← Κύπρος

ΠΑΠΑΛΟΙΖΟΥ ν. ΟΡΦΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 335/2021, 25/2/2022

ΠΑΠΑΛΟΙΖΟΥ ν. ΟΡΦΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 335/2021, 25/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 335/2021 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΠΑΛΟΙΖΟΥ Ενάγοντας-Αιτητής και 1. XXXXX ΟΡΦΑΝΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑ 2. XXXXX ΟΡΦΑΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ XXXXX ΠΑΠΑΛΟΙΖΟΥ 3. XXXXX ΟΡΦΑΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ XXXXX ΠΑΠΑΛΟΙΖΟΥ 4. ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΠΑΛΟΙΖΟΥ ΦΑΡΜ ΛΤΑ Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 25η Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα/αιτητή: κ. Αλ. Πατσαλίδης Για εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3: κα Ε. Μιντή και κ. Σ. Σάββα -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε από τον ενάγοντα, στρέφεται εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3. Τέθηκε δε μονομερώς ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, υπό άλλη σύνθεση, την 24/02/2021 εξέδωσε διατάγματα ως οι παράγραφοι Ε(i)(
  2. ii)και Στ(iii). Τα λοιπά αιτητικά, πλην του αιτητικού Η που αποσύρθηκε, διατάχθηκε να επιδοθούν. Συνακόλουθα τα αιτητικά των οποίων διατάχθηκε η επίδοση καθώς επίσης και το εκδοθέν διάταγμα, ορίστηκαν σε νέα ημερομηνία. Αντικείμενο τούτης της απόφασης είναι πλέον η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και περιπλέον, η τύχη των λοιπών αιτητικών που απαρτίζουν την αίτηση. Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης των όσων ακολουθούν, χρήσιμη κρίνεται η παράθεση αυτούσιου του αιτητικού της αίτησης: «Α. Αναγνωριστικό Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή κηρύσσει ότι η Εναγομένη 1 υπό την προσωπική της ιδιότητα κατέχει και/ή διαχειρίζεται και/ή έχει στην φύλαξη της και/ή υπό τον έλεγχο της 450 μετοχές της Εναγομένης 4 και οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 45% του μετοχικού κεφαλαίου της υπό την ιδιότητα της ως εμπιστευματοδόχου και/ή επιτρόπου και/ή εξ' επαγωγής επιτρόπου του ενάγοντα και/ή δυνάμει εξυπακουόμενου και/ή απολήγοντος εμπιστεύματος προς όφελος και/ή δυνάμει οδηγιών του Ενάγοντα και/ή ότι οι αναφερόμενες 450 μετοχές είναι περιουσιακό στοιχείο το οποίο υποχρεούται η Εναγομένη 1 να επιτρέψει στον Ενάγοντα με βάσει το δίκαιο της επιείκειας και/ή άλλως πως ή σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου για το οποίο διατάσσεται η Εναγομένη 1 στη μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών στο όνομα του Ενάγοντα. Β. Επικουρικό και/ή συμπληρωματικό Διάταγμα και/ή Απόφαση του; Δικαστηρίου διατάττον την Εναγομένη 1 ως και τους διευθυντές της, Εναγόμενης 4 και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής όπως εντός 48 ωρών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος υπογράψουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο και/ή τις απαραίτητες κοινοποιήσεις στον Έφορο Εταιρειών και/ή καταχωρήσεις στο μητρώο μελών της Εναγόμενης 4, ώστε ο ενάγοντας να εγγράφει και/ή καταστεί εγγεγραμμένος μέτοχος και/ή ιδιοκτήτης των 450 μετοχών δηλαδή του 45% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 4, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις σχετικές νομοθεσίες. Γ. Αναγνωριστική Απόφαση και/ή Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Εναγομένη 1 κατέστη και/ή δυνάμει των αρχών του δικαίου της επιείκειας και/ή άλλως πως εμπιστευματοδόχος (trustee) 450 μετοχών (45% του μετοχικού κεφαλαίου) της Εναγομένης 4, προς όφελος του Ενάγοντα και/ή βάσει των αρχών της επιείκειας και/ή δυνάμει ρητού και/ή εξ' επαγωγής καταπιστεύματος (constructive trust) και/ή απολήγοντος καταπιστεύματος (resulting trust) και/ή εκλαμβανόμενου και/ή εξ' ερμηνείας καταπιστεύματος και/ή άλλως πως. Περαιτέρω η Εναγομένη 1, εκ των ανωτέρω όφειλε καθήκον πίστης (fiduciary duties) και/ή επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης προς τον Ενάγοντα βάσει των οποίων ανέλαβε μεταξύ άλλων, να προστατεύσει και/ή να διασφαλίζει την διατήρηση του ιδιοκτησιακού συμφέροντος του ενάγοντα επί των επιδίκων 450 μετοχών της Εναγόμενης 4. Δ. Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 παραβίασε το εμπίστευμα και/ή εξυπακουόμενους όρους του και/ή τα καθήκοντα της ως εμπιστευματοδόχος και/ή τα αναφερόμενα στην παράγραφο «Γ» πιο πάνω, καθήκοντα πίστης και/ή επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης προκαλώντας δολίως και με πρόθεση την καταδολίευση του Ενάγοντα με την εξακολούθηση κατακράτησης των επίδικων μετόχων παρά το ότι ο Ενάγοντας ζήτησε επανειλημμένως την επιστροφή τους, με αποτέλεσμα αυτός να αποστερηθεί δολίως και παρανόμως του ιδιοκτησιακού του συμφέροντος στις επίδικες μετοχές της Εναγόμενης 4. Ε. Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγομένην 1 υπό την προσωπική ιδιότητα της και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους της και/ή εντολοδόχους αυτής και/ή οποιουσδήποτε εξ' αυτών να προβούν στα ακόλουθα: (
  3. i)Να πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή ενεχυριάσει και/ή εγγράφει επ' ονόματι τρίτων και/ή άλλως πως επιβαρύνει και/ή αποξενώσει και/ή διαθέσει με οποιοδήποτε τρόπο 450 μετοχές της Εναγομένης 4 τις οποίες κατέχει, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανόμενης και τυχόν έφεσης που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). (
  4. ii)Να επιτρέψει και/ή να συναινέσει σε οποιαδήποτε ενέργεια, περιλαμβανομένης της υπερψήφισης οποιουδήποτε ψηφίσματος και/η άλλης απόφασης από γενική και/ή άλλη συνέλευση των μετόχων της Εναγόμενης 4, που θα αποσκοπεί και/ή δυνατό να απολήγει στην μετατροπή και/ή αλλαγή της νομικής κατάστασης (status quo) και/ή της μετοχικής διάρθρωσης και/ή δομής της Εναγόμενης 4, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχών Έφεσης ήθελε καταχωρηθεί κατά τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). ΣΤ. Ενδιάμεσο συντηρητικό και/ή απαγορευτικό Διάταγμα και/ή προληπτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου με την μορφή «Quia Timet», το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγομένη 1 ως τον μοναδικό διευθυντή της Εναγομένης 4 και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους της να προβούν στα ακόλουθα: (
  5. i)Να προβεί σε οποιαδήποτε καταχώρηση εταιρικής φόρμας και/ή ειδοποίησης και/ή εντύπου στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, η οποία θα απολήγει στην πώληση και/ή δωρεά και/ή υποθήκευση και/ή μεταβίβαση και/ή ενεχυρίαση και/ή οποιαδήποτε, άλλη επιβάρυνση και/ή την εγγραφή επ' ονόματι τρίτων και/ή άλλως πως αποξένωση και/ή διάθεση με οποιοδήποτε τρόπο 450 μετοχών τις Εναγομένης 4 τις οποίες η Εναγομένη 1 κατέχει, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχών Έφεσης που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). (
  6. ii)Να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή επιτρέψει και/ή συναινέσει σε οποιαδήποτε ενέργεια, περιλαμβανομένης της έκδοσης και/ή έγκρισης και/ή υπερψήφισης οποιουδήποτε ψηφίσματος και/ή άλλης απόφασης από τη γενική και/ή άλλη συνέλευση των μετόχων και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 4 και η οποία αποσκοπεί και/ή απολήγει στη μετατροπή και/ή αλλαγή της νομικής κατάστασης (status quo) και/ή της μετοχικής διάρθρωσης και/ή δομής της Εναγόμενης 4, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχών Έφεσης που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). (iii) Να προβεί σε απόλυση του Ενάγοντα ως υπαλλήλου της Εναγομένης 4 εταιρείας του και/ή με οποιαδήποτε τρόπο τελέσει και/ή προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον του Ενάγοντα συνεπεία των νομικών μέτρων που αυτός λαμβάνει με την παρούσα αγωγή και/ή που πιθανόν λάβει σε άλλες νομικές διαδικασίες προς διαφύλαξη των συμφερόντων του, καθ' ότι εάν επισυμβεί τέτοιο ενδεχόμενο θα προηγηθούν ανυπολόγιστες ζημιές σε αυτόν, έχοντας υπ' όψιν ότι ο κύκλος εργασιών της Εναγομένης 4 είναι πέραν τους ενός εκατομμυρίου τον χρόνο και μαζί με τα περιουσιακά στοιχεία, μηχανήματα, αγελάδες εκατομμύρια. (
  7. iv)Να προβεί σε πώληση οποιουδήποτε μέρους μετοχών της Εναγόμενης 4 και/ή περιουσιακού της στοιχείων μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό την ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Ζ. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής, όπως εντός δέκα

(10)ημερών από την επίδοση του Διατάγματος σε αυτήν όπως: (i) Ετοιμάσει και/ή προβεί σε Ένορκη Αποκάλυψη και/ή παρουσίασε; και/ή καταθέσει στο Δικαστήριο και/ή επιδώσει στους δικηγόρους του Ενάγοντα Ένορκη Δήλωση η οποία: (i.α) Να αναφέρει και/ή δηλώσει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγόμενης 4 και οι οποίοι βρίσκονται εντός δικαιοδοσίας και/ή ευρίσκονται σε τράπεζες εκτός δικαιοδοσίας, όπου αναφέρονται τα ποσά, αριθμοί και τραπεζικά ιδρύματα στα οποία βρίσκονται κατατιθέμενα. (i.β) Να αναφέρει όλες τις αποφάσεις (resolutions) και/ή ψηφίσματα που έλαβε η Εναγόμενη 4 αναφορικά με την διαχείριση (management) και/ή διοίκηση (administration) και/ή των σχετικών προς την εκτέλεση και/ή κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως διευθυντής της Εναγομένης 4 από την 08/07/2018 και εντεύθεν, ημερομηνία που ανέλαβε ως μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης
  1. (i.γ) Να κοινοποιήσει όλες τις οδηγίες που έλαβε ως διευθυντής της Εναγόμενης 4 και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες της, από οποιοδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικά και/ή άλλως πως αναφορικά με την διαχείριση (management) και/ή διοίκηση (administration) και/ή σχετικά προς την εκτέλεση των καθηκόντων της ως διευθυντής της Εναγόμενης 4 από την 08/07/2018 και εντεύθεν. (i.δ) Να αναφέρει τα στοιχεία και/ή αποτελέσματα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και/ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων (consolidated financial statements) της Εναγόμενης 4 για τα οικονομικά έτη 2019 και 2020.». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που στην προκείμενη περίπτωση ομνύει ο ενάγων. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης σχολιάζεται πιο κάτω. Για την ώρα σημειώνεται πως οι καθ' ων η αίτηση ενίστανται στο εύλογο του αιτήματος και ως εκ τούτου καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Και η ένσταση τυγχάνει υποστήριξης από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση ομνύουσα είναι η εναγομένη
  2. Όπως εγώ αντιλαμβάνομαι τα πράγματα οι ισχυρισμοί των δύο ομνυόντων δεν είναι εφ' όλης της ύλης αντίθετοι. Τουναντίον, ένας μεγάλος αριθμός γεγονότων φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Προτού παραθέσω τούτο το κοινό πραγματικό πλαίσιο και για σκοπούς καλύτερης αντίληψης των όσων ακολουθούν, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω, έστω σε αδρές γραμμές, αυτό που εγώ αντιλαμβάνομαι ότι συνιστά τον πυρήνα της διαφοράς των διαδίκων. Το λοιπόν. αντικείμενο της διελκυστίνδας των διαδίκων φαίνεται να είναι μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 4 (στη συνέχεια «η εταιρεία»). Ο μεν ενάγων υποστηρίζει ότι μέρος τούτων των μετοχών, συγκεκριμένα 450 μετοχές, οι οποίες σήμερα είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της εναγομένης 1, δεν ανήκουν σε αυτήν αλλά στον ίδιο. Από την άλλη η εναγομένη 1 ισχυρίζεται πως τούτες οι μετοχές κατέληξαν στην ίδια ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της και περαιτέρω, ότι κατέχοντο από τον σύζυγό της ως ιδιοκτήτης και όχι άλλως πως. Αυτή εν προκειμένω είναι η ουσία της διαφοράς των διαδίκων και κάθε τι άλλο είναι σε αυτό το πλαίσιο που προβάλλει. Τώρα, συνιστά γεγονός ότι η εταιρεία συστάθηκε την 08/12/2007 και μοναδικός τότε μέτοχός της ήταν ο ενάγων. Σκοπός τούτης της εταιρείας ήταν η λειτουργία φάρμας με αγελάδες στην περιοχή Ιδαλίου. Ο ενάγων ήτο πατέρας δύο υιών, του XXXXX Παπαλοΐζου και του XXXXX Παπαλοΐζου. Λέγω ήταν καθότι ο μεγαλύτερος υιός του, ονόματι XXXXX Παπαλοΐζου, απεβίωσε αιφνιδίως την 08/07/
  3. Κάθε επόμενη αναφορά σε αυτόν, ο οποίος διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ροή των γεγονότων, θα γίνεται με τη χρήση του μικρού ονόματος τούτου, ήτοι XXXXX. Παράδοξο όσο και αν ακούγεται, προκύπτει πως αυτός ο αιφνίδιος θάνατος του XXXXX είναι που πυροδότησε τη φιλονικία των διαδίκων. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η εναγομένη 1 ήτο η σύζυγος του XXXXX και με το θάνατό του κατέστη συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του μαζί με τον εναγόμενο
  4. Επανέρχομαι όμως στη μετοχική δομή της εταιρείας. Από τη σύστασή της μέχρι και σήμερα η εταιρεία είχε τους εξής μετόχους: αρχικά, δηλαδή από την 08/12/2007 μέχρι και την 30/02/2012, μοναδικός μέτοχος της εταιρείας ήταν ο ενάγων με 1.000 μετοχές. από την 01/03/2012 μέχρι και την 21/03/2016 οι μέτοχοι έγιναν δύο, ήτοι ο ενάγων με 600 μετοχές και ο XXXXX με
  5. από την 22/03/2016 μέχρι και την 30/05/2016 οι δύο υφιστάμενοι μέτοχοι, ενάγων και XXXXX, κατείχαν από 500 μετοχές έκαστος. από την 31/05/2016 μέχρι και 07/07/2018 οι υφιστάμενοι μέτοχοι, ενάγων και XXXXX, κατείχαν ο μεν πρώτος 50 μετοχές και ο δε δεύτερος 950 μετοχές. και τέλος, από την 08/07/2018 μέχρι και την 22/10/2020 (ημερομηνία που εξασφαλίστηκαν τα σχετικά πιστοποιητικά του εφόρου εταιρειών που επισυνάπτονται στην αίτηση) ο XXXXX αντικαταστάθηκε από την εναγομένη 1 και ως εκ τούτου έκτοτε μέτοχοι της εταιρείας παρουσιάζονται ο ενάγων με 50 μετοχές και η εναγομένη 1 με 950 μετοχές. Το τεκμήριο Α στην αίτηση, δηλαδή τα πιστοποιητικά του εφόρου εταιρειών, επιβεβαιώνει την ανωτέρω διαμόρφωση του μετοχικού κεφαλαίου. Πριν τον αδόκητο χαμό του XXXXX η εταιρεία υπέβαλε αίτηση δια να ενταχθεί σε πρόγραμμα επιχορηγήσεων νέων κτηνοτρόφων με τίτλο «Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2014-2020» το οποίο διαχειριζόταν ο Κυπριακός Οργανισμός Αγροτικών Πληρωμών (Κ.Ο.Α.Π.). Προϋπόθεση για την ένταξη στο εν λόγω πρόγραμμα ήταν όπως ο κύριος μέτοχος της εταιρείας είναι ηλικίας κάτω των 40 ετών και κατέχει ποσοστό 95% των μετοχών της εταιρείας. Η εταιρεία ανέθεσε την ετοιμασία και προώθηση της αίτησης σε εξειδικευμένους συμβούλους και συγκεκριμένα στην εταιρεία Asservio Services Ltd, οι οποίοι μέσω του διευθυντή τους ονόματι XXXXX Καλούδης, ανέλαβαν τη διεκπεραίωση τούτης. Τέλος, ομονοούν οι διάδικοι πως μετά το θάνατο του Σταύρου και αφότου οι μετοχές που αυτός κατείχε ενεγράφησαν επ' ονόματι της εναγομένης 1, διενεργήθηκε συνάντηση στα γραφεία του Κ.Ο.Α.Π. παρουσία του XXXXX Καλούδη, της εναγομένης 1 και του XXXXX Τασουρή, λογιστή της εταιρείας. Το περιεχόμενο τούτης της συνάντησης δεν βρίσκει τα μέρη ομόγνωμα, ως εκ τούτου εξετάζεται πιο κάτω. Εντέλει την 18/06/2019 η αίτηση της εταιρείας απερρίφθη από τον Κ.Ο.Α.Π. Όλα τα ανωτέρω είναι όσα συνιστούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Τώρα, είναι η θέση του ενάγοντα πως η μεταβίβαση των 450 μετοχών επ' ονόματι του XXXXX διενεργήθηκε μετά τη συμβουλή του XXXXX Καλούδη και για μόνο λόγο τη δυνατότητα διεκδίκησης της επιδότησης από τον Κ.Ο.Α.Π. βάσει του προμνησθέντος σχεδίου. Παρεμβάλλεται εδώ πως σε ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β στη δήλωση του ενάγοντα, ο XXXXX Καλούδης αναφέρει ότι κατά ή περί το Μάρτιο του 2016 ανέλαβε την υποβολή των αιτήσεων της εταιρείας για συμμετοχή στο προαναφερθέν πρόγραμμα. Εξηγεί ότι προϋπόθεση συμμετοχής στο πρόγραμμα ήταν όπως ο κύριος μέτοχος της εταιρείας ήταν ηλικίας κάτω των 40 ετών και περαιτέρω, όπως κατείχε το 95% των μετοχών της εταιρείας. Τη δεδομένη στιγμή μέτοχοι της εταιρείας ήταν ο ενάγων και ο Σταύρος, οι οποίοι κατείχαν από 500 μετοχές έκαστος. Ένεκα τούτου ο XXXXX Καλούδης συμβούλευσε τους μετόχους της εταιρείας να μεταβιβαστεί περαιτέρω ποσοστό των μετοχών της εταιρείας από τον ενάγοντα στον XXXXX, ώστε να πληρούται η σχετική προϋπόθεση, όπερ και εγένετο. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι παρουσία των δύο υιών του, XXXXX και XXXXX, καθώς και του λογιστή της εταιρείας XXXXX Τασουρή (στη συνέχεια ο λογιστής), δήλωσε πως η εταιρεία ανήκει εξ ημισείας στα δύο παιδιά του και πως θα ήθελε αυτό να διασφαλισθεί κατά την προσωρινή διαφοροποίηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, η οποία ήτο αναγκαία για τον σκοπό υποβολής της αίτησης που ανωτέρω αναφέρεται. Κατόπιν τούτης της δήλωσης ο λογιστής ανέλαβε την ετοιμασία σχετικών εγγράφων τα οποία υπεγράφησαν τόσο από τον ενάγοντα όσο και από τον XXXXX. Και σε αυτή την περίπτωση η δήλωση του ενάγοντα συνοδεύεται από αντίγραφο άλλης ενόρκου δηλώσεως, εν προκειμένω του λογιστή, ο οποίος υποστηρίζει ότι το Μάρτιο του 2016 το γραφείο του ετοίμασε έγγραφο μεταβίβασης 450 μετοχών το οποίο υπέγραψε στην παρουσία του ο XXXXX και οι οποίες είχαν δοθεί σε αυτόν για σκοπούς υποβολής της αίτησης επιχορήγησης και οι οποίες θα επιστρέφοντο στον ενάγοντα. Περαιτέρω, συμπληρώθηκαν και υπεγράφησαν από το XXXXX και τον ενάγοντα οι απαιτούμενες φόρμες (ΗΕ57), με σκοπό την επαναμεταβίβαση των 450 μετοχών στον ενάγοντα. Προσθέτει πως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Σταύρου διενεργήθηκε συνάντηση στο γραφείο του, όπου τέθηκε θέμα επιστροφής των 450 μετοχών προς τον ενάγοντα, αλλά η εναγομένη 1 εξέφρασε ανησυχίες για την τύχη της αίτησης για επιχορήγηση και ο ίδιος εισηγήθηκε να διενεργηθεί συνάντηση στον Κ.Ο.Α.Π. για να τους δοθούν διευκρινίσεις. Επαναλαμβάνει ότι ήτο παρών στη συνάντηση στον Κ.Ο.Α.Π., δηλαδή αυτή που πιο πάνω αναφέρθηκε ως παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων. Υποστηρίζει πως σε αυτή τη συνάντηση οι υπηρεσιακοί λειτουργοί του Κ.Ο.Α.Π. κατέληξαν ότι για να συνεχίσει η διαδικασία της αίτησης αυτό μπορούσε να γίνει στα πλαίσια της διαχείρισης της περιουσίας του Σταύρου. Η ένορκη δήλωση του λογιστή είναι το τεκμήριο Δ στην αίτηση. Τα ανωτέρω επαναλαμβάνονται και από τον ενάγοντα και περιπλέον τα αναφερόμενα έγγραφα που ισχυρίζεται ότι υπεγράφησαν από τον ίδιο και τον XXXXX, επισυνάπτονται ως τεκμήριο Γ στην αίτηση. Στο εν λόγω τεκμήριο περιλαμβάνεται έγγραφο μεταβιβάσεως μετοχών το οποίο φέρει τον XXXXX να εκχωρεί τις 450 μετοχές στον πατέρα του, ήτοι τον ενάγοντα, ο οποίος περιγράφεται εκεί ως εκδοχέας. Σημειώνεται πως το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία και έτος, εφόσον τα δύο αυτά πεδία του εγγράφου παρέμειναν κενά. Περιπλέον, το τεκμήριο συμπληρώνει έντυπο ημερομηνίας 06/07/2018 υπογεγραμμένο από τον ενάγοντα ως γραμματέα της εταιρείας, το οποίο βεβαιώνει ότι οι αλλαγές είναι σύμφωνες με το μητρώο και άλλη μια βεβαίωση υπογεγραμμένη από απερχόμενο και εισερχόμενο, νοείται μέτοχο, ενώ τέλος, επισυνάπτεται και συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο έντυπο ΗΕ57 για μεταβίβαση 450 μετοχών από τον XXXXX στον ενάγοντα. Είναι η θέση του ενάγοντα πως μετά τις απόψεις που ανταλλάχθηκαν στον Κ.Ο.Α.Π. και δη τη συμβουλή τους να συνεχίσει η αξιολόγηση της αίτησης με την εναγομένη 1 ως δικαιούχο του μεριδίου του XXXXX στην εταιρεία και περιπλέον να καταστεί υπάλληλος της εταιρείας και αφότου τα μέρη συμφώνησαν ρητά ότι οι 450 από τις 950 μετοχές ανήκαν στον ίδιο και πως ο σκοπός που είχαν εγγραφεί επ' ονόματι του XXXXX ήταν αυτός που ανωτέρω αναφέρθηκε, παραμέρισε τους όποιους ενδοιασμούς του. Υποστηρίζει περαιτέρω πως η εναγομένη 1 υποσχέθηκε ενώπιον των πιο πάνω προσώπων πως θα τηρήσει αυτό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ενάγοντα και του XXXXX. Είναι περαιτέρω η θέση του ενάγοντα πως η απόρριψη που έτυχε η αίτηση από τον Κ.Ο.Α.Π. οφείλεται στις παραλείψεις της εναγομένης 1 και στα καθήκοντα που ουδέποτε ανέλαβε. Περί τούτου προσκομίζει αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε με τον Κ.Ο.Α.Π. μέχρι και την απόρριψη της αίτησης (βλ. τεκμήριο Θ). Προσάπτει δε στην εναγομένη 1 την κατηγορία της απειλής προς τον ίδιο και τον υιό του XXXXX Παπαλοΐζου, ότι θα τους απολύσει δια το λόγο ότι δεν διαφυλάσσουν τα συμφέροντα της εταιρείας. Προς απόδειξη τούτου παραπέμπει σε αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι μέσω των συνηγόρων τους (βλ. τεκμήριο Ε). Αποδίδει στην εναγομένη 1 δόλια συμπεριφορά, εφόσον προσφάτως διαπίστωσε ότι διορίστηκε ως μοναδικός διευθυντής, κάτι δια το οποίο ο ίδιος ουδέποτε συναίνεσε. Πρόσθετες επιστολές που αντάλλαξαν οι διάδικοι μέσω των συνηγόρων τους, προσκομίζονται ως τεκμήριο Στ. Αναφέρει ακόμη ότι οι διάδικοι προέβησαν σε προσπάθειες επίλυσης της διαφοράς δια επιστροφής των 450 μετοχών στον ίδιο και πως οι συνήγοροι των διαδίκων υπέγραψαν συμφωνία για να λάβουν προσφορά εκτίμησης της αξίας της εταιρείας από λογιστικό οίκο, όρο που έθεσε η εναγομένη 1, ώστε στη συνέχεια η εναγομένη 1 να επιστρέψει τις 450 μετοχές. Αντίγραφο της επιστολής που ανωτέρω αναφέρεται, αποτελεί μέρος του τεκμηρίου Ζ. Άλλη αλληλογραφία μεταξύ των συνηγόρων της εναγομένης 1 και της τότε συνηγόρου του ενάγοντα, προσκομίζεται ως τεκμήριο Η. Καταλήγει ο ενάγων πως η εναγομένη 1 αρνείται την επιστροφή των 450 μετοχών και περιπλέον, αρνείται να τον πληροφορήσει για τη διαχείριση της περιουσίας του XXXXX. Επίσης, είναι η θέση του ότι δολίως η εναγομένη 1 ενέγραψε επ' ονόματι της όλες τις μετοχές, εφόσον άλλοι κληρονόμοι του XXXXX είναι τα δύο τέκνα του. Εν κατακλείδι υποστηρίζει πως η εναγομένη 1 επιζητεί να εξεύρει αγοραστή της φάρμας. Στον αντίποδα η εναγομένη 1 αρνείται πως η μεταβίβαση των 450 μετοχών στον XXXXX έγινε με μοναδικό σκοπό την επιδότηση της εταιρείας και ότι ο ενάγων μεταβίβασε τούτες τις μετοχές στον XXXXX επειδή ακολούθησε τις οδηγίες του Κουκάκη. Δέχεται όμως ότι η μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών έγινε, μεταξύ άλλων, για να μπορεί η εταιρεία να λάβει την επιδότηση που αναφέρθηκε. Οι άλλοι λόγοι ήταν επειδή ο XXXXX διαχειριζόταν τα πάντα στην εταιρεία, πρακτικά και διοικητικά, ήταν άριστος κτηνοτρόφος με πρωτοποριακές ιδέες και ο ενάγων του είχε εμπιστοσύνη πως θα καθιστούσε τη φάρμα σε μια από τις πιο εξελιγμένες και τεχνολογικά πρωτοπόρα. Στόχος του ενάγοντα, δηλώνει η εναγομένη 1, ήταν να αποχωρήσει σταδιακά και να αναλάβει την εταιρεία ο XXXXX, αφού θα είχε εντάξει και εκμάθει στον μικρότερο αδελφό του την τέχνη του κτηνοτρόφου, ώστε σταδιακά να λάμβανε και ο ίδιος θέση στην επιχείρηση. Είναι η θέση της εναγομένης 1 πως όταν απεβίωσε ο XXXXX γνώριζε πως κατείχε 950 μετοχές, οι οποίες περιήλθαν στην κατοχή του ως ανωτέρω αναφέρεται. Αρνείται την αυθεντικότητα των εγγράφων που αποτελούν το τεκμήριο Γ στην αίτηση, εν προκειμένω των εγγράφων μεταβίβασης 450 μετοχών από τον XXXXX στον ενάγοντα και δηλώνει ότι ο σύζυγός της ουδέποτε της ανέφερε οτιδήποτε, παρ' ότι συζητούσαν καθετί που τους απασχολούσε. Τις ανησυχίες της για τη γνησιότητα του εγγράφου τις έθεσε στον ενάγοντα από την πρώτη στιγμή, εντούτοις ο τελευταίος δεν το απεκάλυψε στο Δικαστήριο. Περιπλέον, ήταν σε γνώση του ενάγοντα πως με την εξασφάλιση διατάγματος διαχείρισης οι μετοχές του αποβιώσαντος θα περιέρχοντο στην κατοχή των διαχειριστών ως μέρος της περιουσίας του. Μάλιστα πριν από τη μεταβίβαση των μετοχών στην ίδια ως διαχειρίστρια, ο ενάγων υπέγραψε προς όφελός της σχετική βεβαίωση υπό την ιδιότητα του γραμματέα. Όταν όμως προχώρησε να καταχωρίσει τις σχετικές αλλαγές στον Έφορο Εταιρειών, λειτουργός τούτου τους ενημέρωσε ότι ο ενάγων μαζί με τον λογιστή του επιχείρησε να καταχωρίσει το έντυπο μετοχών μαζί με άλλο έγγραφο που παρουσίασαν ως συμφωνία. Αυτό έγινε εν αγνοία τους και όταν το πληροφορήθηκε ρώτησε τον ενάγοντα, εντούτοις δεν της έδωσε εξήγηση. Παρ' όλα ταύτα, έπειτα από δύο ημέρες και για λόγους που δεν γνωρίζει, ο ενάγων απέσυρε τα έγγραφα από τον Έφορο Εταιρειών. Παραδέχεται τη συνάντηση στον Κ.Ο.Α.Π., υποδεικνύει όμως πως κατ' εκείνο τον χρόνο οι μετοχές είχαν ήδη μεταβιβασθεί επ' ονόματί της και το μόνο που έγινε επιπροσθέτως ήταν η εγγραφή της ως εργοδοτούμενη της εταιρείας. Αυτό, λέει, έγινε για διάφορους λόγους, μεταξύ άλλων για να δύνατο να προχωρήσει η εξέταση της αίτησης για επιδότηση, πλέον με την ίδια ως αντικαταστάτρια του αποβιώσαντος. Ανέλαβε λέει τα διοικητικά καθήκοντα που εκτελούσε ο αποβιώσας, γεγονός που ενόχλησε τον ενάγοντα και τον υιό του XXXXX, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή επιχείρησαν να την εκδιώξουν. Παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες και συγκεκριμένα ότι της ανέθεταν καθήκοντα που λόγω φυσικής κυρίως αδυναμίας δεν μπορούσε να εκτελέσει. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι τρίτα άτομα, αλλά και η ίδια, αντιλήφθηκαν πως ο ενάγων επιδίωκε να αποξενώσει περιουσία της εταιρείας, όπως μηχανήματα, ζώα και τροφές. Γι' αυτό τον λόγο του ζήτησε να εγκαταστήσουν κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, κάτι το οποίο ο τελευταίος αρνήθηκε, παρουσία μάλιστα της αστυνομίας που κλήθηκε στο μέρος επειδή της επιτέθηκε λεκτικά και την εκδίωξε από τη φάρμα. Μάλιστα είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι μέχρι και σήμερα ο ενάγων δεν της επιτρέπει να παραστεί στη φάρμα και αναγκάζεται να εκτελεί τα καθήκοντά της με όποιο δυνατό τρόπο μπορεί. Επίσης, υποστηρίζει πως ο ενάγων εκδίωξε και συνεργείο που απέστειλε για να τοποθετήσει το σύστημα παρακολούθησης. Αποδέχεται την αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι συνήγοροι τούτων. Υποδεικνύει εντούτοις πως μετά την κατηγορία του ενάγοντος περί οικειοποιήσεως των μετοχών, οι συνήγοροι της τον κάλεσαν να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία, πράγμα που δεν έκανε (βλ. τεκμήριο Ε στην αίτηση). Σε ό,τι αφορά την αλληλογραφία του τεκμηρίου Στ, η εναγομένη 1 αναφέρει ότι έφτασε σε σημείο να σκέφτεται την απαλλαγή του ενάγοντα και του XXXXX από την εταιρεία καθ' ότι. αρνήθηκαν να εκτελέσουν εργασία που τους ζητήθηκε, λειτουργούσαν μηχανήματα της εταιρείας για προσωπικούς λόγους και χωρίς να λάβουν τη συγκατάθεσή της, αποξένωσαν μηχανήματα της εταιρείας και δημιούργησαν ελλείματα στις ποσότητες καυσίμων, της απαγόρευσαν την είσοδο στο χώρο και δεν συγκατατίθενται στην εγκατάσταση συστήματος παρακολούθησης. Για δε τα τεκμήρια Ζ και Η, η εναγομένη 1 δέχεται ότι τα μέρη συμφώνησαν να εκπονηθεί εκτίμηση της αξίας των μετοχών, έτσι ώστε ο ενάγων να υποβάλει σχετική πρόταση εξαγοράς του ποσοστού που κατέχει η εναγομένη
  6. Εντούτοις ο ενάγων δεν πρότεινε κάποιον εκτιμητή και απλώς απορρίπτει τις εισηγήσεις τους. Αν και η ίδια συγκατατέθηκε να πωλήσει τις μετοχές σε χαμηλότερη τιμή ώστε ουδεμία πλευρά να νιώθει αδικημένη, αρνείται ότι συζήτησε επιστροφή των μετοχών με τον τρόπο που το θέτει ο ενάγων. Μάλιστα αν και της ζητήθηκαν οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2019 και 2020 και τις εφοδίασε, ουδεμία πρόταση υποβλήθηκε. Αντ' αυτού μεσούσης της διαπραγμάτευσης ο ενάγων καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση. Περαιτέρω, αρνείται ότι ο ενάγων κίνησε οιανδήποτε διαδικασία δια αναγνώριση του εγγράφου που ισχυρίζεται ότι συνιστά καταπίστευμα. Ακόμη προσθέτει πως όλες οι αλλαγές στη διευθυντική και μετοχική δομή της εταιρείας, έγιναν με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα και τη συγκατάθεσή του και ως εκ τούτου κωλύεται να προωθεί την παρούσα διαδικασία. Τέλος, αρνείται ότι ψάχνει να βρει αγοραστή των μετοχών της, εφόσον αναμένει από τον ενάγοντα να υποβάλει σχετική πρόταση. Έχοντας συνοψίσει το πραγματικό πλαίσιο και τους ισχυρισμούς των διαδίκων είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να μνημονευθούν οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ" Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Με δεδομένο ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των ομνυόντων φανερώνουν πως επί βασικών ζητημάτων οι θέσεις τούτων διίστανται, επιβάλλεται να υποδειχθεί πως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς, εφόσον το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Ως εκ τούτου δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, δηλαδή το άρθρο 32 του Ν.14/60 (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853, 869 και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Αυτό δεν ακυρώνει βεβαίως τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή ότι για τους ισχυρισμούς που είτε δεν υπήρξε αντίλογος είτε δεν έτυχαν αντεξέτασης, η νομολογία θέλει τούτους να εκλαμβάνονται ως δεδομένοι (βλ. Παττούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, 2124). Σχετική εν προκειμένω είναι και η υπόθεση Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1460, 1466. Τώρα, εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση έχει νομολογηθεί ότι δεν απαιτείται οτιδήποτε πέραν από το ότι αντικειμενική εξέταση του δικογράφου του ενάγοντα αποκαλύπτει τέτοιο ζήτημα (βλ. Eurocypria ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, 1793). Ως εκ τούτου η προσοχή στρέφεται στο δικόγραφο του ενάγοντα. Καίτοι χιλιοειπωμένη η αρχή, επαναλαμβάνεται πως το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο είναι γενικώς οπισθογραφημένο, εις αντιδιαστολή ειδικώς οπισθογραφημένου, δεν επηρεάζει αρνητικά το αίτημα, εφόσον βάθρο για χορήγηση τέτοιας προσωρινής θεραπείας μπορούν να αποτελέσουν και οι ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 603). Και αναφέρω τούτο εις απάντηση των αιτιάσεων των εναγομένων που θέλουν την αίτηση να οδηγείται σε απόρριψη για μόνο το λόγο ότι δεν καταχωρίστηκε έκθεση απαιτήσεως και πως ένεκα τούτου το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του πραγματικό και νομικό υπόβαθρο. Οι σχετικές θέσεις δεν ανταποκρίνονται στο δίκαιο που διέπει το ζήτημα, αλλά συνιστούν στρέβλωση τούτου. Συνεπώς απορρίπτονται. Όπως έχει υποδειχθεί, σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση ζητούμενο είναι η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η εικόνα που εκπέμπει η μαρτυρία του ενάγοντα, σε συσχετισμό με τις θεραπείες που αξιώνονται τόσο στην υπό κρίση αίτηση όσο και στο δικόγραφο, θέλει τη βάση αγωγής να είναι αυτή του αστικού αδικήματος της ιδιοποίησης, εδώ των 450 μετοχών από την εναγομένη 1 και τους διαχειριστές της περιουσίας του XXXXX. Εξου και με το κλητήριο ένταλμα αξιώνεται επανεγγραφή των εν λόγω μετοχών επ' ονόματι του ενάγοντα. Σημειώνεται εν προκειμένω πως το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης διαλαμβάνεται στις διατάξεις του άρθρου 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και σχετική είναι η υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1Α Α.Α.Δ. 714, 726, όπου λέχθηκε ότι· «Η ιδιοποίηση ως αστικό αδίκημα αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην άνευ εξουσίας και δικαιώματος ανάληψη της κατοχής αγαθού και όπως εξηγείται στο σύγγραμμα του F.H. Lawson "Remedies of English law" σελ. 155-156, η ιδιοποίηση είναι: «the intentional taking of a chattel with a view to appropriating it, destroying it, selling it for one's own benefit, ....».» Επιπλέον, στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob' s Precedents of Pleadings, 16η έκδοση 1ος τόμος, στην παράγραφο 26-02 αναφέρεται· «The nature of conversion. Any act which is an interference with the dominion of the true owner of goods is a conversion of those goods (Hollins v. Fowler
(1875)L.R. 7 H.L. 757 at 766, per Blackburn J. referred to in Baker v. Barclays Bank [1955] 1 W.L.R. 822: see also Kuwait Airways v. Iraq Airways Co. [2002] 2 A.C. 883). In some senses, conversion is a tort of absolute liability. Any person who deals with chattels does so at their peril. Although it is normally necessary to show some conscious act on the part of the defendant, it is not necessary to show that the defendant knew of the claimant' s interest in the goods or of any other interest in the goods. Neither negligence nor intention to harm are ingredients of the tort: fault is similarly irrelevant (OBG Ltd v. Allan & ors [2007] UKHL 21, para. 308). Where a man deals with goods as his own "you need not enquire as to his intention" (Caxton Publishing Co. v. Sutherland Publishing Co. [1939] A.C. 178 at 189). A person therefore is guilty of conversion if he deals with goods in a manner inconsistent with the rights of the true owner intending to negative the rights of the true owner or to assert a right inconsistent with that right (Lancashire & Yorkshire Railway v. MacNicoll
(1919)88 L.J.K.B. 601).» Βάσει όλων των ανωτέρω και χωρίς να αποφαίνομαι για οτιδήποτε άλλο πλην της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, καταλήγω ότι η εν λόγω προϋπόθεση πληρούται, υπό την έννοια ότι το προσκομισθέν μαρτυρικό υλικό φέρει στο φως ισχυρισμούς, εν προκειμένω τις αιτιάσεις του ενάγοντα που συσχετίζονται με το τεκμήριο Γ, οι οποίοι αντικειμενικά κρινόμενοι ανταποκρίνονται σε αυτό που η νομολογία καθορίζει ως σοβαρό ζήτημα, το οποίο στη δεδομένη περίπτωση έγκειται στην ισχυριζόμενη διάπραξη του αστικού αδικήματος της ιδιοποίησης. Η πιθανότητα επιτυχίας έχει χαρακτηρισθεί και ως το πρωταρχικό κριτήριο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Θεμελιωμένο είναι πως σε αυτό το πλαίσιο δεν απαιτείται απόδειξη του ουσιαστικού αδικήματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. Φακοντή ν. Κακούτη, Πολ. Έφ. 70/11, 23/06/2015, ECLI:CY:AD:2015:A444). Καίτοι δεν επιτρέπεται επιλογή εκδοχής κατόπιν εις βάθος εξέταση λεπτομερειών υποκειμενικής συμπεριφοράς, επιτρέπεται επανεξέταση των ισχυρισμών του αιτητή «υπό το κράτος της θέσεως της ενιστάμενης πλευράς», με στόχο τη διερεύνηση του κατά πόσο οι ισχυρισμοί του δεύτερου (καθ' ου η αίτηση) εξ αντικειμένου ανατρέπουν όσα ο πρώτος ισχυρίστηκε (βλ. Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/2019). Δεν είναι πρόθεση μου να επαναλάβω εν εκτάσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλωστε η όλη διεργασία δεν έγκειται σε αντιπαραβολή και εντέλει επιλογή. Επιβάλλεται εντούτοις να απαντηθεί το εξής ερώτημα. τι είναι αυτό που αποκαλύπτει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού; Το λοιπόν, από τη μια πλευρά στέκεται η μαρτυρία του ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι 450 μετοχές ανήκουν στον ίδιο και πως ο λόγος που ενεγράφησαν στον Σταύρο οφείλεται αποκλειστικά στη διαδικασία που τη δεδομένη στιγμή ακολουθείτο στον Κ.Ο.Α.Π. Οι προϋποθέσεις επιδότησης από τον Κ.Ο.Α.Π., είναι αποδεκτές από όλους και όντως συνεισφέρουν θετικά στο συλλογισμό του ενάγοντα. Περιπλέον, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντα επικουρείται και από τα έγγραφα που αποτελούν το τεκμήριο Γ. Εισέτι προστίθεται πως σχετική είναι και η δήλωση του λογιστή, ο οποίος να σημειωθεί ότι δεν αντεξετάστηκε και ούτε η μαρτυρία του αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο και αυτό γιατί η εναγομένη 1 αρκέστηκε να αναφέρει πως αγνοεί τη συνάντηση δια την οποία ο λογιστής έκανε λόγο, συνεπώς η θέση του τελευταίου δεν έτυχε ουσιαστικής απάντησης. Εντούτοις ο λογιστής υποστήριξε ότι τα έγγραφα του τεκμηρίου Γ και οι δηλώσεις του ενάγοντα και του XXXXX, σε σχέση πάντα με τις 450 μετοχές, διενεργήθηκαν στην παρουσία του. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι στον αντίποδα η εναγομένη 1 αμφισβητεί την αυθεντικότητα των εγγράφων που αποτελούν το τεκμήριο Γ. Περιπλέον, υποστήριξε πως ο ενάγων επιχείρησε να καταχωρίσει τα εν λόγω έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών μετά το θάνατο του XXXXX, εγχείρημα που εν τέλει εγκατέλειψε. Αυτή η τελευταία τοποθέτησή της εναγομένης 1 δεν έτυχε απάντησης από την πλευρά του ενάγοντα και ως εκ τούτου εκλαμβάνεται ως αναμφισβήτητη. Ακόμη αναφέρθηκε στα προβλήματα που ανέκυψαν από τότε που η ίδια εργοδοτήθηκε από την εταιρεία και ανέλαβε καθήκοντα διοικητικής φύσης σε αυτήν και εφόσον οι ισχυρισμοί τούτης δεν έτυχαν απάντησης, εκλαμβάνονται ως αναμφισβήτητοι. Επανέρχομαι όμως στο τεθέν ερώτημα και δη κατά πόσο η εικόνα που αναφύεται από τη μαρτυρία του ενάγοντα αλλοιώνεται από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της εναγομένης 1. Είμαι της γνώμης πως γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας και χωρίς να επιλέγεται οιαδήποτε εκδοχή, απλή και μόνο αντικειμενική θεώρηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως η μαρτυρία του ενάγοντα αποκαλύπτει σοβαρές ενδείξεις πιθανότητας επιτυχίας. Η παρουσίαση των εγγράφων του τεκμηρίου Γ τα οποία εν πολλοίς δεν πλήγηκαν από τη μαρτυρία της εναγομένης 1 εφόσον λεκτική και απογυμνωμένη γεγονότων παρέμεινε η αμφισβήτηση, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις του λογιστή και του XXXXX Καλούδη, καθώς και το δεδομένο των προϋποθέσεων της διαδικασίας που προωθείτο στον Κ.Ο.Α.Π., η οποία τελικώς ανελήφθη από την εναγομένη 1 σε προσωπικό επίπεδο όπως φαίνεται στην αλληλογραφία του τεκμηρίου Θ στην αίτηση (αλληλογραφία με τον Κ.Ο.Α.Π.) και τέλος, οι επιστολές της συνηγόρου της εναγομένης 1 ότι αφότου εξευρεθεί η αξία των μετοχών της εταιρείας η εναγομένη 1 θα προβεί σε «μεταβίβαση του 95% των μετοχών που κατέχει, στην αξία του 50% του συνόλου των μετοχών» (βλ. τεκμήριο Η, επιστολή ημερομηνίας 07/11/2019) και πως το κώλυμα άμεσης μεταβίβασης του 45% των μετοχών που κατέχει η εναγομένη 1 είναι η διαδικασία διαχείρισης (βλ. τεκμήριο Η, επιστολή ημερομηνίας 12/11/2019), άνευ οιασδήποτε άλλης επεξηγήσεως, είναι στοιχεία που σε τούτο το στάδιο της διαδικασίας που η μαρτυρία δεν αξιολογείται, ικανοποιούν τον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης, δηλαδή φανερώνουν σοβαρές ενδείξεις πιθανότητας επιτυχίας του αστικού αδικήματος στο οποίο εδράζεται η αγωγή. Αντικειμενική θεώρηση των ισχυρισμών της εναγομένης 1, δηλαδή δίχως να αξιολογούνται, δεν ανατρέπει το πιο πάνω συμπέρασμα. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση θεμελιωμένο είναι πλέον ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με υποκατάσταση υλικής ζημίας, εφόσον η αποζημίωση δεν συνιστά τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, 11/09/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Στην προκείμενη περίπτωση είναι γεγονός ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα φείδεται λεπτομερειών που να αφορούν αυτή τη πτυχή της εξέτασης, φερ' ειπείν ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1 είναι τέτοια που καθιστά βάσιμη την υποψία πως αν στο τέλος της ημέρας ήθελε εκδοθεί απόφαση σε βάρος της, εν προκειμένω χρηματική, αδύνατο θα είναι να την ικανοποιήσει. Περί τούτου, δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι με την αγωγή ο ενάγων αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις, αν και δεν εξειδικεύει οτιδήποτε σχετικό, λόγου χάριν που εδράζονται και ποιο το ύψος τούτων και περιπλέον, τιμωρητικές αποζημιώσεις. Συνεπώς μπορεί κανείς να αντιτάξει πως ο ίδιος ο ενάγων είναι εκείνος που θεωρεί ότι η φιλονικία των μερών δύναται να ικανοποιηθεί δια χρηματικής αποζημιώσεως. Παρ' όλα ταύτα αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Εις αντίλογο των ανωτέρω υποδεικνύεται πως στην υπόθεση Κυρισάββα κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κκιζή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, 1253 λέχθηκε ότι φειδωλή επεξήγηση από μέρους του ενάγοντα δεν είναι αρκετή να αποτρέψει τη διαπίστωση πλήρωσης της τρίτης προϋπόθεσης, εκεί και όπου το σύνολο των περιστάσεων δικαιολογεί ανάλογο εύρημα. Όπως δε υπεδείχθη στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φοινικαρίδη κ.ά.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317, 324: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια.». Περιπλέον, ουδόλως ασήμαντα είναι και τα λεχθέντα στο σύγγραμμα των Copinger and Skone James, τα οποία υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Limited κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, 2047, όπου αναφέρθηκε ότι: «623. Damages. If the court is satisfied that the plaintiff's claim raises a serious question to be tried, it then goes on to consider whether its decision should be in favour of granting or refusing the injunction sought. The governing principle is that the court should first consider whether, if the plaintiff were to succeed in his claim for a permanent injunction at the trial, he would be adequately compensated by an award of damages for the loss he would have sustained before the trial as a result of the continuing acts of the defendant. If damages in the measure recoverable at common law would be an adequate remedy and the defendant would be in a financial position to pay them, the Court will normally refuse to grant an interim injunction, however strong the plaintiff's claim appeared then to be. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . It may be observed at this point that in actions for infringement of copyright, passing off and breach of confidence damages are often not an adequate remedy since there are difficulties in both ascertaining and quantifying such damage as injury to the plaintiff's property, business and goodwill.». Η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει σε μια εκ των κατηγοριών που ανωτέρω αναφέρονται. Εν προκειμένω οι ισχυρισμοί του ενάγοντα θέλουν τις υπό κρίση μετοχές να κατέχοντο από τον Σταύρο βάσει καταπιστεύματος. Η άρνηση της εναγομένης 1 να επιστρέψει τις μετοχές, προκύπτουσα από το ότι εξακολουθεί να τις κατέχει, εμπίπτει στην κατηγορία breach of confidence και βάσει των ανωτέρω αναγνωρισμένο είναι πως η επιδίκαση αποζημιώσεων σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη. Σχετική όμως είναι και η υπόθεση Lariena Investments Ltd κ.ά. ν. RFI Consortium Limited, Πολ. Έφ. 164/19, ημερ. 22/01/2021, ECLI:CY:AD:2021:A16, όπου και εκεί η αξίωση είχε να κάνει με μετοχικό κεφάλαιο εταιρείας και κρίθηκε πως η χρηματική αποζημίωση δεν ήτο ικανοποιητική. Πέραν όμως τούτου, η ουσία του πράγματος, αναδυόμενη από το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντα, είναι πως αυτές οι 450 μετοχές αποτελούν μέρος της περιουσίας που δημιούργησε και επιθυμία του ήτο να την κληροδοτήσει στα παιδιά του. Η δε επιθυμία αυτή συνίσταται σε μεταβίβαση της φάρμας, ως δρώσας επιχείρησης και όχι ως χρηματικό ποσό, στους δυο υιούς του, σήμερα πλέον στον XXXXX. Ως εκ τούτου η τυχόν επιδίκαση αποζημιώσεων όχι μόνο δεν θα επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, θα είναι και μη ικανοποιητική, εφόσον πλέον δεν θα ομιλούμε για το δημιούργημα του ενάγοντα, ως η βασική επιθυμία του σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αλλά για υποτυπώδη χρηματική αποτίμηση τούτου. Και εδώ η μαρτυρία θέλει την εναγομένη 1 να δηλώνει μέσω των συνηγόρων της ότι εξετάζει το ενδεχόμενο πώλησης των μετοχών σε τρίτο πρόσωπο (βλ. τεκμήριο Ε στην αίτηση, επιστολή ημερομηνίας 10/08/2020). Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω πως και η τρίτη προϋπόθεση πληρούται. Πρόσφορο κρίνεται πριν οτιδήποτε άλλο να σχολιαστούν δύο άλλα ζητήματα που εγείρει η υπεράσπιση. Το πρώτο έχει να κάνει με τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη στοιχεία. Όπως προκύπτει από τις αιτιάσεις της εναγομένης 1, ο εν λόγω ισχυρισμός ερείδεται στο ότι ο ενάγων δεν αποκάλυψε τη διαφωνία της σε ό,τι αφορά την αυθεντικότητα των εγγράφων που απαρτίζουν το τεκμήριο Γ στην αίτηση, ότι το σύνολο των μετοχών περιήλθε στην κατοχή της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX και ότι ο ενάγων επιχείρησε να καταχωρίσει το έντυπο μεταβίβασης των μετοχών (βλ. τεκμήριο Γ) στον Έφορο Εταιρειών, προσπάθεια που εντέλει εγκατέλειψε και ότι δεν της έδωσε οιανδήποτε εξήγηση περί τούτου, παρ' ότι τον ερώτησε σχετικά. Είμαι της γνώμης πως τα ανωτέρω δεν συνιστούν ουσιώδη γεγονότα, όπως η νομολογία προσδιόρισε τον όρο. Περιττό να λεχθεί ότι κριτής του τι εστί ουσιώδες γεγονός είναι το Δικαστήριο (βλ. Commerzbank Aktiengesellschaft v. Adeona Holdings Limited
(2015)1A Α.Α.Δ. 386, 406). Περιπλέον, δεν είναι η μη αποκάλυψη κάθε πληροφορίας, ενδεχομένως και αχρείαστης ή ασήμαντης, ικανή να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος. Όπως χαρακτηριστικά υπεδείχθη στην υπόθεση DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολ. Έφ. 166/19, ημερομηνίας 15/10/2019: «Έχουμε διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια πως η έννοια της ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης έχει τρόπω τινά παρεξηγηθεί από αρκετούς στο νομικό κόσμο. Δεν είναι νοητό ούτε ποτέ οποιαδήποτε αυθεντία έθεσε τέτοιο επαχθές βάρος στους αιτητές να ξεδιπλώνουν με κάθε λεπτομέρεια σε βαθμό σχολαστικισμού κάθε πτυχή των θέσεων των αντιδίκων τους και να την ερμηνεύουν. Δεν είναι αυτή η ορθή εφαρμογή της πιο πάνω αρχής. Αναμένεται βεβαίως πάντα οι αιτητές, επιδιώκοντας μονομερή θεραπεία, να θέσουν με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη θέματα, τόσο τα υπέρ, όσο και τα εναντίον τους, όμως δεν είναι εντός του καθήκοντος τους να μετατρέπονται σε οιονεί δικηγόρους της άλλης πλευράς για να θέσουν την εκδοχή των αντιδίκων τους, ως να ήταν η δική τους, με πλήρη ερμηνεία θέσεων και εξαντλητική ανάλυση.». Στην προκείμενη περίπτωση δεν αναμένετο από τον ενάγοντα να αναφέρει πως η εναγομένη 1 αμφισβητεί την αυθεντικότητα των εγγράφων που απαρτίζουν το τεκμήριο Γ. Αυτό γιατί ο δικός του ισχυρισμός, προκύπτων από τα λεχθέντα της παραγράφου 12 της ενόρκου δηλώσεώς του, θέλει την εναγομένη 1 να παραδέχεται το καταπίστευμα και περαιτέρω, να υπόσχεται ότι θα τιμήσει την υπογραφή του XXXXX. Ως εκ τούτου αδύνατο, αν όχι και αντινομικό, ήτο να ισχυριστεί οτιδήποτε που αντιστρατεύεται τα πιο πάνω. Όπως και να έχει όμως το ζήτημα, τα ανωτέρω διέπονται από τα νομολογηθέντα στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Trading Ltd, πιο πάνω, όπου λέχθηκε πως ο διάδικος δεν υπέχει υποχρέωσης «. να προβάλλει αντεκδικήσεις εκ μέρους τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών». Συνεπώς ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση αποκάλυψης τέτοιου ισχυρισμού, τον οποίο εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του τον θέλει να μην τον γνώριζε. Ούτε και το γεγονός ότι ο ενάγων επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα του τεκμηρίου Γ ανακτά κάποια σημασία. Ενδεχομένως να είχε τέτοια σε περίπτωση που ο Έφορος Εταιρειών απέρριπτε το αίτημά του. Συνεπώς, απόκρυψη θα ήτο η απόρριψη των εγγράφων, απόφαση η οποία εκ της δυναμικής της δυνατό να επηρέαζε την υπόσταση, μεταξύ άλλων και της αυθεντικότητας, των εγγράφων επί των οποίων οικοδομείται η αξίωση του ενάγοντα. Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση, όπως ούτε αυτό που ισχυρίζεται η εναγομένη 1. Περιορίζεται απλώς στο ότι ο ενάγων επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα, διαδικασία την οποία εντέλει εγκατέλειψε και όταν η ίδια ζήτησε εξηγήσεις δεν τις έδωσε τέτοιες. Ομολογώ ότι δεν βλέπω πως αυτό το γεγονός, το οποίο δεν συνεισφέρει οτιδήποτε και τουλάχιστον για την ώρα κρίνεται ουδέτερο, είναι ικανό να επιδράσει στο εκδοθέν διάταγμα. Και αναφέρομαι στο εκδοθέν διάταγμα, εφόσον τα λοιπά αιτητικά διατάχθηκε να επιδοθούν και ως εκ τούτου δεν ελέγχονται από τις ίδιες αρχές αποκάλυψης, εφόσον η πλευρά της εναγομένης 1 συμμετείχε στη διαδικασία. Βεβαίως ούτε και οι διαφορές των διαδίκων κατά την εκτέλεση των εργασιών της φάρμας είναι στοιχεία ικανά να αλλοιώσουν την εικόνα που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να μην εκδίδετο μονομερώς το υπό κρίση διάταγμα. Τέλος, το γεγονός ότι η εναγομένη 1 ανέλαβε τις μετοχές ως διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX, δεν απεκρύβη από το Δικαστήριο. Ρητά αναφέρθηκε τόσο στον τίτλο της αγωγής όσο και στις παραγράφους 19 και 20 της υπό κρίση αίτησης. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι αιτιάσεις του ενάγοντα δεν οδηγούν αποκλειστικά σε αυτό το συμπέρασμα. Οι ισχυρισμοί οι οποίοι θέλουν την εναγομένη 1 να αναλαμβάνει τις μετοχές ώστε να προωθηθεί η αίτηση στον Κ.Ο.Α.Π. (βλ. τεκμήριο Θ, επιστολή ημερομηνίας 05/09/2018) και περιπλέον, ότι ένεκα τούτου ο ενάγων συναίνεσε στη μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματί της (βλ. παράγραφο 12 ενόρκου δηλώσεως ενάγοντα) και τέλος, ότι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η εναγομένη 1 κατέστη υπάλληλος της εταιρείας, προσδίδουν μια άλλη χροιά στην υπόθεση, εν προκειμένω ότι η μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών προς την εναγομένη 1 ήτο σε προσωπικό επίπεδο, ώστε να συνεχίσει η ίδια προσωπικά την αίτηση και όχι ως διαχειρίστρια. Υπό αυτή την σκοπιά, ο ενάγων δεν όφειλε να αποκαλύψει οτιδήποτε άλλο, παρ' ότι, επαναλαμβάνω, απεκάλυψε και την ιδιότητα της διαχειρίστριας. Βάσει όλων των ανωτέρω καταλήγω πως ο ενάγων δεν προέβη σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Αντιθέτως ακριβοδίκαια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου καθετί σχετικό. Τώρα, το δεύτερο ζήτημα που απασχολεί άπτεται του κατά πόσο πληρούται το κατεπείγον του αιτήματος, με την υπεράσπιση να διατείνεται πως το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί ευθύς εξαρχής. Κατ' αρχάς υποδεικνύεται πως η σχετική θέση δεν επιδρά στο σύνολο της υπό κρίση αίτησης. Αυτό γιατί όπως έχει ήδη υποδειχθεί, μόνο τα αιτητικά Ε(i)(ii) και Στ(iii) εκδόθηκαν μονομερώς, ενώ τα λοιπά αιτητικά διατάχθηκε να επιδοθούν. Κατά συνέπεια πλην των αιτητικών που εκδόθηκαν στην απουσία των εναγομένων και ως εκ τούτου ελέγχονται από τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6, σε ό,τι αφορά τα λοιπά αιτητικά δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί μη επείγουσας κατάστασης, εφόσον παρασχέθηκε η ευχέρεια στους εναγόμενους να ακουστούν και να θέσουν τις θέσεις τους. Όπως και να έχει το πράγμα, είμαι της γνώμης πως η νομολογία που διέπει το ζήτημα διαυγώς συνοψίσθηκε στην υπόθεση DB Technologies B.V., ανωτέρω, όπου υποδείχθηκε ότι: «Σαφώς λοιπόν δικαιοδοτικός όρος για την μονομερή έκδοση ενός διατάγματος δεν είναι μόνο το επείγον αλλά και η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων (Βλ.Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1Β ΑΑΔ 598, Αspis Liberty Life Ins. Public Co Ltd v. Σιακαρίδου, Πολ.εφ.52/10 ημερ. 19.3.2014). ΄Oμως, όπως υποδείχθηκε στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λτδ Π.Ε. 312/10, ημερ. 17.7.2014, το θέμα του επείγοντος που εγείρεται μετά που ακούεται ο εναγόμενος, «δεν πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του». To ίδιο - και με περισσότερη έμφαση - τονίστηκε στη Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ.εφ.αρ.Ε6/2014, 7.2.2015, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς». Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφαση, δεν εξέτασε σε ξέχωρο κεφάλαιο ή με ρητές αναφορές την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων. Όμως, όλο το κείμενο της απόφασης διαπνέεται ακριβώς από την ανάλυση των ιδιαίτερων εκείνων περιστάσεων που οδήγησαν ευθύς εξ αρχής το Δικαστήριο στη μονομερή έκδοση και εν τέλει στην οριστικοποίηση του διατάγματος.». Στην υπό κρίση περίπτωση έχει ήδη διαπιστωθεί πως ο ενάγων δεν προέβη σε απόκρυψη οιωνδήποτε γεγονότων, των οποίων η παράλειψη αποκάλυψης να κρίνεται ότι συνέβαλε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα την έκδοση του διατάγματος. Εδώ ουδεμία απόκρυψη διαπιστώνεται. Υπό αυτή την έννοια και βάσει των ανωτέρω νομολογηθέντων, δεν συμμερίζομαι τα παράπονα της υπεράσπισης. Περαιτέρω, είναι γεγονός πως η ένορκη δήλωση του ενάγοντα δεν καταπιάνεται με ιδιαίτερες λεπτομέρειες σε σχέση με το κατεπείγον του αιτήματος. Αυτό όμως, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Κυρισάββα, πιο πάνω, δεν αποτελεί το μόνο λόγο εξέτασης βάσει των διατάξεων του άρθρου 9 του Κεφ. 6. Διαζευκτική προϋπόθεση τούτου είναι και οι ιδιαίτερες περιστάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία θέλει τις 450 μετοχές που αξιώνει ο ενάγων να έχουν μεταβιβαστεί αρχικά στον Σταύρο και εν συνεχεία στην εναγομένη 1 για ειδικό λόγο. Εντούτοις από την 18/06/2019, ότε και απερρίφθη η αίτηση στον Κ.Ο.Α.Π., τούτος ο λόγος εξέλειπε και όμως η εναγομένη 1 συνεχίζει να τις κατέχει και ακόμη να διαχειρίζεται τη διοίκηση της εταιρείας. Περιπλέον τα τεκμήρια Ε, Στ και Ζ, αποκαλύπτουν την έκταση της αλληλογραφίας που αντάλλαξαν τα μέρη, με τελευταία αυτή της εναγομένης 1, ημερομηνίας 10/08/2020 (βλ. τεκμήριο Ε στην αίτηση), ότι εξετάζεται και ενδεχόμενο πώλησης των μετοχών σε τρίτο πρόσωπο. Εν ολίγος, καίτοι τα μέρη συμφώνησαν σε εκτίμηση της αξίας των μετοχών (βλ. τεκμήριο 2 επιστολή 29/06/2020), προς το σκοπό εξαγοράς τούτων από τον ενάγοντα, εντέλει η εναγομένη 1 διαφοροποιείται και απειλεί τόσο για πώληση των μετοχών σε τρίτο πρόσωπο, όσο και για απόλυση του ενάγοντα. Υπό το φως των ανωτέρω και δη της φύσης της αξίωσης, καθώς ότι ο ενάγων δεν συνέβαλε σε απόκρυψη οιωνδήποτε γεγονότων, κρίνω πως η παρούσα δεν είναι περίπτωση που αρμόζει να ακυρωθεί το διάταγμα, νοείται στην έκταση που εκδόθηκε μονομερώς, δια τον λόγο ότι δεν υφίστατο ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος. Ως εκ τούτου ούτε αυτή η θέση της υπεράσπισης ισχύει και συνεπώς απορρίπτεται. Προτού προχωρήσω στην τελευταία παράμετρο που εξετάζεται κρίνω ότι δύο λόγια χρειάζεται να ειπωθούν και για αυτό τούτο το λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί το γεγονός και μόνο ότι η θεραπεία που αξιώνεται με το προσωρινό διάταγμα είναι ταυτόσημη με εκείνη του κλητηρίου εντάλματος, καίτοι ανεπιθύμητο δεν εξισούται με απαγόρευση (βλ. Avila Management Services Limited κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1403, 1425). Αυτό γιατί η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή. Παρ' όλα ταύτα, τα αιτητικά Α, Β, Γ και Δ της αίτησης, είμαι της γνώμης ότι δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας. Και εννοώ βεβαίως τη διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων που επικρατούσε αμέσως πριν το ξέσπασμα της φιλονικίας των διαδίκων, η σοβαρότερη ίσως παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Lariena Investments Ltd κ.ά. v. RFI Consortium Limited, Πολ. Έφ. Ε164/19, ημερ. 22/01/2021). Στην προκείμενη περίπτωση οι περί ων ο λόγος 450 μετοχές, κατέχοντο από το XXXXX από την 31/05/2016. Ακολούθως δε ο ενάγων συναίνεσε, όπως ο ίδιος εξήγησε στη μαρτυρία του, να μεταβιβαστούν επ' ονόματι της εναγομένης 1, ώστε να προωθηθεί η διαδικασία στον Κ.Ο.Α.Π. Το γεγονός ότι η εν λόγω διαδικασία απερρίφθη, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Απομένει να αποφασιστεί η θέση που κάθε πλευρά προωθεί και αυτό παρά τη διαπίστωση ορατής πιθανότητας επιτυχίας του ενάγοντα. Συνεπώς δεν βλέπω λόγο διατάραξης της υφιστάμενης μετοχικής δομής, γεγονός το οποίο θα προκύψει εάν ήθελε εκδοθούν τα διατάγματα Α μέχρι και Δ στην αίτηση. Όσο δε αφορά τα λοιπά αιτητικά της αίτησης, κρίνω πως αυτά διαφυλάττουν την ακεραιότητα των μετοχών και μαζί τα όποια δικαιώματα του ενάγοντα, αν τελικώς η υπόθεση ήθελε αποφασιστεί υπέρ του. Σε συνέχεια όλων των ανωτέρω, είμαι της γνώμης πως η αντιμετώπιση από τη συνήγορο υπεράσπισης των αιτητικών της παραγράφου Ζ, η οποία τα χαρακτήρισε ως Norwich Pharmacal, δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Κατ' αρχάς δεν είναι αυτοσκοπός η κατηγοριοποίηση ενός διατάγματος. Ζητούμενο είναι η αναγκαιότητα τούτου, διερχόμενη βεβαίως μέσα από το μαρτυρικό υλικό. Αντιλαμβάνομαι τα εκεί αναφερόμενα αιτητικά να υπέχουν επικουρικό ρόλο στη διατήρηση της ακεραιότητας των μετοχών, με προέκταση βεβαίως στη διοίκηση και οικονομική διαχείριση της εταιρείας. Η απώλεια του ελέγχου των μετοχών από τον ενάγοντα και κατ' επέκταση η απώλεια της διαχείρισης της εταιρείας, δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, με δεδομένη πάντα την πιθανότητα επιτυχίας ως έχει διαπιστωθεί. Αν τούτο χρειάζεται νομολογιακή υποστήριξη, αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Lariena Investments Ltd, πιο πάνω, όπου σε ανάλογη μετοχική διαφορά εκδόθηκαν επικουρικά διατάγματα δια την εξυπηρέτηση του ελέγχου και της διαχείρισης της εταιρείας. Σκοπός τέτοιων διαταγμάτων είναι να συνεισφέρει στην περαιτέρω λειτουργία της εταιρείας, αλλά και να εξασφαλίσει τον έλεγχο της διαχείρισης που διενεργείται από τον διάδικο, εδώ τον ενάγοντα, που διαπιστώνεται ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωσή του. Εν πάση όμως περιπτώσει και άλλως πως να έχουν τα πράγματα, εδώ πληρούνται οι προϋποθέσεις που τέθηκαν στην υπόθεση Avila, ανωτέρω σε σχέση με την έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal. Η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή είναι αυτό το αδίκημα της ιδιοποίησης των 450 μετοχών και η συμμετοχή της εναγομένης 1 κατά τον τρόπο που ο ενάγων αιτιάται, καθιστά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επιβεβλημένη ώστε να αποκαλυφθούν στοιχεία τα οποία θα διευκολύνουν τη δικαστική διαδικασία που αναμένεται να ακολουθήσει. Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω πως και επ' αυτού το αίτημα είναι δικαιολογημένο. Μοναδική παραφωνία στα ανωτέρω αποτελεί το αιτητικό Στ(iv) στην αίτηση. Ο λόγος δια αυτό έγκειται στο ότι τα εκεί αναφερόμενα εκφεύγουν του πλαισίου της αγωγής, το οποίο συνίσταται στη διαφύλαξη των 450 μετοχών. Το υπό κρίση αιτητικό άπτεται του λοιπού μετοχικού πακέτου που κατέχει η διαχείριση της περιουσίας του XXXXX, ζήτημα εντούτοις που δεν συσχετίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Η πλευρά του ενάγοντα δεν προσκόμισε το καταστατικό της εταιρείας και ούτε ισχυρίστηκε πως υφίσταται οιοσδήποτε όρος, φερ' ειπείν ότι ο έτερος μέτοχος έχει προτεραιότητα αγοράς των μετοχών. Ως εκ τούτου οι 500 μετοχές που εξαρχής ανήκαν στον XXXXX και μεταβιβάστηκαν στη διαχείρισή του, ως περιουσία τούτου, δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς δεν νοείται δέσμευση τούτων. Συνεπώς αυτό το αιτητικό δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος, πιο πάνω, υποδείχθηκε εν προκειμένω ότι· « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Η προηγηθείσα ανάλυση οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του ενάγοντα. Αυτό γιατί αν στο τέλος της ημέρας η υπόθεση ήθελε οδηγηθεί σε απόφαση που δικαιώνει τους εναγόμενους, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οιαδήποτε αδικία που να μην δύναται να καλυφθεί από τη δέσμευση του ενάγοντα (cross-undertaking). Αντιθέτως, αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν και τελικώς ο ενάγων δικαιωθεί, αδύνατη θα είναι η ικανοποίηση της απόφασης χωρίς τη διατήρηση των μετοχών στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Για να το θέσω στους όρους της υπόθεσης Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ. Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/2019· «Η φύση του διατάγματος ως mareva και ο εγγενής σκοπός του να προστατέψει το status quo, απαγορεύοντας την αποξένωση που άλλως πως θα ήταν εύκολη και δυσδιάκριτη και δεν συσχετίζεται απαραιτήτως με τη φερεγγυότητα, μας οδηγεί στα λεχθέντα υπό του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Films Rover ν. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR670, ότι δηλαδή το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της προσφορότητας πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους μικρότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη.» Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω πως το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της διατήρησης του διατάγματος και έκδοσης των λοιπών αιτητικών, ως έχει εξηγηθεί. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω το εκδοθέν διάταγμα οριστικοποιείται (Ε(i)(ii) και Στ(iii)). Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Στ(i), (ii), Z(i), (i.α), (i.β), (i.γ) και (i.δ). Τα αιτούμενα διατάγματα υπό διακριτικά στοιχεία Α μέχρι και Δ καθώς και το Στ(iv), απορρίπτονται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος της εναγομένης 1, καταβλητέα βεβαίως στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.