Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ως έχει μετονομασθεί σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Λουκά κ.α., Αρ. Αίτησης: 718/2009, 1/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κάρνου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 718/2009 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ως έχει μετονομασθεί σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Αιτητών -και-
- XXXXX Λουκά, XXXXX 8, Διαμ. XXXXX, XXXXX Λευκωσία
- XXXXX Λουκά, XXXXX 8, Διαμ. XXXXX, XXXXX Λευκωσία
- XXXXX Λουκά, XXXXX 8, Διαμ. XXXXX, XXXXX Λευκωσία
- XXXXX Λουκά, XXXXX 46, XXXXX Court, Δ. XXXXX, XXXXX Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 1 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης. Για Καθ' ης η Αίτηση 4: κα. Κ. Γεωργιάδου, για Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για άδεια εκτέλεσης απόφασης) Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 1/9/2020 (εντεύθεν καλούμενη ως «η αίτηση») η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 Θ.8 και Δ.48 Θ1, 2, 8
(1)(kk), Δ.57 Θ.2, οι αιτητές εξαιτούνται από το Δικαστήριο: (Α) Διάταγμα που να επιτρέπει την παράταση χρόνου για καταχώρηση αίτησης για άδεια εκτέλεσης απόφασης και (Β) Άδεια και/ή Διάταγμα που να επιτρέπει την εκτέλεση της απόφασης ημερ.6/10/2009 λόγω παρέλευσης έντεκα
(11)ετών από την ημερομηνία έκδοσής της. Παρά το ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, αυτή επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση μετά από σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου. Σε αντίθεση με τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3, εναντίον των οποίων εξεδόθησαν ερήμην τα αιτούμενα διατάγματα στις 26/2/2021, η καθ' ης η αίτηση 4 καταχώρισε στις 13/5/2021 ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, με αποτέλεσμα η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η αίτηση και οι ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση καταγράφονται σε τρεις ένορκες δηλώσεις του κ. Α. Ανδρέου ημερ.1/9/2020, 15/10/2020 και 24/11/2020 αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι οι δυο τελευταίες σε χρονολογική σειρά ένορκες δηλώσεις καταχωρίστηκαν ως συμπληρωματικές της αρχικής ένορκης δήλωσης, κατόπιν λήψης σχετικής άδειας Δικαστηρίου. Στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 1/9/2020 ο ομνύων αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές όπως προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτηση. Εργάστηκε μέχρι την 31/1/2018 ως λειτουργός στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών των αιτητών και ακολούθως μεταφέρθηκε στην εταιρεία Altamira Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων που είχε συναφθεί μεταξύ των αιτητών και της εν λόγω εταιρείας. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι και ο χειρισμός δικαστικών υποθέσεων της αιτήτριας. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεση προσωπικά, αλλά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του λόγω της πιο πάνω ιδιότητάς του. Στις 6/10/2009 εξεδόθη δικαστική απόφαση δια της οποίας επιτράπηκε η καταχώριση και εγγραφή διαιτητικής απόφασης ημερ.9/2/2006 εναντίον των καθ' ων η αίτηση (βλ. Τεκμήριο 1 ΕΔ Ανδρέου ημερ.1/7/2020). Η εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης δεν κατέστη μέχρι σήμερα δυνατή, παρά το ότι έχουν παρέλθει 11 χρόνια από την ημερομηνία εκδόσεως της. Στις 23/9/2010 καταχωρίστηκε ένταλμα για εκποίηση κινητής περιουσίας των καθ' ων η αίτηση το οποίο, τελικά αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Στις 9/10/2017 καταχωρίστηκε Ειδοποίηση Μετονομασίας (βλ. Τεκμήριο 2 ΕΔ Ανδρέου ημερ.1/7/2020). Μέσω των συμπληρωματικών του ενόρκων δηλώσεων, ο ομνύων παραθέτει περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τα σχετικά γεγονότα, ως ακολούθως: Στις 9/2/2006 εκδόθηκε ερήμην διαιτητική απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση για ποσό €4,664.93 (2.746,44 Λ.Κ.) πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1/1/2006 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €101.91 (60 Λ.Κ.) ως έξοδα διαιτησίας. Στις 6/10/2009 η πιο πάνω διαιτητική απόφαση ενεγράφη προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον των καθ' ων η αίτηση, οι οποία παρέλειψαν να εμφανιστούν στη διαδικασία, παρά το ότι ειδοποιήθηκαν γι' αυτή. Σύμφωνα με σχετική κατάσταση λογαριασμού που τηρούν οι αιτητές ημερ.5/11/2020, το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό την 31/12/2019 ανήρχετο σε €7,021.39 (βλ. Παράρτημα Συμπληρωματικής ΕΔ Ανδρέου ημερ. 24/11/2020). Οι καθ' ων οι αίτηση μέχρι και το έτος 2014 είχαν συμμορφωθεί μερικώς με την εκδοθείσα εναντίον τους απόφαση, καταβάλλοντας κατά καιρούς κάποια χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής τους και έχουν αποπληρώσει συνολικά έναντι της οφειλής τους το ποσό €2,865.
- Στο μεσοδιάστημα είχαν γίνει διάφορες προσπάθειες μεταξύ των δύο πλευρών με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης. Εξαιτίας της χαμηλής αξίας του εξ' αποφάσεως χρέους και λόγω των προαναφερθέντων προσπαθειών διευθέτησης, οι αιτητές, ενεργώντας καλόπιστα, δεν έδωσαν οδηγίες τους δικηγόρους τους προκειμένου να προχωρήσουν στη λήψη οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Όμως οι καθ' ων η αίτηση ήταν ενήμεροι ότι οι αιτητές διεκδικούσαν το εξ' αποφάσεως χρέος, λόγω των εξώδικων προσπαθειών τους για διευθέτηση της υπόθεσης, αλλά και λόγω των διαφόρων επιστολών που έλαβαν από τους αιτητές. Το γεγονός ότι το εξ' αποφάσεως χρέος δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί, προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στους αιτητές, εν όψει του ότι το ποσό που κατέβαλαν μέχρι σήμερα οι καθ' ων η αίτηση δεν έχει καλύψει το αρχικό ποσό της εκδοθείσας απόφασης, όπως επίσης δεν έχει καλύψει και το ποσό των δικηγορικών εξόδων, τα οποία επιδικάστηκαν ως αποτέλεσμα της διαιτητικής απόφασης και της εγγραφής αυτής στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Εν όψει των πιο πάνω ο ομνύων υποστηρίζει ότι είναι εύλογο να εκδοθούν τα αιτηθέντα διατάγματα για σύντομο χρονικό διάστημα, προκειμένου να μπορούν οι αιτητές να λάβουν δικαστικά μέτρα εκτέλεσης προς είσπραξη του εναπομείναντος εξ' αποφάσεως οφειλόμενου ποσού. Η Ένσταση της καθ' ης η αίτηση 4 και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Δια της ειδοποίησης περί προθέσεως ένστασής της, η οποία συνοδεύεται από δική της ένορκη δήλωση, η καθ' ης η αίτηση 4 υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους: Οι αιτητές δεν εξηγούν μέσω των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση για ποιο λόγο επέδειξαν αδράνεια ως προς την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 6/10/2009, ούτε γιατί δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της εν λόγω απόφασης, ούτε για ποιο λόγο αποσύρθηκε το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας που καταχωρίστηκε εναντίον των καθ' ων η αίτηση στις 23/9/
- Περαιτέρω οι αιτητές δεν προσδιορίζουν οι οποιεσδήποτε ενέργειες στις οποίες προέβησαν από την 9/10/2017 που καταχώρησαν Ειδοποίηση Μετονομασίας και εντεύθεν. Η καθ' ης η αίτηση παραπονείται επίσης ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε για την αλλαγή του ονόματος των αιτητών. Γενικότερα, μέσω της ένστασης, υποστηρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι γενική και αόριστη, δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα γεγονότα που να δικαιολογούν την έγκριση αυτής και ότι εν πάση περιπτώσει δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτηθέντος διατάγματος, όπως αυτές έχουν καθοριστεί στη σχετική επί του θέματος Νομολογία. Νομική Πτυχή Η Διάταξη 40 Θ.8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας ερείδεται η υπό κρίση αίτηση, διαλαμβάνει αυτολεξεί τα ακόλουθα:
- Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι. Σημειώνεται για λόγους πληρότητας πως αρχικά, ο συνολικός χρόνος της ισχύος μιας δικαστικής απόφασης για σκοπούς λήψης εκτελεστικών μέτρων, καθοριζόταν στα 6 έτη. Ακολούθως, με τη θέσπιση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.1) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2011 στις 9/9/2011, ο χρόνος αυτός αυξήθηκε στα 10 έτη και πιο πρόσφατα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2020, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 27/3/2020, ο χρόνος αυξήθηκε στα 12 έτη από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Μετά την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου ως προβλέπεται στη Δ.40 Θ.8 ανωτέρω, απαιτείται η εξασφάλιση άδειας Δικαστηρίου για τη λήψη ή συνέχιση λήψης οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης. Η δε επαναλαμβανόμενη χρήση της λέξης "μπορεί" («may") στο λεκτικό της Δ.40, Θ8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή διατάγματος, μετά την παρέλευση 12 ετών από την ημερομηνία έκδοσής της, είναι ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει η Δ.40 θ.8, αποτέλεσε αντικείμενο μακρόχρονης νομολογιακής επεξεργασίας (βλ. Ορφανίδη κ.ά. v. S & G. Securities and General Finance Ltd Πολ. Έφ. 302/2013, ημερ. 8/4/2021, Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Π.Κ. Πολ. Έφ. 219/2012, ημερ. 31/1/2019, Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 367/12, ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, ΣΠΕ Κοντέας v. Mιχαήλ,
(2012)1Β Α.Α.Δ.1604, Panaou v. Christofi
(1963)2 C.L.R. 19, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1218, Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, πολ.εφ.290/10, 19.6.2014, Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Πολ. Έφ. 179/2013 ημερ. 27/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:A492, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 47/13, ημερ. 10.6.2019, Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφ. 11/2013, 1.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A264, Ανδρέα Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφ. 206/2012, 26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:A373). Στην πρόσφατη απόφαση Ορφανίδη κ.ά. v S & G. Securities and General Finance Ltd ανωτέρω, αναλύθηκαν ευκρινώς οι αποκρυσταλλωμένες επί του θέματος νομολογιακές αρχές με παραπομπή σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Στην πρόσφατη υπόθεση Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 367/12, ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, κατόπιν ανασκόπησης της μέχρι τότε νομολογίας συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης στη βάση της Δ.40 θ.8 ως εξής: «Είναι επίσης θεμελιωμένο πως, είτε μονομερώς καταχωρηθεί η αίτηση είτε δια κλήσεως, ο αιτητής δέον να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να προσδιορίζεται η ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης καθώς και το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο. Περαιτέρω πρέπει να τεκμηριώνεται ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης. Προσθέτως δέον να αιτιολογείται η καθυστέρηση και να διαφαίνεται πως δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (Βλ. Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ.εφ.11/2013, 1.6.2018). Στη ΣΠΕ Κοντέας v. Μιχαήλ
(2012)1Β Α.Α.Δ.1604 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: "Η ίδια η Δ.40 Κ. 8 δεν απαριθμεί τα κριτήρια που το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να διατάξει την ανανέωση μιας απόφασης. Όμως όπως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται εκτέλεσης και το όλο πνεύμα της νομολογίας είναι ότι έχει ο αιτητής το βάρος απόδειξης. Επομένως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το βάρος δεν πρέπει να είναι στον αιτητή για ανανέωση της απόφασης (εδώ τους εφεσείοντες) δεν μας βρίσκει σύμφωνους. .. Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ.μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider [1948]2 All E.R.402, Good Challenger Nevugante SA v. Metalexportimport SA [2003] Q.B.471,Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R.249 και Patel v. Singh [2002] EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Pater v. Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης. . Σε μεταγενέστερη υπόθεση Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, πολ.εφ.290/10,19.6.2014, αφού αναφέρθησαν και αναλύθησαν οι προηγούμενες αποφάσεις καθώς και αριθμός αγγλικών αυθεντιών, το Εφετείο κατέληξε πως «η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67)». Ως τέτοιος προσδιορισμός του δυσμενούς επηρεασμού θα πρέπει να θεωρείται πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως η απραξία του σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει.» Η πιο πάνω νομική προσέγγιση υιοθετήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, στην οποία τονίστηκε επιπρόσθετα ότι «ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη ». Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην Ορφανίδη ανωτέρω, επικυρώθηκε ως ορθή η έγκριση αίτησης για άδεια εκτέλεσης απόφασης που είχε καταχωριστεί 22 έτη μετά την ημερομηνία έκδοσης απόφασης, αφού η απόφαση είχε εκδοθεί στις 29/11/1991 και η αίτηση για άδεια καταχωρίστηκε την 1/7/
- Κρίθηκε ως αποφασιστικής σημασίας στοιχείο που συνηγορούσε υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για άδεια εκτέλεσης το γεγονός της λήψης μέτρου εκτέλεσης της απόφασης ήτοι της καταχώρισης memo επί της ακίνητης περιουσίας της εφεσείουσας που είχε λάβει χώρα μέσα στο έτος
- Όπως ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο: «Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφασιστικής σημασίας για το υπό εξέταση θέμα ήταν η λήψη μέτρου εκτέλεσης, δηλαδή η κατάθεση του memo ενώ η παράταση του ή όχι δεν αφορούσε τη διαδικασία ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια που αν και αναγνωρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης, εν τούτοις δεν την απέδωσε σε κακόβουλη ή καταχρηστική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, θεωρώντας τη δικαιολογημένη, ενόψει εκκρεμότητας εντάλματος πώλησης της περιουσίας της εναγόμενης 2 στο Κτηματολόγιο, στα πλαίσια διαδικασίας άλλης Αγωγής.» Περαιτέρω, ειδικά σε σχέση με το ενδεχόμενο πρόκλησης δυσμενούς επηρεασμού της Εφεσείουσας σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Κτωρίδη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι «δυσμενής επηρεασμός» θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως πιστωτής δίνει με την απραξία του στον χρεώστη την εντύπωση πως δεν πρόκειται να εκτελέσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd v Π.Κ. ανωτέρω, διατυπώθηκαν ευσύνοπτα οι ακόλουθες αρχές: «Σύμφωνα με καθιερωμένη αρχή δικαίου: "... a judgment creditor is in general entitled to enforce a money judgment which he has lawfully obtained against a judgment debtor by all or any of the means of execution prescribed by the relevant rules of court.", (βλ. Roberts Petroleum v Bernard Kenny Ltd [1982] 1 All ER 685, σελίδα 690, καθώς, επίσης, [1983] 1 All ER 564, σελίδες 571 έως 572, και Κτωρίδης v. Alpha Bank Cyprus Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 1173, σελίδα 1178, όπου το πιο πάνω απόσπασμα παρατίθεται). Πρόκειται για δικαίωμα το οποίο έχει κάθε εξ αποφάσεως πιστωτής, όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης παραλείπει να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μέσα σε χρονική περίοδο δέκα χρόνων από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, χωρίς να χρειάζεται σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Με την παρέλευση του χρόνου αυτού, τούτο ασκείται κατόπιν εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο, δυνάμει του Κ. 8[1] της Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το δικαστήριο παραχωρεί άδεια για λήψη μέτρων εκτέλεσης, ασκώντας προς τούτο διακριτική εξουσία, εφόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής καταδεικνύει, κατ' ελάχιστο, προς ικανοποίησή του, ότι εξακολουθεί να υφίσταται το εξ αποφάσεως χρέος ή οποιοδήποτε μέρος του, ότι δικαιολογημένα δεν έχουν αποδώσει τα μέτρα εκτέλεσης που ο ίδιος τυχόν να έχει λάβει εμπρόθεσμα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η λήψη επιπρόσθετων μέτρων και ότι τα προτιθέμενα μέτρα δυνατό να οδηγήσουν στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Επιπρόσθετα, η αδράνεια εξ αποφάσεως πιστωτή στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας μετά την πάροδο δέκα ετών. Σε τέτοια περίπτωση, το εν λόγω δικαίωμα αντισταθμίζεται και με τυχόν μεταβολή των συνθηκών του εξ αποφάσεως χρεώστη, ώστε να διασφαλίζεται πως η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας δε θα του προκαλέσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, (βλ. Duer v Frazer [2001] 1 All ER 249, σελίδα 255, The "Good Challenger" [2004] 1 Lloyd's Rep. 67, σελίδες 85 έως 86, και Ανδρέας Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A373, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 206/2012, 26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:A373). Στην εν λόγω υπόθεση επικυρώθηκε ως απολύτως ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η παρέλευση 13 σχεδόν ετών από το 1999 χωρίς τη λήψη οιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και 19 ετών από την έκδοση της απόφασης» αποτελεί μακρά περίοδο απραξίας η οποία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί, παρά τις διαβουλεύσεις που κατ' ισχυρισμό των αιτητών έλαβαν χώρα μεταξύ των μερών. Στην υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ανωτέρω, οι εφεσείοντες είχαν, μεταξύ άλλων, εισηγηθεί πως η καθυστέρηση από μέρους των εφεσιβλήτων στην προώθηση αίτησης για λήψη άδειας εκτέλεσης σε συνδυασμό με την μεταβολή των κοινωνικών και οικονομικών τους περιστάσεων καταδείκνυαν την ύπαρξη δυσμενούς επηρεασμού και θα έπρεπε να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό στη βάση του εξής σκεπτικού: «Όπως έχει ήδη λεχθεί, ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας, το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Ήταν επί του προκειμένου η εισήγηση των Εφεσειόντων, επικαλούμενοι αδράνεια της Εφεσίβλητης, ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος τους έθεσε σε δυσμενή οικονομική θέση και σε αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών τους περιστάσεων και δεδομένων. Προεκτείνοντας, έθεσαν ότι ενώ στο παρελθόν είχαν την οικονομική δυνατότητα προς εξόφληση, τέτοια δυνατότητα δεν υφίσταται πλέον, λόγω ακριβώς της μεταβολής των οικονομικών τους συνθηκών. Είναι ανεδαφική αυτή η προσέγγιση, δεδομένης της υποχρέωσης που είχαν οι Εφεσείοντες να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους και δη υπό το φως των δυνατοτήτων που, όπως παραδέχονται, είχαν, προτού οι οικονομικές τους συνθήκες, κατ΄ ισχυρισμό, μεταβληθούν. Πολύ περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ότι κατ΄ επανάληψη, όπως παρέμεινε τελικά αδιαμφισβήτητο, ζήτησαν χρόνο προς διευθέτηση της εξ αποφάσεως οφειλής». Παραπέμπω επίσης στη Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Από την Αγγλική νομολογία, την οποία παράθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο (δέστε, μεταξύ άλλων, Patel v. Singh
(2002)EWCA, 1668), ο κανόνας φαίνεται να είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται εναντίον της έγκρισης της αίτησης για εκτέλεση, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα ετών, εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που δείχνουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Το βάρος απόδειξης ότι ο αιτητής δικαιούται αδείας εκτέλεσης το φέρει ο ίδιος ο αιτητής (δέστε, ΣΠΕ Κοντέας, ανωτέρω). Επομένως δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση των δέκα ετών και ο εξ αποφάσεως πιστωτής οφείλει να δώσει εξηγήσεις, στην απουσία ειδικών περιστάσεων, για το λόγο της καθυστέρησης. Όμως όπως υποδείχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 47/13, ημερ. 10.6.2019: «Εν προκειμένω υπεισέρχεται και η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται με μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας. Ο περιορισμός που θέτει η Δ.40 κ.8 δεν είναι μηχανιστικός ή τυπολατρικός. Αποβλέπει στην ουσία και η ουσία έγκειται στην άσκηση εποπτείας και ελέγχου από το δικαστήριο προς αποτροπή καταχρηστικής ή άδικης συμπεριφοράς εκ μέρους του εξ αποφάσεως δανειστή. Κρίση Δικαστηρίου Έχοντας προσεκτικά διεξέλθει το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων, καταλήγω, εν πρώτοις, πως οι αιτητές έχουν επαρκώς στοιχειοθετήσει μέσω των ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση τα ακόλουθα: (α) Την ημερομηνία έκδοσης και εγγραφής της διαιτητικής απόφασης υπέρ τους και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 4, το αρχικό ποσό της εν λόγω απόφασης αλλά και το υπόλοιπο οφειλόμενο σήμερα ποσό, ως τούτο προκύπτει από την αφαίρεση των διάφορων πληρωμών που έχουν γίνει μέχρι σήμερα και (β) ότι οι αιτητές είναι εξ' αποφάσεως πιστωτές και δικαιούνται σε εκτέλεση της απόφασης. Είναι, άλλωστε, πασιφανές πως από πλευράς καθ' ης η αίτηση 4 ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί μέσω της Ένστασης της τα πιο πάνω. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση πως ουδέποτε της επιδόθηκε η απόφασης ημερ.6/10/2009, σημειώνεται πως στην εν λόγω απόφαση με σαφήνεια αναφέρεται πως οι καθ' ων η αίτηση είχαν δεόντως ειδοποιηθεί για τη σχετική αίτηση για εγγραφή στο Δικαστήριο της διαιτητικής απόφασης ημερ.9/2/2006, αλλά δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Η διαιτητική απόφαση επίσης ρητά αναφέρει πως σχετική ειδοποίηση είχε επιδοθεί σε όλους τους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι παρέλειψαν να εμφανιστούν στη διαδικασία. Προκύπτει λοιπόν αβίαστα πως η καθ' ης η αίτηση 4 είχε δεόντως ειδοποιηθεί τόσο για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης εναντίον της, όπως επίσης και για την καταχώριση αίτησης για εγγραφή της εν λόγω απόφασης στο Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης. Εκ του περισσού δε επαναλαμβάνω πως ουδόλως έχει αμφισβητηθεί το γεγονός της έκδοσης της προαναφερθείσας απόφασης, η ημερομηνία της αλλά και η οφειλή που απορρέει από αυτήν ως τούτα με σαφήνεια διευκρινίζονται μέσα από το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης. Δεν έχουν επίσης αμφισβητηθεί τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 6, 7, 8 και 11 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ανδρέου ημερ. 24/11/2020 και δη ότι: (α) οι καθ' ων η αίτηση έχουν ήδη καταβάλει έναντι του εξ αποφάσεως χρέους ποσό το οποίο ανέρχεται σε €2.865,
- (β) Οι καθ' ων η αίτηση «είχαν επιδείξει συμμόρφωση κατά χρονικά διαστήματα προς την απόφαση του Δικαστηρίου μέχρι το 2014» και ότι έκτοτε δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό. (γ) Έγιναν διάφορες προσπάθειες διευθέτησης μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση για διευθέτηση του εξ' αποφάσεως οφειλόμενου ποσού και (δ) Λόγω των εξώδικων προσπαθειών για διευθέτηση της υπόθεσης καθώς επίσης και του γεγονότος ότι έλαβαν επιστολές από τους αιτητές, οι καθ' ων η αίτηση ήταν ενήμεροι ότι οι αιτητές διεκδικούν πληρωμή του το εξ' αποφάσεως χρέους. Όσον δε αφορά το παράπονο της καθ' ης η αίτηση ότι δεν ειδοποιήθηκε για τη μετονομασία των αιτητών, σημειώνεται ότι δεν υποστηρίχθηκε από πλευράς της ότι η καταχώριση της ρηθείσας ειδοποίησης μετονομασίας επηρεάζει την έκβαση της υπό κρίση αίτησης, ούτε το ζήτημα αναπτύχθηκε καθόλου δια της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της και ως εκ τούτου δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Στρεφόμενη τώρα στο ουσιαστικό ερώτημα κατά πόσον οι αιτητές επέδειξαν αδράνεια ή καθυστέρηση στη λήψη μέτρων εκτέλεσης σε τέτοιο βαθμό που να δημιουργείται στην καθ' ης η αίτηση η εντύπωση ότι εγκατέλειψαν την οποιαδήποτε πρόθεση να εκτελέσουν την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση, παρατηρώ πως μέσω των ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση, οι αιτητές έχουν δικαιολογήσει την καθυστέρηση στη λήψη εκτελεστικών μέτρων εναντίον της καθ' ης η Αίτηση 4 με αναφορά στα εξής γεγονότα: (α) στο γεγονός ότι για κάποιο χρονικό διάστημα γίνονταν προσπάθειες μεταξύ αιτητών και καθ' ων η αίτηση για εξώδικη διευθέτηση και δη εξόφληση του εξ' αποφάσεως οφειλόμενου ποσού και (β) στο γεγονός ότι έγιναν διάφορες πληρωμές από πλευράς καθ' ων η αίτηση έναντι εξόφλησης της εν λόγω οφειλής. Σημειώνεται επίσης ότι οι αιτητές δεν παρέμειναν απόλυτα αδρανείς ή απραγείς, αφού καταχώρισαν ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας εναντίον όλων των καθ' ων η αίτηση στις 23/9/2010, το οποίο εν τέλει απέσυραν άνευ βλάβης. Το γεγονός της λήψης του εν λόγω εκτελεστικού μέτρου, το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από πλευράς καθ' ης η αίτηση 4, δεικνύει πρόθεση εκ μέρους των αιτητών να διεκδικήσουν την είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Η πρόθεση αυτή ήταν κατά τα άλλα δεδομένη και γνωστή στους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι κατέβαλαν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης της επίδικης διαφοράς ως έχει αναφερθεί ανωτέρω και δεν έχει αμφισβητηθεί από την καθ' ης η αίτηση
- Πέραν των πιο πάνω, παρατηρώ πως σε κανένα σημείο της ένστασης δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί δυσμενούς επηρεασμού της καθ' ης η αίτηση 4, λόγω της καθυστέρησης στη εκτέλεση της απόφασης εναντίον της. Εκ του περισσού δε επαναλαμβάνω πως ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού εγείρεται όταν ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει δια της απραξίας του τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως δεν προτίθεται να προβεί στη λήψη οποιωνδήποτε εκτελεστικών μέτρων εναντίον του. Δεν υπάρχουν ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεία που να εγείρουν τέτοιο ζήτημα, αντιθέτως, η όλη συμπεριφορά των αιτητών δεικνύει το αντίθετο, ότι δηλαδή ουδέποτε ενήργησαν κατά τρόπο ικανό να δώσει την εντύπωση ότι δεν είχαν πρόθεση να αξιώσουν οποιοδήποτε ποσό από την καθ' ης η αίτηση 4, ούτε και προβάλλεται ένας τέτοιος ισχυρισμός στην Ένσταση. Κατάληξη: Για τους πιο πάνω λόγους ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια καταλήγω πως είναι ορθό και δίκαιο η αίτηση να εγκριθεί. Συνεπώς δίδεται άδεια για εκτέλεση της απόφασης για τρία χρόνια από σήμερα. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 4 ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........ Α. Κάρνου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο