσα
  38. Αυτό το ποσό όμως υπόκειτο σε χρεώσεις και προμήθειες οι οποίες είχαν συμφωνηθεί από τα μέρη και οι οποίες καθορίζονται ρητά στο Παράρτημα 13 της Συμφωνίας: π.χ. προμήθεια 6.95% + 0.5% επί του συνόλου των συναλλαγών. Οι Ενάγοντες φαίνεται να παραγνωρίζουν με ανεπίτρεπτο τρόπο αυτό το γεγονός, αν και είχαν βεβαίως πλήρη επίγνωση των συμφωνηθέντων. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος ο κύριος Chambers στην παρ.12 της Ε/Δ Chambers παραδέχεται ρητά ότι, από το ποσό της απαίτησης θα έπρεπε να αφαιρούνταν οι χρεώσεις και προμήθειες της Εναγόμενης. Συγκεκριμένα, ο κύριος Chambers αναφέρει ότι: «η Εναγόμενη είσπραξε από συναλλαγές πελατών της Ενάγουσας 1 ποσό ύψους USD471.339,43, ποσό το οποίο βάσει της Συμφωνίας αφού αφαιρούνταν οι σχετικές προμήθειες όφειλε να καταβάλλει στους Ενάγοντες.» Εντούτοις και ανεξήγητα, ούτε ο κύριος Chambers ούτε οι Ενάγοντες προχώρησαν ως όφειλαν στην αφαίρεση των χρεώσεων και που δικαιούτο η Εναγόμενη από το ποσό της απαίτησης. Όχι μόνο τούτο, αλλά ο κύριος Chambers δεν δίστασε να ισχυριστεί στην παρ.22 της Ε/Δ Chambers ότι, τα οφειλόμενα ποσά «ξεπερνούν το ποσό των USD 471.339,43». Πώς είναι δυνατόν ο κύριος Chambers να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο και μάλιστα ενόρκως, την ίδια στιγμή που ο ίδιος είχε παραδεχθεί λίγο νωρίτερα ότι, οποιαδήποτε οφειλόμενα θα πρέπει να είναι λιγότερα από το ποσό των $471.339,
  39. Οι Ενάγοντες βασίστηκαν σε αυτήν την εσφαλμένη δήλωση του κύριου Chambers και παραπλάνησαν το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν μονομερώς ένα διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης για ολόκληρο το ποσό των $471.339,43, το οποίο εκ των πραγμάτων είναι υπέρογκο και αδικαιολόγητο. Εκτός του ότι το ποσό της απαίτησης δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη και δεν αφαιρεί τις συμφωνηθείσες χρεώσεις και προμήθειες της Εναγόμενης, δεν λαμβάνει επίσης υπόψη ούτε τα ποσά που η Εναγόμενη είχε καταβάλει στην Ενάγουσα 1 μέχρι τις 20 Μαρτίου
  40. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα 1 δικαιούτο το ποσό των €5.024,09 για την περίοδο 5-12 Μαρτίου 2021 και το ποσά των €3.752,04 για την περίοδο 12-20 Μαρτίου
  41. Τα εν λόγω ποσά της καταβλήθηκαν πλήρως από την Εναγόμενη. O κύριος Chambers παραδέχθηκε την πληρωμή του πρώτου ποσού των €5.024,09 στην παρ.13 της Ε/Δ Chambers. Εντούτοις και ανεξήγητα, το εν λόγω ποσά δεν αφαιρέθηκε από το ποσό της απαίτησης. Με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που οι Ενάγοντες είχαν αγνοήσει πλήρως τις συμφωνηθείσες χρεώσεις και προμήθειες της Εναγόμενης, έτσι αγνόησαν πλήρως και τα ποσά που η Εναγόμενη τους είχε καταβάλει. Το αποτέλεσμα ήταν βεβαίως να εκδοθεί ένα διάταγμα για ένα ποσό αδιαμφισβήτητα υπέρογκο και αδικαιολόγητο. Όσον αφορά την πληρωμή του δεύτερου ποσού των €3.752,04, ο κύριος Chambers για άγνωστο λόγο δεν αναφέρεται σε αυτό καθόλου αν και το ποσό καταβλήθηκε δεόντως στην Ενάγουσα 1 στις 19/4/
  42. Στις 20/4/2021, η iCard προώθησε στην Εναγόμενη προειδοποιητική επιστολή της Mastercard ημερ.19/4/2021 (η «Προειδοποιητική Επιστολή») η οποία προειδοποιούσε ότι, η ιστοσελίδα της Ενάγουσας 1 "heycasino.com" ήταν ύποπτη για παράβαση των όρων της Mastercard και τελούσε υπό διερεύνηση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Προειδοποιητική Επιστολή, η ιστοσελίδα της Ενάγουσας 1 ήταν ύποπτη ότι αποδεχόταν συναλλαγές με κάρτες της Mastercard για λόγους που παραβίαζαν τους κανόνες της Mastercard, δηλαδή για "Miscoded Gambling". Η Mastercard ενημέρωσε τα μέρη ότι θα προέβαινε σε σχετική διερεύνηση και ζήτησε να λάβει μέχρι τις 23/4/2021 συγκεκριμένα στοιχεία για σκοπούς διευκόλυνσης της διερεύνησης της. Η Προειδοποιητική Επιστολή παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 8 στην Ε/Δ Chambers. Παρουσιάζεται η απάντηση της iCard προς την Mastercard ημερομηνίας 21/4/2021 (τεκμήριο 4) με την οποία δόθηκαν τα στοιχεία που είχε ζητήσει η Mastercard. Η iCard είναι ανεξάρτητη εταιρεία και συγκεκριμένα πρόκειται για αδειοδοτημένο ίδρυμα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος με άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τεκμήριο 5). Τα Τεκμήρια 4 και 5 προέρχονται από ανεξάρτητη πηγή και αποτελούν ξεκάθαρη μαρτυρία που επιβεβαιώνει χωρίς αμφιβολία τη γνησιότητα της Προειδοποιητικής Επιστολής. Τα στοιχεία της Ενάγουσας 1 δεν φαίνονταν στην Προειδοποιητική Επιστολή. Είναι ξεκάθαρο ότι η Προειδοποιητική Επιστολή καταγράφει στο πεδίο "Violating un" την ιστοσελίδα της Ενάγουσας 1 "heycasino.com". Επομένως οποιαδήποτε δήθεν αμφιβολία για το αν η Προειδοποιητική Επιστολή αναφερόταν στην Ενάγουσα ή όχι, είναι υποκριτική. β. Το Πρόστιμο της Mastercard Στις 7/5/2021, η Mastercard ενημέρωσε την iCard με επιστολή της ότι, η διερεύνηση της Mastercard ολοκληρώθηκε και το αποτέλεσμα επιβεβαίωνε την αρχική υποψία ότι η ιστοσελίδα της Ενάγουσας 1 αποδεχόταν συναλλαγές με κάρτες της Mastercard για "Miscoded Gambling". Ως εκ τούτου, η Mastercard επέβαλε το πρόστιμο ύψους $420.000 (το "Πρόστιμο"). Η εν λόγω επιστολή της Mastercard που ανακοίνωνε την επιβολή του Προστίμου παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 9 στην Ε/Δ Chambers. Όλη η υπόθεση των Εναγόντων εδράζεται στις δήθεν «υποψίες» τους ότι η επιστολή της Mastercard δεν είναι γνήσια και ότι το Πρόστιμο στην πραγματικότητα δεν επιβλήθηκε. Ωστόσο, οι εν λόγω «υποψίες» των Εναγόντων και του κ. Chambers είναι παντελώς ανυπόστατες και εσφαλμένες και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Η επιστολή της Mastercard είναι γνήσια και ότι το Πρόστιμο πράγματι επιβλήθηκε.

(1)Επιβεβαίωση από την iCard Όπως είχε συμβεί και με την Προειδοποιητική Επιστολή, η επιστολή της Mastercard που ανακοίνωνε την επιβολή του Προστίμου είχε αποσταλεί αρχικά στην iCard και ακολούθως προωθήθηκε στην Εναγόμενη. Έχει εξασφαλιστεί αντίγραφο του σχετικού email της iCard το οποίο είχε αποσταλεί στην Εναγόμενη (τεκμήριο 6). Η επιστολή που δήθεν «κατασκευάστηκε» από την Εναγόμενη και δεν είναι γνήσια βρίσκεται συνημμένη στο εν λόγω email της iCard, μίας δηλαδή ξεχωριστής εταιρείας.
(2)Επιβεβαίωση από την Shobhay Η iCard χρέωσε το ποσό του Προστίμου στη Shobhay στις 25/5/2021. Έχει εξασφαλιστεί αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού της Shobhay με την iCard, που επιβεβαιώνει ξεκάθαρα ότι το ποσό του Προστίμου χρεώθηκε στην Shobhay από την iCard (τεκμήριο 7).
(3)Επιβεβαίωση από την Mastercard Απέστειλε ο ίδιος ηλεκτρονικό μήνυμα σε δύο ηλεκτρονικές διευθύνσεις της Mastercard και τους επισύναψε αντίγραφο της επιστολής τους και ζήτησε να τον ενημερώσουν αν είναι γνήσιο το πρόστιμο αν επιβλήθηκε ή όχι. Η mastercard του απάντησε ότι η επιστολή ήταν γνήσια και πράγματι επιβλήθηκε το πρόστιμο στις 16.5.
  1. Το μήνυμα προέρχεται από το επίσημο ηλεκτρονικό μήνυμα της Mastercard και δεν υπάρχει αμφιβολία για την εγκυρότητα του μηνύματος. Στις 28.9.2021 έλαβε ακόμη ένα επιβεβαιωτικό ηλεκτρονικό μήνυμα. Στις 28/9/2021 έλαβe ακόμη ένα επιβεβαιωτικό email από τη Mastercard (τεκμήριο 9). Το εν λόγω email αποστάληκε από τη δεύτερη ηλεκτρονική διεύθυνση της Mastercard στην οποία είχα αποταθεί, δηλαδή την customer performance@mastercard.com. Μάλιστα, η εν λόγω ηλεκτρονική διεύθυνση είναι η διεύθυνση στην οποία η ίδια η Mastercard με τις επιστολές της παρέπεμπε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να αποταθούν για τυχόν απορίες. Στο δεύτερο της email, η Mastercard επισύναψε και το αρχικό email που είχε αποστείλει στην iCard (τεκμήριο 10) και στο οποίο βρισκόταν συνημμένη η επιστολή που ανακοίνωνε το Πρόστιμο (η οποία δήθεν είχε «κατασκευαστεί» από την Εναγόμενη). Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρόστιμο πράγματι επιβλήθηκε. Οι ενάγοντες αποδέχονται στην παράγραφο 29 της δικής τους ένορκης δήλωσης ότι εάν πράγματι επιβλήθηκε το πρόστιμο αυτό θα πρέπει να χρεωθεί στην ενάγουσα
  2. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και τα settlement reports για την περίοδο μετά τις 20.3.2021 δείχνουν την πραγματική κατάσταση λογαριασμού. Τα εν λόγω settlement reports καταδεικνύουν ότι η ενάγουσα 1 οφείλει στην εναγόμενη το ποσό των €13.270,91 και όχι το αντίστροφο που ισχυρίζονται οι αιτητές. Οι ενάγοντες έλαβαν την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 20.4.2021 αλλά δεν έκαναν τίποτε να επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους και δεν αποτάθηκαν οι ίδιοι στην mastercard για να διασταυρώσουν τα γεγονότα. Χωρίς να κάνουν καμία έρευνα κατέφυγαν στο Δικαστήριο 4 μήνες αργότερα. Οι Ενάγοντες παραδέχονται ότι πληροφορήθηκαν για το Πρόστιμο από τις 10/5/2021 σε συνομιλία που είχαν με τον Aashay Gandhi (παρ.19 της Ε/Δ Chambers) και ισχυρίζονται ότι η στάση του εν λόγω προσώπου στις 10/5/2021 «προκάλεσε έντονο προβληματισμό αλλά ταυτόχρονα και έντονη ανησυχία στον κ. XXXXX Pugliese, υποψιαζόμενος πλέον ότι ίσως πρόκειται για μια καλοστημένη απάτη.» Ενώ όμως, σύμφωνα με τα λεγόμενα των ιδίων, τους είχαν δημιουργηθεί οι εν λόγω «υποψίες» από τις 10/5/2021, αντί να προσέλθουν στο Δικαστήριο άμεσα, υπέβαλαν την Αίτηση τους μετά από 95 ολόκληρες μέρες χωρίς κανένα απολύτως λόγο. Το μόνο που φαίνεται να έκαναν στο μεσοδιάστημα ήταν να δώσουν μία επιστολή για επίδοση στην Εναγόμενη η οποία δεν ήταν καν αναγκαίο να επιδοθεί στην Εναγόμενη και η οποία εν τέλει ούτε καν της επιδόθηκε. Οι ενάγοντες επιχείρησαν να παρουσιάσουν την εναγόμενη ως μία εταιρεία που δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της. Μέχρι τις 24.4.2021 που γνωστοποιήθηκε η διερεύνηση παράτυπης δραστηριότητας της ενάγουσας 1 η εναγόμενη κατέβαλε όλα τα ποσά που όφειλε στην ενάγουσα
  3. O κύριος Chambers προσπάθησε επίσης να παρουσιάσει την Εναγόμενη ως μία εταιρεία που δεν ανταποκρινόταν στα καλέσματα της Ενάγουσας
  4. Και αυτό είναι λανθασμένο. Παρουσιάζεται ως τεκμήριο 12 screenshot με τις συνομιλίες μεταξύ του XXXXX Pugliese (εκ μέρους της Ενάγουσας 1) και του XXXXX Gandhi (εκ μέρους της Εναγόμενης). Όπως φαίνεται, τα δύο αυτά πρόσωπα είχαν στις 26/4/2021 τηλεφωνική συνομιλία που διήρκησε 15 λεπτά και 59 δευτερόλεπτα. H επόμενη συνομιλία τους ήταν στις 3/5/2021, όταν ο XXXXX Pugliese επικοινώνησε με τον Aashay Gandhi με τον τελευταίο να του απαντά άμεσα, εντός 2 λεπτών. H επόμενη συνομιλία τους ήταν στις 10/5/2021 όπου ο XXXXX Pugliese πάλι επικοινώνησε με τον XXXXX Gandhi, με τον τελευταίο πάλι να του απαντά εντός της ίδιας μέρας. Η εναγόμενη είναι υπεύθυνη και αξιόχρεα εταιρεία δεν υπάρχει περίπτωση η εναγόμενη να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσει δικαστική απόφαση εναντίον της. Πρόκειται για εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και διατηρεί άδεια λειτουργίας σε σχέση με τις εμπορικές δραστηριότητες πληρωμών που διεξάγει με αριθμό 21 από την Κεντρική Τράπεζα της Λιθουανίας. Διατηρεί έντονη και σταθερή επιχειρηματική δραστηριότητα εντός και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και απολαμβάνει χρηματική ευρωστία. Είχε ετήσιο κέρδος για το έτος 2020 το ποσό των €874.588,00 και για το 2019 το ποσό €704.885,
  5. Δεν αποξένωσε περιουσιακά στοιχεία και αντίθετα κατέθεσε στο Δικαστήριο το ποσό των €400.395,
  6. Τυχόν οριστικοποίηση του Διατάγματος θα έχει πολύ αρνητικό και ανυπολόγιστο αντίκτυπο στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της Εναγόμενης και κυρίως στη φήμη της, στη λειτουργία της επιχείρησης της και στη ρευστότητα της. Η Εναγόμενη είναι αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Λιθουανίας για παροχή υπηρεσιών διανομής ηλεκτρονικού χρήματος. Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν ουσιαστικά τη διαχείριση χρημάτων τρίτων προσώπων, κάτι το οποίο αναπόφευκτα χρήζει αυστηρής προληπτικής εποπτείας, όπως επιβεβαιώνεται μεταξύ άλλων από τις σχετικές νομοθετικές απαιτήσεις λειτουργίας και διασφάλισης των χρηματικών ποσών που λαμβάνονται από τους χρήστες. Οι χρήστες των υπηρεσιών πρέπει να νιώθουν ασφάλεια για τις συναλλαγές τους και για τα χρήματα τους και να είναι βέβαιοι ότι προστατεύονται επαρκώς. Είναι λοιπόν εξαιρετικής σημασίας για τις εταιρείες που παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες να διασφαλίζουν τα χρήματα των πελατών τους και να χαίρουν της πλήρους εμπιστοσύνης του κοινού. Οποιαδήποτε ανασφάλεια ή αμφιβολία για την αξιοπιστία ή τη φερεγγυότητα τους δυνατό να είναι καταστροφική για την εύρυθμη λειτουργία τους. Τυχόν οριστικοποίηση του Διατάγματος και δημοσιοποίηση του από την πλευρά της Ενάγουσας κινδυνεύει να διασαλεύσει την εμπιστοσύνη των υφιστάμενων και των μελλοντικών πελατών της Εναγόμενης, εμπιστοσύνη η οποία χρειάστηκε πολύ κόπο, χρόνο και κόστος για να κερδηθεί και η οποία αποτελεί το σημαντικότερο ίσως περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης και βασικό παράγοντα της μέχρι τώρα επιτυχίας της. Η δέσμευση του ποσού των €400.395,30 στα πλαίσια της αγωγής για μεγάλο χρονικό διάστημα θα περιορίσει σημαντικά την ρευστότητα της εναγόμενης και μπορεί η έλλειψη ρευστότητας να περιορίσει την ανταγωνιστικότητα της. Αυτό είναι άδικο ενόψει του γεγονότος ότι τα χρήματα που διεκδικούν οι ενάγοντες ουδέποτε εισπράχθηκαν από την εναγόμενη. Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ Προκαταρτικό ζήτημα που έχει εγερθεί είναι αυτό της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Συγκεκριμένα είναι θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια διότι έχει παρουσιάσει πλασματική εικόνα των πραγμάτων για να πετύχει την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν άδικο. Η αιτήτρια έχει αποταθεί στο Δικαστήριο αναζητώντας θεραπεία μονομερώς με την χρήση του κατ' εξαίρεση και κατεπειγόντως χαρακτήρα αυτού του δικονομικού διαβήματος. Περισυνέλλεξε συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τα απομόνωσε και στην συνέχεια τα παρουσίασε στο Δικαστήριο με τέτοιο τρόπο ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι οι καθ' ων η αίτηση τους είχαν εξαπατήσει δηλαδή, ότι τους είχαν κλέψει το ποσό των $420,000 και ότι μετά την διενέργεια της απάτης εις βάρος των αιτητών οι εναγόμενοι εξαφανίστηκαν. Δόθηκε η εντύπωση ότι οι ενάγοντες ήταν τα θύματα μία καλά στημένης απάτης. Επίσης, δόθηκε η εντύπωση ότι δεν ήταν ενήμεροι για τα γεγονότα που αφορούσαν την έρευνα της mastercard και την επιβολή του προστίμου, δεν είχαν την δυνατότητα να γνωρίζουν τι έγινε και ότι το μόνο πρόσωπο που τους μιλούσε ήταν ένα τυχαίο πρόσωπο που τους συστήθηκε ως Aashay Gandi μέσω Skype που έφερε υπόψη τους μία επιστολή δήθεν της Mastercard την οποία μετά βίας οι ενάγοντες κατόρθωσαν να αποθηκεύσουν. Ενόψει των όσων είχαν προβάλει οι ενάγοντες με τις ένορκες τους παραστάσεις δόθηκε η εντύπωση ότι οι ενάγοντες υπήρξαν θύματα εξαπάτησης με απώλεια μεγάλου ποσού χρημάτων, ότι η εναγόμενη δεν ήταν σοβαρός οργανισμός και ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι οι υπαίτιοι της εξαπάτησης είχαν εξαφανιστεί με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτό στο μέλλον η ικανοποίηση της οποιαδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί. Το τελευταίο στοιχείο που είχαν προβάλει στο Δικαστήριο σε σχέση με την έλλειψη της επικοινωνίας τους με τους εναγόμενους δημιούργησε πεπλανημένα την εντύπωση του κατεπείγοντος ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων χωρίς να εισακουσθεί η άλλη πλευρά ώστε να προλάβει τα χειρότερα σε σχέση με την ισχυριζόμενη απάτη ενώ στην πραγματικότητα οι ενάγοντες γνώριζαν πλήρως την απόφαση για την επιβολή του προστίμου από τον Μάιο 2021 διότι ενημερώθηκαν και παρόλο τούτο δεν έσπευσαν αμέσως στο Δικαστήριο ή στην αστυνομία εφόσον είναι ισχυρισμός τους ότι υποψιάσθηκαν ότι είχαν εξαπατηθεί. Επιπρόσθετα, προσκόμισαν στοιχεία στο Δικαστήριο που λανθασμένα έδωσαν την εντύπωση ότι η εναγόμενη είχε εισπράξει τα χρήματα για τα οποία είναι ισχυρισμός των εναγόμενων ότι ουδέποτε τα εισέπραξαν καθότι αυτά τα χρήματα κατακρατούνται από την mastercard μετά την επιβολή προστίμου. Το τεκμήριο 5 είναι το έγγραφο settlement papers που υποτίθεται αποδεικνύει τις συναλλαγές που πραγματοποιήσαν οι πελάτες της ενάγουσας μέσω της εναγόμενης και τουλάχιστον έτσι παρουσίασαν την σημασία αυτού του εγγράφου στο Δικαστήριο οι αιτητές. Στην πραγματικότητα όμως το τεκμήριο αυτό είναι κατάσταση συναλλαγών που αφορούν την ενάγουσα 2 ημερομηνίας 1 Μαΐου
  7. Η εναγόμενη δεν είχε συμβατική σχέση με την ενάγουσα 2 για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών διαδικτυακά. Στην πραγματικότητα η ενάγουσα 2 δεν έχει καμία σχέση με την συμφωνία ημερομηνίας 4 Φεβρουαρίου 2021 διά της οποίας η εναγόμενη είχε συμφωνήσει ' to accept payments electronically for services and/or physical or virtual goods.' Κατά συνέπεια η χρήση του τεκμηρίου 5 που χρησιμοποιήθηκε για να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός ότι η εναγόμενη εισέπραξε τα χρήματα για τα οποία παραπονούνται οι ενάγοντες ότι τους τα έχει παράνομα στερήσει σε μία καλοστημένη απάτη πρόκειται για σκόπιμη παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Τρία είναι τα γεγονότα τα οποία ήταν σημαντικά ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία θετικά υπέρ των θέσεων των αιτητών για την έκδοση των διαταγμάτων. Το πρώτο είναι ότι τα χρήματα αυτά βρίσκονται εις χείρας της εναγόμενης, το δεύτερο ότι δεν αληθεύει ότι επιβλήθηκε πρόστιμο από την mastercard, και το τρίτο ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι εταιρεία κέλυφος και/ή αφερέγγυα που έγινε χρήση ως όχημα εξαπάτησης των εναγόντων. Αυτή την αντίληψη των πραγμάτων την καλλιέργησαν και την δημιούργησαν οι ενάγοντες σκόπιμα όταν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μονομερώς για την έκδοση του διατάγματος. Στην απόφαση Global Cruise Lines v Metro Shipping 1 ΑΑΔ 607
(1989)λέχθηκε ότι το καθήκον για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται προς την καλή πίστη που πρέπει να έχει ο διάδικος όταν ζητεί την έκδοση θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η άλλη πλευρά. Το κριτήριο, για τα ποιά γεγονότα είναι ουσιώδη και που τείνουν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου αν δεν αποκαλυφθούν, είναι αντικειμενικό. "Ουσιώδες, για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας." Είναι σημαντικό ο ενάγοντας να έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα που ενδεχομένως θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστήριο κατά την έκδοση μονομερούς προσωρινού διατάγματος. Το καθήκον αυτό είναι συνυφασμένο με την καλή πίστη που πρέπει να επιδείξει ο ενάγοντας κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, κυρίως επειδή το διάταγμα εκδίδεται χωρίς να εισακουσθεί η άλλη πλευρά. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd v Timberland 1 ΑΑΔ 1791
(1997)η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων. Το τι είναι ουσιώδης γεγονός προσδιορίζεται με αναφορά των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Επίσης στην πιο πάνω απόφαση επισημαίνονται και τα ακόλουθα: "Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων..."Αυτά που πρέπει να αποκαλυφθούν από τον ενάγοντα είναι γεγονότα γνωστά σ' αυτόν ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη προσπάθεια τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως καταγράφεται στο δικόγραφο του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος που εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα της επιτυχίας. Η υποχρέωση για αποκάλυψη γεγονότων δεν περιλαμβάνει μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και αυτά τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. (Βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 280). Εάν ανακαλύψει το Δικαστήριο ότι παραπλανήθηκε για να επιτευχθεί η έκδοση μονομερούς διατάγματος τότε έχει την διακριτική εξουσία άμεσης ακύρωσης του διατάγματος. Η έκδοση μονομερούς διατάγματος είναι εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης χωρίς να δοθεί ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο διάδικος που επιζητεί την επιχορήγηση τέτοιας θεραπείας οφείλει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Οι αιτητές είχαν καταφύγει στο Δικαστήριο αποκρύπτοντας και διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα. Στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δεν αναφέρθηκαν στον χρόνο που αποτάθηκαν σε νομικό σύμβουλο ενώ ήταν γνωστό σε αυτούς από την 10.5.2021 ότι η Mastercard θα χρέωνε τον λογαριασμό XXXXX11 το πρόστιμο επειδή είχε διεξαχθεί έρευνα της mastercard με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εταιρεία Uniapparels.com μέσω της ιστοσελίδας heycasino.com, η οποία αποδεδειγμένα πρόκειται για την ιστοσελίδα που έκανε χρήση η ενάγουσα για να προσφέρει υπηρεσίες ' was accepting mastercard cards as payment for card not present sale of miscoded gambling' δραστηριότητα που δεν είναι συμβατή με τις δραστηριότητες της Mastercard και που απαγορεύεται από τον όρο 7.1 της επίδικης συμφωνίας ( τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης). Η επιστολή ημερομηνίας 19 Απριλίου 2021 που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 8 στην αίτηση αφορά την ενάγουσα 2 η οποία δεν έχει συμβατική σχέση με την εναγόμενη. Περαιτέρω, δίδεται η εντύπωση ότι η συγκεκριμένη επιστολή δεν είναι γνήσια επειδή το όνομα του παραλήπτη έχει σβηστεί. Όμως ο πραγματικός λόγος που δεν φαίνεται ποιος ήταν παραλήπτης της επιστολής και η πληροφορία αυτή είναι σβησμένη με μαύρο χρώμα είναι επειδή δεν ήταν επιτρεπτό να γνωρίζουν οι ενάγοντες ότι ήταν υπό διερεύνηση για την διεξαγωγή παράνομων δραστηριοτήτων ( βλ. Τεκμήριο 3 στην ένσταση). Προκύπτει από το περιεχόμενο της τελευταίας σελίδας της επιστολής ημερομηνίας 21 Απριλίου 2021 της Icard προς εναγόμενη ότι όφειλε η εναγόμενη να διεξάγει την δική της έρευνα σε σχέση με τις δοσοληψίες του πελάτη της και ότι η mastercard κατά την εξέλιξη της έρευνας δεν αποδεσμεύει πληροφορίες για την έρευνα ώστε να μην επηρεαστεί η πορεία της έρευνας 'in the event that the merchant is employing deceptive practices to circumvent the rule of law'. Εάν το Δικαστήριο είχε αντιληφθεί ότι πράγματι οι ενάγοντες ήταν υπό διερεύνηση για την διεξαγωγή συναλλαγών που ήταν παράνομες θα ήταν διστακτικό και/ή αρνητικό να εκδώσει τέτοιο διάταγμα μονομερώς. Επίσης δίδεται η παραπλανητική εικόνα ότι οι ενάγοντες ήταν ανίδεοι για το ζήτημα των παράνομων συναλλαγών και ότι με σπουδή έλαβαν διαβήματα να μάθουν πληροφορίες για το ζήτημα ενώ αυτό που προκύπτει από το τεκμήριο 10 είναι ότι ο δικαστικός επιδότης επέδωσε την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας υπηρεσιών τεκμήριο 3, σε διεύθυνση όπου διαμένει ο Μάριος Αθανασίου και δεν τον βρήκε εκεί την συγκεκριμένη ώρα. Η επίδοση πραγματοποιήθηκε στις 3 Αυγούστου 2021, δηλαδή σχεδόν τρεις μήνες μετά που γνώριζαν οι αιτητές για την επιβολή του προστίμου. Οπότε οι ενάγοντες με την τακτική της επιλεκτικής παρουσίασης των γεγονότων, με την απόκρυψη και της διαστρέβλωσης των γεγονότων δημιούργησαν την πλασματική εικόνα ότι οι ενάγοντες ήταν τα θύματα μίας απροσδόκητης εξαπάτησης η οποία τους βρήκε τόσο αναπάντεχα που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να την διερευνήσουν. Το Δικαστήριο θα ήταν αρνητικό να εκδώσει τέτοιο διάταγμα μονομερώς εάν γνώριζε όλη την προϊστορία της συμβατικής σχέσης των μερών, το πραγματικό ιστορικό των πληρωμών που το απέκρυψαν επιμελώς, τις πραγματικές συνεννοήσεις μεταξύ των μερών ως προς το ζήτημα που αφορά την επιβολή του προστίμου, το γεγονός ότι ροκάνιζαν τον χρόνο ενώ ισχυρισμός τους ήταν ότι τους είχαν κλέψει και ότι οι υπαίτιοι της κλοπής δεν τους είναι γνωστοί επειδή κρύβονται πίσω από εταιρική οντότητα και έχουν εξαφανιστεί. Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μία αντικειμενική εικόνα σε σχέση με τα τρία πιο πάνω ουσιώδη γεγονότα. Όφειλαν έγκαιρα να λάβουν δέοντα και εύκολα μέτρα για να διαλευκάνουν τι είχε συμβεί με την επιβολή του προστίμου της mastercard αντί να βασιστούν σε εικασίες που τα παρουσίασαν στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν διάταγμα τύπου Mareva (βλ. Κυριάκου ν Κυριάκου Πολιτική Έφεση Ε301/2016, ημερομηνίας 26.9.2017). Είναι ορθή η θέση ότι η απροθυμία τους να ερευνήσουν τα δεδομένα είτε μέσω καταγγελίας στην αστυνομία ή με το να αποταθούν απευθείας στην mastercard αποκρύβει το μη γνήσιο των προθέσεων τους. Εάν πράγματι ήταν θύματα εξαπάτησης τέτοια έρευνα θα βοηθούσε την υπόθεση τους. Το γεγονός ότι προτίμησαν να προβάλουν τέτοιους ισχυρισμούς μόνο με εικασίες αναδεικνύει την ασυνέπεια τους και εμπεδώνει την εικόνα ότι τα δεδομένα αλλιώς τα παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Φαίνεται ότι η αμφιβολία ή άγνοια των εναγόντων για τα πραγματικά δεδομένα του προστίμου κατά τον χρόνο που αποτάθηκαν στον Δικαστήριο για θεραπεία μονομερώς ήταν η στρατηγική που επέλεξαν για να πετύχουν την έκδοση του διατάγματος. Αντί να ερευνήσουν ή να καταγγείλουν την υπόθεση, προτίμησαν να προβάλουν άγνοια για τα πραγματικά γεγονότα. Η υποτιθέμενη άγνοια των αιτητών δημιούργησε στο Δικαστήριο μια πλασματική εικόνα ότι ήταν τα θύματα μίας απάτης. Το ότι ανεπίτρεπτα παρήλθε πολύτιμος χρόνος από την ημερομηνίας επιβολής του προστίμου χωρίς να κάνουν τίποτε ως θύματα απάτης που ισχυρίστηκαν ότι ήταν πρόκειται για γεγονός που από μόνο του ανατρέπει την πλασματική εικόνα πιο πάνω. Στην πραγματικότητα επέλεξαν τον χρόνο και τον τρόπο να αποταθούν στο Δικαστήριο μονομερώς και ανέπτυξαν την συγκεκριμένη στρατηγική με σκοπό να αποκτήσουν άδικο πλεονέκτημα στην διαφορά τους με τους καθ' ων η αίτηση. Επειδή οι αιτητές ενήργησαν με τέτοιο τρόπο καταχρηστικά της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αρνούμαι να τους ακούσω άλλο και αρνούμαι να τους παρέχω την όποια συνδρομή παρατείνοντας άλλο το προβάδισμα που απέκτησαν άδικα στην επίλυση της διαφοράς τους με τους καθ' ων η αίτηση. Παρόλο ότι θα ακύρωνα το διάταγμα μόνο γι' αυτό τον λόγο, κρίνω ότι και επί της ουσίας, τώρα που τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν τεθεί στην σωστή τους διάσταση, το διάταγμα που εκδόθηκε δεν δικαιολογείται να συνεχίσει με την σημερινή του μορφή. ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΠΙΤΥΧΙΑΣ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Με βάση το πιο πάνω άρθρο, το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις: 1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. 2. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. 3. Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd
(1975)AC 396 το Δικαστήριο επεξήγησε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd v Adidas 1 CLR 263
(1983)η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60 δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτή την θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή που να προκαλέσει την λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v Vinco 1 ΑΑΔ 788
(1996)το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι 'θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος ήταν εσφαλμένη.' Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για την διατήρηση του status quo κάποτε όμως o αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi. «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.» Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd v Muskita Aluminium
(2002)1 ΑΑΔ 2015 καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ................................................................................................. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνη του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί. ................................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον εναγόμενο το δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Οι ενάγοντες δεν έχουν καταχωρήσει έκθεση απαιτήσεως πέντε μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Συνεπώς, το κατά πόσο δικαιούνται τις αποζημιώσεις που διεκδικούν με την αγωγή εξαρτάται από το κατά πόσο δικαιούνται τα χρήματα που ζητούν με την αγωγή τους ως αποζημιώσεις από την εναγόμενη. Η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει για να αποδείξουν ότι η εναγόμενη εισέπραξε το ποσό αυτό για λογαριασμό τους είναι ελλιπής και αμφιλεγόμενη. Το τεκμήριο 5 (performance report) για την περίοδο από 1 Μαρτίου 2021 μέχρι 1 Μαΐου 2021 δεν αποδεικνύει ότι η εναγόμενη εισέπραξε το ποσό των $420,000 USD. Το τεκμήριο αυτό αφορά την ενάγουσα 2 με την οποία η εναγόμενη δεν είχε συμβατική σχέση και δεν αποδεικνύει ως γεγονός ότι η εναγόμενη εισέπραξε τα χρήματα. Τα μέρη υπέγραψαν συμφωνία (τεκμήριο 3) διά της οποίας η εναγόμενη θα αποδεχόταν διαδικτυακές πληρωμές εκ μέρους της ενάγουσας 1 σε σχέση με υπηρεσίες και προϊόντα που αυτή θα παρείχε μέσω του διαδικτύου. Οι πληρωμές στην ενάγουσα θα γίνονταν ως προνοεί το παράρτημα Α.1 της συμφωνίας πιο κάτω: Sr No Name of Charge Buy Rate in EURO 1 Bank MDR (%) 6.95% 2 Approve fee 0.45 3 Decline fee 0.45 4 Rolling reserve rate (%) 10% 5 Refund fee 6 6 Chargeback fee 65 10 Wire fees 60 11 Set Up fees 1500 12 Annual Fees 1000 13 Settlement Expense 0.5% Εφόσον οι πληρωμές θα κατέληγαν σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας 1 που καθορίζεται με Iban στην συμφωνία θα ήταν αναμενόμενο ότι αυτός ο λογαριασμός θα κατατίθετο ως τεκμήριο για να καταδείξουν οι αιτητές ότι όντως δεν έλαβαν πληρωμή για συναλλαγές που επεξεργάσθηκαν για λογαριασμό τους η εναγόμενη στο διαδίκτυο. Θα ανέμενα επίσης ότι θα παρείχαν αποδεικτικό υλικό για να αποδείξουν την αξία των συναλλαγών και για να καταρρίψουν τον ισχυρισμό που καταγράφεται στο τεκμήριο 8 της αίτησης ότι οι ενάγοντες ' may be accepting mastercard cards as payment for the sale of illegal or brand damaging activity.' Η συμφωνία τεκμήριο 3 περιέχει τον όρο 7.2 που προβλέπει ' the merchant warrants and represents that he does not use Transactworldlimited's services and systems for illegal purposes and that goods and services offered comply with applicable law in any jurisdiction.' Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία ότι η εναγόμενη εισέπραξε τα χρήματα για λογαριασμό τους και δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία για να καταρρίψουν την θέση που προβλήθηκε από την εναγόμενη ότι τα χρήματα αυτά κατακρατήθηκαν από την mastercard ως επιβολή προστίμου επειδή οι ενάγοντες διεξήγαγαν παράνομες δραστηριότητες καζίνο στο διαδίκτυο με την χρήση της κάρτας mastercard. Όπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις Luis Vuitton v Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και Fashion Box SRL v Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις μεταξύ του αιτητή και του προσώπου που έχει ενστεί στην αίτηση αυτός που έχει το βάρος απόδειξης θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να αποδείξει τα γεγονότα. Κανένα γεγονός δεν έχει αποδειχθεί θετικά και τουναντίον η υπόθεση των εναγόντων βασίζεται σε εικασίες και συμπεράσματα των ιδίων ότι ήταν τα θύματα μίας καλά στημένης απάτης. Στην περίπτωση που η αιτία αγωγής που εκφράζεται είναι απάτη θα ήταν απίθανο να πετύχουν στην αξίωση τους με εικασίες και υποψίες. Οι εικασίες και υποψίες εστιάζονται στο πρόσωπο και τον χαρακτήρα της εναγόμενης ως ένας μη σοβαρός οργανισμός. Οι εναγόμενοι έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία ότι είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στην Κύπρο, με άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Λιθουανίας, με κύκλο εργασίας, κερδοφορία και με προσωπικό. Μετά την επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου κατέθεσαν σε μετρητά το ποσό του διατάγματος στο Δικαστήριο. Ήταν θέση των εναγόντων που ανέπτυξαν κατά την ακροαματική διαδικασία ότι αυτά τα χρήματα που κατατέθηκαν είναι τα χρήματα των πελατών τους. Όμως ακόμη και να ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός, σημαίνει ότι η εναγόμενη διεξάγει εμπορικές δραστηριότητες. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με την αρχική θέση των εναγόντων ότι η εναγόμενη είναι μία ανύπαρκτη νομική οντότητα, η υπαρκτή νομική οντότητα που χρησιμοποιείται μόνο ως όχημα εξαπάτησης των αιτητών και που αυτοί που κρύβονται πίσω από την εταιρεία έχουν εξαφανισθεί με τα χρήματα των εναγόντων. Η συμφωνία τεκμήριο 3 φέρει την υπογραφή του XXXXX Αθανασίου διευθυντή της εναγόμενης στην οδό XXXXX 3 Διαμέρισμα 202 XXXXX Λευκωσία. Αυτός παρουσιάστηκε προσωπικά και υπέγραψε την συμφωνία. Από την Μάιο 2021 μέχρι τον Αύγουστο 2021 δεν έγινε προσπάθεια των εναγόντων να επικοινωνήσουν με τον διευθυντή της εναγόμενης. Το τεκμήριο 11 περιέχει το τηλέφωνο + XXXXX5664 και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο XXXXX@transactworld.com της εναγόμενης. Οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση που αντικρούει τις εικασίες των αιτητών με γεγονότα που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο διευθυντής της εναγόμενης. Σημειώνεται ότι η δική τους αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει δικηγόρος από το δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τους αιτητές ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι αιτητές δεν ανέλαβαν την ευθύνη για την έκδοση του διατάγματος με προσωπική εγγύηση. Η προσωπική εγγύηση ύψους €50.000 που έχει δοθεί για τυχόν ζημιά των καθ' ων η αίτηση κατά την έκδοση του διατάγματος δεν έχει υπογραφτεί από τους αιτητές αλλά από τους Michael Constantine Chambers. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου 1 ΑΑΔ 1178
(2005)το Δικαστήριο ακύρωσε προσωρινό διάταγμα με ένταλμα Certiorari όταν διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 σε σχέση με το θέμα της εγγύησης. Έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε με έκδηλη πλάνη του νόμου και κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης όταν ενέκρινε τη μονομερή αίτηση του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση στην διαδικασία, για παροχή της σχετικής εγγύησης από την εταιρεία Magnum, αντί από τον ίδιο τον ενάγοντα ή διαζευκτικά προς τον ενάγοντα. Στην δική μας της υπόθεση οι ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία από πρόσωπο που έχει θετική ή έστω άμεση γνώση των γεγονότων για να εξασφαλίσουν το διάταγμα μονομερώς. Παρόλο ότι οι ενάγοντες δεν ανέλαβαν προσωπικά την ευθύνη για την έκδοση του διατάγματος και δεν έχουν ορκισθεί οι ίδιοι θετικά για τα σοβαρά παραπτώματα που αποδίδουν στους εναγόμενους απροκάλυπτα αντιστρέφουν τους όρους και ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι είναι αυτοί που είναι αμφιβόλου χαρακτήρα ώστε να είναι αναγκαίο το μέτρο του διατάγματος τύπου mareva για να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα τους. Με βάση την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι η εναγόμενη είναι μία πραγματική επιχείρηση. Δεν είναι τυχαίο πρόσωπο που έχει ορκισθεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της έντασης. Ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας έχει ετοιμάσει σχετική ένορκη δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει τα γεγονότα που περιέχονται σε αυτή. Oι εναγόμενοι αφού εμφανίστηκαν στην αγωγή κατέθεσαν με δύο εμβάσματα το ποσό των €330.000 και το ποσό των €70.000 αντίστοιχα ώστε να συμπληρωθεί το ποσό των €400.395,30 που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο. Αυτή η πράξη δεν συνάδει με την εικόνα που δημιούργησαν οι ενάγοντες στο Δικαστήριο σε σχέση με το πρόσωπο της εναγόμενης. Οι εναγόμενοι έχουν θέσει στοιχεία ενώπιον μου που δεν συνάδουν με την αρχική εντύπωση που δημιούργησαν οι αιτητές ότι υπάρχει κίνδυνος διασκόρπισης περιουσιακών στοιχείων με αποτέλεσμα να μείνει ανικανοποίητη η όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος των αιτητών στην αγωγή στο μέλλον. Κατά συνέπεια θα πρέπει να κρίνω κατά πόσο δικαιολογείται η δέσμευση του μεγάλου ποσού χρημάτων που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο για χρονικό διάστημα ίσως ετών. Η κρίση αυτή επηρεάζεται από την εκτίμηση του κινδύνου και κατά πόσο ευσταθεί ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η εναγόμενη είναι όχημα εξαπάτησης που έχει πάρει τα χρήματα των αιτητών και έχει εξαφανιστεί. Ένα διάταγμα τύπου Mareva έχει σκοπό, όπως καθιερώθηκε και επεξηγήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Mareva v International Bulk Carriers [1980] 1 All ER 213, να εμποδίσει τον ασυνείδητο εναγόμενο από το να σκορπίσει τα περιουσιακά του στοιχεία είτε εντός ή εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να καταστρατηγήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην απόφαση Παντελίδη ν Πιερή 1 ΑΑΔ 2111
(1998)επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι η ευρεία εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Ν.14/60 περιλαμβάνει και την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το άρθρο 32 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 45 της Αγγλικής Judicature Act, 1925. To Ανώτατο Δικαστήριο έχει υιοθετήσει την νέα ερμηνεία του άρθρου 45
(1)και έθεσε κατευθυντήριες γραμμές βασιζόμενες σ' αυτό το άρθρο για τον τρόπο άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι παραμέτροι άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva προσαρμοζόμενη στην Κυπριακή νομοθεσία και πραγματικότητα είναι ως ακολούθως: «Το διάταγμα τύπου Mareva εξεταζόμενο με βάση μια πιο εγκόσμια προοπτική μπορεί να θεωρηθεί σαν μία ισχυρή προσθήκη στο οπλοστάσιο του Νόμου, η οποία δικαιολογείται από τις τεράστιες τεχνολογικές αλλαγές στις μεταφορές και τη σχετιζόμενη με αυτές κινητικότητα προσώπων και αγαθών. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για χορήγηση διατάγματος τύπου Mareva πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένου δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου, και κυρίως σαν βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνου να υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας.» Στην απόφαση Poltava Petroleum Oil Company v Mexana Oil Ltd 1ΑΑΔ 1301
(2001), λέχθηκε ότι ο πραγματικός σκοπός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα 'δεν είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα, ακόμη λιγότερο να τιμωρήσει τον εναγόμενο για ισχυριζόμενα παραπτώματα του. Ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για το διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας.' Στην Αγγλική υπόθεση Ζ Ltd v A 1 All ER 556 [1982] ο Lord Denning επεξήγησε ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος είναι κάτοικος εξωτερικού αλλά επεκτείνεται σε κάθε περίπτωση όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι η απόφαση θα παραμένει ανεκτέλεστη. «A Mareva injunction can be granted against a man even though he is based in this country if the circumstances are such that there is danger of his absconding, or a danger of the assets being moved out of the jurisdiction or otherwise dealt with so that there is a danger that the plaintiff, if he gets judgement will not be able to get it satisfied.The mareva jurisdiction extends to cases where there is danger that the assets will be dissipated in the country as well as by its removal out of jurisdictiojn.» Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα τύπου Mareva επεκτείνεται σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα περιέλθουν στην κυριότητα του εναγόμενου μετά την έκδοση του διατάγματος και πριν την εκτέλεση της απόφασης. «A Mareva injunction is looking to the future and is dealing with the situation between the obtaining of the judgement and its eventual execution and it will cover any assets which are acquired between the granting of the order and the eventual execution of any judgement obtained in the action in question.' (βλ. TDK Tape Distributor Ltd v Video Choice Ltd [1986] 1 WLR 141). Σύμφωνα με την απόφαση C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v Σκυροποιία 'Λεωνίκ' Λτδ 1 ΑΑΔ 785
(2001), ο ενάγοντας δεν είναι ανάγκη να αποδείξει ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος ότι τα περιουσιακά στοιχεία θα μεταφερθούν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή θα σκορπιστούν εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να δικαιούται την έκδοση του διατάγματος. Το μόνο που χρειάζεται να δείξει είναι ' την πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.' Ποιες όμως είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να εκτιμήσει ορθά αυτό τον κίνδυνο; Στην απόφαση Poltava, πιο πάνω, το Εφετείο έθεσε μερικούς παράγοντες που θα ήταν χρήσιμο να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για να καθοδηγήσει την κρίση του κατά την λήψη της απόφασης του. Αυτοί είναι ως ακολούθως:
  1. Η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το προτεινόμενο αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. Ο ενάγων μπορεί ευκολότερα να αποδείξει τον κίνδυνο εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού, ή κινητών αντικειμένων, από τον κίνδυνο διάθεσης ακινήτων.
  2. Η φύση και οικονομική υπόσταση της επιχείρησης το εναγόμενου
  3. Η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του εναγόμενου. Χρειάζεται ισχυρότερη μαρτυρία για ενδεχόμενη εξαφάνιση όπου ο εναγόμενος είναι μια προ πολλού καθιερωθείσα εταιρεία με εύλογη φήμη στην αγορά παρά εταιρεία για την οποία λίγο ή τίποτε είναι γνωστά ή μπορούν να εξακριβωθούν.
  4. Η μόνιμη κατοικία του εναγόμενου.
  5. Αν ο εναγόμενος είναι αλλοδαπή εταιρεία, συνεταιρισμός, ή εμπορευόμενος, ή χώρα στην οποία έχει εγγραφεί, ή έχει την κυρίως διεύθυνση των εργασιών του, και το διαθέσιμο ή μη οποιουδήποτε μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση.
  6. Το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγόμενου.
  7. Οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία.
  8. Σχέσεις μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και άλλων εταιρειών οι οποίες δεν ικανοποιήσαν διαιτητικές αποφάσεις ή δικαστικές αποφάσεις.
  9. Η συμπεριφορά του εναγόμενου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα. Σχέδιο υπεκφυγής, ή απροθυμίας να λάβει μέρος στη διαδικασία ή διαιτησία, ή η έγερση αδύνατον υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης, ή συνολική σιωπή, δυνατόν να είναι παράγοντες που βοηθούν τον ενάγοντα. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει τέτοια διατάγματα επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι θα υπάρχουν εμπόδια στην εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί προς όφελος του ενάγοντα. Όμως, στην τελική ανάλυση, η χορήγηση τέτοιας θεραπείας εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Spider Trade Com. Finance Ltd v Κώστα Χατζηγαβριήλ Πολιτική Έφεση 11401 ημερομηνίας 10/2/03 το εφετείο επεξήγησε ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος με την οποία δεσμεύεται η περιουσία του εναγόμενου που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παραμείνει χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της απόφασης. Εδώ οι ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και καλές προοπτικές επιτυχίας η όλη υπόθεση βασίζεται στην προϋπόθεση ότι έχει διεξαχθεί μία απάτη εις βάρος των αιτητών. Και ενώ η μαρτυρία που έχουν παρουσιάσει για το θέμα αυτό είναι ισχνή και οι καθ' ων η αίτηση την έχουν αντικρούσει με δική τους μαρτυρία δεν έχουν ζητήσει να αντεξετάσουν τον ομνύοντα. Ο διευθυντής της εναγόμενης έχει ορκισθεί θετικά σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Παρόλο που ο Μάριος Αθανασίου, ως διευθυντής της εναγόμενης, μπορεί να μην γνωρίζει με άμεσο τρόπο κάθε γεγονός που αφορά κάθε πτυχή της υπόθεσης είναι το κατά νόμο υπεύθυνο πρόσωπο της εταιρείας και είχε την δυνατότητα να γνωρίζει υπεύθυνα οτιδήποτε που να αφορά τις υποθέσεις της εταιρείας. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 782, λέχθηκε ότι δεν είναι αρκετό το φυσικό πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην ένορκη δήλωση να καταθέτει με βάση αυτά που πιστεύει ή πληροφορείται. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας είναι εταιρεία θα πρέπει να ορκισθεί φυσικό πρόσωπο σε σχέση με τα γεγονότα. Ο απαιτούμενος βαθμός γνώσης για κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με την φύση της απαίτησης και ανάλογα με τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση. Είναι πρόσωπο που έχει ενημερωθεί πλήρως για την υπόθεση εξαιτίας της προσωπικής του εμπλοκής στην υπόθεση και στον βαθμό που δεν γνωρίζει κάτι προσωπικά έχει ενημερωθεί σχετικά από τους υπαλλήλους της εταιρείας και έχει μελετήσει τα έγγραφα. Επειδή με βάση την θέση του είχε την υποχρέωση να εποπτεύει τις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρείας θα πρέπει να έχει θετική γνώση των γεγονότων για τα οποία έχει ορκισθεί και εξουσιοδοτηθεί να προβάλει εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας. Έχει εξηγήσει ότι τα χρήματα αυτά δεν έχουν εισπραχθεί από την εναγόμενη παρόλο ότι δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει ότι έχουν γίνει οι συναλλαγές στο διαδίκτυο που αφορούν το ποσό των $420,000 για τα οποία οι ενάγοντες παραπονούνται ότι τους οφείλεται. Η διαδρομή των χρημάτων διεξάγεται μέσω αδειοδοτημένου ιδρύματος έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος (icard) και ακολούθως στην εταιρεία επεξεργασίας διαδικτυακών πληρωμών (Shobhay). Από και από εκεί μεταφέρεται στην εναγόμενη που θα αποδώσει τα χρήματα στην ενάγουσα 1 που είναι η πελάτης της. Παρουσίασε την αλληλογραφία μεταξύ της εναγόμενης και της icard που καταδεικνύει ότι η Mastercard διεξήγαγε έρευνα σε σχέση με τις συναλλαγές που αφορούν το Icard AD 10911 σε σχέση με συνδεόμενο πελάτη της I card με διαδικτυακή παρουσία UNiapparels.com η οποία διεξήγαγε συναλλαγές μέσω της ιστοσελίδας heycasino.com που ανήκει στην ενάγουσα 1 (βλ. επιστολή ημερομηνίας 7 Μαΐου 2021 που επισυνάπτεται στην αίτηση και στην ένσταση). Επισυνάπτεται η αλληλογραφία στην οποία η Icard είχε επικοινωνία με την mastercard στην οποία κοινοποιήθηκε στην Icard ότι γινόταν έρευνα σε σχέση με τον συγκεκριμένο της πελάτη και ότι όφειλαν να κάνουν οι ίδιοι την δική τους έρευνα για να βοηθήσει με την κυρίως έρευνα. Με την αλληλογραφία αυτή η mastercard διαμήνυσε στην Icard ότι όφειλε να διαφυλάττει τις διεργασίες της έρευνας μυστικές ώστε οι ενάγοντες να μην είναι σε θέση να παρεμποδίσουν τις έρευνες. Στην συνέχεια περιέχεται η αλληλογραφία με την οποία η Icard διαβίβασε σχετικές πληροφορίες στην mastercard και ανέφερε στην mastercard ότι είχε διαβιβάσει τις πληροφορίες που μπορούσε επειδή η διαδικτυακή σύνδεση που κατείχε για τις δραστηριότητες του πελάτη της ήταν διαθέσιμη μόνο για τις τελευταίες 7 ημέρες. Η Icard σύμφωνα με το τεκμήριο 5 έχει 250 υπαλλήλους και κύκλο εργασιών ύψους 3 δισεκατομμύρια ευρώ για το έτος
  1. Στην συνέχεια με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 10 Μαΐου 2021 η Icard ενημέρωσε την εναγόμενη ότι έλαβαν την τελευταία απόφαση της mastercard με την επισήμανση ότι ' this amount will be deducted from the merchant's rolling reserve'. Αυτή η χρέωση πραγματοποιήθηκε από την Icard και η χρέωση αυτή φαίνεται στο τεκμήριο 8 της ένστασης. Φαίνεται η χρέωση της Icard στον δικό της πελάτη Shobhay με τις σχετικές παραβάσεις της UNiapparels.com, ήτοι συναλλαγές που αφορούσαν διαδικτυακό καζίνο και όχι άλλες υπηρεσίες ή προϊόντα, ήτοι πρόστιμο για το ποσό των $420,000 ως one-time fee noncompliance assessment. Τέλος οι εναγόμενοι κατέθεσαν αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων στη διεύθυνση της mastercard XXXXX@mastercard.com που έγινε απευθείας με την mastercard εις την οποία η κα XXXXX Reed εκ μέρους της mastercard επιβεβαίωσε ότι η επιστολή ήταν αυθεντική και ότι η mastercard επέβαλε στις 16 Μαΐου 2021 το σχετικό πρόστιμο για τον λόγο της μη συμμόρφωσης στους όρους της. Οι αιτητές δεν έχουν προσφέρει ίχνος μαρτυρίας για να καταρρίψουν αυτά τα στοιχεία και δεν έχουν ισχυρισθεί θετικά ότι δεν είναι ένοχοι για τις παραβιάσεις που τους αποδίδουν η mastercard. Τα στοιχεία που έχουν καταθέσει οι εναγόμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν
  2. Ότι η εναγόμενη δεν έχει εισπράξει τα χρήματα και
  3. Ότι κατά πάσα πιθανότητα έχει επιβληθεί το πρόστιμο. Με βάση το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 4 Φεβρουαρίου 2021 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην διεξάγει παράνομες δραστηριότητες. Τα δεδομένα που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η εναγόμενη δεν έχουν καταρριφθεί με έτερη μαρτυρία ή ενόψει αντεξέτασης του XXXXX Αθανασίου. Ως εκ τούτου η υπόθεση των αιτητών που βασίζεται σε εικασίες εξασθενίζεται. Οι ενάγοντες δεν έχουν δυνατή υπόθεση που να δικαιολογεί την έκδοση του δραστικού μέτρου διατάγματος τύπου Mareva. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου που να τεκμηριώνει την άποψη των εναγόντων ότι υπάρχει κίνδυνος να μην μπορούν αργότερα να εκτελέσουν δικαστική απόφαση για τις αποζημιώσεις που ζητούν στην αξίωση τους στην περίπτωση που κερδίσουν την αγωγή. Στοιχεία περί του αντιθέτου, ήτοι ότι οι εναγόμενοι είναι σοβαρός οργανισμός με ικανοποιητική κερδοφορία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μην δικαιολογείται η συνέχιση του μέτρου. Οι εναγόμενοι κατέθεσαν όλο το οφειλόμενο ποσό ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έδειξαν διάθεση να μην συμμορφωθούν στις οδηγίες του Δικαστηρίου. Δεύτερο η θέση των αιτητών ότι οι εναγόμενοι ήταν άφαντοι και ότι δεν απαντούσαν τις κλήσεις τους για ενημέρωση και επικοινωνία καταρρίπτεται με το τεκμήριο 12 επί της ένστασης. Οι καταχωρήσεις και τα μηνύματα που περιέχονται στο τεκμήριο 12 καταδεικνύουν ότι όποτε ο κ. Pugliese ήθελε να μιλήσει με υπάλληλο της εναγόμενης δεν υπήρχε πρόβλημα επικοινωνίας και ο υπάλληλος της εναγόμενης είχε ενημερώσει τον Pugliese για όλα τα σχετικά στο βαθμό που επιτρέπονταν στην εναγόμενη να τον ενημερώσει σε σχέση με την έρευνα υπό εξέλιξη. Σε μήνυμα ημερομηνίας 26 Απριλίου 2021 ο AAshay του ανέφερε ότι θα μπορούσε να μιλήσει και με τον Yair εάν το επιθυμούσε. Το τελευταίο μήνυμα ημερομηνίας 10 Μαΐου 2021, που είναι η ημερομηνία κατά την οποία έγινε γνωστό ότι θα γινόταν η επιβολή του προστίμου καταγράφεται η ακόλουθη αλληλογραφία ' good morning Aashay any news please? We really need to get an answer here' και ο Aashay του απάντησε ως ακολούθως 'My friend you will have to settle the difference. This is not ok.' Επομένως, ο κ. Pugliese γνώριζε για την υπό εξέλιξη έρευνα ήθελε να ενημερώνεται και ήταν ανήσυχος για την πορεία της έρευνας. Αυτή η συμπεριφορά δεν συνάδει με την θέση που προβλήθηκε στην αίτηση ότι προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την εταιρεία χωρίς καμία ανταπόκριση. Ούτε και ανταποκρίνεται στην αλήθεια η θέση των αιτητών ότι μετά την επιβολή του προστίμου και χωρίς καθυστέρηση διόρισαν δικηγόρους για να λάβουν μέτρα εναντίον της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση. Η υπόθεση Bouvier and another v Accent Delight International and another appeal [2016] 1 LRC 60, [2015] SGCA 45, αφορά υπόθεση που εκδόθηκε από Εφετείο της Σιγκαπούρης και καταγράφεται σε τόμους αποφάσεων της Κοινοπολιτείας. Περιέχει περιεκτική ανάλυση για τις κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την έκδοση παγκόσμιας εμβέλειας διατάγματος τύπου Mareva στην περίπτωση που ζητείται τέτοιο διάταγμα και ο αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι το θύμα απάτης και ενδείκνυται η έκδοση τέτοιου διατάγματος για να διασφαλιστεί η ικανότητα του ενάγοντα να εκτελέσει τυχόν απόφαση στην αγωγή. Ο Δικαστής επεξήγησε ότι στην περίπτωση που προβάλλονται ισχυρισμοί ότι έχει διεξαχθεί εις βάρους του ενάγοντα απάτη ακόμη και τότε δεν δικαιολογείται η έκδοση τέτοιου διατάγματος στην απουσία χειροπιαστών και επιτακτικών στοιχείων ότι υπάρχει κίνδυνος διασποράς περιουσιακών στοιχείων με κίνδυνο η όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος των αιτητών στα πλαίσια της αγωγής να παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι αρκετό κάποιος να συμπεραίνει την διασπορά εξαιτίας της φύσης της υπόθεσης πρέπει να δικαιολογείται από την μαρτυρία διότι αυτά τα διατάγματα προκαλούν αδυσώπητες επιπτώσεις στην ικανότητα μίας εταιρικής οντότητας να λειτουργεί. Το κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι θα πραγματοποιηθεί τέτοια διασπορά εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την υπόθεση και να κρίνει κατά πόσο η συγκεκριμένη φύση της εξαπάτησης που προβάλλεται δημιουργεί, εκ των πραγμάτων, την εντύπωση ότι θα ακολουθήσει διασπορά των περιουσιακών στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη ότι το μέτρο αυτό πρόκειται μόνο για ενδιάμεσο διάβημα στην διαδικασία. «In assessing whether the inference was warranted as a matter of fact, it would be appropriate for the court to segregate the two questions (ie whether there was a good arguable case on the merits of the plaintiff's claim and whether it had been shown that there was a real risk of dissipation) and answer them separately. Although the evidence relied on to answer the first question might be the same as that relied on for the second, once the inquiries were segregated, it would be clear that whether the evidence pertinent to the first stage of the inquiry was sufficient also for the second stage was an assessment that could not—and emphatically must not—be made mechanistically. In that context, if an allegation of dishonesty was all that was relied on, that allegation had to be such as to say enough about a real risk of dissipation in the circumstances. Accordingly an allegation of dishonesty did not in itself form a substitute for an examination of the degree of risk of dissipation unless that allegation was of a nature or characteristic that sufficiently bore upon the risk of dissipation.» Είναι λάθος το Δικαστήριο να θεωρήσει σε ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας ότι ισχυρισμοί που έχουν προβληθεί περί εξαπάτησης των αιτητών είναι αυταπόδεικτο συμπέρασμα που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις οφείλει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα ειδικά γεγονότα της υπόθεσης και να εξετάσει την συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση για να εκτιμήσει τον πραγματικό κίνδυνο της διασποράς των περιουσιακών στοιχείων. «I have to say that, if that has become the practice, then the practice should be reconsidered. It is appropriate in each case for the court to scrutinise with care whether what is alleged to have been the dishonesty of the person against whom the order is sought in itself really justifies the inference that that person has assets which he is likely to dissipate unless restricted.' (Our emphasis in italics and bold italics.) The English Court of Appeal also did not think it persuasive that Mr Tomlinson was resident in the Isle of Man or that Reyall was a Manx corporation. Peter Gibson LJ said that there was nothing to suggest any difficulty in enforcing English judgments in the Isle of Man. We note that the English Court of Appeal, in coming to its decision to set aside the Mareva injunction, did not appear to have cited or considered Grupo Torras. [79] Subsequent first-instance English decisions have cited Thane Investments with approval, for instance, Cherney v Neuman [2009] EWHC 1743 (Ch) and Irish Response Ltd v Direct Beauty Products Ltd [2011] EWHC 37 (QB). In both cases, the court refused to infer a real risk of dissipation even though there [2016] 1 LRC 60 at 87 was a good arguable case of dishonest conduct by the defendant. In the former, the defendant was alleged to have taken inconsistent positions in related proceedings in Spain (see Cherney v Neuman [2009] EWHC 1743 (Ch) (at [78]-[90])); in the latter, the defendant was alleged to have perjured himself before a Danish court in proceedings that had already concluded and that arose from a connected dispute (see Irish Response [2011] EWHC 37 (QB) (at [69]-[77])). [80] The third case that we consider is the English High Court decision of Patten J in Jarvis Field Press Ltd v Chelton [2003] EWHC 2674 (Ch). In that case, the plaintiff company ('Jarvis') sought the continuance of a Mareva injunction which it had previously obtained ex parte against the defendants, Mrs Chelton and Mr Long. Mrs Chelton was a director of Jarvis. Jarvis alleged that Mrs Chelton and Mr Long had made unauthorised and unlawful payments out of its assets over a period of two years. Mrs Chelton was also alleged to have caused Jarvis, through deception, to make a loan to a third company, CSM Group Ltd. Most of the loan moneys, however, were not paid to CSM Group Ltd, but were instead paid to Glenwise Ltd, a company owned wholly by Mrs Chelton. The documentary evidence and the particulars of claim against Mrs Chelton were said to disclose (Jarvis Field Press [2003] EWHC 2674 (Ch) (at [5])): '. [A] consistent and determined fraud on the part of Mrs Chelton and those associated with her, whereby significant sums of money were extracted from the claimant company in a devious and secret way, utilising in effect a secret account, with a total absence of disclosure to the board of the claimant company, or indeed to anybody else.' Jarvis asked the court to infer that there was a real risk of dissipation based on the alleged dishonest conduct on Mrs Chelton's part and the fact that the liquidator of CSM Group Ltd had recently commenced proceedings against Mrs Chelton: Jarvis Field Press [2003] EWHC 2674 (Ch) (at [8]). [81] Patten J cited the passage from Thane Investments quoted at para [78], above, but did not consider it at odds with the proposition that an allegation of dishonesty could in itself justify an inference of a real risk of dissipation (Jarvis Field Press [2003] EWHC 2674 (Ch) (at [10])): 'I have no difficulty in accepting the general principle, emphasised by Peter Gibson LJ, that a mere unfocused finding of dishonesty is not, in itself, sufficient to ground an application for a freezing order. It is necessary to have regard to the particular respondents to the application and to ask oneself whether, in the light of the dishonest conduct which is asserted against them, there is a real risk of dissipation. As Peter Gibson LJ made clear in the passage I have already quoted, the court has to scrutinise with care whether what is alleged to have been dishonesty justifies the inference. That is not, therefore, a judgment to the effect that a finding of dishonesty (or, in this case, an allegation of dishonesty) is insufficient to found the necessary inference. It is merely a welcome reminder that in order to draw that inference it is necessary to have regard to the particular allegations of dishonesty and to consider them with some care.' (Our emphasis in italics and bold italics.» Στην δική μας την περίπτωση η εναγόμενη είναι Κυπριακή εταιρεία και έχει καταθέσει πρόχειρους λογαριασμούς που αφορούν τα τελευταία δύο χρόνια λειτουργίας της εταιρείας που δείχνουν ότι υπήρχε σημαντική κερδοφορία της εταιρείας. Οι πρόχειροι λογαριασμοί δείχνουν ότι η εταιρεία έχει χρήματα στην τράπεζα ύψους €2.141.178, και σημαντική κερδοφορία. Οφείλει φόρους ύψους €270.562, στοιχείο απτό που υποδηλοί ότι η εταιρεία έχει δραστηριότητες και εισόδημα. Τα πιο πάνω στοιχεία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι εναγόμενοι έχουν καταθέσει το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό στο Δικαστήριο συνιστά ένα πλέγμα δεδομένων που αποδυναμώνει την θέση των αιτητών ότι η εναγόμενη πρόκειται για εταιρεία κέλυφος που έχει χρησιμοποιηθεί για την υφαρπαγή των χρημάτων της ενάγουσας
  4. Περαιτέρω, το ενδεχόμενο η ενάγουσα να συνιστά νομικό πρόσωπο κέλυφος απομακρύνεται και από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ως είχαν υποσχεθεί με βάση την γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών είχαν επεξεργασθεί συναλλαγές με πληρωμές μέσων των καρτών της mastercard. Δεν αμφισβητείται ότι η εναγόμενη συνεργάζεται με την mastercard και έτσι δεν μπορεί να ευσταθεί ότι δεν είναι οργανισμός που επεξεργάζεται πληρωμές μέσω του διαδικτύου για λογαριασμό των πελατών της. Ούτε και θα μπορούσε να έχει πελάτες και να τους κρατήσει ως πελάτες εάν δεν ήταν γνήσια και σοβαρή η επιχείρηση της. Θέμα της διασποράς των πόρων της εταιρείας με αποτέλεσμα καταστρατήγησης της πορείας της δικαιοσύνης είτε ιδωθεί μαζί με το ζήτημα της απάτης με την οποία έχω ασχοληθεί εκτενώς, πιο πάνω, ή ως ζήτημα κρινόμενο από μόνο του δεν αναδεικνύεται με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου. Έχουν δίκαιο οι εναγόμενοι ότι με το να δεσμεύεται τέτοιο μεγάλο ποσό χρημάτων για χρόνια για την ικανοποίηση των αιτητών στα πλαίσια της αγωγής στο μέλλον είναι παράλογο υπό τις περιστάσεις και ανατρέπει τις ισορροπίες. Δεν βλέπω τον λόγο γιατί πρέπει να κατακρατούνται τα χρήματα της εναγόμενης εφόσον οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι έχει διαπραχθεί απάτη. Ούτε και είναι δίκαιο η συνέχιση του διατάγματος εφόσον η έγερση αυτής της διαδικασίας εν τέλει αποδεικνύεται ότι έγινε καταχρηστικά επειδή οι ενάγοντες δεν ανέλαβαν προσωπικά την υποχρέωση να αποζημιώσουν τους εναγόμενους για τυχόν ζημιά κατά την έκδοση του διατάγματος. Περαιτέρω, καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να αποταθούν στο Δικαστήριο συμπεριφορά που είναι ασυνεπής με τον ισχυρισμό τους ότι ήταν θύματα εξαπάτησης. Το αρχικό διάταγμα αφορούσε την δέσμευση μεγάλου ποσού χρημάτων σε όλες τις τράπεζες που διατηρούσαν λογαριασμό οι εναγόμενοι. Ως μέτρο γενικό και αόριστο και ως παρέμβαση σε κάθε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν οι εναγόμενοι στην Κύπρο συνιστούσε μέτρο καταπίεσης του είδους που θα λύγιζε την αντίσταση των εναγόμενων και θα τους έκανε πιο διαλλακτικούς σε ένα συμβιβασμό εξαιτίας των προβλημάτων που θα τους δημιουργούσε το διάταγμα ως εταιρεία που επεξεργάζεται και αποδέχεται πληρωμές στο διαδίκτυο εκ μέρους των πελατών τους. Δεν είναι σωστός αυτός ο τρόπος χρήσης του διατάγματος Mareva που είναι ένα εξαιρετικό μέτρο δράσης, ήτοι να επηρεασθεί αρνητικά η επιχείρηση των εναγόμενων για να αναγκαστεί να ενδώσει στις απαιτήσεις των εναγόντων. Η αργοπορία των αιτητών να ερευνήσουν το πρόστιμο και να κάνουν σχετική καταγγελία στις αρμόδιες αρχές, συνηγορεί υπέρ του ότι δεν ανησυχούσαν στην πραγματικότητα ότι θα χάνονταν τα χρήματα τους και ότι αποτάθηκαν καταχρηστικά στο Δικαστήριο. Δεύτερο, το εύρος των απαιτούμενων διαταγμάτων που ζητούσαν είναι αδικαιολόγητο διότι θα κάλυπτε ακόμη και τις συναλλαγές των εναγόμενων με τους πελάτες τους που εάν οι ισχυρισμοί των αιτητών βασίζονταν στην αλήθεια η εναγόμενη δεν θα είχε λογικά πελάτες που τα χρήματα τους θα μπορούσαν να δεσμευθούν για τις ανάγκες της αγωγής. Τρίτο και τελευταίο είναι η νομιμότητα της συμπεριφοράς των εναγόμενων στα πλαίσια της διαδικασίας αφού πληροφορήθηκαν για την έκδοση του διατάγματος. Όλα τα πιο πάνω κλίνουν την πλάστιγγα του ισογείου της ευχέρειας προς ακύρωση του διατάγματος. Δεν θεωρώ ότι είναι ορθό η συνέχιση του διατάγματος. Ως εκ τούτου ακυρώνεται και η αίτηση των εναγόντων απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση- εναγόμενων και εναντίον των αιτητών-εναγόντων, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.