← Κύπρος

Ιωάννου κ.α. ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMTED, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 330/2021, 4/2/2022

Ιωάννου κ.α. ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMTED, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 330/2021, 4/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 330/2021 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχής, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις αυτών. Μεταξύ:

  1. XXXXX Ιωάννου
  2. XXXXX Σάββα Αιτητές/Εφεσείοντες και THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMTED Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 4η Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές/εφεσείοντες: κ. Παναγιώτης Αγαθοκλέους Για τους καθ' ων η αίτηση/εφεσίβλητους: κ. Ιωάννης Κολιαντρής -------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση είναι η προβλεπόμενη στο νόμο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων, Ν. 9/1965 (στη συνέχεια ο νόμος), γνωστή και ως Έφεση και εδράζεται στο άρθρο 44Γ

(3). Ό,τι επιδιώκεται με αυτήν είναι η ακύρωση του επικείμενου πλειστηριασμού του ακινήτου των αιτητών/εφεσειόντων (στη συνέχεια οι εφεσείοντες). Οι ακριβείς θεραπείες που επιζητούνται είναι οι ακόλουθες: «Α. Διάταγμα του δικαστηρίου που με το οποίο να ακυρώνεται ή/και να παραμερίζονται οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 02/08/2021 ή/και Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τον σκοπούμενο με την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» πλειστηριασμό του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/XXXXX, Φ/Σχ. 30/19Ε2, Τεμ. XXXXX, Κάτω Δευτερά, Λευκωσία, ο οποίος έχει προγραμματισθεί να πραγματοποιηθεί στην ιστοσελίδα www.eauction-cy.com την 04/02/2022 και ώρα 10:00 π.μ., ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 02/08/2021 ή/και Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η διαδικασία που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του περί Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965), ως αυτός έχει τροποποιηθεί ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της ως άνω αναφερόμενης Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 02/08/2021.». Οι δε λόγοι έφεσης, οκτώ τον αριθμό, πλήττουν τόσο την υπό κρίση ειδοποίηση τύπου ΙΑ, όσο και τις προγενέστερες, ήτοι τις ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι. Τα αναφερόμενα στους λόγους έφεσης άπτονται της επίδοσης των εν λόγω ειδοποιήσεων και ισχυρίζονται πως δεν επιδόθηκαν δεόντως και/ή νομότυπα (1ος λόγος έφεσης). ότι η ειδοποίηση τύπου ΙΑ είναι άκυρη και/ή παράτυπη καθότι η προηγηθείσα ειδοποίηση τύπου Ι είναι παράνομη και/ή παράτυπη και/ή παραβιάζει τις διατάξεις του νόμου (2ος λόγος έφεσης). ότι σφάλμα που άπτεται της ειδοποίησης τύπου Θ, εν προκειμένω ότι ουδέποτε στάληκε τέτοια, επιδρά στην όλη διαδικασία και καθιστά την ειδοποίηση τύπου ΙΑ άκυρη και/ή παράτυπη (3ος λόγος έφεσης). ότι η ειδοποίηση τύπου ΙΑ στάληκε και/ή επιδόθηκε πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή του ποσού στον ενυπόθηκο δανειστή (4ος λόγος έφεσης). ότι οι προγενέστερες ειδοποιήσεις του τύπου ΙΑ δεν πληρούν τις προϋποθέσεις σε σχέση με το περιεχόμενο (5ος λόγος έφεσης). ότι κατά ανάλογο τρόπο και η ειδοποίηση τύπου ΙΑ δεν πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις (6ος λόγος έφεσης). ότι το σύνολο των ειδοποιήσεων, τύπος Θ, Ι και ΙΑ, στάληκαν σε χρόνο κατά τον οποίο οι προθεσμίες και/ή οι διαδικασίες πλειστηριασμού βρίσκονταν υπό αναστολή (7ος λόγος έφεσης). και τέλος, σε συνάφεια με τον 7ο λόγο έφεσης, ότι οι προθεσμίες που τίθενται από το νόμο για αποστολή των απαραίτητων ειδοποιήσεων δεν έχουν τηρηθεί αφού προσμετρήθηκε χρόνος κατά τον οποίο οι προθεσμίες βρίσκονταν υπό αναστολή (8ος λόγος έφεσης). Σκόπιμο κρίνεται πριν οτιδήποτε άλλο να παρατεθούν και οι λόγοι ένστασης που φαίνονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης ένστασης που καταχωρίστηκε από τους εφεσίβλητους, ώστε να διευκολυνθεί η αντιπαραβολή τούτων με τους λόγους έφεσης. Σημειώνεται λοιπόν ότι στην ένσταση που καταχωρίστηκε προτάσσονται οι ακόλουθοι λόγοι: «1) Η Αίτηση ημερ. 21/10/2021 είναι λανθασμένη και/ή ανεδαφική και/ή δεν στηρίζεται σε ορθή και/ή επαρκή νομική βάση. 2) Η Ένορκη Δήλωση του Αιτητή-XXXXX Ιωάννου, η οποία συνοδεύει την αίτηση ημερ. 21/10/2021 είναι παράτυπη και αντίθετη προς τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή τη σχετική νομολογία. 3) Καμία από τις προϋποθέσεις δεν φαίνεται να πληρείται σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965) όπως τροποποιήθηκε, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4) Ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν.9/1965) όπως τροποποιήθηκε καθορίζει συγκεκριμένες χρονικές προθεσμίες που πρέπει να ακολουθούνται και καμία πρόνοια δεν υπάρχει στο Νόμο, που να επιτρέπει την παράταση των προθεσμιών αυτών και/ή χωρίς να δοθεί η δέουσα εξήγηση. 5) Η Αίτηση ημερ. 21/10/2021 έχει καταχωρηθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας καταχώρησης της Αίτησης-Έφεσης στην Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» που προβλέπεται από τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) όπως έχει τροποποιηθεί, ήτοι μετά από τις 18/10/2021 και χωρίς να εξηγείται η καθυστέρηση αυτή. 6) Ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) όπως τροποποιήθηκε προβλέπει ως μοναδικό ένδικο μέσο για την ακύρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού την καταχώρηση, εντός της καθορισμένης προθεσμίας, Αίτησης-Έφεσης για την ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Οι προϋποθέσεις ακύρωσης προβλέπονται συγκεκριμένα στο άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου, και δεν φαίνεται να πληρούνται στην παρούσα υπόθεσης. 7) Όλες οι σχετικές με τη διαδικασία Ειδοποιήσεις στάλθηκαν και/ή επιδόθηκαν δεόντως στους Αιτητές και/ή σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και/ή τηρουμένων οποιοδήποτε προθεσμιών αναστολής και ήταν σε γνώση των Αιτητών η διαδικασία εκποίησης από την έναρξη της. 8) Ενόψει του ότι καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία δεν φαίνεται να πληρείται για την ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», επιδιώκεται η παράταση του χρόνου για καταχώρηση μιας Αίτησης-Έφεσης η οποία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη να αποτύχει. 9) Η Αίτηση ημερ. 21/10/2021 θα πρέπει να απορριφθεί γιατί τυχόν έγκριση της θα έχει ως αποτέλεσμα να αποστερηθούν και/ή παραβιαστούν τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση. 10) Η Αίτηση ημερ. 21/10/2021 θα πρέπει να απορριφθεί γιατί τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την υπονόμευση της απονομής της δικαιοσύνης. 11) Η Αίτηση ημερ. 21/10/2021 καταχωρείται από τους Αιτητές καταχρηστικά και κακόπιστα με μόνο σκοπό να καθυστερήσουν τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου. 12) Τυχόν έγκριση της Αίτησης ημερ. 21/10/2021, λαμβάνοντας υπόψη και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θα κατέληγε σε καταστρατήγηση της προβλεπόμενης από τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), ως τροποποιήθηκε, διαδικασίας αλλά και του σκοπού του νομοθέτη σε σχέση με τον Τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014 και σε σχέση με τον Περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2015.». Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε το εξής μαρτυρικό υλικό. αφενός η αίτηση συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 1 (στη συνέχεια ο εφεσείων), αφετέρου η ένσταση επίσης υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση, εν προκειμένω λειτουργού των εφεσιβλήτων ονόματι XXXXX Αδαμίδης (στη συνέχεια ο λειτουργός). Μετά την καταχώριση της ένστασης η πλευρά των εφεσειόντων αντέδρασε αιτούμενη καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Καίτοι οι εφεσίβλητοι ενίσταντο στο αίτημα, κατόπιν ενδιάμεσης ακροαματικής διαδικασίας αποφασίστηκε η έγκριση τούτου. Αρμόζει να σημειωθεί πως το αίτημα των εφεσειόντων για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπό είχε να αντικρούσει δύο πραγματικά ζητήματα που τέθηκαν με την ένσταση. Το πρώτο σε σχέση με την αποστολή των προηγούμενων ειδοποιήσεων (τύπος Θ και Ι) και την αντίδραση ή μη από μέρους των εφεσειόντων και το άλλο αναφορικά με τον χρόνο επίδοσης των υπό κρίση ειδοποιήσεων, τύπος ΙΑ και ΙΒ. Περιπλέον, με την προμνησθείσα ενδιάμεση διαδικασία εκδόθηκε και διάταγμα αντεξέτασης του ιδιώτη επιδότη για τον χρόνο επίδοσης των ειδοποιήσεων που εδώ απασχολούν. Ως εκ των ανωτέρω πέραν των ενόρκων δηλώσεων στην αίτηση και στην ένσταση αντίστοιχα, το μαρτυρικό υλικό συμπληρώνει η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εφεσείοντα και η δια ζώσης μαρτυρία του επιδότη. Είμαι της γνώμης πως η απόφαση εξυπηρετείται και η κατανόηση των επίδικων θεμάτων διευκολύνεται με ενιαία παράθεση όλων των ανωτέρω και απευθείας αντιπαραβολή των αντίθετων θέσεων. Ως εκ τούτου αυτή είναι η διαδικασία η οποία θα ακολουθηθεί. Δεν κρίνεται σκόπιμο να συνοψισθεί το σύνολο του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων του εφεσείοντα και του λειτουργού. Άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος τούτων δεν είναι τίποτα άλλο παρά επανάληψη των λόγων έφεσης και ένστασης αντίστοιχα. Με δεδομένο λοιπόν ότι αυτοί οι λόγοι έχουν ήδη παρατεθεί, ικανοποιείται η πληροφόρηση του κοινού. Τώρα, ο εφεσείων εξηγεί την ιδιότητά του, δηλαδή ότι είναι ο εφεσείων στην υπό κρίση περίπτωση και περιπλέον, ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την εφεσείουσα 2, η οποία είναι η σύζυγός του, να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Δηλώνει περαιτέρω ότι είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/XXXX, Φ/Σχ. 30/19Ε2, Τεμ. XXXXX, Κάτω Δευτερά στη Λευκωσία, το οποίο υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δυνάμει συμφωνιών υποθήκης ημερομηνίας 29/06/2007 και 07/12/2009 αντίστοιχα. Ο αντίστοιχος αριθμός τούτων των υποθηκών είναι XXXXX/07 και XXXXX/09. Το δε τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα είναι το έγγραφο Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου για κάθε μία εκ των δύο υποθηκών. Ευθύς σημειώνεται πως η περιγραφή, η ιδιοκτησία και τα έγγραφα υποθήκευσης του περί ου ο λόγος ακινήτου, είναι παραδεκτά από τους εφεσίβλητους και σχετική είναι η παράγραφος 5 της ενόρκου δηλώσεως του λειτουργού. Ως εκ τούτου αυτό λαμβάνεται ως γεγονός. Είναι περαιτέρω η θέση του εφεσείοντα πως καθ' oν χρόνο βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων, οι εφεσίβλητοι προχώρησαν με τη διαδικασία που προβλέπεται στο μέρος VIA του νόμου. Εν κατακλείδι, ο εφεσείων υποστήριξε πως την 08/09/2021 κάποιος ιδιώτης επιδότης, του οποίου το όνομα δεν γνωρίζει, τον επισκέφθηκε στην οικία του, δηλαδή στο ενυπόθηκο ακίνητο και του επέδωσε την ειδοποίηση τύπος ΙΑ και ΙΒ, τόσο για τον ίδιο όσο και για τη σύζυγό του, εφεσείουσα 2. Οι ειδοποιήσεις που του επέδωσε είναι το τεκμήριο 2. Γι' αυτόν ακριβώς τον τελευταίο ισχυρισμό του εφεσείοντα ο λειτουργός των εφεσιβλήτων υποστήριξε πως δεν ευσταθεί και ότι οι ειδοποιήσεις τύπος ΙΑ και ΙΒ επιδόθηκαν στους εφεσείοντες στις 03/09/2021. Προς απόδειξη τούτου προσκόμισε και αντίγραφο της ενόρκου δηλώσεως της επίδοσης των σχετικών ειδοποιήσεων, το οποίο είναι το τεκμήριο 4 στην ένσταση. Κατάληξη εν προκειμένω του λειτουργού των εφεσιβλήτων είναι πως η υπό κρίση έφεση, η οποία καταχωρίστηκε την 21/10/2021, είναι εκπρόθεσμη, εφόσον οι 45 ημέρες που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ
(3)του νόμου για υποβολή της έφεσης, εξέπνευσαν την 18/10/2021, δηλαδή πριν την καταχώριση τούτης. Προτού συνοψισθεί καθετί άλλο που υποστήριξε ο λειτουργός, σκόπιμο κρίνεται να παρεμβληθεί ο επί του προκειμένου σχετικός συμπληρωματικός ισχυρισμός του εφεσείοντα, ως επίσης η μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη. Έχουμε και λέμε. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο εφεσείων υποστήριξε πως η ένορκη δήλωση του επιδότη, δηλαδή το τεκμήριο 4 στην ένσταση, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η επίδοση διενεργήθηκε την 08/09/2021 και συγκεκριμένα περί τις 19:30 με 20:00, στην οικία του στην οδό Ομονοίας 1, πρόσθεσε ότι την ίδια ημερομηνία (08/09/2021) και αφότου έλαβε τα έγγραφα, τα απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο συνήγορό του, με την ερώτηση τι μέλλει γενέσθαι. Η σχετική αλληλογραφία είναι το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Περιπλέον, υποστήριξε πως θυμάται καλά ότι η σύζυγός του δέχθηκε κλήση από τον αριθμό XXXXX57 ο οποίος της ήταν άγνωστος και γι' αυτό του ζήτησε να επιστρέψει το τηλεφώνημα. Όταν έπραξε τούτο διαπίστωσε πως ήτο ένας επιδότης ο οποίος του ανέφερε ότι θα ερχόταν περίπου σε μισή ώρα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του αυτό έγινε μεταξύ των ωρών που πιο πάνω αναφέρθηκαν, την 08/09/
  1. Στη συνέχεια διαπίστωσε πως ο εν λόγω αριθμός τηλεφώνου ανήκει στον ιδιώτη επιδότη XXXXX Ιωάννου, γεγονός που προκύπτει από τον ονομαστικό κατάλογο ιδιωτών επιδοτών Λευκωσίας, ο οποίος επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σημειώνεται εδώ πως ο εν λόγω επιδότης δέχεται ότι αυτός είναι ο δικός του αριθμός τηλεφώνου, συνεπώς και αυτό καθίσταται διαπίστωση του Δικαστηρίου. Πέραν των ανωτέρω ο εφεσείων προσκόμισε και σχετική κατάσταση εξερχόμενων κλήσεων που εξασφάλισε από τον πάροχο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, η οποία δεικνύει ότι την 08/09/2021 και ώρα 18:59:31 είχε επικοινωνία με τον αριθμό τηλεφώνου XXXXX
  2. Η σχετική κατάσταση εξερχόμενων κλήσεων είναι το τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εφεσείοντα. Περαιτέρω ο εφεσείων υποστήριξε ότι επιχείρησε να λάβει και κατάσταση εισερχόμενων κλήσεων, εντούτοις ο πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών του ανέφερε πως αυτό είναι εφικτό μόνο κατόπιν δικαστικού διατάγματος (βλ. τεκμήριο 4 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Καταλήγει συνεπώς ότι βάσει των ανωτέρω αδύνατο είναι να έχει πραγματοποιηθεί η συνομιλία στις 08/09/2021 και η επίδοση να έχει γίνει στις 03/09/
  3. Ως εκ τούτου είναι η θέση του πως ο επιδότης ψευδώς ορκίστηκε στο τεκμήριο 4 στην ένσταση ότι η επίδοση διενεργήθηκε την 03/09/
  4. Ο επιδότης δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο συνομίλησε με τον εφεσείοντα στις 08/09/
  5. Ερωτώμενος κατά πόσο γνωρίζει τον εφεσείοντα, απάντησε ότι τον γνωρίζει από την επίδοση των ειδοποιήσεων που διενήργησε την 03/09/
  6. Αρνήθηκε ότι του επέδωσε το βράδυ της 08/09/2021 και υπέδειξε πως αν είχε επιδώσει τις σχετικές ειδοποιήσεις το βράδυ της 08/09/2021, αδύνατο θα ήταν να προβεί στην ένορκη δήλωση ενώπιον του πρωτοκολλητείου την ίδια ημερομηνία. Ερωτήθηκε περαιτέρω σε σχέση με την υπογραφή των ειδοποιήσεων και συγκεκριμένα γιατί δεν έθεσε τέτοια επί των εγγράφων που παρέδωσε στον εφεσείοντα και ήταν η θέση του πως κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τους κανονισμούς. Τέλος υποστήριξε πως κατά το χρόνο παράδοσης των εν λόγω ειδοποιήσεων κάλεσε τον εφεσείοντα να υπογράψει το αντίγραφο που παρέμεινε στην κατοχή του, αφότου προηγουμένως ανέγραψε επί τούτου την ημερομηνία επίδοσης, ήτοι 03/09/
  7. Επανέρχομαι στην ένορκη δήλωση του λειτουργού. Ο εν λόγω επεξήγησε ότι είναι λειτουργός στην υπηρεσία των εφεσιβλήτων, οι οποίοι υποκατέστησαν την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στα δικαιώματα που αφορούν τις επίδικες υποθήκες καθώς και στην τραπεζική διευκόλυνση που τούτες εξασφαλίζουν και συνδέονται με την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 3022/
  8. Σχετικό αντίγραφο διατάγματος υποκατάστασης κατά τον τρόπο που εξήγησε ο λειτουργός, είναι το τεκμήριο 1 στην ένσταση. Περαιτέρω, ο λειτουργός προσκόμισε στο Δικαστήριο ολοκληρωμένο το κείμενο του εγγράφου με τίτλο «Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης» αναφορικά με την XXXXX/2007 (βλ. τεκμήριο 5 στην ένσταση). Θέση του λειτουργού είναι πως οι τραπεζικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονταν με τις εν λόγω υποθήκες παρουσίαζαν καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα η τράπεζα να τερματίσει τούτες και να καταχωρίσει την προαναφερόμενη αγωγή. Υποστήριξε πως όλες οι σχετικές ειδοποιήσεις για τη διαδικασία εκποίησης, στάλθηκαν και/ή επιδόθηκαν δεόντως. Οι ειδοποιήσεις τύπου Θ στάλθηκαν την 06/11/2018 στη διεύθυνση διαμονής των εφεσειόντων. Αντίγραφα των εγγράφων που στάλθηκαν είναι το τεκμήριο 2 στην ένσταση. Εφόσον οι εφεσείοντες δεν ανταποκρίθηκαν, ακολούθησε η ειδοποίηση τύπου Ι. Τα έγγραφα τούτης στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο τον Φεβρουάριο του 2020, πριν την έναρξη της πανδημίας, εντούτοις οι εφεσείοντες δεν μετέβησαν για να τα παραλάβουν. Ένεκα τούτου την 12/09/2020 προέβησαν σε επίδοση της ειδοποίησης τύπου Ι. Αντίγραφο της σχετικής ενόρκου δηλώσεως επίδοσης είναι το τεκμήριο 3 στην ένσταση. Προσθέτει ο ομνύων ότι η εθελούσια αναστολή των τραπεζών ήταν μεταξύ των ημερομηνιών 18/03/2020 και 31/08/2020 και προς υποστήριξη τούτου προσκόμισε το τεκμήριο 6 στην ένσταση. Ήταν η θέση του πως και πάλιν δεν ανταποκρίθηκαν οι εφεσείοντες και γι' αυτό το λόγο οι εφεσίβλητοι προχώρησαν στην επίδοση των ειδοποιήσεων τύπος ΙΑ και ΙΒ. Παρεμβάλλεται εδώ πως με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο εφεσείων αρνήθηκε ότι του στάλθηκαν οι επιστολές που ανέφερε ο λειτουργός και περαιτέρω ότι οι ίδιοι δεν ανταποκρίθηκαν, κατά πώς ο τελευταίος υποστήριξε. Σκόπιμο κρίνεται η όλη διερεύνηση να αρχίσει από τον χρόνο επίδοσης των περί ων ο λόγος ειδοποιήσεων τύπος ΙΑ και ΙΒ. Είναι με πολλή προσοχή που παρακολούθησα τον επιδότη καθ' ον χρόνο αντεξεταζόταν από τον συνήγορο των εφεσειόντων. Η μαρτυρία τούτου αντιπαραβάλλεται βεβαίως προς εκείνη του εφεσείοντα, ιδιαίτερα τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και οι αντίθετες προς το ζητούμενο θέσεις των δυο συνεκτιμώνται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο επιδότης είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Και εξηγώ. σδιαμφισβήτητο γεγονός είναι πως ο αριθμός τηλεφώνου XXXXX57 ανήκει στον ίδιο. Περαιτέρω, το τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εφεσείοντα ομιλεί αφ' εαυτού και θέλει τον τηλεφωνικό αριθμό του επιδότη να έχει επικοινωνία με εκείνον του εφεσείοντα, την 08/09/2021 και ώρα 18:59:
  9. Ένεκα των ανωτέρω, αυτό το αποδέχομαι ως γεγονός. Ζητούμενο εντούτοις δεν είναι το κατά πόσο αυτά τα δύο πρόσωπα είχαν επικοινωνία κατά τον ανωτέρω χρόνο, αλλά πότε διενεργήθηκε η επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ. Η αντεξέταση δεν ήτο ικανή να πλήξει τη θετική εικόνα που άφησε ο επιδότης, ο οποίος παρέμεινε σταθερός στη θέση του και η μαρτυρία του διαπιστώνεται απαλλαγμένη αντιφάσεων. Και πώς άλλωστε να πληγεί η μαρτυρία τούτου, τη στιγμή που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση απόδειξης της επίδοσης, δηλαδή η προνοούμενη στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς βάσει της Δ.5 κ.2
(2). Εν προκειμένω ο ισχυρισμός του εφεσείοντα είναι πως η επίδοση διενεργήθηκε την 08/09/2021 μεταξύ των ωρών 19:30 με 20:00, εξου και αμέσως μετά απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα στο συνήγορο του, τεκμήριο 1 στην ένσταση. Αυτός όμως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός καταρρίπτεται το δίχως άλλο από την ένορκη δήλωση του επιδότη. Είναι αντιληπτό ότι αφ' ης στιγμής το πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου δέχτηκε την ένορκη δήλωση του επιδότη την 08/09/2021, δηλαδή σε χρόνο εργάσιμο και εν πάση περιπτώσει πολύ πριν την ώρα που ο εφεσείων υποστηρίζει, τούτο καταδεικνύει πως ο σχετικός ισχυρισμός είναι ανυπόστατος και ως εκ τούτου υποκείμενος σε απόρριψη. Από την άλλη η εν λόγω ένορκη δήλωση ομιλεί αφ' εαυτής και επικυρώνει τον ισχυρισμό περί επίδοσης της ειδοποίησης πριν την 08/09/2021. Αυτό το στοιχείο σε συνδυασμό με τη θετική εικόνα που άφησε ο επιδότης, δεν αλλοιώνεται από το ότι την 08/09/2021 ο επιδότης και ο εφεσείων είχαν μια σύντομη επικοινωνία (μικρότερη του ενός λεπτού) και δεν αφήνει αμφιβολία για την ειλικρίνεια του ισχυρισμού του επιδότη. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω πως οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ επιδόθηκαν την 03/09/2021 όπως ο επιδότης ανέφερε. Είναι πλέον αντιληπτό ότι βάσει της προηγηθείσας διαπίστωσης και με δεδομένη την πρόνοια του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου που διαλαμβάνει ότι έφεση δύναται να καταχωριστεί εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, έπεται πως η υπό κρίση έφεση καταχωρίστηκε μετά την πάροδο των 45 ημερών, εφόσον τούτος ο χρόνος εξέπνευσε την 18/10/2021. Παρόλα ταύτα η εξέταση δεν ολοκληρώνεται εδώ. Κρίνω πως άλλη μία ουσιώδης πτυχή της υπόθεσης χρήζει απάντησης. Έχει ήδη διαπιστωθεί η ημερομηνία παραλαβής των ειδοποιήσεων τύπος ΙΑ και ΙΒ από τους εφεσείοντες. Πέραν τούτης της ημερομηνίας αδιαμφησβήτητο είναι πως οι εν λόγω ειδοποιήσεις (τύπος ΙΑ και ΙΒ) επιδόθηκαν στους εφεσείοντες με ιδιώτη επιδότη. Είμαι της γνώμης ότι ζητούμενο πλέον είναι να αποφασιστεί κατά πόσο ορθά οι εφεσίβλητοι προέβησαν σε επίδοση αντί αποστολής των εν λόγων ειδοποιήσεων δια συστημένου ταχυδρομείου. Σχετική εν προκειμένω είναι η διάταξη του άρθρου 44ΙΕ, η οποία διαλαμβάνει ότι: ««επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνία με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνία σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπετε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανόμενης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης: Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η Ειδοποίηση ή η επικοινωνία είναι πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης λόγω της εγγραφής στο κτηματικό μητρώο επί του ενυπόθηκου ακινήτου οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους προς όφελος του, η εν λόγω ειδοποίηση αποστέλλεται στη διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο σχετικό Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο σε σχέση με το πρόσωπο αυτό και την οποία ο δανειστής ή ο κάτοχος εμπράγματου βάρους δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από το εν λόγω κτηματολογικό γραφείο.» Περιπλέον, δεδομένο είναι πως οι εφεσείοντες αμφισβητούν το νομότυπο της επίδοσης της ειδοποίησης ΙΑ (βλ. 1ον και 4ον λόγο έφεσης). Επί του προκειμένου σχετικά είναι τα λεχθέντα της πρωτόδικης υπόθεσης Ξενίδου κ.ά. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αίτηση-Έφεση 1/21 ημερομηνίας 28/01/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου ο Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. υπέδειξε ότι: «Από το ιστορικό των πιο πάνω τροποποιήσεων του Νόμου, προκύπτει ότι, ενώ με τον προηγούμενο Νόμο, η ιδιωτική επίδοση των ειδοποιήσεων αποτελούσε ένα διαζευκτικό τρόπο επίδοσης, τούτου εξαγομένου εκ του διαζευκτικού «ή», με την επελθούσα τροποποίηση, ο Νομοθέτης αφαίρεσε το διαζευκτικό «ή», και θέλησε μόνο εκεί που η παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή δεν είναι εφικτή, τότε θα διενεργείται αυτή με ιδιωτική επίδοση. Με άλλα λόγια, η πρόθεση του νομοθέτη, δια της τροποποίησης του Νόμου, είναι ότι η ιδιωτική επίδοση δεν αποτελεί πλέον διαζευκτικό τρόπο επίδοσης, αλλά εναλλακτικό τρόπο, και μόνο εκεί και όπου δεν είναι εφικτό να διενεργηθεί επίδοση της ειδοποίησης ή της επικοινωνίας με συστημένη επιστολή. Και το βάρος περί του νομότυπου της επίδοσης το φέρει, στην παρούσα υπόθεση, η καθ' ης η αίτηση. Από τα ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία, δεν φαίνεται, ούτε και υποστηρίζεται οτιδήποτε ως προς το αν η καθ' ης η αίτηση προχώρησε με επίδοση της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ στους αιτητές και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα με συστημένη επιστολή, ως η σχετική επιτακτική νομοθετική πρόνοια και γιατί αυτό δεν κατέστη εφικτό, ώστε να έχει το δικαίωμα να προχωρήσει με επίδοση μέσω του ιδιώτη επιδότη.» Η ανωτέρω θέση με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Τωόντι οι τροποποιήσεις που έτυχε η σχετική νομοθεσία δεν αφήνουν κανένα περιθώριο άλλης ερμηνείας πλην αυτής που δόθηκε στην υπόθεση Ξενίδου. Τώρα, αν είναι κάτι που χρειάζεται να προστεθεί στην προκείμενη περίπτωση είναι αυτό που ενωρίτερα υπεδείχθη, δηλαδή πως οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό του λειτουργού ότι τους στάλθηκαν συστημένες επιστολές και δεν μετέβησαν να τις παραλάβουν. Περιπλέον, είναι ορθή η επισήμανση του συνηγόρου των εφεσειόντων πως οι εφεσίβλητοι δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο ο,τιδήποτε που να αποδεικνύει την κατ' αυτό τον τρόπο αποστολή των ειδοποιήσεών τους. Ο ισχυρισμός τους παρέμεινε σε λεκτικό επίπεδο, εντούτοις στείρος ένεκα και της αμφισβήτησης που έτυχε από τους εφεσείοντες και ως εκ τούτου αναπόδεικτος. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι ότι τέτοιες επιστολές στάλθηκαν κατά τον τρόπο που οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν και εν πάση περιπτώσει η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν δικαιολογεί συμπέρασμα ότι στην επίδικη περίπτωση δεν ήτο εφικτό να ακολουθηθεί η ειδοποίηση δια συστημένης επιστολής. Σε κάθε όμως περίπτωση ο σχετικός ισχυρισμός του λειτουργού αφορά τις ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι και όχι την ειδοποίηση τύπου ΙΑ και ΙΒ, που είναι αυτή η οποία αφορά το υπό κρίση αίτημα, και η οποία δεδομένο είναι ότι δεν επιχειρήθηκε να αποσταλεί δια συστημένου ταχυδρομείου. Αναφέρω τούτο καθ' ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 44ΙΕ άρχεται με τη φράση '«επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση .'. Κρίνω πως η εν λόγω αναφορά διέπει κάθε ειδοποίηση ξεχωριστά, αφήνοντας να νοηθεί ότι ακόμη και στην περίπτωση που αρχική ειδοποίηση, φερ' ειπείν ο τύπος Ι, ήτο ανέφικτο να παραδοθεί κατ' αυτό τον τρόπο και συνεπεία τούτου ακολουθήθηκε ο εναλλακτικός τρόπος επίδοσης, δεν δικαιολογεί αυτομάτως και δίχως άλλο συμπέρασμα πως και η ειδοποίηση που έπεται δεν θα είναι εφικτό να παραληφθεί μέσω συστημένου ταχυδρομείου. Η αναφορά στο νόμο «σε κάθε περίπτωση», αναδεικνύει την αυτοτέλεια της κάθε ειδοποίησης και ως εκ τούτου απαιτεί νέα προσπάθεια αποστολής δια συστημένου ταχυδρομείου και μόνο στην περίπτωση που κριθεί εκ νέου ανέφικτο, δικαιολογείται επίδοση της ειδοποίησης μέσω επιδότη. Στην προκείμενη περίπτωση τίποτα τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί πως κατά τον ουσιώδη χρόνο υφίστατο αδυναμία παράδοσης των ειδοποιήσεων τύπος ΙΑ και ΙΒ δια συστημένου ταχυδρομείου και είναι τούτο πρόσθετος λόγος ο οποίος καταδεικνύει πως η επιλογή επίδοσης τούτων προτού διαφανεί αδυναμία παράδοσης των δια συστημένου ταχυδρομείου, ήτο αδικαιολόγητη και καθιστά την επίδοση παράτυπη και μη δέουσα. Επί του προκειμένου καθ' όλα σχετική είναι η υπόθεση Γεωργαλλίδης ν. Χρυσοστόμου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250 όπου λέχθηκε ότι: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος).». Ομοίως στην υπόθεση Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. 423/11, ημερομηνίας 03/02/2017, λέχθηκε ότι: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στην υπόθεση Hewitson v. Fabre 21 Q.B.D. 6, στην οποία επιδόθηκε εκτός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο, που δεν ήταν βρετανός υπήκοος, το ίδιο το κλητήριο ένταλμα και όχι η προνοούμενη ειδοποίηση του κλητηρίου. Αποφασίστηκε ότι τούτο ισοδυναμούσε με μη επίδοση και ότι η όλη διαδικασία ήταν άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio).». (και πιο κάτω) «Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου.». Στέκομαι ιδιαίτερα στην εξομοίωση της μη δέουσας επίδοσης με ανυπόστατο νομικά υπόβαθρο, διαπίστωση η οποία εκθεμελιώνει τη διαδικασία που αρχίζει τοιουτοτρόπως. Και βεβαίως κλασσική θεωρείται πλέον η υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ζήνας Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ. 1060, 1065, όπου αναφέρθηκε πως · «Η παροχή ευκαιρίας σε κάθε πρόσωπο να ακουστεί σε υπόθεση που το αφορά αποτελεί αξίωμα της φυσικής δικαιοσύνης, οι ρίζες του οποίου ανάγονται στα πρώτα στάδια διαμόρφωσης των θεσμών της δίκης. Η αρχή της ακροάσεως αμφοτέρων των μερών, πριν το δικαστήριο προέλθει σε κρίση, διακηρύχθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων, από τους Έλληνες ποιητές και τραγωδούς, ως ανυπέρβατη αρχή του δικονομικού δικαίου και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του διαδίκου. Το «μηδενί δίκην δικάσεις πριν αμφοίν μύθον ακούσης» αποδίδεται στον Ησίοδο. Το κωδικοποιεί σε πληρέστερη μορφή ο Ευριπίδης: «Τις αν δίκην κρίνειεν ή γνοίη λόγον, πριν αν παρ' αμφοίν μύθον εκμάθη σαφώς» - («Ηρακλείδες», στίχοι 179-180)*. Μη επίδοση της διαδικασίας στους διαδίκους καθιστούσε, ανέκαθεν στο αγγλικό δίκαιο, άκυρη διαταγή ή απόφαση που εκδιδόταν στο πλαίσιο της. Η θεμελιώδης αυτή αρχή του αγγλικού δικαίου αποτυπώνεται ως ακολούθως στο εισαγωγικό μέρος της Graig v. Kanssen [1943] 1 K.B. 256 (C.A.):- "A person who is affected by an order of the court which can properly be described as a nullity is entitled ex debito justitiae to have it set aside. Failure to serve process where service of process is required renders null and void an order made against the party who should have been served. The court can set aside such an order in its inherent jurisdiction and it is not necessary to appeal from it." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από διαταγή του δικαστηρίου, η οποία δεόντως μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκυρη, μπορεί δικαιωματικά να ζητήσει τον παραμερισμό της, ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Παράλειψη επίδοσης της διαδικασίας, όπου η επίδοσή της απαιτείται, καθιστά άκυρη και ανυπόστατη τη διαταγή που εκδόθηκε εναντίον του προσώπου, προς το οποίο έπρεπε να είχε επιδοθεί. Το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει τέτοια διαταγή, εν τη ενασκήσει της σύμφυτης δικαιοδοσίας του. Δε χρειάζεται να υποβληθεί έφεση κατ' αυτής.») Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, όπως υποδεικνύει ο Pennycuick V-C στη Fleet Mortgage v Lower Maisonette [1972] 2 All ER 737. Τα ίδια υιοθετεί και ο Sir Arnold P στην Ebrahim v Ali [1983] 3 All E.R. 615:- (σελ. 616) "It is, in my judgment, quite plain that where there has been no service of process any order made in the litigation in which process should have been served must necessarily be void, unless service has been in some way validly dispensed with." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Σύμφωνα με την απόφασή μου, είναι σαφές ότι, όπου δε γίνεται επίδοση της διαδικασίας, οποιαδήποτε διαταγή εκδίδεται στη δίκη, στην οποία η διαδικασία έπρεπε να είχε επιδοθεί, πρέπει απαρέγκλιτα να θεωρείται ως άκυρη, εκτός εάν εξουσιοδοτήθηκε εγκύρως η μη επίδοσή της.») Διαπιστώνουμε ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση της έφεσης όσο και της αντέφεσης, που ακούονται χωρίς γνωστοποίηση της διαδικασίας σε κάθε διάδικο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ακύρωση αποτελεί χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το χρέος αυτό μπορεί να πληρωθεί είτε μετά από διάβημα ενδιαφερομένου προσώπου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του δικαστηρίου». Η σημασία των ανωτέρω έγκειται στο ότι άμα διαπιστωθεί πως η επίδοση δεν είναι δέουσα, ο επηρεαζόμενος από το μέτρο που ακολουθεί τέτοιας επίδοσης δικαιούται παραμερισμό τούτης ex debito justitiae. Σε αυτό μάλιστα το πλαίσιο ο παραμερισμός δεν είναι προϊόν άσκησης διακριτικής εξουσίας από μέρους του Δικαστηρίου. Είναι καθαρή υποχρέωση έναντι του θιγόμενου, ως αναγνώριση της οφειλής για διαφύλαξη του αναφαίρετου δικαιώματος τούτου να ακουστεί στην όλη διαδικασία. Η αποστέρηση του δικαιώματος αυτού δικαιολογεί τον θιγόμενο να απαιτήσει, ιδίω δικαιώματι, παραμερισμό της διαδικασίας που έπεται τέτοιας επίδοσης. Όπως είχα την ευκαιρία να αναφέρω στην αγωγή Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Τσιολής κ.ά., Αγωγή 7678/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 04/03/2020, διαδικασία η οποία αρχίζει χωρίς επίδοση είναι οικοδόμημα στην άμμο υποκείμενο σε καταστροφή μόλις η άμπωτη δώσει τη θέση της στην πλημμυρίδα. Υπαίτιος δεν είναι η φυσική αρμονία, που απλώς επιδιώκει επαναφορά των πραγμάτων σε τάξη, αλλά η απερίσκεπτη οικοδόμηση στην άμμο. Στην προκείμενη περίπτωση τα ανωτέρω έχουν τη σημασία ότι δεν νομιμοποιείται η πλευρά των εφεσιβλήτων, η οποία δεν προέβη σε δέουσα επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και ΙΒ, να αιτιάται πως η έφεση είναι εκπρόθεσμη. Ο χρόνος των 45 ημερών που διαλαμβάνεται στο άρθρο 44Γ
(3)του νόμου, υπολογίζεται από την ημερομηνία δέουσας επίδοσης. Προϋποθέτει εν προκειμένω πως η ειδοποίηση τύπου ΙΑ και ΙΒ στάλθηκε δεόντως, ήτοι συμφώνως των διατάξεων του άρθρου 44ΙΕ του νόμου. Στη δεδομένη περίπτωση η επίδοση δεν είναι δέουσα αλλά παράτυπη και συνεπώς ανίσχυρη να επιφέρει οιονδήποτε αποτέλεσμα. Δεν μπορώ να μην σχολιάσω και το εξής. δεν παραγνώρισα τα αναφερόμενα στο εδάφιο
(3)(β) του άρθρου 44Γ του νόμου, όπου ως λόγος έφεσης αναφέρεται και το ότι «η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί». Κρίνω πως βάσει όλων των ανωτέρω, η εν λόγω αναφορά δεν εντάσσει στους λόγους έφεσης επί της ουσίας το νομότυπο της επίδοσης, αλλά παρεμφερή ζητήματα. Άλλη ερμηνεία θα ήθελε το νόμο να οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, φερ' ειπείν παράνομη επίδοση να προσμετράται ως αφετηρία άσκησης νόμιμου δικαιώματος, εν προκειμένω της έφεσης. Κρίνω πως δεν είναι αυτό που εννοείται με τη διάταξη 44Γ
(3)(β) του νόμου, αλλά ότι εξέτασης τυγχάνουν παρεμφερή ζητήματα της επίδοσης. Βάσει όλων των ανωτέρω καταλήγω πως στην προκείμενη περίπτωση η επίδοση των υπό κρίση ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ αντίκειται στο νόμο. Συνακόλουθα είναι ανίσχυρη να δικαιολογήσει έναρξη της προβλεπόμενης προθεσμίας αμφισβήτησης των σχετικών ειδοποιήσεων. Περιπλέον η πάρα πάνω διαπίστωση δικαιολογεί την απαίτηση των εφεσειόντων δια ανακοπή της διαδικασίας πλειστηριασμού που ήρχισεν λανθασμένα και άνευ δέουσας επιδόσεως των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α , Β και Γ της αίτησης. Απέφυγα συνειδητά να υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης, ώστε να μην προδικάσω τυχόν άλλη αίτηση που θα ακολουθήσει. Τα έξοδα της υπό κρίση διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και σε βάρος των εφεσιβλήτων. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.