← Κύπρος

ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1103/14, 4/2/2022

ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1103/14, 4/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1103/14 Μεταξύ: XXXXX ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ Ενάγοντας και

  1. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  2. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  3. C.J GARDEN EXCLUSIVES LTD
  4. LAMBROS AVRAAM ANTONIOU CONSULTANTS LTD Εναγόμενοι ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 04 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Γ. Χατζηγιώργης για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για εναγόμενους: κα Μ. Φωτιάδου για ΔΡΑΚΟΣ & ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα αγωγή, τα πλείστα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ του ενάγοντα ως ιδιοκτήτη ενός καταστήματος στη Λευκωσία (εφ' εξής το υποστατικό), και των εναγόμενων ως ενοικιαστών του εν λόγω υποστατικού, είναι εκ της δικογραφίας παραδεκτά και περιέχονται σε έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται. Όπως θα εξηγήσω πιο κάτω δε, στην ουσία η επίδικη διαφωνία των μερών είναι περισσότερο νομική (legal) παρά πραγματική (factual). Προχωρώ λοιπόν να παραθέσω πρώτα τα κοινώς αποδεκτά και παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα και τη μαρτυρία των μερών. Την 01/10/2009 υπογράφτηκε μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων γραπτή συμφωνία ενοικίασης του υποστατικού, στην οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν και ως ενοικιαστές μαζί με τους εναγόμενους 3 και 4 αλλά και ως εγγυητές (Τεκ.1). Αν και η εν λόγω συμφωνία προνοούσε μεταξύ άλλων ότι η ενοικίαση θα άρχιζε την 01/10/09 και θα έληγε στις 30/09/15, εντούτοις ήταν ρητός όρος ότι εναγόμενοι ενοικιαστές είχαν το δικαίωμα να διακόψουν την ενοικίαση στη λήξη του πέμπτου χρόνου και να μην συνεχίσουν να ενοικιάζουν το υποστατικό και για έκτο χρόνο, για την περίοδο δηλαδή μεταξύ 01/09/14 - 30/09/
  5. Ως ενοίκιο οι διάδικοι συμφώνησαν όπως καταβάλλεται προκαταβολικά την πρώτη ημέρα κάθε μήνα ενοικίασης, το ποσό των € 3.000 για τον πρώτο χρόνο ενοικίασης, ήτοι από 01/10/09 μέχρι 30/09/10, €3.000 για τον δεύτερο χρόνο ενοικίασης, ήτοι από 01/10/10 μέχρι 30/09/11, €3.000 για το πρώτο εξάμηνο του τρίτου έτους, ήτοι από 01/10/11 ως 31/03/12, €3.640 για το δεύτερο εξάμηνο του τρίτου έτους, ήτοι από 01/4/12 έως 30/09/12, €3.820 για τον τέταρτο έτος, ήτοι από 01/10/12 μέχρι 30/09/13, €4.010 για τον πέμπτο έτος, ήτοι από 01/10/13 μέχρι 30/09/14 και για το έκτο έτος, αν τελικά η ενοικίαση θα συνεχίζετο και μετά τον πέμπτο χρόνο, δηλαδή από 01/10/14 μέχρι 30/9/15, €8.020 μηνιαίως. Με την υπογραφή της συμφωνίας είχε επίσης συμφωνηθεί να καταβληθεί και καταβλήθηκε από τους εναγόμενους προς τον ενάγοντα, ποσό €12.030, «πέραν του πρώτου πληρωτέου ενοικίου το οποίο οι ιδιοκτήτες θα κατακρατούν ως εγγύηση για την πιστή εκπλήρωση των όρων της παρούσας συμφωνίας από τους ενοικιαστές. Νοείται ότι σε περίπτωση που δεν συντρέχει οποιοσδήποτε νόμιμος λόγος για κατακράτηση οποιουδήποτε ποσού, το πιο πάνω ποσό θα επιστραφεί από τους ιδιοκτήτες στους ενοικιαστές χωρίς τόκο, μετά τη λήξη ή τον νόμιμο τερματισμό της ενοικίασης και της εκκένωσης και παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου στους ιδιοκτήτες και νοουμένου ότι οι ενοικιαστές θα έχουν συμμορφωθεί πλήρως με όλες τις υποχρεώσεις τους. Νοείται επίσης ότι το πιο πάνω ποσό δεν περιορίζει το ύψος των αποζημιώσεων ή απαιτήσεων των ιδιοκτητών βάση της παρούσας συμφωνίας ή συνέπεια παράβασης αυτής από τους ενοικιαστές. Νοείται περαιτέρω ότι οι ενοικιαστές δεν δικαιούνται να συμψηφίζουν το ποσόν τούτο μετά τελευταία τρία μηνιαία ενοίκια της προειδοποίησης για τερματισμό της ενοικίασης». Σημειώνω εδώ ότι για ό,τι αφορά την επίδικη διαφορά, η συμφωνία των μερών προνοούσε και ότι οι εναγόμενοι θα είχαν δικαίωμα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της ενοικίασης, αλλά μετά τους πρώτους 9 μήνες, να τερματίσουν την ενοικίαση αφού δώσουν πρώτα στον ενάγοντα γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον τριών μηνών. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν η ειδοποίηση τερματισμού ήθελε δοθεί μετά τους πρώτους 9 μήνες αλλά πριν τη συμπλήρωση ενός έτους ενοικίασης, τότε οι εναγόμενοι υποχρεούνταν με βάση της συμφωνία να καταβάλουν στον ενάγοντα ενοίκια 15 μηνών, συμπεριλαμβανομένων και των ενοικίων για τους τρεις μήνες της προειδοποίησης, ενώ, αν η πρόθεση τους για τερματισμό ήθελε γνωστοποιηθεί έναν χρόνο μετά την έναρξη της ενοικίασης, τότε αυτοί υποχρεούνταν να καταβάλουν στον ενάγοντα 12 επιπλέον ενοίκια. Τέλος, σύμφωνα με τη σύμβαση των μερών, οι εναγόμενοι υποχρεούνταν να πληρώνουν τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας του υποστατικού καθώς επίσης και τα ανάλογα τέλη αποχέτευσης και αποκομιδής σκυβάλων. Οι εναγόμενοι παρέλαβαν κατοχή του υποστατικού την 1/10/
  6. Περί το τέλος του 2011 και ενώ οι εναγόμενοι κατέβαλλαν κανονικά το ενοίκιο που είχε συμφωνηθεί και καθοριστεί με τη συμφωνία της 1/10/2009 για το συγκεκριμένο έτος, οι τελευταίοι, επικαλούμενοι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν συνεπεία της οικονομικής κρίσης που υπήρχε τότε, ζήτησαν από τον ενάγοντα όπως συγκατατεθεί σε μείωση του ενοικίου. Ο ενάγοντας τότε, με επιστολή του ημερομηνίας 19/12/11 ενημέρωσε τους εναγόμενους ότι συγκατατίθετο, ένεκα της οικονομικής κρίσης, να διαφοροποιήσει προσωρινά την πρόνοια της συμφωνίας ενοικίασης που αφορούσε στο μηνιαίο ενοίκιο που θα καταβάλλετο μεταξύ 01/04/2012 και 30/09/12, ώστε από € 3.640 που αναφέρετο στη συμφωνία, να καταβάλλετο ως ενοίκιο μόνο το ποσό των €3.
  7. Ακολούθως όμως, ανέφερε στην επιστολή του ενάγοντας, δηλαδή από 1/10/12 και εντεύθεν, το ενοίκιο θα επανερχόταν στα επίπεδα που αναφέρονταν στη συμφωνία της 01/10/
  8. Οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν τις θέσεις του ενάγοντα. Στις 19/04/12, κατόπιν και πάλι παράκλησης των εναγομένων, ο ενάγοντας έστειλε νέα επιστολή στους τελευταίους με την οποία τους ενημέρωνε ότι συγκατατίθετο σε εκ νέου προσωρινή διαφοροποίηση του μηνιαίου ενοικίου που θα καταβάλλετο, σύμφωνα με την οποία διαφοροποίηση, το ενοίκιο που θα καταβάλλετο για την περίοδο από 1/4/12 μέχρι και 31/12/12, θα ήταν €2.700 αντί € 3.
  9. «Έπειτα» όμως, ανέφερε και πάλι ο ενάγοντας, η συμφωνία ενοικίασης θα εφαρμοζόταν ως οι ρητοί και εξυπακουόμενοι όροι της. Οι εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή στις 23/4/12 αναφέροντας ότι συμφωνούσαν με τα όσα αναφέρονταν στην επιστολή του ενάγοντα. Στις 22/10/12 υπεβλήθη από τους εναγόμενους νέα παράκληση προς τον ενάγοντα σε σχέση με το ύψος του ενοικίου οπόταν και ο τελευταίος έστειλε νέα επιστολή στους πρώτους με την οποία δήλωνε ότι συγκατατίθετο για περαιτέρω προσωρινή μείωση του μηνιαίου ενοικίου και συγκεκριμένα για προσωρινή μείωση του μηνιαίου ενοικίου που θα καταβάλλετο από 1/11/2012 μέχρι και 30/09/13 και το οποίο θα ανερχόταν πλέον στο μηναίο ποσό των €
  10. Και πάλι ο ενάγοντας ανέφερε στους εναγόμενους ότι «εν συνεχεία θα τύγχαναν εφαρμογής οι ρητές πρόνοιες» της συμφωνίας της 01/10/09 και πάλι οι εναγόμενοι δήλωσαν την αποδοχή τους. Με επιστολή που έφερε ημερομηνία 30/09/13, οι εναγόμενοι γνωστοποίησαν στον ενάγοντα την πρόθεση τους για τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης και παράδοσης σε αυτό κενής και ελεύθερης κατοχής του υποστατικού κατά τους επόμενους 3 μήνες πράγμα που έγινε. Σύμφωνα και με τις αξιώσεις του ίδιου του ενάγοντα, οι εναγόμενοι δεν του κατέβαλαν κανένα ποσό ως ενοίκιο από τον Ιούλιο 2013 και εντεύθεν, ενώ μέχρι τότε, μέχρι και τον Ιούνιο του 2013 δηλαδή, οι εναγόμενοι είχαν καταβάλει στον ενάγοντα πλήρως το κάθε ποσό που είχε ως τότε συμφωνηθεί να καταβάλλεται μηνιαίως ως ενοίκιο. Όσον αφορά τα τέλη αποχέτευσης του υποστατικού είναι κοινώς αποδεκτό ότι για τα έτη 2011, 2012 και 2013, οι εναγόμενοι κανένα ποσό δεν κατέβαλαν προς πληρωμή των εν λόγω τελών. Ο ενάγοντας κρατεί μέχρι σήμερα το ποσό των € 12.030 που του είχαν καταβάλει οι εναγόμενοι κατά την υπογραφή της συμφωνίας της 01/10/09 ως εγγύηση. Για όλα τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και παραδεκτά γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Θέση του ενάγοντα τώρα είναι ότι «ήταν ρητώς και/ή εξυπακουόμενος ουσιώδης όρος της συγκατάθεσής του ... για τη μείωση των ενοικίων, ως προκύπτει και από τις κατά σειρά επιστολές του ημερομηνίας 19/12/11, 19/4/12 και 22/10/12 ότι οι εν λόγω μειώσεις του μηνιαίου ενοικίου θα είχαν εφαρμογή με την προϋπόθεση της ομαλής συνέχισης και εφαρμογής της συμφωνίας ενοικίασης μέχρι και την λήξη αυτής περί την 30/09/
  11. Περαιτέρω ήταν ρητός όρος ότι σε κάθε περίπτωση που παραβιάζεται οποιοσδήποτε όρος της μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων συμφωνίας ενοικίασης ή και κωλύετο η ομαλή συνέχιση αυτής, τότε καμιά από τις ανωτέρω προσωρινές διαφοροποιήσεις των μηνιαίων ενοικίων δεν θα τύγχαναν εφαρμογής, τουναντίον θα τύγχαναν αναδρομικής ισχύς οι ρητοί όροι της συμφωνίας ενοικίασης ως αρχικά είχαν συμφωνηθεί, δηλαδή οι εναγόμενοι θα οφείλουν να καταβάλουν αναδρομικά τα ενοίκια που προνοούνταν στη συμφωνία ενοικίασης». Συνεπώς, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, «ένεκα του πρόωρου και/ή παράνομου τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης» από πλευράς εναγομένων, πριν την ημερομηνία δηλαδή που είχε συμφωνηθεί την 01/10/09 ότι θα έληγε η ενοικίαση, «οι εναγόμενοι οφείλουν να αποζημιώσουν τον ενάγοντα με τα πιο κάτω ποσά»: Α) Ποσόν €5640.- το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά των ποσών των ενοικίων που κατέβαλαν οι Εναγόμενοι κατά τους μήνες από τον Απρίλιο 2012 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2012 συμπεριλαμβανομένου„ σε σχέση με το ποσό των ενοικίων που σύμφωνα την αρχική Συμφωνία Ενοικίασης όφειλαν να καταβάλουν συνολικά .κατά τους εν λόγω μήνες, και τα οποία ποσά μετά τον πρόωρο και παράνομο τερματισμό της ενοικίασης από τους Εναγομένους καταστάθηκαν εκ νέου οφειλόμενα και απαιτητά από τους τελευταίους (ήτοι €940.- διαφορά ενοικίου ανά μήνα Χ 6 μήνες). Β) Ποσον €1.120.- το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά του ποσού του ενοικίου που κατέβαλαν οι Εναγόμενοι κατά τον μήνα Οκτώβριο 2012, σε σχέση με το ποσό του ενοικίου που σύμφωνα με την αρχική Συμφωνία Ενοικίασης όφειλαν να καταβάλουν οι Εναγόμενοι κατά τον εν λόγω μήνα, και το οποίο ποσό μετά τον πρόωρο και παράνομο τερματισμό της ενοικίασης από τους Εναγομένους κατέστη εκ νέου οφειλόμενο και απαιτητό από τους τελευταίους (ήτοι €1.120.- διαφορά ενοικίου ανά μήνα Χ 1 μήνα). Γ) Ποσόν €14.560.- το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά των ποσών των καταβαλλόμενων ενοικίων κατά τους μήνες από τον Νοέμβριο 2012 μέχρι τον Ιούνιο 2013 συμπεριλαμβανομένου, σε σχέση με το ποσό των ενοικίων που σύμφωνα με την αρχική Συμφωνία Ενοικίασης όφειλαν να καταβάλουν συνολικά οι Εναγόμενοι κατά τους εν λόγω μήνες, και τα οποία ποσά μετά τον πρόωρο και παράνομο τερματισμό της ενοικίασης από τους Εναγομένους κατέστησαν εκ νέου οφειλόμενα και απαιτητά από τους τελευταίους (ήτοι €1.820.- διαφορά ενοικίου ανά μήνα Χ 8 μήνες). Δ) Ποσόν €23.490.- το οποίο αντιστοιχεί στα εξ ολοκλήρου μη καταβληθέντα ενοίκια των μηνών Ιουλίου 2013 μέχρι τον Δεκέμβριο 2013 συμπεριλαμβανομένου (οπόταν και οι εναγόμενοι αποχώρησαν και εγκατέλειψαν το ενοικιαζόμενο ακίνητο) σύμφωνα με την αρχική συμφωνία Ενοικίασης. Ε) Ποσόν € 36.330 ως διαφυγόντα κέρδη και/ή μη ληξιπρόθεσμα ενοίκια τα οποία θα εισέπραττε ο ενάγοντας για την περίοδο από Ιανουάριο 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015... αν δεν λάμβανε χώρα ο πρόωρος και/ή παράνομος και/ή αντισυμβατικός τερματισμός της ενοικίασης... και τα οποία ο ενάγοντας παρά τις εκτεταμένες και/ή εύλογες και/ή αναμενόμενες προσπάθειες στις οποίες προέβη, ουδόλως πέτυχε να αναπληρώσει και/ή να αποφύγει και/ή να μετριάσει και/ή να αντικαταστήσει καθώς δεν κατέστη δυνατό να βρει νέους ενοικιαστές... για την πιο πάνω περίοδο μέχρι και τον χρόνο που σύμφωνα με τη συμφωνία ενοικίασης... θα έληγε η περίοδος ενοικίασης. Στ) Ποσόν € 1.435, 24 ως τέλη αποχετεύσεων για την περίοδο από το 2010 μέχρι και το 2013 συμπεριλαμβανομένου (4 έτη επί € 358, 81 ανά έτος) τα οποία, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τη συμφωνία ενοικίασης οφείλαν να καταβάλουν οι εναγόμενοι, εντούτοις τα επωμιζόνταν και/ή τα είχε καταβάλει ο ενάγοντας και/ή ο ενάγοντας είχε παραχωρήσει εκ συμφώνου στους εναγόμενους αναστολή της πληρωμής τους υπό τον συμφωνηθέντα όρο ότι δεν θα παραβιάζονταν άρθρα, όροι και διατάξεις της συμφωνίας ενοικίασης, συμπεριλαμβανομένης της ενοικίασης μέχρι την τελευταία ημερομηνία.» Σημειώνω εδώ ότι κατά την ακρόαση διευκρινίστηκε από πλευράς ενάγοντα ότι αναφορικά με την αξίωση του υπό στοιχείο Ε ανωτέρω, δηλαδή για διαφυγόντα κέρδη και/ή μη ληξιπρόθεσμα ενοίκια για την περίοδο Ιανουάριο 2014 μέχρι και Σεπτέμβριο 2015, η αξίωση αυτή περιορίζεται μόνο σε σχέση με την περίοδο από Ιανουάριο 2014 μέχρι και Σεπτέμβριο 2014, εφόσον ο εκτός χρόνος ενοικίασης που θα άρχιζε μετά τον Σεπτέμβριο 2014 δεν ήταν δεσμευτικός για τα μέρη αλλά προαιρετικός, και οι εναγόμενοι, ως είναι αποδεκτό, αποφάσισαν να μην ασκήσουν το δικαίωμα συνέχισης της ενοικίασης και για τον έκτο αυτό χρόνο. Το σχετικό ποσό συνεπώς που αξιώνεται από τον ενάγοντα περιορίστηκε στο ποσό των € 36.090 που συνιστά, κατά τον τελευταίο, το ενοίκιο που είχε συμφωνηθεί με τη συμφωνία της 1/10/09 να καταβάλλεται κατά την εν λόγω εννιάμηνη περίοδο, ήτοι € 4.010 μηνιαίως. Σημειώνω επίσης ότι σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, αλλά και τον ίδιο τον ενάγοντα, το ποσό των €12.030 που ο τελευταίος είχε λάβει αρχικά από τους εναγόμενους ως εγγύηση και το οποίο συνεχίζει να το κρατεί, αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, δέχεται να το συμψηφίσει και το έχει συμψηφίσει με το συνολικό ποσό των €82.335,24 που θεωρεί, ότι οφείλουν να τον πληρώσουν οι εναγόμενοι. Λόγω τούτου, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το συνολικό ποσό που πρέπει να του καταβάλουν οι εναγόμενοι ανέρχεται στο ποσό των €70.305,
  12. Στην αντίπερα όχθη, η υπεράσπιση των εναγομένων, οι οποίοι αν και δεν αμφισβητούν το περιεχόμενο της συμφωνίας ενοικίασης της 01/10/09 και των μετέπειτα συμφωνιών για μείωση των εκάστοτε ενοικίων, αρνούνται ότι παρέβηκαν τα συμφωνηθέντα, περιστρέφεται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας, που είναι στην ουσία νομικός, έγκειται στη θέση ότι εφόσον ο ενάγοντας είχε συμφωνήσει να λαμβάνει συγκεκριμένα ποσά κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, διαφορετικά από αυτά που προνοούνταν στη συμφωνία της 01/10/09, και τα εν λόγω συμφωνηθέντα ποσά οι εναγόμενοι τα πλήρωναν κανονικά και ο ενάγοντας τα λάμβανε, ο τελευταίος κωλύεται και/ή εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται οτιδήποτε το διαφορετικό και/ή να αξιώνει οποιαδήποτε περαιτέρω ποσά. Ο δεύτερος άξονας, ο οποίος αφορά μεταξύ άλλων και στην αξίωση του ενάγοντα για διαφυγόντα κέρδη και/ή ληξιπρόθεσμα ενοίκια για την περίοδο μετά τον Ιανουάριο 2014, έγκειται στη θέση ότι καμία ζημιά δεν έπαθε ο τελευταίος, αλλά ακόμη και να έπαθε κάποια ζημιά, δεν δικαιούται να αποζημιωθεί διότι δεν έλαβε ποτέ οποιαδήποτε μέτρα περιορισμού και/ή μείωση της ζημιάς που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι με το δικόγραφο τους οι εναγόμενοι ήγειραν και ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα για επιστροφή του ποσού των € 12.030 που είχε δοθεί στον τελευταίο ως εγγύηση και που αυτός συνέχιζε να κατακρατεί, παράνομα όμως κατά τους εναγόμενους. Κατά την έναρξη της ακρόασης όμως, όταν και αναφέρθηκε από πλευράς ενάγοντα ότι δεχόταν να συμψηφίσει και συμψήφιζε το εν λόγω ποσό με το συνολικό ποσό που αξίωνε από τους εναγόμενους, δηλώθηκε από πλευράς εναγομένων ότι η ανταπαίτηση δεν θα προωθείτο. Σημειώνω εδώ ότι κατά την ακρόαση, η πλευρά της υπεράσπισης δέχτηκε ότι αν δικαιούται ο ενάγοντας σε οποιοδήποτε ποσό αυτό θα μπορούσε να ανέλθει μόνο σε €18.000, ήτοι στα ενοίκια για τους τελευταίους 9 μήνες του 2014, όταν το υποστατικό είχε εγκαταλειφθεί και το ενοίκιο είχε συμφωνηθεί να ανέρχεται στις €2.
  13. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης αμφότερες οι πλευρές παρουσίασαν από έναν μάρτυρα. Συγκεκριμένα, από πλευράς ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος (Έγγραφο Α) ενώ από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσε ο εναγόμενος 1 (ΜΥ1 - Έγγραφο Β). Η μαρτυρία αμφότερων των μαρτύρων κάλυψε και τα γεγονότα που ήταν ήδη εκ της δικογραφίας παραδεκτά αλλά και τα γεγονότα που δεν ήταν παραδεκτά. Επειδή το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας αφορούσε ουσιαστικά στο αποδεκτό περιεχόμενο των εγγράφων που ανταλλάχτηκαν μεταξύ των διαδίκων και τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια, κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας θα παραθέτω για σκοπούς πληρότητας αλλά και λόγω της φύσης της υπόθεσης, αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Σημειώνω εδώ ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο της συμφωνίας της 01/10/09 (Τεκ.1) έχει ήδη παρατεθεί πιο πάνω. Προς επίρρωση λοιπόν του ισχυρισμού του ότι «ήταν ρητός ουσιώδης όρος της αποδοχής μου για μείωση του ποσού του συμφωνηθέντος ενοικίου με βάση την αρχική συμφωνία ενοικίασης, η εξάντληση της χρονικής περιόδου ενοικίασης όπως προβλέφθηκε στη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 01/10/09», ο ενάγοντας κατέθεσε ως τεκμήρια την παραδεκτή συμφωνία ενοικίασης Τεκ. 1 καθώς και την παραδεκτή αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ 19/12/11 και 22/10/12 (Τεκ. 2 έως Τεκ. 5). Ειδικότερα, Επιστολή ενάγοντα 19/12/11 - Τεκ.2 «Αναφέρομαι στη μεταξύ μας Συμφωνία Ενοικίασης, ημερομηνίας 01/10/09 για να σας ενημερώσω ότι, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεων της πάνω στην αγορά με αρνητική συνέπεια πάνω στις πωλήσεις, έχω αποφασίσει να διαφοροποιήσω προσωρινά και για περίοδο έξι μηνών, το άρθρο 3(γ), αναστέλλοντας μέχρι 30/09/2012 τη συμφωνημένη μηνιαία αύξηση που θα επιβαλλόταν από 01/04/
  14. Έτσι, το μηνιαίο ενοίκιο θα παραμείνει το ίδιο όπως σήμερα, δηλαδή €3000,- ανά μήνα μέχρι τη 30/09/
  15. Το μηνιαίο ενοίκιο θα αυξηθεί στο συμφωνημένο επίπεδο των €3.640,- ανά μήνα από την 01/102012 και θα ακολουθήσουν οι άλλες διευθετήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3(δ), 3(ε) και 3(ζ). Όλα τα υπόλοιπα άρθρα της αρχικής συμφωνίας παραμένουν αναλλοίωτα ως έχουν. Επίσης αναλλοίωτο παραμένει και υπόλοιπο άρθρο 3, ως προς όλες τις υπόλοιπες παραγράφους του συμπεριλαμβανομένων των 3(δ), 3(ε) και 3(ζ). ΟΙ παράγραφοι αυτές παραμένουν όπως στην αρχική μας συμφωνία. Παράλληλα θα ήθελα να κάνω έκκληση όπως, μέχρι την πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία της 30/09/2010, συνεχίσετε να πληρώνετε εσείς το μικρό ποσό της φορολογίας που αναλογεί στο παρόν ενοίκιο, χωρίς να το αποκόπτετε από αυτό και χωρίς να το μεταφέρετε σε μένα.» Επιστολή ενάγοντα 19/04/12 - Τεκ.3 «Αναφέρομαι στη μεταξύ μας Συμφωνία Ενοικίασης, ημερομηνίας 01/10/09 για να σας ενημερώσω ότι, εξαιτίας της οικονομικής έχω αποφασίσει, σε συνέχεια της επιστολής μου 19/12/11 και ύστερα από τη χθεσινή μας συνάντηση, να προχωρήσω, πέρα από την αναστολή της συμφωνημένης μηνιαίας αύξησης, άρθρο 3(γ), και σε περαιτέρω μείωση του μηνιαίου ενοικίου από €3000 σε €2700 από 01/04/
  16. Οι διευθετήσεις αυτές είναι προσωρινές και μέχρι 31/12/
  17. Πριν το τέλος του 2012 και γύρω στις 15/12/12 θα επικοινωνήσουμε ξανά για το αν θα επανέλθει ή όχι η προσαρμογή του ενοικίου στα επίπεδα των αρχικών προνοιών της πιο πάνω συμφωνίας μας. Διευκρινίζεται πως όλα τα υπόλοιπα άρθρα της αρχικής συμφωνίας παραμένουν αναλλοίωτα ως έχουν. Επίσης αναλλοίωτο παραμένει και υπόλοιπο άρθρο 3, ως προς όλες τις υπόλοιπες παραγράφους του συμπεριλαμβανομένων των 3(δ), 3(ε) και 3(ζ). Οι παράγραφοι αυτές παραμένουν όπως στην αρχική μας συμφωνία. Παράλληλα θα ήθελα να κάνω έκκληση όπως, μέχρι την πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία της 31/12/2012, συνεχίσετε, όπως τώρα, να πληρώνετε εσείς το μικρό ποσό της φορολογίας που αναλογεί στο παρόν ενοίκιο, χωρίς να το αποκόπτετε από αυτό. Το συνολικό ετήσιο ποσό αυτού του φόρου θα το διακανονίζουμε μέσω του ετήσιου τέλους αποχετεύσεων που θα πληρώνω εγώ.» Επιστολή εναγομένων 23/04/2012 - Τεκ. 4 «Σχετικά με το από 19/04/2012 τηλεγράφημα σας θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι συμφωνούμε με το περιεχόμενο του.» Επιστολή ενάγοντα 22/10/12 - Τεκ.5 «Αναφέρομαι στην μεταξύ μας συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 01/10/09 για να σας ενημερώσω ότι, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης έχω αποφασίσει σε συνέχεια των επιστολών μου 19/12/11 και 19/04/12 και ύστερα από την πρόσφατη συνάντησή μας να προχωρήσω, πέραν από την αναστολή της συμφωνημένης μηνιαίας αύξησης, άρθρο 3(γ) και της μείωσης του μηνιαίου ενοικίου από €3.000 σε €2.700 (επιστολή 19/04/12), σε περαιτέρω αναστολή/μείωση του μηνιαίου ενοικίου από €3.000 σε €2.000 από 01/11/
  18. Επίσης, προβαίνω σε αναστολή της πληρωμής των τελών αποχέτευσης και της ασφάλειας πυρός που προνοούνται στο άρθρο 5 της αρχικής μας συμφωνίας της 01/10/
  19. Οι διευθετήσεις αυτές είναι προσωρινές και διάρκειας μέχρι 30/09/
  20. Πριν από την ημερομηνία αυτήν και γύρω στις 15/09/13 θα συναντηθούμε ξανά για το αν θα επανέλθει ή όχι η προσαρμογή του ενοικίου και των άλλων διαφοροποιήσεων στα επίπεδα των αρχικών προνοιών της πιο πάνω συμφωνίας μας ή αν θα συνεχίσει μέχρι το τέλος της με τις νέες διευθετήσεις. Διευκρινίζεται πως όλα τα υπόλοιπα άρθρα της αρχικής συμφωνίας παραμένουν αναλλοίωτα ως έχουν. Επίσης αναλλοίωτο παραμένει και το υπόλοιπο περιεχόμενο των άρθρων 3 και 5 ως προς όλες τις υπόλοιπες παραγράφους του, συμπεριλαμβανομένων των 3(δ), 3(ε) και 3(ζ). Οι παραγράφοι αυτές παραμένουν όπως στην αρχική μας συμφωνία η οποία παραμένει καθ' ολοκληρία σε ισχύ. Νοείται ότι οι πιο πάνω διαφοροποιήσεις αφορούν μόνο τα ποσά και όχι οποιαδήποτε άρθρα ή/και οποιουσδήποτε όρους αυτών που περιλαμβάνονται στην αρχική συμφωνία ενοικίασης της 01/10/
  21. Νοείται περαιτέρω ότι η αρχική μας συμφωνία ενοικίασης της 01/10/09 παραμένει σε ισχύ τόσο ως προς τη διάρκεια της όσο και ως προς το σύνολο των άρθρων και προνοιών της. Παραβίαση των όποιων άρθρων, όρων και/ή διατάξεων συμπεριλαμβανομένης της συνέχισης της ενοικίασης μέχρι την τελευταία ημερομηνία (άρθρο 1 και άρθρα 2 και 3) της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης 01/10/09, συνεπάγεται ακύρωση όλων των διαφοροποιήσεων που αναφέρονται με τις πιο πάνω επιστολές και η συμφωνία ενοικίασης παραμένει εξ' ολοκλήρου σε ισχύ όπως αρχικά συμφωνήθηκε και με το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να διεκδικήσει με όλα τα νόμιμα μέσα τα δικαιώματά του συμπεριλαμβανομένων των ποσών των ενοικίων, τελών κλπ που με τις πιο πάνω επιστολές έχουν ανασταλεί. Νοείται παράλληλα ότι μέχρι την αναφερόμενη ημερομηνία αναστολής 30/09/13 θα συνεχίσετε όπως τώρα να πληρώνετε εσείς το μικρό ποσό της φορολογίας που αναλογεί στο νέο ενοίκιο χωρίς να το αποκόπτετε από αυτό και να το καταβάλλετε στην Υπηρεσία του Φόρου στις τακτές ημερομηνίες. Νοείται ότι όλες οι αναστολές και διευθετήσεις που γίνονται με την επιστολή αυτήν γίνονται τελεσίδικες και δεν διεκδικούνται μόνο αν η ενοικίαση συνεχίσει μέχρι τη λήξη της όπως συμφωνείται στην αρχική συμφωνία ενοικίασης..» Επί της εν λόγω επιστολής καταγράφεται χειρόγραφα από πλευράς εναγόμενου 1 και εναγόμενης 3 η φράση «αποδέχομαι». Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, υποδείχθηκε στον τελευταίο από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων ότι η πρώτη φορά που φαίνεται να αναφέρθηκε οτιδήποτε από μέρους του για δικαίωμα αναδρομικής διεκδίκησης οποιουδήποτε ποσού, καθώς και για το ότι οι συμφωνηθείσες μειώσεις των ενοικίων θα τελούσαν υπό την προϋπόθεση ενοικίασης του υποστατικού μέχρι τη λήξη της διάρκειας που αναφέρετο στη συμφωνία ενοικίασης, ήταν με την τελευταία επιστολή του ημερομηνίας 22/10/12, αφού τίποτα παρόμοιο δεν αναφέρετο στις προηγούμενες επιστολές του προς τους εναγόμενους. Θέση του ενάγοντα ήταν ότι αν και τον όρο περί αναδρομικής διεκδίκησης προηγούμενων ποσών τον έθεσε στην επιστολή της 22/10/12 διότι «ένοιωσε τότε ότι οι εναγόμενοι σκέφτονταν να αποχωρήσουν από το υποστατικό», εντούτοις πάντοτε εξηγούσε προφορικά στους εναγόμενους ότι προέβαινε στις μειώσεις υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί θα παρέμεναν στο υποστατικό για όσο χρόνο προνοούσε η συμφωνία τους και πάντα έκαμνε αναφορά στις επιστολές του στη θέση του ότι όλοι οι υπόλοιποι όροι της συμφωνίας της 01/10/09 παρέμεναν αναλλοίωτοι και δεσμευτικοί, στους οποίους όρους περιλαμβάνετο και η συμφωνηθείσα διάρκεια της ενοικίασης. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, αν και μέχρι και τις 22/10/12 που έστειλε την επιστολή Τεκ.5, επιδεικνυόταν από πλευράς του κάθε καλή θέληση να βοηθήσει τους εναγόμενους να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, εντούτοις οι τελευταίοι, κατά παράβαση της συμφωνίας της 01/10/09, παρέλειψαν να του καταβάλουν τα ενοίκια για τον Φεβράρη, Μάρτη και Απρίλη του
  22. Για τον λόγο αυτό, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, αναγκάστηκε να στείλει στους εναγόμενους νέα επιστολή στις 05/04/13, με την οποία υπενθύμιζε αφ' ενός τους εναγόμενους ότι όλες οι διαφοροποιήσεις που είχαν γίνει ως τότε τελούσαν υπό τον όρο ότι αυτοί δεν θα παρέβαιναν τους υπόλοιπους όρους της συμφωνίας και ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτός θα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει όλα τα ποσά που «με τις πιο πάνω επιστολές είχαν ανασταλεί»», και απαιτούσε αφ' ετέρου όπως «τερματίσετε την καθυστέρηση πληρωμής των ενοικίων και να θέσετε σε πλήρη εφαρμογή τα συμφωνηθέντα» (Τεκ.6). Με την ίδια δε επιστολή της 05/04/13, ο ενάγοντας «υπενθύμισε» στους εναγόμενους και ότι «αν σκοπεύετε να εγκαταλείψετε το υποστατικό που σας ενοικιάζω θα πρέπει να μου δώσετε, όπως προνοείται στην αρχική συμφωνία μας, προειδοποίηση και πως δεν δικαιούστε σε τέτοια περίπτωση να μου κατακρατείτε ενοίκια έναντι της προκαταβολής ντεπόζιτου που μου είχατε παραχωρήσει». Τελικά οι εναγόμενοι, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, του παρέδωσαν στις 20/09/13 επιστολή με μεταγενέστερη ημερομηνία, 30/09/13 δηλαδή, με την οποία τον ενημέρωναν ότι «λόγω της επικρατούσας κατάστασης αδυνατούμε να ανταποκριθούμε στις οικονομικές μας υποχρεώσεις απέναντι σας. Συνεπώς, βρισκόμαστε σε δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι σε τρεις μήνες από σήμερα (όπως προκύπτει εκ της συμφωνίας μας από 01/10/09) θα εκκενώσουμε το ανωτέρω κτήριο» (Τεκ.7). Σημειώνω εδώ ότι όπως φαίνεται και από τις αναφορές αλλά και τις αξιώσεις του ίδιου ενάγοντα (βλ. σελ.14 Έγγραφο Α), είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα τα ενοίκια μέχρι τον Ιούλιο του 2013, περιλαμβανομένων δηλαδή και των ενοικίων που απαιτήθηκαν με την επιστολή της 05/04/13, στο μειωμένο βέβαια ποσό. Αναφορικά τώρα με την αξίωσή του για ποσό €36.090 για την περίοδο Ιανουαρίου 2014 μέχρι και Σεπτέμβριο 2014, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το ποσό αυτό, το οποίο αντιστοιχεί στα ενοίκια που θα λάμβανε κατά την εν λόγω περίοδο με βάση τη συμφωνία της 01/10/09, το αξιώνει από τους εναγόμενους διότι «σε όλους αυτούς τους μήνες, παρά τις πολλές προσπάθειες που κατέβαλα, δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω άλλους ενοικιαστές για να ενοικιάσουν το κατάστημα ώστε να αντισταθμίσω τις ζημιές και τις απώλειες τις οποίες υπέστηκα σαν αποτέλεσμα του πρόωρου και παράνομου τερματισμού της ενοικίασης του καταστήματος από τους εναγόμενους και της εγκατάλειψης τους για τους μήνες αυτούς που κανονικά με βάση τη συμφωνία ενοικίασης, έπρεπε να ενοικιάζετο από τους εναγόμενους». Ειδικότερα, ήταν η θέση του ενάγοντα ότι προέβη σε διαφήμιση του ότι το υποστατικό του προσφέρετο προς ενοικίαση, τόσο με ανάρτηση σχετικών πινακίδων όσο και προφορικά στους φίλους και γνωστούς του, χωρίς όμως αποτέλεσμα, ενώ διόρισε και την κτηματομεσιτική εταιρεία A. PETRIDES LANDTOYRIST AGENCY LTD για να προσπαθήσει να του εξεύρει ενοικιαστή. Όπως του βεβαίωσε η συγκεκριμένη κτηματομεσιτική εταιρεία, «από τον Οκτώβριο 2013 μέχρι τον Απρίλιο του 2006 και παρά τις προσπάθειες μας λόγω της οικονομικής κρίσης δεν κατέστη δυνατή η ενοικίαση» (Τεκ. 12). Αναφορά τέλος έκαμε ο ενάγοντας και σε προσπάθειες του να αλλάξει τη χρήση του υποστατικού ώστε να διευρύνει τον κύκλο των πιθανών ενοικιαστών, όμως στο τέλος του λέχθηκε από τις αρμόδιες αρχές ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει. Κατά την αντεξέταση επί των πιο πάνω ισχυρισμών του, υποδείχθηκε στον ενάγοντα ότι αν και η συμφωνία της 01/10/09 έκαμνε αναφορά σε πληρωμή ενοίκιού ύψους €4.010 κατά την εν λόγω περίοδο, εντούτοις ο ίδιος, αναγνωρίζοντας το γενικότερο πρόβλημα που υπήρχε τότε στην οικονομία, δέχτηκε να πληρώνεται το ποσό των €2000, ως λογικό υπό τις τότε περιστάσεις ενοίκιο. Του υπεβλήθη συναφώς ότι θα ήταν παράλογο να αναζητεί ενοικιαστή που να του πληρώνει ως ενοίκιο, ποσό το οποίο και αντικειμενικά ιδώμενο αλλά και όπως ο ίδιος έδειξε να αναγνωρίζει, ήταν τότε υπερβολικό και του ζητήθηκε να αναφέρει στο Δικαστήριο τι ενοίκιο είναι που ζητούσε κατά τις κατ' ισχυρισμό προσπάθειες του να εξεύρει νέο ενοικιαστή. Η επί του προκειμένου θέση του ενάγοντα ήταν ότι «.δεν είχα διαμορφώσει τιμή και επειδή ήταν περίοδος ρευστή, κρίσης, έβλεπα ότι τα υποστατικά έγραφαν πωλείται ή ενοικιάζεται, δεν είχα διαμορφώσει τελική τιμή που θα μπορούσα να ενοικιάσω το υποστατικό.... δεν έδωσα δηλαδή ένα ποσό ενοικίασης στην εταιρεία αυτή, στον ατζέντη, που θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν αυτοί. Το ποσό θα το διαπραγματεύομαι εγώ. Τη διαπραγμάτευση εσπούδασα την διότι και από την πείρα μου το ποσό εξαρτάται από ποιοι το ενοικιάζουν όπως έγινε και με τους εναγόμενους. Προηγουμένως το είχα ενοικιάσει σε άλλους, άλλοι όροι άλλα ποσά. Όταν το ενοικίασα στους εναγόμενους συμφωνήσαμε άλλα ποσά έτσι θα γίνει και σε περίπτωση που θα βρεθεί άλλος ενοικιαστής....». Τέλος, η μαρτυρία του ενάγοντα επεκτάθηκε και στο θέμα των αξιούμενων τελών αποχέτευσης, θέμα για το οποίο του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση ότι με βάση τις δικές του επιστολές τα σχετικά ποσά είχε αναλάβει να τα πληρώνει ο ίδιος. Ο ενάγοντας απέρριψε τη θέση αυτή ισχυριζόμενος ότι η συμφωνία της 01/10/09 ήταν ρητή ως προς το ότι είναι οι εναγόμενοι που έπρεπε να πληρώνουν τα εν λόγω τέλη και ότι ο μόνος λόγος που αυτός προχώρησε και τα πλήρωσε ο ίδιος (Τεκ. 11) ήταν διότι οι εναγόμενοι δεν τα πλήρωναν. Σημειώνω εδώ ότι κατά τη μαρτυρία του ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήρια 8, 9 και 10 τις επιστολές που ανταλλάχθηκαν μετά την επιστολή τερματισμού της ενοικίασης από τους εναγόμενους, στα πλαίσια των οποίων επιστολών, οι δύο πλευρές και οι δικηγόροι τους εξέφρασαν τις θέσεις και τις αξιώσεις τους επί των επίδικων θεμάτων. Κατά τη δική του μαρτυρία τώρα, ο εναγόμενος 1, όπως και ο ενάγοντας, επανέλαβε τη θέση που αναφέρετο στα δικόγραφα του, ήτοι ότι στη βάση των εκάστοτε συμφωνιών των μερών, το μηνιαίο ενοίκιο που έπρεπε να καταβάλλεται στον τελευταίο μειωνόταν μεν, αλλά καταβαλλόταν πλήρως και ουδέποτε πριν τις 22/10/12 ανέφερε ο ενάγοντας ότι διατηρούσε το δικαίωμα ή ότι επιφυλασσόταν να διεκδικήσει στο μέλλον οποιαδήποτε ποσά είχε ήδη συμφωνήσει ρητά να μην αξιώσει ως ενοίκια. Δέχτηκε ο ΜΥ1 ότι οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν το περιεχόμενο της επιστολής του ενάγοντα ημερομηνίας 22/10/12 όμως ισχυρίστηκε ότι, «.λόγω του ότι δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε να καταβάλλουμε το μηνιαίο ενοίκιο των € 2.000... και επειδή σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε να κατέχουμε και να χρησιμοποιούμε το επίδικο υποστατικό χωρίς να πληρώνουμε τον ενάγοντα, τον Σεπτέμβριο του 2013 βρήκαμε νέο κατάστημα, το ενοίκιο του οποίου ήταν χαμηλότερο... (οπόταν και)... με επιστολή μας ημερομηνίας 30/09/13 ενημερώσαμε τον ενάγοντα ότι τερματίζουμε τη συμφωνία ενοικίασης και ότι εντός τριών μηνών να εκκενώσουμε το υποστατικό... το μόνο που πράξαμε ήταν να τερματίσουμε το συμβόλαιο ενοικίασης έναν χρόνο πριν την κανονική λήξη του προκειμένου να βοηθήσουμε την επιχείρησή μας, αλλά και για να μην στερήσουμε από τον ενάγοντα τη δυνατότητα να ενοικιάσει το υποστατικό σε άλλους ενοικιαστές λόγω του ότι εμείς αδυνατούσαμε να συνεχίσουμε να πληρώνουμε το μηνιαίο ενοίκιο των € 2000 αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου του ενάγοντα, αν συνεχίζαμε την ενοικίαση και για τον πέμπτο χρόνο το ενοίκιο θα συνέχιζε να ήταν αυτό και δεν θα μειωνόταν περαιτέρω». Κατά το ΜΥ1, ο ενάγοντας δεν δικαιούται υπό τις περιστάσεις κανένα ποσό, αφ' ενός διότι όλα τα μειωμένα ποσά που αυτός ήδη εισέπραξε, τα εισέπραξε κατόπιν συμφωνίας των μερών και αδιαμαρτύρητα και αφ' ετέρου διότι δεν προέβη ποτέ σε οποιανδήποτε λογική και επαρκή προσπάθεια να εξεύρει νέους ενοικιαστές, παρά και το ότι οι εναγόμενοι του έδωσαν κάθε λογική ευκαιρία και χρόνο να το πράξει. Όσον αφορά τέλος το θέμα των τελών αποχέτευσης, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο ενάγοντας προσκόμισε στους εναγόμενους οποιοδήποτε σχετικό λογαριασμό ώστε να ζητήσει να πληρωθεί το ανάλογο ποσό. Μάλιστα δε, ανέφερε ο μάρτυρας, στις επιστολές του ιδίου του ενάγοντα αναφέρεται ότι τα σχετικά τέλη θα τα πλήρωνε αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, και ότι στο τέλος, τα ποσά που θα κατέβαλλε θα συμψηφίζονταν με τα ποσά που θα κατέβαλλαν οι εναγόμενοι ως φόρο άμυνας, κάτι όμως που ουδέποτε έγινε. Αν μη τι άλλο, ισχυρίστηκε ο ΜΥ1, αν ο ενάγοντας τελικά ήθελε τους εναγόμενους να πληρώνουν τα σχετικά τέλη, τότε έπρεπε τουλάχιστο να τους ενημερώσει σχετικά. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αμφότερων των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές τελικές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι όμως επί του παρόντος να αναφέρω ότι στις αγορεύσεις τους αυτές, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ασχολήθηκαν, με τις βασικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, καθώς και με τις αρχές που αφορούν στην ερμηνεία συμβάσεων και νομικών εγγράφων από το Δικαστήριο. Έδωσαν δε αμφότεροι έμφαση και στις αρχές που διέπουν τον νομικό όρο κώλυμα, ως ο όρος αυτός διατυπώθηκε στην υπόθεση Central London Property Trust v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130 και επεξηγήθηκε τόσο στην κυπριακή όσο και στην αγγλική νομολογία. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όπως ανέφερα πιο πάνω και επεσήμαναν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στην παρούσα υπόθεση, πέραν από το νομικό θέμα των ζημιών που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι δικαιούται από τους εναγόμενους για κατ' ισχυρισμό παράβαση των συμφωνηθέντων, επίδικο ζήτημα είναι και το ποια ήταν ακριβώς αυτά τα συμφωνηθέντα. Αμφότερες οι πλευρές παρέπεμψαν για το θέμα αυτό στο περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων, ήτοι στη βασική συμφωνία Τεκ.1 και στις επιστολές που την ακολούθησαν. Με άλλα λόγια δηλαδή, όπως ανέφερα και στην εισαγωγή της απόφασης μου, τα κυριότερα θέματα που εγείρονται στην υπό κρίση περίπτωση είναι ουσιαστικά νομικά και αφορούν σε θέματα ερμηνείας συμβάσεων και νομικών εγγράφων καθώς και σε θέματα που άπτονται του συμβατικού δικαιώματος σε αποζημίωση. Κρίνω συνεπώς σκόπιμο να αναφέρω στο σημείο αυτό τα εξής. Ως είναι νομολογημένο, «.το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για τη διάρρηξη συμβολαίων συναρτάται με το ποσό το οποίο θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, οι αποζημιώσεις στο δίκαιο των συμβάσεων έχουν σκοπό την αποκατάσταση του αθώου μέρους «... στη θέση που θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι τη ζημιά την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας.»... Οι αποζημιώσεις λαμβάνουν υπόψη και τις αρχές που αναπτύχθηκαν με την υπόθεση Hadley v. Baxendale [1854] 9 Ex. 341, όπως επεξηγήθηκε αργότερα από τις υποθέσεις Victoria Laundry v. Newman Industries [1949] 2 K.B. 528 (C.A.) και Koufos v. Czarnikow [1969] 1 A.C. 350 (H.L.), που έχουν σχέση με τις λογικά προβλεπόμενες κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας και που είναι πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη, ζημιές, καθώς και αυτές που απορρέουν από οποιεσδήποτε ιδιαίτερες συνθήκες που το υπαίτιο μέρος γνώριζε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, (δέστε και Saab and Another v. Holy Monaster of Ay. Neophytos
(1987)1 C.L.R. 499).» (βλ. A Panayides Contracting Limited ν. M & M Frangos Engineering & Contracting Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1136) . Σε κάθε περίπτωση όμως, Όταν τώρα η διεκδίκηση των αποζημιώσεων εδράζεται επί κάποιου συγκεκριμένου όρου της σύμβασης που αφορά σε αποζημιώσεις, τότε το ζήτημα καθίσταται και πραγματικό αλλά και νομικό. Νομικό υπό την έννοια ότι το δικαίωμα του αθώου μέρους να ανακτήσει τη συγκεκριμένη ζημιά που αξιώνει συνιστά θέμα που άπτεται της ερμηνείας του συμβατικού όρου που το πρόσωπο αυτό επικαλείται και πραγματικό υπό την έννοια του ότι το αθώο μέρος θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει υποστεί πραγματική ζημία ή απώλεια από την παράβαση (βλ. Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ v. G. & C. Exaust Systems Ltd
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 500). Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι «.όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Biggin v. Permanite [1951] 1 K.B. 422, ότι το Δικαστήριο πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί στον υπολογισμό των αποζημιώσεων στην περίπτωση όπου δεν δίνεται επακριβής μαρτυρία για τις ζημιές. Το ότι είναι αδύνατο να υπολογισθεί με ακρίβεια η αποζημίωση, δεν πρέπει να παρεμβάλλει εμπόδιο στην απόδοση αποζημιώσεων εφόσον βεβαίως ο ενάγων αποδεικνύει το υπαρκτό του δικαιώματος του για αποζημίωση.» (βλ. A Panayides Contracting Limited ανωτερω). Άλλωστε, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, η εύλογη αποζημίωση είναι το μέτρο της ζημιάς για τη διάρρηξη ή μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων και όπου στη σύμβαση καθορίζεται συγκεκριμένο ποσό για σκοπούς αποζημιώσεων, «.το δικαστήριο, διατηρεί.τη διακριτική του εξουσία να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση η οποία ωστόσο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά το ονομαζόμενο στη σύμβαση ποσό.μπορούν (όμως) να είναι και λιγότερες του ονομαζόμενου ποσού, αλλά όχι περισσότερες.» (βλ. μεταξύ άλλων Σύλλογος "Ανόρθωσις" Αμμοχώστου διά του προέδρου αυτού Κίκη Κωνσταντίνου ν. "Απόλλων" Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού διά του γενικού γραμματέα Γιώργου Παπά
(2002)1 ΑΑΔ 518 και Χαραλάμπους Τρύφωνας και Άλλοι ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited)
(2011)1 ΑΑΔ 1739) Αν και είναι θεωρώ κοινώς αντιληπτό, επισημαίνω και το ότι, ως έχει επίσης νομολογηθεί, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο, με τον σκοπό της ερμηνείας να είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο, εξ' ου και η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Για να διακριβωθεί δε η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών και κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας εφόσον η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168). Τα έγγραφα τέλος πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση και σε περίπτωση όρων στους οποίους εντοπίζονται αντιφάσεις ή αμφιβολίες, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι ο κανόνας ερμηνείας του κοινοδικαίου «verba chartarum fortius accipiuntur contra proferentem», ήτοι, τυχόν αμφιβολίες ή ασάφειες επιλύονται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο (βλ. ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019 καθώς και Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407.) Έχοντας λοιπόν κατά νου τις πιο πάνω αρχές, το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσο, με βάση τα όσα αναφέρονται στο σύνολο των εγγράφων των μερών, δικαιολογείται ο ενάγοντας, νομικά τουλάχιστο, να αξιώνει τις αποζημιώσεις που ζητά, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €82.335,24 (μη λαμβανομένου υπόψη του ποσού των €12.030 που είχε δοθεί ως εγγύηση). Υπενθυμίζω εδώ ότι την πτυχή της εκδοχής του ως προς το πού εδράζονται οι επίδικες αξιώσεις του, ο ενάγοντας τη βασίζει στο περιεχόμενο της συμφωνίας της 01/10/09 (Τεκ. 1) καθώς και στα όσα αναφέρονται στις επιστολές που έστελλε στους εναγόμενους μέχρι και τις 05/04/13, ήτοι προτού οι τελευταίοι τερματίσουν την ενοικίαση (Τεκ. 2 - 6). Ο λόγος που αναφέρομαι και στις επιστολές που αποστάληκαν μετά τη βασική συμφωνία της 01/10/09 είναι διότι είναι κοινώς αποδεκτό αλλά και δικογραφημένο, ότι συνεπεία των εν λόγω επιστολών, επήλθαν εκ συμφώνου διαφοροποιήσεις στους διάφορους όρους της βασικής συμφωνίας. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο ενάγοντας αναγνώρισε, μέχρι την επιστολή της 22/10/12 (Τεκ.5) δεν είχε ποτέ τεθεί γραπτώς και ρητά η θέση του ότι οι μειώσεις που εκ συμφώνου γίνονταν ως τότε στο μηνιαίο ενοίκιο αλλά και στο ενοίκιο που θα καταβαλλόταν από τούδε και στο εξής, θα τελούσαν υπό τον όρο ότι οι εναγόμενοι δεν θα παραβίαζαν, μεταξύ άλλων, τους όρους της συμφωνίας της 01/10/09 αναφορικά με τη διάρκεια και συνέχιση της ενοικίασης καθώς και υπό τον όρο ότι «.όλες οι αναστολές και διευθετήσεις που γίνονται με την επιστολή αυτήν γίνονται τελεσίδικες και δεν διεκδικούνται μόνο αν η ενοικίαση συνεχίσει μέχρι τη λήξη της όπως συμφωνείται στην αρχική συμφωνία ενοικίασης.». Δεν έχω βεβαίως παραγνωρίσει ότι στις επιστολές που έστελλε ο ενάγοντας πριν τις 22/10/12 γινόταν πάντοτε αναφορά στο γεγονός ότι όλοι οι άλλοι όροι της συμφωνίας της 01/10/09 παρέμεναν σε ισχύ. Όπως όμως δέχτηκε και ο ίδιος ο ενάγοντας, ο όρος περί αναδρομικής διεκδίκησης οποιουδήποτε ποσού σε περίπτωση που οι εναγόμενοι δεν παρέμεναν στο υποστατικό ως ενοικιαστές για όσο χρόνο η συμφωνία της 01/10/09 προνοούσε, τέθηκε για πρώτη φορά γραπτώς με την επιστολή της 22/10/
  1. Μάλιστα δε, κατά τον ενάγοντα αυτό έγινε διότι τότε ήταν που ένιωσε για πρώτη φορά ότι οι εναγόμενοι σκέφτονταν να εγκαταλείψουν το υποστατικό. Σε κάθε περίπτωση όμως, το «θεμέλιο» επί του οποίου οικοδομήθηκε το μεγαλύτερο μέρος των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντα σε σχέση τουλάχιστο με τα «παρελθοντικά» ενοίκια, ήταν ακριβώς το γεγονός ότι οι εναγόμενοι συμφώνησαν και αποδέχτηκαν τον όρο που τους έθεσε με την επιστολή της 22/10/12 ως προς το ότι «.Παραβίαση των όποιων άρθρων, όρων και/ή διατάξεων συμπεριλαμβανομένης της συνέχισης της ενοικίασης μέχρι την τελευταία ημερομηνία (άρθρο 1 και άρθρα 2 και 3) της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης 01/10/09, συνεπάγεται ακύρωση όλων των διαφοροποιήσεων που αναφέρονται με τις πιο πάνω επιστολές και η συμφωνία ενοικίασης παραμένει εξ' ολοκλήρου σε ισχύ όπως αρχικά συμφωνήθηκε και με το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να διεκδικήσει με όλα τα νόμιμα μέσα τα δικαιώματά του συμπεριλαμβανομένων των ποσών των ενοικίων, τελών κλπ που με τις πιο πάνω επιστολές έχουν ανασταλεί.». Είναι επί του ίδιου δε «θεμελίου» που οικοδομήθηκε και η νομική «απάντηση» της πλευράς του ενάγοντα στους ισχυρισμούς των εναγομένων περί δημιουργίας κωλύματος, αφού σύμφωνα με τον κ. Χατζηγιώργη, έστω και αν δεν είχε ποτέ προηγουμένως τεθεί ρητά ένας τέτοιος όρος στις συμφωνίες των μερών, εντούτοις, με την αποδοχή του συγκεκριμένου όρου από τους εναγόμενους, δημιουργήθηκε ουσιαστικά μια ειδική συμφωνία μεταξύ των μερών, όχι μόνο σε σχέση με τις υποχρεώσεις των εναγομένων αλλά και σε σχέση με τις αποζημιώσεις που θα δικαιούτο ο ενάγοντας σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις αυτές δεν εκπληρώνονταν. Η εν λόγω συμφωνία, κατά το συνήγορο, όχι μόνο δεν επιτρέπει την εφαρμογή ή την επίκληση των αρχών του κωλύματος που προσπαθούν να επικαλεστούν οι εναγόμενοι, αλλά και διαφοροποιεί τα επίδικα γεγονότα από αυτά της High Trees ανωτέρω. Με δεδομένο λοιπόν το γεγονός ότι οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν το περιεχόμενο της επιστολής της 22/10/12, η οποία να σημειωθεί αναφέρει ότι αποστέλλεται σε συνέχεια των επιστολών της 19/12/11 και 19/04/12, οι τελευταίοι δήλωσαν ουσιαστικά ότι συμφωνούν όπως: Α)Συνεχίσει να ισχύει η προηγουμένως συμφωνηθείσα «αναστολή της συμφωνημένης μηνιαίας αύξησης.(καθώς) και η μείωσης του μηνιαίου ενοικίου από €3.000 σε €2.700 (επιστολή 19/04/12)». Β) Όπως γίνει «.περαιτέρω αναστολή/μείωση του μηνιαίου ενοικίου από €3.000 σε €2.000 από 01/11/12.» Γ) Όπως ανασταλεί η «.πληρωμή(ς) των τελών αποχέτευσης και της ασφάλειας πυρός που προνοούνται στο άρθρο 5 της αρχικής μας συμφωνίας της 01/10/09». Δ) Ότι τα πιο πάνω θα είναι προσωρινά και θα διαρκούν μέχρι 30/09/
  2. Π Ε) Ότι γύρω στις 15/09/13 θα γίνει εκ νέου συνάντηση «για το αν θα επανέλθει ή όχι η προσαρμογή του ενοικίου και των άλλων διαφοροποιήσεων στα επίπεδα των αρχικών προνοιών της πιο πάνω συμφωνίας μας ή αν θα συνεχίσει μέχρι το τέλος της με τις νέες διευθετήσεις». Στ) Ότι «όλα τα υπόλοιπα άρθρα της αρχικής συμφωνίας παραμένουν αναλλοίωτα ως έχουν», περιλαμβανομένων και των άρθρων 3 και 5 στην ολότητα τους και ότι «οι πιο πάνω διαφοροποιήσεις αφορούν μόνο τα ποσά και όχι οποιαδήποτε άρθρα ή/και οποιουσδήποτε όρους αυτών που περιλαμβάνονται στην αρχική συμφωνία ενοικίασης της 01/10/09». Ζ) Ότι η συμφωνία ενοικίασης της 01/10/09 «παραμένει σε ισχύ τόσο ως προς τη διάρκεια της όσο και ως προς το σύνολο των άρθρων και προνοιών της». Η) Ότι «όλες οι αναστολές και διευθετήσεις που γίνονται με την επιστολή αυτήν γίνονται τελεσίδικες και δεν διεκδικούνται μόνο αν η ενοικίαση συνεχίσει μέχρι τη λήξη της όπως συμφωνείται στην αρχική συμφωνία ενοικίασης. (και ότι) παραβίαση των όποιων άρθρων, όρων και/ή διατάξεων συμπεριλαμβανομένης της συνέχισης της ενοικίασης μέχρι την τελευταία ημερομηνία (άρθρο 1 και άρθρα 2 και 3) της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης 01/10/09, συνεπάγεται ακύρωση όλων των διαφοροποιήσεων που αναφέρονται με τις πιο πάνω επιστολές και η συμφωνία ενοικίασης παραμένει εξ' ολοκλήρου σε ισχύ όπως αρχικά συμφωνήθηκε και με το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να διεκδικήσει με όλα τα νόμιμα μέσα τα δικαιώματά του συμπεριλαμβανομένων των ποσών των ενοικίων, τελών κλπ που με τις πιο πάνω επιστολές έχουν ανασταλεί.» Κοντολογίς, στις 22/10/12 οι εναγόμενοι συμφώνησαν, όπως ισχυρίζεται και ο ενάγοντας και καθίσταται και εύρημα μου, ότι με εξαίρεση το ύψος του ενοικίου, όλοι οι άλλοι όροι της συμφωνίας της 01/10/09, περιλαμβανομένων και των όρων που αφορούσαν στη συνέχιση της ενοικίασης «.μέχρι τη λήξη της όπως συμφωνείται στην αρχική συμφωνία ενοικίασης 01/10/09.», θα συνέχιζαν να ισχύουν και να δεσμεύουν τα μέρη Όλα τα πιο πάνω συμφωνηθέντα τώρα, ο ενάγοντας φρόντισε να τα υπενθυμίσει γραπτώς στους εναγόμενους αμέσως μόλις αυτοί καθυστέρησαν να του πληρώσουν κάποια ενοίκια οπόταν και τους έστειλε την επιστολή της 05/04/13 (Τεκ.6). Με τη συγκεκριμένη επιστολή όμως, ο ενάγοντας δεν περιορίστηκε απλά να επαναλάβει το περιεχόμενο της επιστολής της 22/10/12, αλλά προχώρησε και «υπενθύμισε» στους εναγόμενους, ως ήταν και η λέξη που ο ίδιος χρησιμοποίησε, ότι «.αν σκοπεύετε να εγκαταλείψετε το υποστατικό που σας ενοικιάζω θα πρέπει να μου δώσετε, όπως προνοείται στην αρχική συμφωνία μας, προειδοποίηση και πως δεν δικαιούστε σε τέτοια περίπτωση να μου κατακρατείτε ενοίκια έναντι της προκαταβολής ντεπόζιτου που μου είχατε παραχωρήσει» (έμφαση δική μου). Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι την επιστολή της 05/04/13, ο ενάγοντας την έστειλε μετά που σύμφωνα με τον ίδιο, είχε ήδη νιώσει ότι οι εναγόμενοι σκέφτονταν να εγκαταλείψουν το υποστατικό. Ποια ήταν όμως αυτή η πρόνοια στη σύμβαση της 01/10/09 που αφορούσε σε αποστολή προειδοποίησης σε περίπτωση εγκατάλειψης του υποστατικού, η οποία, όχι μόνο προφανώς συνέχιζε κατά τον ενάγοντα να ισχύει και να δεσμεύει τα μέρη αλλά και έπρεπε να υπομνηστεί ρητά στους εναγόμενους να την ακολουθήσουν «.αν σκοπεύετε να εγκαταλείψετε το υποστατικό που σας ενοικιάζω.» και την οποία επικαλέστηκε και ο ίδιος ο ενάγοντας σε σχέση με τα ποσά που θα δικαιούτο να πληρωθεί σε μια τέτοια περίπτωση - «.δεν δικαιούστε σε τέτοια περίπτωση να μου κατακρατείτε ενοίκια έναντι της προκαταβολής ντεπόζιτου που μου είχατε παραχωρήσει; Ανατρέχοντας στη σύμβαση της 01/10/09, οι όροι της οποίας συμφωνήθηκε εκ νέου στις 22/10/12 ότι θα συνέχιζαν να ισχύουν αναλλοίωτοι, διαπιστώνεται ότι στον όρο 16 αυτής υπάρχει όντως πρόνοια σε σχέση με δικαίωμα που είχαν οι εναγόμενοι κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της ενοικίασης, αλλά μετά τους πρώτους 9 μήνες, να τερματίσουν την ενοικίαση αφού δώσουν πρώτα στον ενάγοντα γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον τριών μηνών. Σε μια τέτοια περίπτωση, αναφέρει ο όρος 16, αν η ειδοποίηση τερματισμού ήθελε δοθεί μετά τους πρώτους 9 μήνες αλλά πριν τη συμπλήρωση ενός έτους ενοικίασης, τότε οι εναγόμενοι υποχρεούνταν να καταβάλουν στον ενάγοντα «συμπληρωματικά ενοίκια δεκαπέντε μηνών (συμπεριλαμβανομένων των τριών μηνών της προειδοποίησης)», ενώ, αν ο τερματισμός ήθελε γνωστοποιηθεί «έναν χρόνο μετά την έναρξη της παρούσας ενοικίασης, τότε οι ενοικιαστές υποχρεούνταν να καταβάλουν (στον ενάγοντα) δώδεκα επί πλέον ενοίκια». Σημειώνω εδώ ότι είναι προφανές αλλά και λογικό, ότι η επί του προκειμένου συμφωνία των μερών αφορούσε σε πληρωμή 15 συνολικά ενοικίων αν ο τερματισμός γινόταν πριν τη λήξη του ενός έτους, 3 ενοίκια προειδοποίηση και 12 επιπλέον και σε πληρωμή 12 συνολικά ενοικίων αν ήταν μετά το ένα έτος, 3 ενοίκια προειδοποίηση και 9 επιπλέον, αφού σε αμφότερες τις περιπτώσεις, με δεδομένο ότι θα είχαν ήδη πληρωθεί οι πρώτοι εννέα μήνες της ενοικίασης, θα καταβάλλονταν στον ενάγοντα τα ενοίκια για ολόκληρο το δεύτερο χρόνο. Από το λεκτικό τώρα της συγκεκριμένης συμβατικής πρόνοιας, φαίνεται ότι η πρόθεση τότε, την 01/10/09 δηλαδή, ήταν όπως η εφαρμογή της περιοριστεί στα πρώτα δύο έτη της ενοικίασης μόνο και όπως ακολούθως καταστεί ανενεργή. Με την επιστολή του όμως στις 05/04/13, ο ίδιος ο ενάγοντας, όχι μόνο επανέφερε ουσιαστικά σε ισχύ την εν λόγω πρόνοια, όχι μόνο παρουσίασε τον εαυτό του έτοιμο να δεχτεί την εφαρμογή της και στο χρονικό σημείο στο οποίο βρισκόταν τότε η ενοικίαση, ήτοι στον τέταρτο της χρόνο, αλλά και την υπέδειξε στους εναγόμενους ως την πρόνοια που αυτοί έπρεπε να σεβαστούν σε περίπτωση που «.σκοπεύετε να εγκαταλείψετε το υποστατικό που σας ενοικιάζω.». Πέραν τούτου όμως, την εν λόγω πρόνοια την επικαλέστηκε και ο ίδιος ο ενάγοντας προς όφελος του ώστε να διασφαλίσει ότι θα τύγχαναν πλήρους σεβασμού τα εκεί προβλεπόμενα δικαιώματα του σε αποζημίωση σε περίπτωση που «.σκοπεύετε να εγκαταλείψετε το υποστατικό που σας ενοικιάζω.». Αυτό όμως ακριβώς ήταν και εκείνο που έπραξαν οι εναγόμενοι αμέσως μετά, όταν δηλαδή έστειλαν στον ενάγοντα την επιστολή της 30/09/13 (Τεκ.7), με την οποία καθ' υπόδειξη ουσιαστικά του τελευταίου, ανέφεραν ότι - «. βρισκόμαστε σε δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι σε τρεις μήνες από σήμερα (όπως προκύπτει εκ της συμφωνίας μας από 01/10/09) θα εκκενώσουμε το ανωτέρω κτήριο» (έμφαση δική μου). Δεν μπορεί λοιπόν, θεωρώ, να παραπονείται τώρα ο ενάγοντας για κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικό τερματισμό της ενοικίασης από πλευράς των εναγομένων, επειδή οι τελευταίοι αποφάσισαν να τον προειδοποιήσουν για το ότι «.σκόπευαν να εγκαταλείψουν το υποστατικό που τους ενοικίαζε.», επικαλούμενοι προς τούτο τη συμβατική πρόνοια που αυτός τους υπέδειξε να τηρήσουν σε περίπτωση που είχαν όντως αυτό το σκοπό. Αναφέρω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι σ' ένα μέρος της επιστολής της 05/04/13 ο ενάγοντας κάμνει αναφορά σε άλλους συμβατικούς όρους που αφορούν τη διάρκεια της ενοικίασης, ενώ σε άλλο μέρος της αναφέρεται μόνο σε συνέχιση της ενοικίασης «μέχρι τη λήξη της όπως συμφωνείται στην αρχική συμφωνία ενοικίασης», αναφορά η οποία περιλαμβάνει και τον όρο
  3. Πέραν όμως του ότι ο ενάγοντας κάμνει ειδική αναφορά στον όρο της συμφωνίας που προνοεί για αποστολή προειδοποίησης σε περίπτωση που «.σκοπεύετε να εγκαταλείψετε το υποστατικό που σας ενοικιάζω.», αναφορά που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραπέμπει σε οποιοδήποτε όρο άλλο από τον όρο 16, ακόμα και αν το θέμα ήθελε θεωρηθεί ως ασαφές και αόριστο, ο κανόνας του «contra proferentem» δεν επιτρέπει στο επίμαχο λεκτικό της επιστολής της 05/04/13 να ερμηνευτεί προς όφελος του ενάγοντα ή ώστε να μην θεωρηθεί ότι, κατ' επιλογή του τελευταίου, ο όρος 16 της συμφωνίας της 01/10/09 καθώς και τα εκεί αναφερόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών μπορούσαν ακόμη να εφαρμοστούν. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, διαπιστώνω ότι όταν οι εναγόμενοι έδωσαν στον ενάγοντα προειδοποίηση για την πρόθεση τους να τερματίσουν πρόωρα την ενοικίαση, η ενέργεια τους αυτή ενέπιπτε στα δικαιώματα που τους παρείχαν οι πρόνοιες της συμφωνίας της 01/10/09, και οι οποίες πρόνοιες, κατά τον ίδιο τον ενάγοντα ήταν σε ισχύ και όχι μόνο μπορούσαν αλλά και έπρεπε να εφαρμοστούν από τους εναγόμενους σε περίπτωση που όντως «.σκόπευαν να εγκαταλείψουν το υποστατικό που τους ενοικίαζε.». Βεβαίως, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι τερμάτισαν την ενοικίαση πρόωρα κατ' επίκληση κάποιου συμβατικού όρου που τους έδινε το δικαίωμα αυτό, δεν τους απαλλάσσει στην προκειμένη περίπτωση και από την υποχρέωση να πληρώσουν στον ενάγοντα τις αποζημιώσεις που ο ίδιος όρος επιβάλλει να πληρωθούν. Το δικαίωμα δηλαδή του ενάγοντα να αποζημιωθεί για τον πρόωρο τερματισμό της ενοικίασης συνεχίζει να υφίσταται, όχι όμως ως δικαίωμα που προκύπτει συνεπεία παράβασης σύμβασης αλλά ως δικαίωμα που προκύπτει από την ίδια τη σύμβαση των μερών καθώς και τον όρο που και ο τελευταίος επικαλέστηκε στις 05/04/13 προς όφελος του για το θέμα αυτό των αποζημιώσεων. Έχοντας λοιπόν κατά νου ότι η συγκεκριμένη πρόνοια αναφέρει ότι σε περίπτωση που οι εναγόμενοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για πρόωρο τερματισμό της ενοικίασης μετά την πάροδο ενός έτους, θα πρέπει να καταβάλουν στο ενάγοντα τα ενοίκια για τους τρεις μήνες που θα διαρκέσει η προειδοποίηση καθώς και ακόμη εννέα ενοίκια, το ερώτημα που τίθεται πλέον αφορά στο ύψος των ενοικίων που θα πρέπει να καταβληθούν. Για το θέμα αυτό λοιπόν σημειώνω τα εξής: Όταν τα μέρη συμφωνούσαν την 01/10/09 τον όρο 16 της συμφωνίας, το ενοίκιο που ήταν τότε συμφωνημένο να καταβάλλεται, ήταν €3000 μηνιαίως. Όταν όμως στις 05/04/13 ο ενάγοντας αποφάσισε από μόνος του να επαναφέρει σε ισχύ τον όρο 16, αλλά και να τον υποδείξει στους εναγόμενους ώστε να σεβαστούν τα δικαιώματα του σε σχέση με τις αποζημιώσεις που θα έπρεπε να του καταβάλουν σε περίπτωση που «.σκόπευαν να εγκαταλείψουν το υποστατικό που τους ενοικίαζε.», το μηνιαίο ενοίκιο είχε ήδη, από τις 22/10/12 και σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα, συμφωνηθεί να μειωθεί «.από €3.000 σε €2.000.». Τονίζω εδώ ότι είναι ο ίδιος ο ενάγοντας που έκαμε αναφορά στην επιστολή της 22/10/12, αφ' ενός σε αρχικό ποσό €3000 και όχι €3.820 που αναφέρετο στη συμφωνία της 01/10/09 και αφ' ετέρου στο ότι το μειωμένο ποσό των €2000 θα ίσχυε «.μέχρι 30/09/
  4. Πριν από την ημερομηνία αυτήν και γύρω στις 15/09/13 θα συναντηθούμε ξανά για το αν θα επανέλθει ή όχι η προσαρμογή του ενοικίου και των άλλων διαφοροποιήσεων στα επίπεδα των αρχικών προνοιών της πιο πάνω συμφωνίας μας ή αν θα συνεχίσει μέχρι το τέλος της με τις νέες διευθετήσεις..». Με άλλα λόγια, όταν ο ενάγοντας υποδείκνυε στους εναγόμενους το συμβατικό όρο που αυτοί έπρεπε να σεβαστούν αν «.σκόπευαν να εγκαταλείψουν το υποστατικό που τους ενοικίαζε.», ώστε να διασφαλιστούν και τα δικά του δικαιώματα σε αποζημίωση, και οι εναγόμενοι επέλεγαν να ακολουθήσουν την εν λόγω υπόδειξη του ενάγοντα ώστε να τερματίσουν πρόωρα την ενοικίαση, η αντίληψη που αμφότεροι είχαν ως προς το ύψος του καταβλητέου ενοικίου ήταν ότι αυτό ανερχόταν στις €2000 και ότι η οποιαδήποτε περαιτέρω διαφοροποίηση θα συμφωνείτο σε συνάντηση που θα γινόταν «γύρω στις 15/09/13». Είναι δε κοινώς αποδεκτό ότι σε κάποια συνάντηση που έγινε μετά την επιστολή της 05/04/13, οι εναγόμενοι ζήτησαν όπως μειωθεί περαιτέρω το ενοίκιο, όμως ο ενάγοντας δεν δέχτηκε. Είναι όμως ταυτόχρονα επίσης κοινώς αποδεκτό ότι δεν επήλθε ούτε συμφωνία για «.προσαρμογή του ενοικίου και των άλλων διαφοροποιήσεων στα επίπεδα των αρχικών προνοιών της πιο πάνω συμφωνίας μας.». Παρέμεινε δηλαδή το ενοίκιο στις €2000 και αυτό είναι το ποσό που κρίνεται υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς υπολογισμού της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγοντας να λάβει με βάση τον όρο 16 της συμφωνίας συνεπεία του προώρου τερματισμού της ενοικίασης, που είναι και ο όρος που ο ίδιος ο τελευταίος επικαλέστηκε σε σχέση με το θέμα αυτό. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τα ενοίκια για τους μήνες Ιούλιο μέχρι και Σεπτέμβριο 2013 (€6000), και ότι δυνάμει του όρου 16 της συμφωνίας, όφειλαν να καταβάλουν στον ενάγοντα συνολικά 12 ενοίκια ενόψει της της πρόθεσης για τερματισμό, δηλαδή τα ενοίκια για τους τρεις μήνες της προειδοποίησης, ήτοι Οκτώβριο - Δεκέμβριο 2013 (€6.000) και ακόμη εννέα ενοίκια (€18.000), η συνολική αποζημίωση που δικαιούτο να λάβει ο ενάγοντας από τους εναγόμενους και που οι τελευταίοι όφειλαν να του καταβάλουν, ανέρχεται στο ποσό των €30.
  5. Σημειώνω εδώ ότι το εν λόγω ποσό προκύπτει να είναι και το ποσό που θα δικαιούτο να λάβει ο ενάγοντας αν οι εναγόμενοι συνέχιζαν την ενοικίαση μέχρι και τις 30/09/14, ως ήταν και η απαίτηση του τελευταίου. Των πιο πάνω λεχθέντων τώρα, θα πρέπει να υπενθυμίσω και να επισημάνω εδώ ότι, όπως αναφέρεται στη συμφωνία της 01/10/09 αλλά και όπως υπέδειξε και ο ενάγοντας στην επιστολή της 05/04/13, το ποσό των €12.030 που αυτός έλαβε ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση της συμφωνίας και συνεχίζει να κρατά, «.δεν περιορίζει το ύψος των αποζημιώσεων ή απαιτήσεων των ιδιοκτητών βάση της παρούσας συμφωνίας.(και).οι ενοικιαστές δεν δικαιούνται να συμψηφίζουν το ποσόν τούτο μετά τελευταία τρία μηνιαία ενοίκια της προειδοποίησης για τερματισμό της ενοικίασης.». Παρά ταύτα, κατ' επιλογή του ίδιου του ενάγοντα, δηλώθηκε από μέρους του, τόσο μέσω των δικογράφων του (παρ. 15 Ε/Α) όσο και κατά την ακρόαση (παρ. 20 και 21 Εγγράφου Α), ότι το ποσό αυτό των €12.030, ο τελευταίος δεχόταν να το συμψηφίσει με τη «συνολική οφειλή των εναγομένων», η οποία, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τη δικογραφία αλλά και τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα, αφορά και σε οφειλόμενα ενοίκια. Είναι δε σε αυτή τη δήλωση του ενάγοντα που βασίστηκε η πλευρά της υπεράσπισης για να δηλώσει ότι δεν θα προωθούσε την ανταπαίτηση της με την οποία επεδίωκε την επιστροφή του εν λόγω ποσού εφόσον δεν ήταν ως τότε αποδεκτό ότι θα μπορούσε το ποσό αυτό να συμψηφιστεί με τις αξιούμενες αποζημιώσεις. Θα ήταν υπό τις περιστάσεις συνεπώς άδικο (unfair) αλλά και ασυνείδητο (unconscionable) απέναντι στην υπεράσπιση να μην αφαιρεθεί το συγκεκριμένο ποσό των €12.030 από το ποσό των €30.000 που κρίθηκε να συνιστά τη συνολική οφειλή των εναγομένων. Το ποσό λοιπόν που κρίνεται να δικαιούται ο ενάγοντας με βάση της συμφωνία των μερών για τον πρόωρο τερματισμού της ενοικίασης κατ' εφαρμογή του συμβατικού όρου 16, ανέρχεται στο ποσό των €17.
  6. Στρέφομαι τώρα στο ξεχωριστό κονδύλι ύψους €1435,24 που αξιώνεται σε σχέση με τα τέλη αποχέτευσης του υποστατικού για τα έτη 2010, 2011 και 2012 και 2013 (Τεκ. 11). Σημειώνω τα εξής. Όντως, είναι γεγονός ότι στη συμφωνία της 01/10/09 αναφέρεται ότι τα συγκεκριμένα τέλη είναι οι εναγόμενοι που θα τα κατέβαλλαν.. Όμως, από τις επιστολές του ενάγοντα ημερ. 19/12/11, 19/04/12, 22/10/12 και 05/04/13, διαπιστώνεται επίσης ως γεγονός, ότι όχι μόνο η υποχρέωση των εναγομένων για πληρωμή των εν λόγω τελών είχε ανασταλεί από τον ίδιο τον ενάγοντα, ό,τι δηλαδή ισχυρίστηκε και ο ΜΥ1 ότι είχε γίνει, αλλά και ότι, κατ' επιλογή του ίδιου του ενάγοντα, τα εν λόγω τέλη θα πληρώνονταν από τον ίδιο και σε κάποιο στάδιο στο μέλλον, αυτά θα τύγχαναν «διακανονισμού» με τα ποσά που κατά παράκληση του ενάγοντα οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν απευθείας στις φορολογικές αρχές αντί να τ' αποκόπτουν από τα ενοίκια που του έδιναν (βλ. Τεκ.4). Εφόσον λοιπόν είναι κοινώς αποδεκτό ότι για την περίοδο 2010 - Ιούνιο 2013 τουλάχιστο, οι εναγόμενοι κατέβαλλαν στον ενάγοντα κανονικά τα ενοίκια που είχαν ως τότε συμφωνηθεί να καταβάλλονται, και εφόσον δεν προβλήθηκε από πλευράς του τελευταίου οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί μη πληρωμής από τους εναγόμενους των αναλογούντων φόρων στις αρμόδιες αρχές και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το ύψος των φόρων αυτών που φέρονται να πληρώθηκαν από τους εναγόμενους, δεν παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να επιδικαστεί εναντίον των εναγομένων και υπέρ του ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με το συγκεκριμένο κονδύλι. Η επί του προκειμένου αξίωση του ενάγοντα λοιπόν απορρίπτεται. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και το εξής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, έκρινα ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης αλλά σε αποζημιώσεις στη βάση του τι προνοούσαν οι συμφωνίες των μερών σε περίπτωση άσκησης των εκεί αναφερόμενων συμβατικών δικαιωμάτων. Υπό αυτή τη σκοπιά λοιπόν, κατέστη άνευ ουσίας η ενασχόληση με το κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται να πληρωθεί τα προηγούμενα ενοίκια ή αν εμποδίζεται λόγω κωλύματος ή αν δικαιούται να πληρωθεί αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη, αφού τα θέματα αυτά αφορούν καθαρά στην περίπτωση όπου το ζήτημα είναι οι αποζημιώσεις που δικαιούται ένα αθώο μέρος σε περίπτωση παράβασης σύμβασης, που δεν είναι η παρούσα. Ακόμη όμως και αν η παρούσα υπόθεση ήθελε θεωρηθεί ως περίπτωση όπου υπήρξε παράβαση της σύμβασης συνεπεία του πρόωρου τερματισμού, η κατάληξη μου ως προς το ύψος των αποζημιώσεων που θα δικαιούτο ο ενάγοντα θα ήταν και πάλι η ίδια. Εξηγώ. Η βάση επί των οποίων ρητά εδράζονταν οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντα, ήταν η κατ' ισχυρισμό παράβαση της συμφωνίας της 01/10/09 συνεπεία αποκλειστικά του πρόωρου τερματισμού της ενοικίασης, ήτοι του τερματισμού πριν τις 30/09/
  7. Ο ίδιος όμως ο ενάγοντας, για να διασφαλίσει τα δικαιώματα του από μια τέτοια ενδεχόμενη συμβατική παράβαση, όπως κατ' εκείνον θα ήταν ο πρόωρος τερματισμός της ενοικίασης, επικαλέστηκε με την επιστολή της 05/04/13 και προς όφελος του, τον όρο 16 της συμφωνίας, ο οποίος όρος περιλαμβάνει και σχετική πρόνοια για το ύψος των αποζημιώσεων που αυτός θα δικαιούτο να λάβει σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού. Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω κατά νου, καθώς επίσης και τις νομικές αρχές που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων που δικαιούται να λάβει ένα αθώο μέρος συνεπεία παράβασης μιας σύμβασης, και ιδιαίτερα τις αρχές που αφορούν στις περιπτώσεις όπου στη σύμβαση καθορίζεται συγκεκριμένο ποσό αποζημιώσεων για μια συγκεκριμένη παράβαση, ήτοι ότι το ποσό των αποζημιώσεων που δυνατό να επιδικασθούν σε μια τέτοια περίπτωση, «δεν μπορεί να ξεπερνά το ονομαζόμενο στη σύμβαση ποσό», οι αποζημιώσεις που θα δικαιούτο να λάβει ο ενάγοντας, αν ο πρόωρος τερματισμός της ενοικίασης συνιστούσε παράβαση της σύμβασης, δεν θα μπορούσαν να υπερβούν το ποσό που καθορίζεται στον όρο 16 που αυτός επικαλέστηκε, ήτοι το συνολικό ποσό των €24.000 που αντιστοιχεί σε δώδεκα ενοίκια. Στο ποσό αυτό βέβαια θα πρέπει να προστεθούν, ως ξεχωριστό όμως κονδύλι, και τα δεδουλευμένα ενοίκια Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2013 (€6000). Το μέγιστο δηλαδή ποσό που θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιδικάσει στον ενάγοντα ως αποζημίωση για παράβαση σύμβασης, όπως και αν το ποσό αυτό ήθελε προκύψει, είτε δηλαδή ως παρελθοντικά είτε ως μελλοντικά ενοίκια ή κέρδη, και νοουμένου ότι θα αποδεικνύετο επαρκώς η σχετική ζημιά, δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να υπερβεί το συνολικό ποσό των €30.
  8. Και από το όποιο τώρα ποσό μέχρι €30.000 ήθελε κριθεί ότι δικαιούται ο ενάγοντας ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, για τους ίδιους λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω, θα έπρεπε στη συνέχεια να αφαιρεθεί το ποσό των €12.030 που αυτός ακόμα κρατά. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν ο ενάγοντας καταδείκνυε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε παράβαση της σύμβασης συνεπεία του προώρου τερματισμού της ενοικίασης, το μέγιστο ποσό που αυτός θα δικαιούτο ως αποζημίωση δεν θα μπορούσε να υπερβεί το ποσό των €17.
  9. Αναφέρω εδώ παρεμπιπτόντως και το εξής. Αν οι εναγόμενοι συνέχιζαν κανονικά την ενοικίαση μέχρι τις 30/09/14 που προνοούσε η συμφωνία της 01/10/09, ως ήταν και η απαίτηση του ενάγοντα, τότε ο τελευταίος θα δικαιούτο να λάβει από τους εναγόμενους, από τον Ιούλιο του 2013, που είναι αποδεκτό ότι σταμάτησαν να του καταβάλλονται ενοίκια και μέχρι και τις 30/09/14 (15 μήνες), μόνο το συνολικό ποσό των €30.000, και αυτό γιατί το ενοίκιο θα συνέχιζε να είναι στο μειωμένο ποσό των €2000 το μήνα. Λαμβανομένου τούτου υπόψη καθώς επίσης και του ότι σε μια τέτοια περίπτωση, ο ενάγοντας καμία άλλη απαίτηση δεν θα είχε από τους εναγόμενους, αλλά ούτε και λόγο να συνεχίσει να κατακρατεί το ποσό των €12.030, το οποίο και θα έπρεπε να επιστρέψει, το «καθαρό» ποσό που θα του απέμενε, που είναι ουσιαστικά και η θέση στην οποία θα τον έθετε η κανονική κατ' εκείνον εκτέλεση της συμφωνίας της 01/10/09, ό,τι δηλαδή προνοεί και «.το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για τη διάρρηξη συμβολαίων.», θα ήταν το ποσό των €17.
  10. Όπως δηλαδή και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα υπόθεση, το ποσό των €17.970 συνιστά υπό τις περιστάσεις τη μόνη εύλογη και δίκαιη αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο ενάγοντας από τους εναγόμενους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αγωγή επιτυγχάνει σε σχέση με μικρότερο όμως ποσό, ήτοι για ποσό €17.970, το οποίο επιδικάζεται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1- 4, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, εκτός αν υπάρχει οποιοδήποτε θέμα πληρωμής στο Δικαστήριο, αυτά επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1-4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα βέβαια σε ένα σετ. Όσον αφορά την ανταπαίτηση, αυτή, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω απορρίπτεται, χωρίς έξοδα όμως, εφόσον, ως εξήγησα πιο πάνω, η ανταπαίτηση δεν προωθήθηκε για μόνο το λόγο ότι το επίδικο ζήτημα της «ενσωματώθηκε» στα επίδικα ζητήματα της αγωγής, οπόταν και η προώθηση της ως ξεχωριστή διαδικασία κατέστη πλέον άσκοπη και αχρείαστη. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.