Themis Portfolio Management Holdings Limited ν. Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της HAALL CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3727/2013, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3727/2013 Μεταξύ: Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/10/15 Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες και
- Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της HAALL CONSTRUCTIONS LTD
- Χαρίτου XXXXX
- Χαρίτου XXXXX
- Ιακώβου XXXXX Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει ειδοποίησης ημερομηνίας 06/10/21 Themis Portfolio Management Holdings Limited (HE378131) αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Ενάγοντες και
- Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της HAALL CONSTRUCTIONS LTD
- Χαρίτου XXXXX
- Χαρίτου XXXXX
- Ιακώβου XXXXX Εναγόμενοι (Σ.Δ. Ο τίτλος έχει καταγραφεί σύμφωνα με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν κατά την ακρόαση από αμφότερους τους διαδίκους) --------------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Κούμας για Στέλιο Αμερικάνο & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 3: κ . Σ. Οικονόμου και κα Ρ. Φιλίππου για Μ.Χ.Μυλωνά & Συν. ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την δικογραφημένη απαίτηση της στην παρούσα αγωγή, η ενάγουσα εταιρεία, η οποία, ως αναφέρεται στη σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στις 06/10/21 στη βάση των προνοιών του αρ.18 Ν. 169(Ι)/15, έχει αντικαταστήσει και υποκαταστήσει δυνάμει νομοθεσίας και σχετικού δικαστικού διατάγματος την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφ' εξής η Τράπεζα), στις επίδικες συμβατικές σχέσεις με τους εναγόμενους, αξιώνει από τον εναγόμενο 3 το ποσό των €59.457,67 πλέον τόκο 14% ετησίως από 31/03/13 μέχρι εξόφλησης. Σημειώνω εδώ ότι αρχικά η παρούσα αγωγή είχε καταχωρηθεί από την τράπεζα στις 12/06/13 και με αυτή αξιώνονταν εναντίον όλων των εναγόμενων ποσά πέραν των €100.000 καθώς και διάταγμα για πώληση ενός ακίνητου που φερόταν να ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της τράπεζας ως εξασφάλιση των κατ' ισχυρισμό συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων απέναντι της. Λόγω του συνολικού ύψους της επίδικης αξίωσης, ήτοι πέραν των €100.000, η υπόθεση τέθηκε στη δικαιοδοσία Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, όμως στις 07/10/2021, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας ενημέρωσαν τον αδελφό ΑΕΔ που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης ότι στις 11/11/2017 και 23/11/2017 αντίστοιχα, είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 λόγω παράλειψης της να καταχωρήσει εμφάνιση και η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον των εναγόμενων 2, 3 και 4 στον βαθμό που αφορούσε στην αξίωση για €46.70,40 και σε πώληση του προαναφερόμενου ενυπόθηκου ακίνητου (Αιτητικά Α και Γ της Ε/Α). Η μόνη δηλαδή αξίωση που προωθείτο πλέον ήταν εναντίον του εναγόμενου 3 μόνο και αφορούσε αποκλειστικά στην υπό στοιχείο Β αξίωση της Ε/Α, ήτοι την αξίωση για ποσό €59.457,67 πλέον τόκους από το
- Όπως διευκρινίστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας κατά την ακρόαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η αγωγή θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει αποσυρθεί εξ' ολοκλήρου σε σχέση με τον εναγόμενο 2 αλλά και την εναγόμενη 4, στην οποία εναγόμενη να σημειωθεί, το κλητήριο ένταλμα δεν είχε επιδοθεί καθ' όσο χρόνο βρισκόταν σε ισχύ. Ενόψει λοιπόν του ότι διαφάνηκε στις 07/10/21 ότι η επίδικη διαφορά που παρέμενε να εκδικαστεί ήταν χαμηλότερη από €100.000, η υπόθεση, κατόπιν παραπομπής του ΑΕΔ και με οδηγίες της Διοικητικής Προέδρου, τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 15/10/2021, το οποίο προχώρησε με την ακρόαση της ουσίας, η οποία ολοκληρώθηκε με τις τελικές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στις 11/02/
- Σημειώνω εδώ επίσης ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης δηλώθηκε από πλευράς ενάγουσας ότι αν και το ποσό που αναφέρεται στην υπό στοιχείο Β αξίωση της Ε/Α είχε μέχρι τις 31/12/20 ανέλθει στο ποσό των €144.759,49 συμπεριλαμβανομένων και των μέχρι τότε αξιούμενων τόκων, εντούτοις η απαίτηση εναντίον του εναγόμενου 3 θα περιοριζόταν στο ποσό των €104.934,81 πλέον τόκο 8.69% ετησίως από 09/11/21 μέχρι εξοφλήσεως επί ποσού €101.775,07 και αυτό ήταν και το ποσό που τελικά αξιώθηκε από την ενάγουσα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο Μ. Σοφρωνίου εκ μέρους της ενάγουσας (ΜΕ1) και ο πρώην εναγόμενος 2 εκ μέρους του εναγόμενου 3 (ΜΥ1). Ο τελευταίος, ο εναγόμενος 3 δηλαδή, όπως αναφέρθηκε επανειλημμένα στο Δικαστήριο, είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Προτού όμως παραθέσω την προσκομισθείσα μαρτυρία, κρίνω σκόπιμο να συνοψίσω τις δικογραφημενές θέσεις των διαδίκων. Είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι στις 11/06/2009, στα πλαίσια σχετικών γραπτών συμφωνιών που είχαν συναφθεί τότε μεταξύ της Marfin Popular Bank Public Co Ltd (εφ' εξής Λαϊκή) και των εναγομένων 1, 3 και 4, η πρώτη χορήγησε στην εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €51.000, το οποίο επιβαρύνετο με συνολικό επιτόκιο 8,5% ετησίως και ήταν αποπληρώνετο με μηνιαίες δόσεις και το οποίο εξασφαλίζετο μεταξύ άλλων, με γραπτές προσωπικές εγγυήσεις των εναγόμενων 3 και 4 και με την εγγραφή υποθήκης επί ενός ακίνητου ιδιοκτησίας της εναγόμενης
- Για το σκοπό αυτό δημιουργήθηκε σχετικός λογαριασμός δανείου υπ' αριθμό XXXXX5856, ο οποίος όμως σε κάποιο στάδιο παρουσίαζε καθυστέρηση στην πληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων. Λόγω τούτου, η Λαϊκή έστειλε στις 10/06/11 επιστολή προς τους εμπλεκόμενους εναγόμενους με την οποία τους ειδοποιούσε ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι αν δεν λαμβάνονταν μέτρα προς διευθέτηση του θέματος εντός 21 ημερών, ο λογαριασμός θα τερματίζετο και το υπόλοιπο του δανείου, το οποίο πλέον θα επιβαρύνετο με τόκο 14%, θα καθίστατο άμεσα απαιτητό και πληρωτέο από όλους τους εναγόμενους. Όταν οι καθυστερήσεις συνέχισαν να υφίστανται παρά τη λήψη της εν λόγω ειδοποίησης, η Λαϊκή έστειλε νέα επιστολή στους εναγόμενους με ημερ, 04/07/11, με την οποία τους ενημέρωνε αφ' ενός ότι τερμάτιζε το επίδικο δάνειο και αφ' ετέρου ότι απαιτούσε την άμεση πληρωμή €46.813,66 ως το τότε υπόλοιπο του δανείου και €4.505,33 ως καθυστερημένες δόσεις. Επειδή οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν ούτε και τότε αλλά ούτε και μετά που τους έστειλαν σχετικές επιστολές οι δικηγόροι της Λαϊκής και το χρέος συνέχιζε να οφείλεται, η τράπεζα, στην οποία εν τω μεταξύ είχαν μεταβιβαστεί οι επίδικες συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν. 17(I)/2013 και της ΚΔΠ104/13, καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον όλων των εναγομένων αξιώνοντας να της πληρωθούν εκείνης πλέον τ' αξιούμενα ποσά. Στην αντίπερα όχθη, με τη δική του χωριστή Υπεράσπιση ο Eναγόμενος 3 προβάλλει διάφορους πραγματικούς και νομικούς λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν οφείλει να πληρώσει στην ενάγουσα την επίδικη απαίτηση της. Επειδή κατά την ακρόαση αλλά και κατά τις τελικές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων υποστηρίχθηκε από πλευράς ενάγουσας ότι η πλευρά του εναγόμενου 3 προώθησε ισχυρισμούς που δεν καλύπτονται από το δικόγραφο της, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3: «5.(α) η Εναγόμενη 1 ουδέποτε αιτήθηκε και/ή υπέγραψε τις ισχυριζόμενες αναφερόμενες επίδικες συμφωνίες και/ή συμβάσεις πίστωσης και/ή συμφωνίες δανείου και/ή δάνεια σε τρεχούμενο και/ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πώς. (β) ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι υπήρξε οιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων και/ή της Εναγόμενης 1 και/ή του Εναγομένου 3, αυτή δεν διέπετο από τους ισχυριζόμενους υπό της Ενάγουσας όρους και/ή ισχύς και/ή όροι αυτής είναι παράνομοι και/ή άκυροι καιΙή αντικανονικοί καιΙή στερούμενοι οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή καθ' ότι η Ενάγουσα ουδέποτε πληροφόρησε καιΙή επεξήγησε στους Εναγόμενους το περιεχόμενο καιΙή κείμενο και/ή όρους τέτοιων και/ή των επίδικων συμφωνιών και/ή στέρησε στους Εναγόμενους το δικαίωμα να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή η σύναψη των συμφωνιών έγινε εν τη απουσία ελεύθερης βούλησης και/ή διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. (γ) η αντιπαροχή για τις ισχυριζόμενες αναφερόμενες επίδικες συμφωνίες και/ή για την παροχή δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων απέτυχε και/ή o σκοπός τέτοιων συμφωνιών ήταν και/ή είναι παράνομος και/ή εικονικός και/ή οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία ήταν άκυρη εξ' υπαρχής και/ή σε πλήρη αντίθεση με τις εκάστοτε ισχύουσες οδηγίες και/ή εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή κατά παράβαση της δημόσιας πολιτικής και/ή ουδέν νόμιμο αποτέλεσμα έχουν. (δ) οι Εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν οποιοδήποτε δάνειο και/ή τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή η Ενάγουσα ουδέποτε παραχώρησε και/ή χορήγησε στους Εναγόμενους και/ή στην Εναγόμενη 1 και/ή στον Εναγόμενο 3 τα ισχυριζόμενα δάνεια και/ή τις τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε λογαριασμό δανείου και/ή σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πώς. (ε) οι Εναγόμενοι ουδέποτε υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο και/ή έγγραφο υποθήκης και/ή έγκυρο έγγραφο υποθήκης για το αιτούμενο υπό την Ενάγουσα ποσό και/ή οιονδήποτε ποσό και/ή προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 και/ή που πηγάζουν από τις ισχυριζόμενες υπό της Ενάγουσας επίδικες συμφωνίες και/ή σε αντάλλαγμα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή για οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας και/ή άλλως πώς. (στ) ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι υπήρξε οιαδήποτε συμφωνία και/ή έγγραφο και/ή έγγραφο υποθήκης και/ή δήλωση μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων και/ή της Εναγομένης 1 αυτή δεν διεπόταν από τους ισχυριζόμενους υπό της Ενάγουσας όρους και/ή η ισχύς και/ή οι όροι αυτών είναι παράνομοι και/ή άκυροι και/ή αντικανονικοί και/ή στερούμενοι οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή καθ' ότι η Ενάγουσα ουδέποτε πληροφόρησε και/ή επεξήγησε στους Εναγόμενους το περιεχόμενο και/ή κείμενο και/ή όρους τέτοιων και/ή των επίδικων συμφωνιών και/ή εγγράφων και/ή δηλώσεων και/ή στέρησε στους Εναγόμενους το δικαίωμα να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή η σύναψη των συμφωνιών και/ή εγγράφων και/ή δηλώσεων έγινε εν τη απουσία ελεύθερης βούλησης και/ή διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. (ζ) . (η) ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο και/ή συμφωνία εγγύησης και/ή έγκυρη συμφωνία εγγύησης και/ή συμφωνία εγγύησης για το αιτούμενο υπό την Ενάγουσα ποσό και/ή οιονδήποτε ποσό και/ή εγγύηση προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 και/ή που πηγάζουν από τις ισχυριζόμενες υπό της Ενάγουσας επίδικες συμφωνίες και/ή οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας και/ή άλλως πώς. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 3 αρνείται ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις δόθηκαν αυτόβουλα και ελεύθερα και/ή ισχυρίζονται ότι ήταν προϊόν αδικαιολόγητης και/ή αθέμιτης πίεσης και/ή πλάνης. Περαιτέρω, άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των προαναφερομένων ο Εναγόμενος 3 θα ισχυριστεί, ότι ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν οιονδήποτε έγγραφο εγγύησης και/ή υπήρξαν συμβάσεις εγγύησης και/ή εγγυητήρια έγγραφα και/ή άλλως πώς αυτά δεν εξασφάλιζαν τις ισχυριζόμενες επίδικες συμφωνίες και/ή τους επίδικους λογαριασμούς και/ή ήταν για περιορισμένο ποσό και/ή έπαυσαν και/ή τερματίστηκαν με την εξόφληση και/ή τερματισμό των υποχρεώσεων που αυτές εξασφάλιζαν και/ή ήταν άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή στερούμενες οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και/ή καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε πληροφόρησε και/ή επεξήγησε στους Εναγόμενους και/ή στους Εναγόμενους
- 3 και 4 το περιεχόμενο και/ή κείμενο και/ή όρους των τέτοιων και/ή επίδικων συμφωνιών εγγύησης και/ή στέρησε στους Εναγόμενους και/ή στον Εναγόμενο 3 το δικαίωμα να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή η σύναψη της συμφωνίας εγγύησης έγινε εν τη απουσία ελεύθερης βούλησης και/ή διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. (θ) .. (ι) η Ενάγουσα ουδέποτε και/ή με οποιονδήποτε τρόπο απέστειλε στους Εναγόμενους και/ή στον Εναγόμενο 3 τις ισχυριζόμενες επιστολές και/ή οι ισχυριζόμενες επιστολές δεν έγιναν σε κατάλληλο χρόνο και/ή σε κατάλληλη διεύθυνση και/ή δεν ήταν με το κατάλληλο περιεχόμενο. (κ) οι Εναγόμενοι και/ή ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε έλαβαν τις αναφερόμενες στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας επιστολές και/ή οι εν λόγω επιστολές δεν εστάλησαν σύμφωνα με το Νόμο και/ή δεν παρελήφθησαν από τους Εναγόμενους και/ή εν πάσει περιπτώσει απορρίφθηκαν προφορικά και/ή εγγράφως με επιστολές των Εναγόμενων προς την Ενάγουσα. (λ) Περαιτέρω ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ουδέποτε ειδοποίησε και/ή ενημέρωσε αυτόν και/ή τους Εναγόμενους 2 και/ή 4 για οποιαδήποτε υπό της Εναγομένης 1 τυχόν καθυστέρηση καταβολής οιασδήποτε δόσης και/ή ποσού και/ή οφειλόμενου χρέους της και/ή ποσού προς την Ενάγουσα. (μ) Είναι η θέση του Εναγόμενου 3 ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση και/ή δεν έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης και/ή ουδέποτε του κοινοποιήθηκε και/ή του γνωστοποιήθηκε οτιδήποτε αφορά επιπρόσθετους τόκους υπερημερίας και/ή οποιαδήποτε επιβάρυνση έγινε, έγινε αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά και/ή ουδέποτε πληροφορήθηκε από την Ενάγουσα για την οποιαδήποτε αύξηση επιτοκίου και/ή η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται σε αύξηση επιτοκίου και/ή η οποιαδήποτε αύξηση επιτοκίου είναι παράνομη και/ή εκτός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και/ή οι οποιεσδήποτε χρεώσεις οι οποίες έγιναν είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε πληροφορήθηκε από την Ενάγουσα γι' αυτές. (ν) ότι το ισχυριζόμενο υπό της Ενάγουσας υπόλοιπο λογαριασμού και/ή οιονδήποτε υπόλοιπο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή προκύπτει από χρεώσεις οι οποίες έγιναν παράνομα και/ή αντικανονικά και/ή κατόπιν χρέωσης τόκων και/ή εξόδων που δεν είχαν συμφωνηθεί και/ή που χρεώθηκαν παράνομα και/ή αντισυμβατικά. Σε κάθε περίπτωση είναι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 3 ότι οι Εναγόμενοι και/ή ο Εναγόμενος 3 ουδέν ποσό οφείλουν στην Ενάγουσα.
- Περαιτέρω και/ή επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και/ή χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού του ο Εναγόμενος 3 αρνείται ότι οφείλει το ισχυριζόμενο από την Ενάγουσα ποσό και/ή χρεωστικό υπόλοιπο και/ή οποιοδήποτε ποσό και ισχυρίζεται ότι: (α) η Ενάγουσα ενήργησε αμελώς και/ή κατά παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεών της και/ή δεν απεκάλυψε στον Εναγόμενο 3 και/ή στους Εναγόμενους κατά τον κρίσιμο χρόνο λεπτομέρειες της συμφωνίας και/ή συμφωνιών και/ή εγγυήσεων και/ή δηλώσεων υποθήκης και/ή ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και/ή απέκρυψε από τον Εναγόμενο 3 και/ή τους Εναγόμενους τις εκάστοτε ισχύουσες οδηγίες και/ή εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ενώ όφειλε να αποκαλύψει αυτές στον Εναγόμενο 3 και/ή στους Εναγόμενους και/ή γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι θα επηρέαζαν και/ή θα προκαλούσαν ζημιές και/ή βλάβες στον Εναγόμενο 3 και/ή στους Εναγόμενους. (β) ότι χρεώθηκαν τόκοι και/ή τόκοι υπερημερίας παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή αυθαίρετα και/ή έγινε ανατοκισμός και/ή άλλες χρεώσεις και/ή έξοδα τα οποία είναι παράνομα και/ή μη συμφωνηθέντα και/ή ότι η Ενάγουσα μονομερώς και/ή παράνομα και/ή αυθαίρετα προέβη σε αυξήσεις επιτοκίων και/ή τόκου υπερημερίας και/ή άλλων τόκων και/ή σε καμία περίπτωση οι ενέργειες της Ενάγουσας είναι δεσμευτικές και/ή δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα σε σχέση με τους Εναγόμενους και/ή σε σχέση με τον Εναγόμενο
- Περαιτέρω ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση ουδέν ποσό καιΙή υπόλοιπο και/ή χρέος οφείλει στην Ενάγουσα και/ή τα επίδικα δάνεια και/ή συμφωνίες και/ή λογαριασμοί και/ή εγγυήσεις και/ή άλλως πως είναι παράνομα και/ή άκυρα και/ή δεν παράγουν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα.» Επανερχόμενος τώρα στην ακρόαση της υπόθεσης, ο μάρτυρας της ενάγουσας, ο ΜΕ1 δηλαδή, ουσιαστικά επανέλαβε κατά τη μαρτυρία του, η ουσία της οποίας παρουσιάστηκε μέσω γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), τις δικογραφημένες θέσεις που προβάλλονται στην Ε/Α της ενάγουσας. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του αυτών, ο μάρτυρας κατέθεσε τα διάφορα έγγραφα που κατά τον ισχυρισμό του αφορούσαν στα επίδικα θέματα και τα οποία η ενάγουσα είχε παραλάβει από την τράπεζα όταν απέκτησε τα επίδικα δικαιώματα και υποχρεώσεις της τελευταίας. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας κατέθεσε τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια. Επιστολή της Λαϊκής προς τον εναγόμενο 3 ημερομηνίας 25/05/2009 με την οποία ο τελευταίος πληροφορείτο μεταξύ άλλων ότι η Λαϊκή είχε συμφωνήσει να παραχωρήσει στην εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €51.000 με συνολικό τόκο 8,5% ετησίως και ότι οι πρώην εναγόμενοι 2 και 4, καθώς και ο ίδιος, «που έχουν εκφράσει την πρόθεση να παράσχουν προσωπικές εγγυήσεις, θα ευθύνονται αλληλεγγύα και/ή κεχωρισμένα για ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στην Τράπεζα δυνάμει της συμφωνίας παραχώρησης της πιο πάνω χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης...πλέον τόκους προμήθειες, επιβαρύνσεις και/ή και άλλα... έξοδα και δαπάνες». Στην εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται και δήλωση που φέρεται να υπογράφτηκε από τον εναγόμενο 3 στις 11/06/2009, με την οποία ο τελευταίος παρουσιάζεται να δηλώνει ότι «έχω παραλάβει, μελετήσει και κατανοήσει την παρούσα επιστολή προ της υπογραφής από εμένα της σύμβασης εγγύησης αναφορικά με την παραχώρηση και/ή τη συνέχιση της παραχώρησης της πιο πάνω χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης στο ως άνω αναφερόμενο, προτιθέμενο πρωτοφειλέτη. Έχω παραλάβει ταυτόχρονα τη δήλωση περιουσιακών στοιχείων που ετοίμασε ο προτιθέμενος πρωτοφειλέτης» (Τεκ.7β). Συμφωνία δανείου που φέρεται να υπογράφτηκε μεταξύ Λαϊκής και εναγόμενης 1 στις 11/06/2009 για ποσό €51.000 με συνολικό τόκο 8,5% ετησίως (Τεκ. 6). Σύμβαση προσωπικής εγγύησης ημερομηνίας 11/06/2009 που φέρεται να υπογράφεται από τον εναγόμενο 3, η οποία αρχίζει με την φράση «.σε αντάλλαγμα για τη συμφωνία σας να παρέχετε.πιστωτικές διευκολύνσεις.σε μορφή δανείων.προς την HAALL CONSTRUCTIONS LTD.ο ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΕΤΗΣ.με το έγγραφο αυτό εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη.(και).αναλαμβάνω να σας πληρώσω μόλις μου ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη.» και τελειώνει με φερόμενη υπογεγραμμένη δήλωση από τον εναγόμενο 3 ότι «.εγώ ο υπογεγραμμένος, εξασκών την απόλυτη και ελεύθερη βούληση μου, έχω διαβάσει προσεκτικά το έγγραφο εγγύησης, έχω αντιληφθεί πλήρως τις πρόνοιες και τους όρους αυτού και με την υπογραφή μου παρέχω την ελεύθερη και ανεπιφύλαχτη συναίνεσή μου στην εκτέλεση του εγγράφου αυτού προς εγγύηση του πρωτοφειλέτη» (Τεκ.7α). Στο εν λόγω έγγραφο, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι πρόκειται για εγγύηση ποσού μέχρι €51.000 πλέον τόκους και έξοδα ως καθορίζεται στην συμφωνία δανείου του πρωτοφειλέτη, η οποία εγγύηση συνιστά επιπρόσθετη εξασφάλιση σε σχέση με το δάνειο και η οποία, «.δεν επηρεάζει ή επηρεάζεται από οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις έχετε από εμένα ή από οποιονδήποτε πρόσωπο για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη είτε αυτές είναι τωρινές, μελλοντικές ή ενδεχόμενες ή προσωπικές ή μαζί με οποιονδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα.». Έντυπο που φέρεται να υπογράφτηκε από τον εναγόμενο 3 στις 11/06/2009, με το οποίο ο τελευταίος παρουσιάζεται να ενημερώνεται ότι «.μετά που θα τα υπογράψετε (τα έγγραφα των εξασφαλίσεων) και αφού τα υπογράψετε θα σας δεσμεύουν νομικά» και να παροτρύνεται όπως «.διορίσετε δικηγόρο της εκλογής σας για να συμβουλεύει ανεξάρτητα και ξεχωριστά από τον πρωτοφειλέτη...» (Τεκ.7γ). Στο εν λόγω έγγραφο σημειώνω, αν και φέρεται να τέθηκε η υπογραφή του εναγόμενου 3 στο κάτω μέρος του εγγράφου, όπου παρέχεται η δυνατότητα στον υπογράφοντα να δηλώσει και το αν έχει διορίσει δικηγόρο για να τον συμβουλεύσει ή ότι δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, καμία εκ των δύο «επιλογών» δεν φαίνεται να έχει σημειωθεί. Επιστολές Λαϊκής ημερομηνίας 10/06/2011 και 04/07/2011, οι οποίες φέρονται να αποστέλλονται στην εναγόμενη 1 και στον εναγόμενο 3, και με τις οποίες παρουσιάζονται οι τελευταίοι να ενημερώνονται, αφ' ενός για την καθυστέρηση στην πληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων του δανείου καθώς επίσης και για το ενδεχόμενο τερματισμού του δανείου και απαίτησης για άμεση πληρωμή όλων των οφειλόμενων ποσών με αυξημένο τόκο σε περίπτωση που οι καθυστερήσεις αυτές δεν διευθετηθούν εντός 21 ημερών, και αφ' ετέρου για την απόφαση της Λαϊκής να τερματίσει το δάνειο λόγω μη θετικής ανταπόκρισης από μέρους τους στην επιστολή της 10/06/11 και να απαιτήσει από αυτούς την πληρωμή του υπόλοιπου του δανείου και των καθυστερημένων δόσεων εντός 10 ημερών αλλιώς ενδέχετο να καταχωρηθεί αγωγή εναντίον τους (Τεκ. 8 και 9). Τραπεζικές καταστάσεις του λογαριασμού υπ' αρ. XXXXX5856 (μετέπειτα XXXXX2889) μέχρι και, οι οποίες παρουσιάζονται να ξεκινούν στις 13/07/09 με αρνητικό υπόλοιπο €51.000 και να καταλήγουν στις 31/12/2020, κατόπιν διάφορων χρεοπιστώσεων, με αρνητικό υπόλοιπο €144.759.
- Οι εν λόγω καταστάσεις κατατέθηκαν ως Τεκ.10, συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 Κεφ.
- Καταστάσεις του ίδιου λογαριασμού, κατόπιν όμως «αναδόμησης» που έγινε από την ενάγουσα, οι οποίες καλύπτουν την περίοδο από 30/06/2011 μέχρι και την 08/11/2021, ήτοι μέχρι την έναρξη της ακρόασης, και στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι διάφορες χρεώσεις τραπεζικών εξόδων και δαπανών που περιλαμβάνονται στο Τεκ.10, ενώ το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνονται τα εκεί αναφερόμενα υπόλοιπα, είναι, το συμβατικό επιτόκιο των 8,5% για την περίοδο 30/06/2011 μέχρι 04/07/2011, το συμβατικό επιτόκιο πλέον 2% τόκο υπερημερίας, ήτοι 10,5%, για την περίοδο 04/07/2011 (τερματισμός) μέχρι 08/06/2021, και το επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας, που εφαρμόζει πλέον η ενάγουσα, ήτοι 8.69%, για την περίοδο από 08/06/2021 μέχρι 08/11/21, (Τεκ.11). Σημειώνω εδώ ότι με βάση αυτήν την αναδομημένη κατάσταση, η οποία αποτέλεσε και τη βάση για τον περιορισμό της απαίτησης της ενάγουσας, το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού παρουσιάζεται να ανέρχεται στις €46.743.53 κατά την 04/07/2011 που φέρεται να επήλθε ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας (εξαιρουμένων των μη χρεωθέντων τόκων μέχρι εκείνη τη μέρα), περί τις €57.500 στις 12/06/2013 που καταχωρήθηκε η αγωγή, και στις €104.934,810 κατά τις 8/11/2021, ήτοι αμέσως πριν την έναρξη της ακρόαση. Ανακοινώνεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αναφορικά με τα εκάστοτε επιτόκια αναφοράς από την 01/07/11 μέχρι και την 29/10/21 όπου το εν λόγω επιτόκιο καθορίστηκε στο 8,69% ετησίως (Τεκ.12). Επιστολή που φέρεται να στάληκε στον εναγόμενο 3 στις 19/03/2021 από την τράπεζα με την οποία ο τελευταίος παρουσιάζεται να ενημερώνεται ότι η τράπεζα προτίθετο να πουλήσει σε τρίτο πρόσωπο την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση στην οποία αυτός ήταν εγγυητής και ότι λόγω τούτου, αυτός είχε το δικαίωμα όπως εντός 45 ημερών καταθέσει προσφορά για απόκτηση της διευκόλυνσης (Τεκ.1). Επιστολή ημερομηνίας 14/06/2021 με την οποία η τράπεζα φέρεται να ενημερώνει τον εναγόμενο 3 ότι έχει πωλήσει και μεταβιβάσει στην ενάγουσα την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση περιλαμβανομένης και της επίδικης προσωπικής του εγγύησης (Τεκ. 2). Επιστολή ημερομηνίας 14/06/2021 από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 3, με την οποία η πρώτη φέρεται να ενημέρωσε τον τελευταίο ότι έχει αποκτήσει από την τράπεζα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και την επίδικη προσωπική του εγγύηση (Τεκ. 3). Η αντεξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε αφ' ενός στο ότι ο μάρτυρας, ως υπάλληλος της νυν ενάγουσας, δεν είχε καμιά προσωπική εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα όταν αυτά λάμβαναν χώρα και αφ' ετέρου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες φέρεται να υπογράφτηκαν και να ανταλλάχτηκαν τα επίδικα έγγραφα που αυτός κατέθεσε. Στον μάρτυρα υποδείχθηκε η αναφορά που γίνεται στην επιστολή της Λαϊκής της 25/05/2009 σε σχέση με τους εναγόμενους 2, 3 και 4 ως προτιθέμενους εγγυητές στο επίδικο δάνειο της εναγόμενης 1 και του υπεβλήθη ότι εφόσον ο εναγόμενος 2 δεν υπέγραψε ποτέ ως εγγυητής, ως έπρεπε να υπογράψει, η επίδικη εγγύηση του εναγόμενου 3 είναι άκυρη και μη ολοκληρωμένη. Αυτό, ως ήταν περαιτέρω η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου 3, διότι ο τελευταίος «.υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης το Τεκμήριο 7α δεδομένου ότι συνεγγυητής στο δάνειο θα ήταν και ο (πρώην Eναγόμενος 2)». Τη θέση αυτή ο μάρτυρας την απέρριψε, παραπέμποντας στις διάφορες αναφορές που γίνονται στα άλλα έγγραφα που ο εναγόμενος 3 υπέγραψε, όπου ο τελευταίος δήλωσε ότι αναγνώριζε πλήρως και το τι υπέγραφε αλλά και το ποιες ήταν οι συνέπειες της υπογραφής του αυτής σε σχέση με τον ίδιο προσωπικά. Στον μάρτυρα υπεβλήθη επίσης και ότι ο λόγος που στο Τεκ. 7γ δεν σημειώθηκε από τον εναγόμενο 3 κατά πόσο αυτός είχε λάβει τότε ανεξάρτητη νομική συμβουλή σε σχέση με την εγγύηση που θα υπέγραφε, ήταν διότι «.το έγγραφο αυτό δόθηκε απλά στον εναγόμενο 3 προς υπογραφή χωρίς καν να του δοθεί η δυνατότητα να το διαβάσει και γι' αυτόν τον λόγο δεν υπάρχει τικαρισμένο οποιανδήποτε επιλογή από τις δύο. Απλά εδώσαν του ένα έγγραφο, είπαν του "υπόγραψε, εν συμφωνία εγγύησης, εν απαραίτητα έγγραφα που πρέπει να υπογράψεις για να γίνει η συμφωνία εγγύησης"». Και αυτή τη θέση ο μάρτυρας την απέρριψε κατηγορηματικά, ισχυριζόμενος ότι όχι μόνο τα έγγραφα που ο εναγόμενος 3 υπέγραψε δεν υποστηρίζουν μια τέτοια θέση αλλά και ότι, αν και ο ίδιος δεν είχε εμπλακεί προσωπικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντούτοις, από την γνώση και εμπειρία που έχει για πάνω από 30 χρόνια αναφορικά με τις τραπεζικές πρακτικές, ο πελάτης πάντοτε ενημερώνεται για το δικαίωμά που έχει να διαβάσει τα έγγραφα πριν τα υπογράψει αλλά και να συμβουλευτεί προς τούτο και δικηγόρο. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, έμφαση δόθηκε από την υπεράσπιση και στο κατά πόσο ο εναγόμενος 3 είχε λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας προτού υπογράψει την επίδικη εγγύηση αλλά και στην ενημέρωση που ο πρώτος τύγχανε από τη Λαϊκή σε σχέση με τις εξελίξεις στο επίδικο δάνειο. Θέση του μάρτυρα ήταν ότι με βάση τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, φαίνεται ξεκάθαρα ότι από πριν την υπογραφή της επίδικης εγγύησης και καθ' όλη τη διάρκεια του δανείου, ο εναγόμενος 3 τύγχανε πλήρους και συνεχούς ενημέρωσης από τη Λαϊκή και γνώριζε ανά πάσα στιγμή ποιες ακριβώς ήταν υποχρεώσεις του με βάση την επίδικη εγγύηση που υπέγραψε. Αναφέρω τέλος ότι αντεξετάζοντας το μάρτυρα, η πλευρά της Υπεράσπισης ασχολήθηκε και με το θέμα των τόκων που φαίνεται να χρεώνετο ο επίδικος λογαριασμός και ειδικότερα ασχολήθηκε με το κατ' ισχυρισμό συμβατικό δικαίωμα που είχε αλλά και άσκησε στην προκειμένη περίπτωση η Λαϊκή, να χρεώσει το λογαριασμό με επιπρόσθετο τόκο κατά την απόλυτη κρίση της, κάτι το οποίο κατά την Υπεράσπιση ήταν αυθαίρετο και συνιστούσε καταχρηστική ρήτρα. Αναφορικά με αυτήν τη θέση της Υπεράσπισης, ο μάρτυρας παρέπεμψε μεν στις συμφωνίες των μερών σύμφωνα με τις οποίες η Λαϊκή μπορούσε να χρεώσει τόκο υπερημερίας μέχρι και 10%, ισχυρίστηκε όμως ότι η περιορισμένη πλέον αξίωση της ενάγουσας, ως αυτή φαίνεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, δεν περιλαμβάνει τους τόκους που χρέωσε η Λαϊκή, αλλά μόνο τόκους που συνίστανται στο συμβατικό επιτόκιο, αυξημένο με τόκο υπερημερίας ύψους 2% που είναι και επιτρεπτό αλλά και εύλογο. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, το επιτόκιο που αξιώνει πλέον η ενάγουσα προκύπτει αποκλειστικά από το επιτόκιο αναφοράς που καθορίζει η Κεντρική Τράπεζα και το οποίο σήμερα ανέρχεται στο 8.69%. Ο μάρτυρας τώρα που κάλεσε η πλευρά του εναγόμενου 3 προς υποστήριξη των θέσεων του τελευταίου, ήταν, ως ανέφερα και πιο πάνω, ο πρώην εναγόμενος 2, ο οποίος είναι αδελφός του εναγόμενου 3 και ο οποίος κατέθεσε την ουσία της κυρίως εξέτασής του μέσω γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β). Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη 1 συνιστούσε εταιρεία την οποία διαχειριζόταν και διεύθυνε ο πατέρας του και η πρώην εναγόμενη 4, θεία του, με τον ίδιο και τον εναγόμενο 3 αδελφό του να ήταν τότε μόνο μέτοχοι στην εν λόγω εταιρεία. Σύμφωνα με το μάρτυρα, επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη 1 είχε αιτηθεί δάνειο από τη Λαϊκή, η τελευταία ζήτησε να της δοθούν ως εξασφάλιση για το δάνειο αυτό, μεταξύ άλλων προσωπικές εγγυήσεις από τον ίδιο και τον εναγόμενο 3, καθώς επίσης και από τη θεία τους, δηλαδή την εναγόμενη
- Λόγω τούτου «.και για χάρη του πατέρα μας.», ισχυρίστηκε ο ΜΥ1, αυτός και ο εναγόμενος 3 αδελφός του δέχτηκαν και έδωσαν προσωπικές εγγυήσεις προς τη Λαϊκή. Έναν χρόνο αργότερα όμως, όταν η εναγόμενη 1 αιτήθηκε νέο δάνειο από τη Λαϊκή, ήτοι το επίδικο, τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη γραπτή δήλωση του μάρτυρα: «.Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή και συγκεκριμένα κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας του επίδικου δανείου ημερ. 11/06/2009, ήμουν 26 χρονών και ήμουν φοιτητής στο εξωτερικό, ενώ o αδερφός μου Εναγόμενος 3 ήταν 28 χρόνων και είχε επιστρέψει λίγους μήνες πριν στην Κύπρο από τις σπουδές του στο εξωτερικό. Παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία γνώριζε το νεαρό της ηλικίας μας και την οικονομική εξάρτηση από τους γονείς μας και επομένως ότι και οι δύο ήμασταν χωρίς πιστοληπτική ικανότητα, επέμεναν να μπούμε εγγυητές o Εναγόμενος 3 και εγώ, αλλιώς δεν θα παραχωρούσαν δάνειο στην εταιρεία του πατέρα μου. Για χάρη του πατέρα μας, ο αδερφός μου Εναγόμενος 3 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης στην έγγραφη συμφωνία δανείου και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων που συνήψαν τελικά η εταιρεία του πατέρα μας με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd την 11/06/
- Ο αδελφός μου Εναγόμενος 3 υπέγραψε στην σύμβαση εγγύησης ημερ. 11/06/2009 στη βάση της προσφοράς που του είχε αποστείλει η Τράπεζα ημερ. 25/05/2009 (Τεκμήριο 7Β στην γραπτή κατάθεση μάρτυρα Εναγόντων.). Σύμφωνα με την προσφορά αυτή, συνεγγυητής στο επίδικο δάνειο θα ήμουν επίσης εγώ και η Εναγόμενη
- Επομένως, ο αδελφός μου υπέγραψε ως εγγυητής υπό την προϋπόθεση ότι θα υπήρχαν άλλοι δύο συνεγγυητές, μεταξύ των οποίων και εγώ και οι οποίοι θα ευθύνονταν επίσης αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ολόκληρο το ποσό του πρωτοφειλέτη. Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και/ή οι υπάλληλοι της ουδέποτε με κάλεσαν για να υπογράψω ως συνεγγυητής στο επίδικο δάνειο ημερομηνίας 11/06/
- Οι δικηγόροι του αδελφού μου Εναγόμενου 3 συμβουλεύουν τον αδελφό μου ότι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και μετέπειτα η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ και μετέπειτα η νυν Εναγόμενη Themis Portfolio Management Holdings Limited (ΗΕ378131) ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή οι υπάλληλοι των προαναφερθέντων ιδρυμάτων, όφειλαν να ενημερώσουν τον Εναγόμενο 3 για την τροποποίηση αυτή της συμφωνίας δανείου και εγγύησης, ότι δηλαδή τελικά δεν με κάλεσαν και επομένως ουδέποτε υπέγραψα ως συνεγγυητής στο επίδικο δάνειο. Ως με ενημερώνει ο αδερφός μου και οι δικηγόροι του, ουδέποτε το έπραξαν.» Η αντεξέταση του μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας καταπιάστηκε ουσιαστικά με τη θέση του πρώτου ως προς το τι κατ' εκείνον είχε υπόψη του ο Eναγόμενος 3 όταν υπέγραφε την επίδικη συμφωνία εγγύησης. Αντεξεταζόμενος λοιπόν ο μάρτυρας ως προς το κατά πόσο ο εναγόμενος 3 γνώριζε ότι δεν είχε δοθεί και από εκείνον, τον μάρτυρα δηλαδή, προσωπική εγγύηση για το επίδικο δάνειο της εναγόμενης 1, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι «.Στην αρχή επειδή ήμουν εξωτερικό φαντάζομαι το ήξερε, μετά όμως δεν το ήξερε φαντάζομαι, εν ξέρω αν το ήξερε ή όχι, εν ειδοποιηθήκαμε από κάποιον ή εγώ ή ο Κύπρος για τούντο πράγμα.πρέπει να υπολόγισε ότι δεν το υπόγραψα, δεν ξέρω τι ειδοποίηση είχε, απλά πρέπει να το υπολόγισε μετά, όμως δεν ξέρω τι ήξερε αν ήξερε ότι δεν υπόγραψα ή όχι.Δεν ξέρω τι γνώριζε. Γνώριζε ότι ήμουν εξωτερικό. Δεν ξέρω τι γνώριζε αν είχα υπογράψει ή όϊ..Εν ξέρω τι ήξερε αν γνώριζε ότι δεν υπόγραψα.Θεωρώ ότι αν ήξερε ότι δεν θα υπογράψουν όλοι οι εγγυητές δεν θα ίσχυε ούτε η εγγύηση, δεν θα υπόγραφε ούτε εκείνος την εγγύηση.». Ο μάρτυρας ακολούθως ρωτήθηκε και κατά πόσο ο εναγόμενος 3 είχε παραπονεθεί ποτέ στην Λαϊκή ή στην Τράπεζα για το γεγονός ότι αυτός, ο μάρτυρας δηλαδή, δεν είχε υπογράψει ως συνεγγυητής στο επίδικο δάνειο. Κατά τον μάρτυρα, τόσο αυτός όσο και ο εναγόμενος 3 αδελφός του «Παραπονεθήκαμε μαζί όταν επήαμε μετά που μας κάλεσαν να πάμε για το γεγονός ότι το δάνειο τερματίστηκε τζιαί επήαμε τζιαί είπαμε τους "αφού δεν υπογράψαμε, για να είμαστε εγγυητές, δεν υπογράψαμε όλοι, γιατί πρέπει να γίνει τούντο πράγμα;"», και επειδή ήταν μετά τον τερματισμό της συμφωνίας που είχε γίνει αντιληπτό το συγκεκριμένο γεγονός, δεν ετίθετουν πλέον θέμα για τον ίδιο, τον μάρτυρα δηλαδή, να «υπογράψω σε ένα τερματισμένο δάνειο την εγγύηση». Σημειώνω εδώ ότι σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς το ποιο ακριβώς ήταν το κατ' ισχυρισμό παράπονο που υπεβλήθη από τον ίδιο και τον εναγόμενο 3 μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το παράπονό ήταν διότι «εν με κάλεσαν να υπογράψω βασικά, όχι γιατί εν υπόγραψα, γιατί εν με κάλεσαν ». Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Αν και ειδική αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω σε κατοπινό στάδιο όπου κρίνεται αναγκαίο, εντούτοις περιορίζομαι στο σημείο αυτό να αναφέρω τα εξής. Η πλευρά της ενάγουσας υποστήριξε ουσιαστικά ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό το δικαιολογημένο και βάσιμο της επίδικης αξίωσης, αφού όχι μόνο οι θέσεις της υπεράσπισης καταρρίφθηκαν από τα έγγραφα που αδιαμφισβήτητα παρουσιάζεται να υπέγραψε ο εναγόμενος 3, αλλά και διότι ο τελευταίος ουδέποτε προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει με τη μαρτυρία του και κατά θετικό τρόπο τα όσα γεγονότα αυτός επικαλείται για να απαλλαχτεί από τις ενυπόγραφες δεσμεύσεις του. Με τη δική της τελική αγόρευση από την άλλη, η πλευρά του εναγόμενου 3 υποστήριξε ουσιαστικά τις ακόλουθες θέσεις. Α.Ο μόνος λόγος που ο εναγόμενος 3 υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης ήταν διότι θεώρησε στη βάση των γραπτών παραστάσεων της Λαϊκής ότι θα υπήρχαν ακόμα δύο συνεγγυητές στο δάνειο, οι οποίοι, όπως και αυτός, θα ευθύνονταν για όλο το ποσό του πρωτοφειλέτη. Εφόσον όμως στο τέλος εν αγνοία του αλλά εις γνώση της Λαϊκής, δεν υπόγραψαν όλοι οι προτιθέμενοι εγγυητές, «η επίδικη εγγύηση ήταν προϊόν πλάνης και ψευδών παραστάσεων από την πλευρά των Εναγόντων» και εφόσον πλάνη αυτή ήταν ουσιώδης και αφορούσε σε ουσιώδη όρο της συμφωνίας, η επίδικη σύμβαση εγγύησης καθίσταται, δυνάμει και του άρθρου 100 Κεφ. 149, άκυρη εξ' υπαρχής και/ή ακυρώσιμη. Β. Ουδέποτε δόθηκε στον εναγόμενο 3 οποιαδήποτε γραπτή δήλωση αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1 ως το άρθρο 5β του Ν. 197(Ι)/03 προνοεί και ουδέποτε ο εναγόμενος 3 ενημερώθηκε εγκαίρως ως προς το ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία παρέλειπε να καταβάλει τρεις δόσεις ως το άρθρο 12 του Ν. 197(Ι)/03προνοεί. Γ. Η επίδικη σύμβαση εγγύησης δεν υπογράφθηκε συνεπεία ελεύθερης βούλησης και διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών εφόσον δεν δόθηκε στον εναγόμενο 3 η ευκαιρία να λάβει προηγουμένως ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Δ. Ο εναγόμενος 3 δεν έλαβε ποτέ οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού ή οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση με την οποία να καθίσταται απαιτητό το επίδικο χρέος ως έπρεπε να λάβει με βάση την επίδικη συμφωνία. Ε. Η επίδικη σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες Στ. Η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί αφ' ενός διότι η φερόμενη πώληση και μεταβίβαση των επίδικων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων από την τράπεζα στην ενάγουσα παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του εναγόμενου 3 εφόσον αυτός δεν ενημερώθηκε ποτέ και ούτε συγκατατέθηκε στο να «αλλάξει» ο συμβαλλόμενος του και αφ' ετέρου διότι η νυν ενάγουσα, αν και καταχώρησε ειδοποίηση δυνάμει του Ν.169(Ι)/15 αναφορικά με το φερόμενο έννομο συμφέρον της να συνεχίζει και να προωθεί η ίδια την παρούσα αγωγή σε αντικατάσταση της τράπεζας, εντούτοις δεν έλαβε ποτέ άδεια για συνέχιση της διαδικασίας δυνάμει της Δ12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής. Θα πρέπει κατ' αρχή να επισημάνω ότι σε κανένα σημείο της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκε ότι ο εναγόμενος 3 όντως υπέγραψε όλα τα έγγραφα που φέρονται να έχουν υπογραφτεί από αυτόν και τα οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια. Παρέμεινε δηλαδή αδιαμφισβήτητο και καθίσταται εύρημα μου, ότι στις 11/06/09, ο εναγόμενος 3 υπέγραψε και την επίδικη σύμβαση εγγύησης, και τη δήλωση που επισυνάπτεται στην επιστολή της Λαϊκής ημερ. 25/05/2009 αναφορικά με τη λήψη από μέρους του της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων της προτιθέμενης τότε πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1 (Τεκ. 7β) αλλά και το έντυπο που αφορούσε στην λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής σε σχέση με την εγγύηση που καλείτο να υπογράψει (Τεκ. 7γ). Το ουσιαστικό περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων το έχω ήδη παραθέσει αυτούσιο πιο πάνω και συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, άνευ αμφισβήτησης παρέμεινε και το περιεχόμενο της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού (Τεκ.10), η οποία επιβεβαιώνει, μαθηματικά τουλάχιστον, το πώς είναι που προέκυψε το υπόλοιπο της εναγόμενης 1 στις 04/07/11 που κατ' ισχυρισμό τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία δανείου και απαιτήθηκαν να πληρωθούν τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει τη θέση της υπεράσπισης ότι ο ΜΕ1 δεν είναι ο υπάλληλος της τράπεζας που συνέταξε και που τηρούσε αρχικά την εν λόγω κατάσταση, όμως την ίδια στιγμή, δεν έχω παραγνωρίσει ούτε τη λεπτομερή και αναντίλεκτη εξήγηση του μάρτυρα ως προς το πώς οι εν λόγω καταστάσεις ετοιμάστηκαν από την τράπεζα με βάση το τραπεζικό της αρχείο και παραδόθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην ενάγουσα, αλλά ούτε και το ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του ΜΕ1 δεν επιχειρήθηκε να πληγεί, έστω και υπό τύπο αμφιβολίας, η ορθότητα οποιασδήποτε χρεοπίστωσης που εκεί καταγράφεται να έγινε κατά τον ουσιώδη χρόνο, με εξαίρεση βέβαια του θέματος του τόκου για το οποίο θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Άλλωστε, ακόμη και η μαρτυρία που προσκομίσθηκε από πλευράς εναγόμενου 3, ήτοι η μαρτυρία του πρώην εναγόμενου 2, ουδέποτε επεκτάθηκε σε θέματα εσφαλμένου οφειλόμενου υπολοίπου ή σε θέματα αδικαιολόγητων χρεοπιστώσεων, με το συγκεκριμένο μάρτυρα μάλιστα να ισχυρίζεται ότι όταν αυτός και ο εναγόμενος 3 αδελφός του αποφάσισαν να υποβάλουν κάποιο παράπονο στην τράπεζα, το παράπονο τους αυτό αφορούσε μόνο στο ότι ο μάρτυρας δεν είχε κληθεί για να συμπεριληφθεί ως εγγυητής στο επίδικο δάνειο και όχι στο ποσό που η τράπεζα ζητούσε να πληρωθεί. Όσον αφορά τώρα το θέμα του τόκου με τον οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός, επισημαίνω ότι η επί του προκειμένου αμφισβήτηση της υπεράσπισης, η οποία τέθηκε κατά τρόπο αμιγώς νομικό, αφορούσε μόνο στο επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός από τις 04/07/11 και εντεύθεν, ήτοι από την ημερομηνία που το δάνειο φέρεται να τερματίστηκε και το υπόλοιπο του, το οποίο ανερχόταν τότε στις €46.743,53 άρχισε να επιβαρύνεται με τόκο 14%. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία όμως, ούτε το συγκεκριμένο υπόλοιπο αλλά ούτε και οι χρεοπιστώσεις που οδήγησαν στο υπόλοιπο αυτό, αμφισβητήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Για τον τόκο τώρα με τον οποίο χρεωνόταν το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού μετά τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό στις 04/07/11, πέραν του ότι η επί του προκειμένου αμφισβήτηση της υπεράσπισης στο τέλος κατέληξε να είναι γενική και αόριστη, αφού στην τελική επιχειρηματολογία της τελευταίας υποστηρίζεται απλά ότι η επίδικη σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε κάποια συγκεκριμένη συμβατική ρήτρα, το θέμα ουσιαστικά κατέστη άνευ σημασίας συνεπεία του περιορισμού της απαίτησης της ενάγουσας μέσω των αναδομημένων καταστάσεων. Αυτό γιατί με τις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις, η ενάγουσα «αφαίρεσε» από την αξίωση της κάθε ποσό που χρεώθηκε στον επίδικο λογαριασμό μετά τις 04/07/11 στη βάση του καταχρηστικού και αυθαίρετου κατά την υπεράσπιση επιτοκίου του 14% και περιέλαβε μόνο χρεώσεις τόκου με βάση τα μη αμφισβητούμενα αλλά και επιτρεπτά επιτόκια της σύμβασης και της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. και Τεκ.12). Η ενασχόληση λοιπόν με το κατά πόσο ήταν όχι καταχρηστικές και αυθαίρετες οι χρεώσεις τόκου 14% μετά τις 04/07/11 καθίσταται άνευ σημασίας και σε κάθε περίπτωση, θέμα πλέον καθαρά ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Κοντολογίς, για τους πιο πάνω λόγους, καθίστανται περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι στις 04/07/11 ο επίδικος λογαριασμός της εναγόμενης 1 παρουσίαζε ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €46.743.53 ως φαίνεται στην κατάσταση Τεκ.10 καθώς επίσης και ότι οι χρεοπιστώσεις που οδήγησαν στη δημιουργία του υπολοίπου αυτού, είναι ως η εν λόγω κατάσταση δείχνει. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και ευρημάτων του Δικαστηρίου, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, είναι το κατά πόσο, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, η ενάγουσα δικαιούται να απαιτεί, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής πλευράς, όπως πληρωθεί από τον εναγόμενο 3 τα ποσά που αξιώνει. Επί τούτου σημειώνω τα εξής. Η έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας και ιδιαίτερα τα έγγραφα που εν τέλει δεν αμφισβητήθηκε ότι υπογράφτηκαν από τον εναγόμενο 3, το περιεχόμενο των οποίων έχω παραθέσει ανωτέρω, παρουσιάζουν τον τελευταίο, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο, να είχε πλήρη επίγνωση κατά τον χρόνο που υπέγραφε την επίδικη εγγύηση για τα εξής θέματα. Πρώτον, για τα περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτιδας 1 εταιρείας, της οποίας άλλωστε ας μην μας διαφεύγει ότι ήταν, εκ της ιδιότητας του μετόχου, συνιδιοκτήτης. Δεύτερο, για τις πρόνοιες και τους όρους της επίδικης εγγύησης, την οποία μάλιστα δήλωσε ενυπογράφως ότι την είχε διαβάσει προσεκτικά και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της. Τρίτο, για το ότι με τα έγγραφα που καλείτο να υπογράψει θα δεσμευόταν νομικά να πληρώσει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό ήθελε παραλείψει να πληρώσει η εναγόμενη 1 σε σχέση με το επίδικο δάνειο που της έδωσε η Λαϊκή. Τέταρτο, για το ότι η εγγύηση του αυτή συνιστούσε επιπρόσθετη εξασφάλιση για το δάνειο και μάλιστα εξασφάλιση χωριστή και ανεξάρτητη από οποιανδήποτε άλλη εγγύηση ή εξασφάλιση τυχόν είχε ή δεν είχε ως τότε η Λαϊκή. Τέλος, για το ότι αυτός είχε δικαίωμα να συμβουλευτεί δικηγόρο της επιλογής του ώστε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή προτού να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο και να δεσμευτεί νομικά. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω τη νομολογιακή αρχή ότι η υπογραφή που θέτει ένα πρόσωπο επί ενός εγγράφου δεσμεύει το εν λόγω πρόσωπο και είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, με το βάρος να είναι στους ώμους του ν' αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι το έγγραφο που υπέγραψε λόγω κατ' ισχυρισμό ανικανότητας ή τυφλότητας ή αναλφαβητισμού ή παραπλάνησης ή δόλου, είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που νόμιζε ότι υπέγραφε (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018) Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Η πλευρά της υπεράσπισης τώρα, αμφισβητώντας ως θέμα πραγματικό (factual), τόσο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε από τον εναγόμενο 3 η επίδικη σύμβαση εγγύησης όσο και το τι έλαβε χώρα σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τελευταίου ως εγγυητή καθ' όσο χρόνο ο επίδικος λογαριασμός ήταν σε λειτουργία, πρόβαλε και προώθησε τη θέση ότι κατά τον εναγόμενο 3, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης δεν ήταν ως παρουσιάζονται να ήταν με τα έγγραφα που υπέγραψε ο τελευταίος. Είναι δε επί αυτής της πραγματικής (factual) αμφισβήτησης που οικοδομήθηκε και όλη η νομική επιχειρηματολογία της υπεράσπισης ως προς ότι ο εναγόμενος 3 θα πρέπει να απαλλαχτεί από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής, διότι δεν έτυχαν σεβασμού τα δικαιώματα που του διασφαλίζουν οι πρόνοιες του Κεφ.149 και του Ν. 197(Ι)/03. Όμως, παρά το ότι η υπεράσπιση πρόβαλε και προώθησε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο γεγονότων το οποίο ήταν αντίθετο με το πλαίσιο γεγονότων που σκιαγραφούν οι υπογεγραμμένες δηλώσεις του ίδιου του εναγόμενου 3, στο τέλος, οι πραγματικές (factual) αυτές θέσεις της υπεράσπισης παρέμειναν μετέωρες και καθαρά στη σφαίρα του υποθετικού. Εξηγώ. Κατά πρώτο, ο εναγόμενος 3 δεν προσήλθε ποτέ στο Δικαστήριο να καταθέσει ως μάρτυρας ώστε να προσπαθήσει να πείσει αν μη τι άλλο, και για το τι είχε κατά νου όταν υπέγραφε την επίδικη συμφωνία εγγύησης αλλά και για το ποιες ήταν οι συνθήκες κατά το χρόνο της υπογραφής, αν τα πράγματα δεν ήταν ως οι δικές του υπογεγραμμένες δηλώσεις τα παρουσιάζουν να ήταν. Θέσεις λοιπόν επί γεγονότων που τέθηκαν από την υπεράσπιση, όπως το ότι ο εναγόμενος 3 δεν διάβασε τα έγγραφα προτού τα υπογράψει, ότι δεν «ττίκκαρε» το έντυπο για τη νομική συμβουλή διότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα να το διαβάσει, ότι δεν έλαβε κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1, ότι βασίστηκε σε παραστάσεις που του έγιναν από πλευράς Λαϊκής, ότι δεν ήξερε ότι δεν υπέγραψε και ο ΜΥ1 ως εγγυητής και ότι η επίδικη εγγύηση ήταν προϊόν πλάνης και ψευδών παραστάσεων που έγιναν από πλευράς Λαϊκής, ουδέποτε υποστηρίχθηκαν κατά θετικό τρόπο από τον ίδιο τον εναγόμενο 3 από τον οποίο και υποτίθεται ότι προέρχονταν. Η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς εναγόμενου 3 σε σχέση με τον προαναφερόμενο βασικό άξονα της υπεράσπισης, ήτοι το τι είχε ο εναγόμενος 3 κατά νου όταν υπέγραφε τα επίδικα έγγραφα, ήταν η μαρτυρία του αδελφού του τελευταίου, του ΜΥ1 δηλαδή, η οποία όμως μαρτυρία φάνηκε στο τέλος να συνίσταται, ούτε λίγο ούτε πολύ, απλά σε υποθέσεις και εικασίες που ο μάρτυρας έκαμνε για το τι μάλλον είχε κατά νου ο αδελφός του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μάλιστα δε, στο τέλος ο ΜΥ1 κατέληξε να δηλώνει για τον εναγόμενο 3 ότι «Εν ξέρω τι ήξερε αν γνώριζε ότι δεν υπόγραψα», καθιστώντας έτσι τη μαρτυρία του ουσιαστικά ανήμπορη να υποστηρίξει με την αναγκαία βαρύτητα τις ρητές θέσεις επί γεγονότων που υποβλήθηκαν στο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του. Κατά δεύτερο, όσον αφορά τις θέσεις τις υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 3 δεν ενημερώθηκε ποτέ για τις καθυστερήσεις της εναγόμενης 1 ή για το ότι το δάνειο της τελευταίας είχε τερματιστεί και είχαν καταστεί απαιτητά τα οφειλόμενα ποσά, θα περιοριστώ να αναφέρω τα εξής. Η ενάγουσα παρουσίασε ως τεκμήρια σχετικά με το θέμα αυτό, τις επιστολές ημερ. 10/06/11 (Τεκ. 8) και 04/07/11 (Τεκ.9). Αν και οι εν λόγω επιστολές παρουσιάζονται να στέλλονται σε διαφορετικές διευθύνσεις σε σχέση με τον εναγόμενο 3, εντούτοις, όσον αφορά την επιστολή της 10/06/11, αυτή φαίνεται να αποστέλλεται στη διεύθυνση που ο τελευταίος είχε δηλώσει στην επίδικη σύμβαση εγγύησης (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1 ΑΑΔ 479), ενώ όσον αφορά τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό που επήλθε με την επιστολή της 04/07/11 και την υποβολή απαίτησης για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού, από τη μαρτυρία του ίδιου του ΜΥ1 φάνηκε ξεκάθαρα ότι τα θέματα αυτά είχαν από τότε περιέλθει σε πλήρη γνώση του εναγόμενου 3 - «. όταν επήαμε μετά που μας κάλεσαν να πάμε για το γεγονός ότι το δάνειο τερματίστηκε. Πήγαμε στην τράπεζα μιλήσαμε εκεί στην τράπεζα με τα υπεύθυνα άτομα της τράπεζας.Γιατί να την υπογράψω σε ένα τερματισμένο δάνειο, την εγγύηση;» (έμφαση δική μου). Πέραν τούτων όμως, ούτε ο εναγόμενος 3 προσήλθε ποτέ στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει κατά θετικό τρόπο ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για τα όσα περιέχονται στις επιστολές της 10/06/11 και 04/07/11 και ούτε η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους του μέσω του ΜΥ1 προώθησε ποτέ τέτοιες θέσεις. Στο σημείο αυτό αναφέρω παρενθετικά ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν υποστηρίζει ούτε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 3 θα πρέπει να απαλλαχτεί από την εγγύηση του διότι δεν ενημερώθηκε εγκαίρως για τις καθυστερήσεις στην πληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων, ως το αρ.12 του Ν. 197(Ι)/03 επιβάλλει[1]. Αυτό γιατί σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση δανείου (Τεκ.6) αλλά και το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού Τεκ.10, μέχρι και τον Φεβρουάριο 2010 γίνονταν πληρωμές έναντι του δανείου, οι εκάστοτε δόσεις του οποίου καταβάλλονταν περί τα μέσα προς το τέλος του κάθε μήνα, και όταν στάληκε η επιστολή της 10/06/11 με την οποία ο εναγόμενος ενημερωνόταν για την ύπαρξη καθυστερήσεων (Τεκ.8), τρεις ήταν μόνο οι μήνες που είχαν παρέλθει χωρίς να γίνει καμία πληρωμή (Μάρτης, Απρίλης, Μάης). Κανένας λοιπόν δυσμενής επηρεασμός δεν διαπιστώνεται να προκλήθηκε στα δικαιώματα του εναγόμενου 3 ως εγγυητή της εναγόμενης 1 και το αναφέρω τούτο επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι και να είχε προκληθεί οποιοσδήποτε τέτοιος δυσμενής επηρεασμός, αυτό, σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 12
(3)του Ν.197(Ι)/03[2], δεν θα συνεπάγετο αυτόματα και την πλήρη απαλλαγή του εναγόμενου 3 από τις υποχρεώσεις του. Αντιθέτως, ως το ίδιο το άρθρο προνοεί, η μη συμμόρφωση του πιστωτή με τις συγκεκριμένες πρόνοιες απαλλάσσει αυτόματα τον εγγυητή μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο τελευταίος έχει απωλέσει το δικαίωμα του για τελική ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη, κάτι όμως που στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος 3 ούτε πρόβαλε και ούτε προώθησε ποτέ ως μέρος της υπερασπιστικής του γραμμής. Για τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι αντίθετα με τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της ενάγουσας, την οποία αποδέχομαι στο σύνολο της ως αξιόπιστη, οι θέσεις που πρόβαλε η υπεράσπιση στερούνται κάθε πραγματικού και νομικού ερείσματος. Τούτου λεχθέντος, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ για σκοπούς πληρότητας, ότι όσον αφορά την αμφισβήτηση που έθεσε για πρώτη φορά η υπεράσπιση με την τελική της αγόρευση σε σχέση με τη νομιμοποίηση της ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή στη βάση κατ' ισχυρισμό απόκτησης των επίδικων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την τράπεζα κατ' εφαρμογή του Ν.169/(Ι)/15, η θέση αυτή δεν μπορεί καθόλου να πετύχει. Αυτό όχι μόνο γιατί η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ποτέ πριν τις τελικές αγορεύσεις ότι ως γεγονός η ενάγουσα αντικατέστησε / υποκατέστησε στη βάση των προνοιών του Ν.169/(Ι)/15 την Τράπεζα Κύπρου στις επίδικες συμβατικές σχέσεις, αλλά και διότι τη σχετική με το θέμα αυτό μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία συνιστά και το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίστηκε το «έννομο συμφέρον» της ενάγουσας, η ίδια υπεράσπιση την υιοθέτησε ως μέρος και των δικών της πραγματικών (factual) θέσεων - (βλ. μαρτυρία ΜΥ1 - « Οι δικηγόροι του αδελφού μου Εναγόμενου 3 συμβουλεύουν τον αδελφό μου ότι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και μετέπειτα η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ και μετέπειτα η νυν Εναγόμενη Themis Portfolio Management Holdings Limited (ΗΕ378131) ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή οι υπάλληλοι των προαναφερθέντων ιδρυμάτων, όφειλαν.». Αναφέρω εδώ επίσης ότι οι πρόνοιες της Δ.12 που επικαλείται η υπεράσπιση, της οποίες πραγματεύεται και η απόφαση ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ D K INTERCITY BUSES LARNACAS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2011, 7/7/2017 στην οποία με παρέπεμψε η τελευταία, όχι μόνο ρητά αναφέρουν ότι σε περίπτωση που εφαρμόζονται δεν οδηγούν σε απόρριψη της αγωγής[3] (σ.Δ. στην Π.Ε.388/11 δεν είναι η αγωγή που απορρίφθηκε αλλά η ενδιάμεση αίτηση του φερόμενου «νέου» πιστωτή για εκτέλεση της απόφασης), αλλά και ενόψει του ότι πρόκειται για δευτερεύουσα νομοθεσία, δεν μπορούν να υπερισχύσουν των προνοιών βασικής νομοθεσίας και δη νομοθεσίας ειδικής φύσης όπως είναι το αρ.18 του Ν.169/(Ι)/15[4]. Το εν λόγω άρθρο επισημαίνω, το οποίο η ενάγουσα όχι μόνο έχει επικαλεστεί ρητά αλλά και έχει εφαρμόσει με τον τρόπο που εκεί προνοείται ώστε να νομιμοποιηθεί αυτή να προωθεί την παρούσα αγωγή, ήτοι με την καταχώρηση της προβλεπόμενης ειδοποίησης δυνάμει του αρ.18, η ίδια η υπεράσπιση έχει αναγνωρίσει και δεχτεί ότι τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση (βλ. μαρτυρία ΜΥ1 ανωτέρω (Έγγραφο Β) καθώς και τον τίτλο που η υπεράσπιση χρησιμοποίησε για να παρουσιάσει τον εν λόγω έγγραφο, στον οποίο η ενάγουσα αναφέρεται ως η νυν ενάγουσα της αγωγής συνεπεία τροποποίησης «δυνάμει ειδοποίησης ημερομηνίας 06/10/21») Στη βάση των ανωτέρω συνεπώς, θεωρώ ότι δεν μπορεί η υπεράσπιση να επιχειρεί τώρα ν' αμφισβητήσει τα όσα περιβάλλουν και εξηγούν, ορθά και νόμιμα κατά την κρίση μου, το πώς και γιατί η ενάγουσα νομιμοποιείται να προωθεί αυτή την παρούσα αγωγή. Πρόσθετα των πιο πάνω όμως και σε ότι αφορά το παράπονο του εναγόμενου 3 για τη παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων που προστατεύονται από το αρ.26
(1)Σ λόγω μη έγκαιρης ενημέρωσης του και μη εξασφάλισης της συγκατάθεσης του σε σχέση με την πώληση και μεταβίβαση των επίδικων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την τράπεζα προς την ενάγουσα, θα περιοριστώ να παραπέμψω στο εξής απόσπασμα από το λόγο της Lextalionis Investments Ltd και Άλλοι ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1833 στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Κούμας: «Δεν σημειώθηκε παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος, ενόψει του ότι το προστατευόμενο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι το οποίο κατοχυρώνεται από το προαναφερθέν άρθρο του Συντάγματος, θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των Συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Όπως λοιπόν και στην Lextalionis ανωτέρω έτσι και στην παρούσα, κανένα συμβατικό δικαίωμα ή υποχρέωση που είχαν ο εναγόμενος 3, η Λαϊκή και μετέπειτα η τράπεζα, δεν διαφοροποιήθηκε λόγω του αποδεκτού, ως εξήγησα ανωτέρω, γεγονότος της πώλησης και μεταβίβασης στην ενάγουσα των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων και καμία περί του αντιθέτου θέση δεν προβλήθηκε ή προωθήθηκε ποτέ από πλευράς υπεράσπισης. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς και πρόσθετα των όσων ευρημάτων έχω ήδη κάμει, βρίσκω ότι ο εναγόμενος 3 υπέγραψε την επίδικη εγγύηση αυτόβουλα, ενσυνείδητα και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών που αυτή η προσωπική του εγγύηση συνεπάγετο, ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο τα δικαιώματα του τύγχαναν πλήρους σεβασμού, ότι ενεργοποιήθηκε δεόντως η συμβατική του υποχρέωση ως εγγυητής της εναγόμενης 1 να καλύψει προσωπικά το χρέος της τελευταίας, ότι στις 04/07/11 το εν λόγω χρέος ανέρχετο στο ποσό των €46.743.53 πλέον τόκους, ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται να αξιώνει όπως πληρωθεί αυτή το ποσό που οφείλει να καταβάλει ο εναγόμενος 3 και ότι το ποσό που ζητά η τελευταία να πληρωθεί, ήτοι το ποσό των €104.934,81 πλέον τόκο 8.69% ετησίως από 09/11/21 μέχρι εξοφλήσεως επί ποσού €101.775,07, συνιστά ποσό που εμπίπτει και στις συμβατικές υποχρεώσεις του εναγόμενου 3 αλλά και στα όρια που θέτει η νομοθεσία που αμφότερα τα μέρη επικαλέστηκαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους επομένως, κρίνω ότι η ενάγουσα απέδειξε πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον του εναγόμενου 3. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 3 για το ποσό των €104.934,81 πλέον τόκο 8.69% ετησίως επί ποσού €101.775,07 από 09/11/21 μέχρι εξοφλήσεως. Σε περίπτωση που το επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας ήθελε μειωθεί προτού εξοφληθεί η παρούσα απόφαση, τότε το χρέος του εναγόμενου 3 ή το οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού, θα συνεχίσει πλέον να επιβαρύνεται με τον ανάλογα μειωμένο τόκο. Νοείται ότι το εξ' αποφάσεως χρέος του εναγόμενου 3 θα οφείλεται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με το ποσό που επιδικάστηκε ήδη εναντίον της εναγομένης 1 στις 11/11/17. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 3 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στην κλίμακα της αγωγής μέχρι τις 23/11/17 που περιορίστηκε η δικογραφημένη απαίτηση και ακολούθως στην κλίμακα €50.000 - €100.000 που ήταν η κλίμακα της εναπομείνασας αξίωσης υπό στοιχείο Β, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον νόμιμο τόκο και ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.)........... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πρωτοκολλητής [1] 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων.» [2]
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. [3] 1. A cause or matter shall not become abated by reason of the death or bankruptcy of any of the parties, if the cause of action survive or continue, and shall not become defective by the assignment, creation, or devolution of any estate or title pendente lite; and, whether the cause of action survives or not, there shall be no abatement by reason of the death of either party between the termination of the hearing and judgment, but judgment may in such case be given notwithstanding the death. [4]
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγή.και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου.η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο.η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος: cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο