← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΙΡΙΠΙΤΣΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1721/18, 22/2/2022

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΙΡΙΠΙΤΣΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1721/18, 22/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κάρνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1721/18 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και- 1. XXXXX XXXXX ΠΙΡΙΠΙΤΣΗ (ΑΤ XXXXX02) 2. XXXXX ΠΙΡΙΠΙΤΣΗΣ (ΑΤ XXXXX19) 3. XXXXX ΠΙΡΙΠΙΤΣΗ (ΑΤ XXXXX92) Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση για παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας ερήμην Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγόμενους: κ. Γ. Αδαμίδης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΔΑΜΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κα Χ. Χατζηγεωργίου για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22/10/18 εκδόθηκε απόφαση στην ως άνω Αγωγή εναντίον των εναγόμενων - αιτητών, ερήμην τους, κατόπιν απόδειξης της αξίωσης της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, λόγω παράλειψης των εναγόμενων - αιτητών να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή. Όπως προκύπτει από τις Ένορκες Δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη κ. XXXXX Νεοφύτου, ημερομηνίας 3/7/18, οι οποίες βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο της υπόθεσης, το Κλητήριο Ένταλμα της ως άνω Αγωγής επιδόθηκε σε όλους τους εναγόμενους - αιτητές δια της παράδοσής αυτών στην αδερφή τους, XXXXX Πιριπίτση, στις 29/6/18, στη διεύθυνση XXXXX 12, Συνοικισμό XXXXX στο XXXXX. Σύμφωνα με τις εν λόγω Ένορκες Δηλώσεις του επιδότη, η κα XXXXX Πιριπίτση δήλωσε πως ήταν άτομο άνω των 16 ετών, αδελφή και συγκάτοικος των εναγόμενων - αιτητών. Δια της υπό κρίση αίτησης ημερομηνίας 20/7/20, οι εναγόμενοι - αιτητές (εφεξής: «οι αιτητές»), εξαιτούνται τον παραμερισμό της εναντίον τους ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Δ.17 θ.10 και Δ.48 θ.9(η) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, εμφαίνονται σε Ένορκη Δήλωση του αιτητή 1, ημερομηνίας 20/7/20, (εφεξής: «ΕΔ Πιριπίτση»), στην οποία ο ομνύων αναφέρει εν συντομία τα εξής: Είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές 2 και 3 να προβεί στη σχετική Ένορκη Δήλωση εκ μέρους τους και έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Ο ομνύων αναφέρει ότι 'πρόσφατα' πληροφορήθηκε από το δικηγόρο κ. Σταυρινό, αναφορικά με την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης ημερομηνίας 22/10/18 στην παρούσα Αγωγή και ακολούθως διενήργησε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης. Αποτελεί θέση του ομνύοντος ότι η XXXXX Πιριπίτση, η οποία φέρεται να παρέλαβε το Κλητήριο Ένταλμα της ως άνω Αγωγής εκ μέρους των αιτητών, δεν είναι συγκάτοικος των τελευταίων, καθότι οι αιτητές διαμένουν σε διαφορετικές διευθύνσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ΕΔ Πιριπίστη, η διεύθυνση της κατοικίας του αιτητή 1 είναι XXXXX 1, διαμέρισμα XXXXX, συνοικισμός XXXXX, XXXXX, Λευκωσία, 2052. Η διεύθυνση του αιτητή 2 είναι XXXXX 6, XXXXX, XXXXX, Λευκωσία και του αιτητή 3 είναι XXXXX 9, XXXXX, XXXXX, Λευκωσία. Περαιτέρω ο ομνύων ισχυρίζεται ότι το όνομα της αδερφής των αιτητών είναι XXXXX Καρή και προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 στην ΕΔ Πιριπίτση αντίγραφο της ταυτότητας του εν λόγω προσώπου. Επιπρόσθετα ο ομνύων αναφέρει ότι δεν υπάρχει υπογραφή επί των Κλητηρίων Ενταλμάτων που επέδωσε ο επιδότης, ως εσφαλμένα αναφέρεται στις σχετικές Ένορκες Δηλώσεις επίδοσης. Για τους πιο πάνω λόγους ο ομνύων υποστηρίζει ότι ουδέποτε έγινε νομότυπη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στους αιτητές, με αποτέλεσμα αυτοί να μην λάβουν γνώση της ως άνω Αγωγής και να μην καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Πέραν των ανωτέρω, ο ομνύων υποστηρίζει ότι οι αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση στην Αγωγή καθότι:
  2. i)Η καθ' ης η αίτηση δεν ενημέρωνε τους αιτητές 2 & 3 αναφορικά με κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων του αιτητή 1, στη βάση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 30/11/98, κατά παράβαση του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/03). (
  3. ii)Οι αιτητές δεν οφείλουν στην ενάγουσα το εξ αποφάσεως χρέος, καθότι το ποσό αυτό έχει προκύψει από παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις και τόκους και μη επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα. (iii) Η καθ' ης η αίτηση ουδέποτε απέστειλε στους αιτητές επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 30/11/98. Η καθ' ης η αίτηση αντέδρασε στην υπό κρίση αίτηση δια της καταχώρισης ειδοποίησης περί προθέσεως ένστασης, δια της οποίας ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι: - Η νομική της βάση είναι ελλιπής. - Η απόφαση ημερομηνίας 22/10/18 εκδόθηκε νομότυπα και δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για παραμερισμό αυτής. - Η Αγωγή επιδόθηκε στους αιτητές δεόντως και σε πλήρη συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. - Οι αιτητές επέδειξαν μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα Αγωγή και η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. - Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, η οποία ουδόλως δικαιολογείται. - Οι αιτητές απέτυχαν να δείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι σχετικοί ισχυρισμοί που προβάλλουν είναι αόριστοι, ασαφείς και ατεκμηρίωτοι. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθεται σε Ένορκη Δήλωση του κ. Μ. Στυλιανού, η οποία τη συνοδεύει, (εφεξής «ΕΔ Στυλιανού»), καθώς και στο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση ο ομνύων αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της καθ' ης η αίτηση και γνωρίζει τα γεγονότα τόσο προσωπικά, όσο και με βάση το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων της καθ' ης η αίτηση τους οποίους έχει στην κατοχή του. Ακολούθως ο ομνύων υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και έχοντας λάβει νομική συμβουλή επιχειρηματολογεί προς υποστήριξη αυτών. Ειδικότερα ο ομνύων υποστηρίζει ότι η Αγωγή επιδόθηκε ορθά και νομότυπα στην αδερφή των αιτητών, η οποία, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της ταυτότητάς της - Τεκμήριο 2 στην ΕΔ Πιριπίτση, ονομάζεται XXXXX και έχει πατρικό επίθετο 'Πιριπίτση'. Το πρόσωπο αυτό εντοπίστηκε στην τελευταία γνωστή στην καθ' ης η αίτηση διεύθυνση των αιτητών. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν γίνει δεκτή η θέση των αιτητών ότι δεν ήταν κατά το χρόνο της επίδοσης συγκάτοικοι με την αδερφή τους, αλλά διέμεναν στις διευθύνσεις που καταγράφονται στην ΕΔ Πιριπίτση και πάλι, σύμφωνα με τον ομνύοντα, η επίδοση που έγινε ήταν νομότυπη, καθότι το Κλητήριο Ένταλμα δόθηκε στην αδερφή των αιτητών, η οποία διέμενε στην ίδια πόλη και γεωγραφική περιφέρεια μαζί τους. Περαιτέρω, ο ομνύων υποστηρίζει ότι ουδεμία θετική και εύλογη μαρτυρία έχει προσκομιστεί από τους αιτητές, προς επιβεβαίωση των όσων ισχυρίζονται περί κακής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και ότι τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ΕΔ Πιριπίτση, δεν επιβεβαιώνουν σε καμία περίπτωση τους ισχυρισμούς των αιτητών. Επιπλέον ο ομνύων ισχυρίζεται, στην παράγραφο 20 της ένορκής του δήλωσης, ότι εξ όσων έχει πληροφορηθεί από συναδέλφους του στην καθ' ης η αίτηση, αλλά και βάσει των όσων γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά, οι αιτητές ήταν ενήμεροι για την έκδοση της απόφαση 22/10/18, πολύ πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αλλά αδιαφόρησαν πλήρως. Συγκεκριμένα, ο ομνύων υποστηρίζει ότι οι αιτητές συναντήθηκαν με αρμόδιους λειτουργούς της καθ' ης η αίτηση στα γραφεία της, στις 1/11/19, προκειμένου να συζητήσουν σχετικά με την οφειλή τους. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης, οι αιτητές ήταν καθ' όλα ενήμεροι για τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 22/10/18. Ο ομνύων επισυνάπτει σχετικώς ως Τεκμήριο 2 στην ΕΔ Στυλιανού, πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 1/11/19 από τα οποία, ως ισχυρίζεται, προκύπτει ότι ο αιτητής 1 ήταν καθ' όλα ενήμερος για τα χρέη του και προσπαθούσε να εξεύρει συμβιβαστική λύση, προτείνοντας στην καθ' ης η αίτηση την αναχρηματοδότηση, κάτι που του εξηγήθηκε ότι δεν μπορούσε να γίνει. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ομνύοντα οι αιτητές ουδεμία εξήγηση έδωσαν ως προς την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η συμπεριφορά τους είναι περιφρονητική και κακόπιστη προς το Δικαστήριο. Τέλος, ο ομνύων υποστηρίζει ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ΕΔ Πιριπίτση είναι γενικόλογοι, παντελώς ατεκμηρίωτοι και δεν αποκαλύπτουν επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό υπεράσπισης. Καμία θετική μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί που να καταδεικνύει τα όσα οι αιτητές ισχυρίζονται περί δήθεν υπερχρεώσεων και παράνομων χρεώσεων τόκων στο σχετικό λογαριασμό. Ακρόαση της Αίτησης Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στη βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Υποδεικνύεται εν παρόδω, με αναφορά στο σαφές λεκτικό της Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι οποτεδήποτε υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων σε διαδικασία αίτησης με κλήση, τα αμφισβητούμενα γεγονότα αποδεικνύονται από το διάδικο που φέρει το αποδεικτικό βάρος. Η δε παράλειψη των διαδίκων να υποβάλουν σε αντεξέταση τα πρόσωπα τα οποία είχαν προβεί σε ένορκες δηλώσεις, σύμφωνα με τη Δ39 Κ1, δεν απαλλάττει το διάδικο που φέρει το βάρος απόδειξης, από την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα τα οποία αμφισβητούνται στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τη στηρίζουν (βλ. Krashias Shoe Factory Ltd v Adidas AS Sportschuhfabriken

(1989)1E Α.Α.Δ. 750), Vuitton v Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ.1453, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω δεόντως μελετήσει και λαμβάνω υπόψιν, αλλά δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Απαιτείται, εν πρώτοις, αναφορά στο νομικό πλαίσιο και τις βασικές νομολογιακές αρχές, υπό το πρίσμα των οποίων, θα εξεταστούν τα υπό κρίση ζητήματα από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τη Διάταξη 17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας ερείδεται, μεταξύ άλλων, η υπό κρίση αίτηση: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. » Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην εναγομένου, λόγω της παράλειψης του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, οι παράμετροι άσκησης της οποίας έχουν αναλυθεί εις βάθος και με σαφήνεια, σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Jurgen κ.ά. v Σταυρινού Πολ. Έφ. 80/14, 1/6/2020, Kοσταντιάν v Βασιλείου Πολ. Έφ. 168/13, 25/2/20, Γεωργίου Περικλής και Άλλη ν. Nίκου Xριστοδούλου
(2011)1 Α.Α.Δ 561, Iason Travel & Tours Ltd n. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.402, Νεμίτσας v Salwa Chaparian Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 284/2008, 10/5/2011, Nsm Democars Ltd κ.ά. v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 121/10, 14/10/15, Ανδρέας Γιάγκου v. Λουκίας Φωτίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009, 24/01/2014, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Κυριακή Τσεσμέλογλου v Σοφοκλή Σοφοκλέους Πολιτική Έφ.205/2010, 15/01/2013, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) [1993] 1 ΑΑΔ 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ [1997] 1(Α) ΑΑΔ 28, Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) A.A.Δ 678, Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Clair Morris v Saratoga Swimming Pools Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2009,10/04/2012). Διαχρονικά η νομολογία επιτάσσει πως η εξουσία παραμερισμού ερήμην απόφασης ασκείται σε δύο διακριτές περιπτώσεις: (α) Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται από το Δικαστήριο ex debito justitiae, ήτοι δικαιωματικά και χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας και (β) Όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του στη διαδικασία. Σταθερή γραμμή της νομολογίας επιβεβαιώνει πως σε περίπτωση λήψης ερήμην απόφασης, χωρίς η Αγωγή να είχε επιδοθεί νομότυπα, η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae ήτοι ως οφειλόμενο χρέος προς τη Δικαιοσύνη και χωρίς την επιβολή οποιουδήποτε όρου σχετικά με τα έξοδα της αίτησης. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παράγραφος 559 αναφέρονται, επί του θέματος, τα εξής: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than in due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defence on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order. » Άκρως διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ηλία Μανώλη v. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Πολ.Έφ.413/11, ημερομηνίας 3/2/2017: «Η προαναφερθείσα κυπριακή νομολογία υιοθέτησε την αντίληψη του αγγλικού δικαίου πως κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Έτι περαιτέρω μάλιστα, η νομολογία μας προσέδωσε στο ζήτημα τη συνταγματική διάσταση που προκύπτει από το Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, υποδεικνύοντας ότι η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητά του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπισή του.» Στις περιπτώσεις όπου δεν διαπιστώνεται ζήτημα άκυρης και/ή αντικανονικής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου, είναι η εξισορρόπηση δύο παραγόντων θεμελιωδών για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης: Αφενός, της ανάγκης για αποτελεσματική διασφάλιση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου, της ανάγκης για διασφάλιση της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία, ενώ καταλυτική σημασία ως προς την τύχη αίτησης για παραμερισμό απόφασης ενέχει σε κάθε περίπτωση και η διαγωγή και η συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Διαφωτιστικό επί του προκειμένου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την κλασσική υπόθεση Fylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, σε ελληνική μετάφραση, όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Οι προϋποθέσεις για επιτυχία αίτησης για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε νομότυπα είναι δύο και θα πρέπει να στοιχειοθετούνται σωρευτικά (βλ. Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080, Jurgen κ.α. v Σταυρινού Πολ. Έφ. 80/14, 1/6/2020). Αφ' ενός, θα πρέπει οι αιτητές μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση ('prima facie defence') στην Αγωγή και αφετέρου, να προβάλουν σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης εναντίον τους. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την απόδειξη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, αυτή συνιστά τον «πρωταρχικό» ή «κυρίαρχο» παράγοντα που λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ανδρέας Γιάγκου v. Λουκίας Φωτίου ανωτέρω). Δεν απαιτείται, ασφαλώς, σε αυτό το στάδιο, η απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή η θεμελίωση της υπεράσπισης ωσάν να διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κωνσταντινίδη ν. Hissin (ανωτέρω) «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση». Με άλλα λόγια, πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια 'καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση' ('bona fide arguable case'). Η προβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών ή η παράθεση από πλευράς αιτητή μιας απλής εξήγησης ή μιας διαφορετικής εκδοχής γεγονότων από εκείνη που προβάλλεται στην Αγωγή, δεν επαρκούν για τη θεμελίωση του κριτηρίου της καλόπιστης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ.26). Οι αιτητές οφείλουν να προβάλουν την οποιαδήποτε υπεράσπισή τους κατά τρόπο σαφή, εξειδικευμένο και πειστικό. Όπως λέχθηκε σχετικά στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.». Παρομοίως, στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, (στη σελίδα 799) το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ευκρινώς πως: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Σύμφωνα με πάγια επί του θέματος νομολογία, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται η ύπαρξη καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώνεται ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης (βλ. Jurgen κ.ά. v Σταυρινού Πολ. Έφ. 80/14, 1/6/2020, Kοσταντιάν v Βασιλείου Πολ. Έφ. 168/13, 25/2/20, FPP Fish Processing Ltd v Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 A.A.Δ 2054). Δηλαδή εκεί όπου διαπιστώνεται πως η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα έχει καθυστερήσει ή ανεξήγητα έχει παραλείψει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που αναμφιβόλως συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή λόγο αποτυχίας της αίτησης (Clair Morris v Saratoga Swimming Pools Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2009,10/04/2012, Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1A A.A.Δ. 678, Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ 893). Περαιτέρω, απόλυτα σχετικός παράγοντας είναι και ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, όπως επίσης και κάθε άλλη αιτιολογία που δίδεται από τον αιτητή ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε εξ' αρχής να προχωρήσει ερήμην του, χωρίς την καταχώριση εμφάνισης. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, (σελίδα 947) τονίστηκε πως: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή». Ομοίως στην υπόθεση Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800 τονίστηκε μετ' επιτάσεως πως: «Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου». Κρίση Δικαστηρίου Υπό το φως των ανωτέρω νομολογιακών αρχών, προχωρώ στην εξέταση των προβαλλόμενων ενώπιον μου θέσεων και επιχειρηματολογίας. Ισχυρισμός περί κακής επίδοσης Θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα ο ισχυρισμός των αιτητών ότι ουδέποτε τους επιδόθηκε δεόντως το Κλητήριο Ένταλμα της ως άνω Αγωγής, ώστε να λάβουν γνώση αυτής εγκαίρως και να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία, σε περίπτωση που ο εν λόγω ισχυρισμός πετύχει, η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae, χωρίς να απαιτείται η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων παραγόντων. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις Ένορκες Δηλώσεις του επιδότη που βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο της υπόθεσης και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1-3 στις 24/9/18, το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στους αιτητές, δια της άφεσης αυτού στην αδελφή τους, XXXXX Πιριπίτση, στη διεύθυνση XXXXX 12 συνοικισμό XXXXX στο XXXXX, Λευκωσία, Τ.Κ. XXXXX, έναντι της υπογραφής της. Παρατηρώ ότι στο Κλητήριο Ένταλμα που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση επίδοσης στον αιτητή 3, υπάρχει ολογράφως στο πάνω μέρος αυτού, το όνομα «XXXXX». Το πρόσωπο αυτό, φέρεται να δήλωσε στον επιδότη ότι ήταν αδελφή των αιτητών, ηλικίας άνω των 16 ετών και συγκάτοικος αυτών. Σημειώνεται ότι δεν υποστηρίχθηκε από τους αιτητές, δια της ΕΔ Πιριπίτση, ότι ο επιδότης ψευδώς ορκίστηκε ως προς τα όσα του ανέφερε η Ιωάννα Πιριπίτση και περιγράφονται ανωτέρω. Οι αιτητές δια της ΕΔ Πιριπίτση αναφέρουν ότι το επίθετο της αδερφής τους είναι Καρή, χωρίς να διευκρινίζουν όμως κατά πόσο αρνούνται ότι το πατρικό επίθετο της αδερφής τους είναι το ίδιο με το δικό τους, δηλαδή Πιριπίτση. Εν πάση περιπτώσει, από το αντίγραφο της ταυτότητας της αδερφής των αιτητών, το οποίο επισυνάπτεται στην ΕΔ Πιριπίτση ως Τεκμήριο 2, προκύπτει ξεκάθαρα ότι το πατρικό της επίθετο είναι 'Πιριπίτση' και ότι κατά το χρόνο της επίδοσης ήταν ενήλικη (έχει ημερομηνία γέννησης 4/3/62). Σημειώνεται επίσης ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από τους αιτητές ότι η αδερφή τους διαμένει στη διεύθυνση στην οποία επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, η οποία καταγράφεται στις Ένορκες Δηλώσεις του επιδότη. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η XXXXX Πιριπίτση δεν παρέλαβε τα Κλητήρια Εντάλματα κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρει ο επιδότης. Επομένως, αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι αιτητές έχουν πείσει το Δικαστήριο δια της ΕΔ Πιριπίτση ότι δεν ήταν κατά το χρόνο της επίδοσης συγκάτοικοι με την αδερφή τους στην πιο πάνω διεύθυνση. Παρατηρώ ότι στην ΕΔ Πιριπίτση αναφέρεται μόνο ότι οι διευθύνσεις διαμονής των αιτητών είναι διαφορετικές από τη διεύθυνση της XXXXX Πιριπίτση και περιγράφονται οι διευθύνσεις αυτές. Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν παρουσιάστηκε όμως από τους αιτητές προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού. Κατά την κρίση μου οι αιτητές θα μπορούσαν κάλλιστα να προσκομίσουν κάποια αποδεικτικά στοιχεία ως προς τις διευθύνσεις στις οποίες ισχυρίζονται ότι διέμεναν κατά το χρόνο της επίδοσης, αλλά παρέλειψαν να το πράξουν. Θα μπορούσαν για παράδειγμα να προσκομίσουν λογαριασμούς κοινής ωφελείας, στους οποίους να καταγράφεται η διεύθυνση διαμονής τους. Ελλείψει προσκόμισης οποιοδήποτε αποδεικτικών στοιχείων, έχω την άποψη ότι η θέση των αιτητών ότι δεν διέμεναν μαζί με την αδερφή τους κατά το χρόνο της επίδοσης παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη, χωρίς καμία δικαιολογία και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ανεξαρτήτως της ανωτέρω κατάληξης, παρατηρώ ότι τουλάχιστον αναφορικά με τους αιτητές 1 και 3, αυτοί ισχυρίζονται ότι διαμένουν στο Στρόβολο, στον ίδιο δηλαδή Δήμο και συνεπώς περιοχή με την αδερφή τους και επομένως ακόμη και αν η θέση τους αυτή γινόταν αποδεκτή και πάλι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος θα θεωρούνταν καλή και νομότυπη, στη βάση της Δ.5 θ.2
(1)(
  1. i)των Θεσμών Πολιτική Δικονομίας η οποία προνοεί ότι: «The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left -
  2. i)With any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof.» Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι οι αιτητές δεν ισχυρίστηκαν δια της ΕΔ Πιριπίτση ότι δεν είχαν επικοινωνία με την αδελφή τους κατά το χρόνο της επίδοσης ή ότι αυτή παρέλειψε να τους ενημερώσει για την παραλαβή των Κλητηρίων Ενταλμάτων εκ μέρους τους. Το μόνο που αναφέρεται κατά τρόπο γενικό στην παράγραφο 9 της ΕΔ Πιριπίτση είναι ότι «ουδέποτε έγινε επίδοση και/ή νομότυπη επίδοση στους αιτητές με αποτέλεσμα να μην καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης». Δεδομένης της κατάληξής μου ότι οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν ότι δεν τους επιδόθηκε δεόντως το Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής, θα πρέπει ακολούθως να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον οι αιτητές έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή και δεύτερον, κατά πόσον υπάρχει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση τόσο για την παράλειψη των αιτητών να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή, όσο και για τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μεταξύ της έκδοσης της προσβληθείσας απόφασης και της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης. Σε ότι αφορά το πρώτο ερώτημα, σημειώνω ότι κατά την κρίση μου οι αιτητές παρέλειψαν να προσκομίσουν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία που να θεμελιώνει την ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην Αγωγή. Τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 10 της ΕΔ Πιριπίτση, έχουν τεθεί κατά τρόπο πολύ γενικό και αόριστο και δεν υποστηρίζονται, ούτε στοιχειωδώς, από κάποια αποδεικτικά στοιχεία. Ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank ανωτέρω: «αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις.» Τέλος, σε ότι αφορά το ερώτημα κατά πόσον οι αιτητές έχουν δικαιολογήσει την παράλειψή τους να εμφανιστούν στη διαδικασία και περαιτέρω τη μεγάλη καθυστέρηση που επέδειξαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Οι αιτητές δεν έχουν καν ισχυριστεί, μέσω της ΕΔ Πιριπίτση, ότι η αδελφή τους παρέλειψε να τους ενημερώσει για την παραλαβή εκ μέρους τους του Κλητηρίου Εντάλματος της ως άνω Αγωγής. Ούτε διευκρινίζουν πότε, χρονικά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ενημερώθηκαν για την έκδοση της απόφασης εναντίον τους, ημερομηνίας 22/10/18. Σε ότι δε αφορά τον αιτητή 1, αυτός, σύμφωνα με την ΕΔ Στυλιανού, φαίνεται να ήταν καθ' όλα ενήμερος για την εις βάρος του εκδοθείσα απόφαση, ημερομηνίας 22/10/18, τουλάχιστον από την 1/11/19 εφόσον κατ' εκείνη την ημερομηνία, παρευρέθηκε σε συνάντηση με αρμόδιους λειτουργούς της καθ' ης η αίτηση, στα πλαίσια προσπάθειας που έκανε για διευθέτηση των οφειλών του προς την καθ' ης η αίτηση (βλ. Τεκμήριο 2 ΕΔ Στυλιανού). Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Α. Κάρνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.