← Κύπρος

Jtrust Asia Pte Ltd ν. Aref holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1941/2021, 21/2/2022

Jtrust Asia Pte Ltd ν. Aref holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1941/2021, 21/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A81 Αρ. Αγωγής: 1941/2021 Μεταξύ: Jtrust Asia Pte Ltd, εκ Σιγκαπούρης Ενάγουσας και

  1. Aref holdings Ltd (ΗΕ 351413), εκ Λευκωσίας
  2. Adalene Ltd (ΗΕ 343760), εκ Λευκωσίας
  3. Bellaven Ltd (ΗΕ 341825), εκ Λευκωσίας
  4. Baguera Ltd (ΗΕ 344754), εκ Λευκωσίας
  5. XXXXX konoshita, εξ Ιαπωνίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 3.12.2021 υπό XXXXX Truong, από την Ταϊλάνδη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς περαιτέρω υποστήριξη της αίτησης της ημερ. 03.11.21 για παρέμβαση και τροποποίηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερ. 9.8.21 Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου 2022 Για ενδ. πρόσωπο - αιτήτρια: Μαρίνα Χατζησωτηρίου για Michael Kyprianou & Co LLC Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: Χριστιάνα Αχιλλέως για Aristodemou Loizides Yiolitis LLC Για εναγομένους 1 - 4 - καθ' ων η αίτηση: κος Παναγιώτης Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε Για εναγομένη 5 - καθ' ης η αίτηση: κα Μαριάννα Γιωρκάτζη για Ανδρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων ανέρχεται στο ποσόν των 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής και αφορά αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αστικών αδικημάτων της συνομωσίας με παράνομα μέσα και της απάτης. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι μεταξύ Μαρτίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2017, πραγματοποίησε αριθμό επενδύσεων στην Group Lease Public Company Limited (GL), εταιρεία επενδύσεων Ταϊλάνδης εισηγμένη στο Ταϊλανδικό χρηματιστήριο, κυρίως στο πλαίσιο τριών Συμφωνιών Επένδυσης. Οι επενδύσεις αυτές περιλάμβαναν και μία επένδυση 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής, στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης που πραγματοποίησε η ενάγουσα με την GL, η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για να λάβει την απόφαση της να επενδύσει στην GL, βασίστηκε σε ψευδείς παραστάσεις που έγιναν εκ μέρους της GL από τον εναγόμενο 5, Ιάπωνα επιχειρηματία με Κυπριακή υπηκοότητα, ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της GL κατά τον επίμαχο χρόνο. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο κατά την ενάγουσα, σε σύναψη εικονικών δανειακών συμβάσεων της θυγατρικής της GL Σιγκαπουριανής εταιρείας GLH στις εναγόμενες 1-4 Κυπριακές εταιρείες (Κύπριοι Δανειολήπτες) και συνεπακόλουθα, σε αδικαιολόγητα και ψευδή θετικά αποτελεσμάτων της GL, προκειμένου να πειστεί η ενάγουσα να επενδύσει σημαντικά ποσά στην GL, τα οποία σε διαφορετική περίπτωση δεν θα επένδυε. Οι εναγόμενες 1 έως 4 ενάγονται ως μέρος της συνομωσίας αφού γνώριζαν κατά την ενάγουσα ότι τα δάνεια που αντλούσαν από την GLH, ήταν εικονικά. Καταχωρήθηκαν ως εκ τούτου δικαστικές διαδικασίες στην Σιγκαπούρη από την ενάγουσα. Το Εφετείο της Σιγκαπούρης επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους 70 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής στην ενάγουσα για ανάκτηση των ζημιών της, στο πλαίσιο της πρώτης και της τρίτης Συμφωνίας Επένδυσης που πραγματοποιήθηκαν, αλλά δεν επέτρεψε την αξίωση ύψους περίπου 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής για ζημιές που προκλήθηκαν στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης. Το Εφετείο της Σιγκαπούρης απέρριψε την αξίωση αυτή, λόγω του ότι κατά τον χρόνο της απόφασης τον Οκτώβριο του 2020, η ενάγουσα δεν είχε ακόμη υποστεί πραγματική ζημιά, γιατί στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης, τα κεφάλαια κατέστησαν πληρωτέα τον Αύγουστο του
  6. Αφότου κατέστη ληξιπρόθεσμη η δεύτερη συμφωνία επένδυσης την 1η Αυγούστου του 2021 και η GL σύμφωνα με την ενάγουσα παρέλειψε να πληρώσει το αρχικό ποσό, η ενάγουσα κίνησε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητώντας τις ζημιές της που κατ' ισχυρισμό της προκλήθηκαν, στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης. Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα πέτυχε μονομερώς, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στους εναγομένους:
  7. Να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίας μέχρι USD 124,474,854.00 ή το ισόποσο σε Ευρώ · και,
  8. Με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν, διαχειριστούν (deal with) ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι, μέχρι της πιο πάνω αξίας. Μεταξύ των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβάνονται τραπεζικοί λογαριασμοί που διατηρούνται στην Τράπεζα Κύπρου, οι οποίοι σημειώνονται στο Παράρτημα Α του Διατάγματος καθώς και τα ακόλουθα ακίνητα στην Κύπρο: (α) Villa Αρ. 9, "XXXXX" complex, XXXXX, XXXXX, Λεμεσός (β) Villa Αρ. 2, " XXXXX " complex, XXXXX, XXXXX, Λεμεσός (γ) Διαμέρισμα Αρ. XXXXX, XXXXX όροφος, XXXXX, Στρόβολος, Λευκωσία, Κύπρος, Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα/Φύλο 1/21, Σχέδιο 1012v01, Τεμάχιο XXXXX Με την αίτηση επιζητούνται επίσης και διατάγματα αποκάλυψης, για τα οποία όμως το Δικαστήριο ζήτησε όπως επιδοθεί η αίτηση στους εναγομένους προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις τους. Οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ένσταση στην οριστικοποίηση και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επικαλούνται μεταξύ άλλων, έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την ενάγουσα και γενικότερα, την απουσία των προϋποθέσεων της νομολογίας για έγκριση συντηρητικού διατάγματος. Στο μεταξύ, καταχωρήθηκε και η αίτηση ημ. 3.11.21 με την οποία η XXXXX Truong, από την Ταϊλάνδη, ζητά περιορισμένη παρέμβαση στην παρούσα διαδικασία προσωρινού διατάγματος, προκειμένου να αιτηθεί την εξαίρεση ενός ακινήτου από το προσωρινό διάταγμα, επικαλούμενη ότι αυτό της ανήκει. Πρόκειται για την Villa Αρ. 2, " XXXXX " Complex, XXXXX XXXXX, Λεμεσός, η οποία συμπεριλαμβάνεται στο προσωρινό διάταγμα. Με την αίτηση της ημ. 3.11.21 η αιτήτρια ζητά συγκεκριμένα τα εξής: Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου για περιορισμένη παρέμβαση της Αιτήτριας με σκοπό να αιτηθεί την ακύρωση και/ή τροποποίηση του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 9/8/2021 στο βαθμό που επηρεάζει την ίδια και/ή τα περιουσιακά της στοιχεία και/ή όπως καταστεί διάδικος για τον περιορισμένο σκοπό που αναφέρεται προηγουμένως και/ή όπως άλλως πως παρέμβει ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει υπό τις περιστάσεις. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 9/8/2021 στο βαθμό που επηρεάζει την Αιτήτρια και/ή τα περιουσιακά της στοιχεία και/ή να τροποποιείται το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 9/8/2021 διά της διαγραφής της υποπαραγράφου Α 4ii (β) και του λεκτικού «Villa Αρ. 2, "XXXXX" complex, XXXXX, XXXXX, Λεμεσός». Διαζευκτικά με τα Α. και Β. ανωτέρω: Γ. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου για περιορισμένη παρέμβαση της Αιτήτριας με σκοπό να καταχωρήσει ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στη μονομερή αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 5/8/2021 και/ή στη συνέχιση της ισχύος του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 9/8/2021 στο βαθμό που επηρεάζει την ίδια και/ή τα περιουσιακά της στοιχεία και/ή όσον αφορά την υποπαραγράφο Α 4ii (β) και το λεκτικό «Villa Αρ. 2, "XXXXX" complex, XXXXX, XXXXX, Λεμεσός» του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 9/8/2021 και/ή όπως καταστεί διάδικος για τον περιορισμένο σκοπό που αναφέρεται προηγουμένως και/ή όπως άλλως πως παρέμβει ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει υπό τις περιστάσεις. Οι διάδικοι με κοινή τους δήλωση αποδέχθηκαν το αιτητικό Α για να δοθεί άδεια παρέμβασης στην διαδικασία με την επιφύλαξη της μη αποδοχής της αλήθειας των ισχυρισμών της αιτήτριας και με την διαγραφή της λέξης «ακύρωση». Έτσι η άδεια παρέμβασης γίνεται μόνο για σκοπούς αιτήματος τροποποίησης του προσωρινού διατάγματος. Το αιτητικό Β για τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος παρέμεινε για ακρόαση ενώ το διαζευκτικό αιτητικό Γ, αποσύρθηκε από την αιτήτρια. Είναι η θέση της αιτήτριας στην εν λόγω αίτηση ότι αγόρασε το επίδικο ακίνητο στα πλαίσια αιτήματος της για πολιτογράφηση στην Κύπρο δυνάμει του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος. Σύμφωνα με τις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση παρέμβασης - τροποποίησης, για την αγορά η αιτήτρια χρησιμοποίησε την εναγομένη 1 εταιρεία Aref Holdings Limited, στην οποία όλοι οι αξιωματούχοι και ο αποκλειστικός μέτοχος ήταν nominees από την εταιρεία FidesCorp Limited. Υπήρχε όμως trust deed προς την αιτήτρια που έδειχνε ότι η ίδια ήταν η αποκλειστική μέτοχος της εν λόγω εταιρείας. Τα σχετικά έγγραφα συμπεριλήφθηκαν και στην αίτηση που καταχωρήθηκε για πολιτογράφηση. Αναφέρεται στην συνέχεια ότι η διαδικασία πολιτογράφησης και αγοράς της έπαυλης ολοκληρώθηκε επιτυχώς και σε αρκετές επισκέψεις της αιτήτριας στην Κύπρο, αυτή διέμενε στην εν λόγω έπαυλη. Αναφέρεται επίσης ότι παρόλο που η αιτήτρια και ο σύζυγός της είχαν επαρκή κεφάλαια για την αγορά της έπαυλης, αποφάσισαν να λάβουν προσωρινό δάνειο από τον εναγόμενο 5 με τον οποίο σχετίζονταν επαγγελματικά για να αγοράσουν την έπαυλη στη Μαρίνα Λεμεσού. Με τη συμβουλή του εναγομένου 5, συστάθηκε η εναγομένη 1 εταιρεία, Aref Holdings Limited, η οποία θα ανήκε στην αιτήτρια και η οποία δανειοδοτήθηκε από εταιρεία του εναγομένου 5 και αγόρασε την έπαυλη. Στην συνέχεια όμως η αιτήτρια λόγω δυσκολιών στην επικοινωνία με τους διαχειριστές της εταιρείας Aref Holdings Limited, αποφάσισε ότι ήθελε να αποπληρώσει το δάνειο και να κατέχει τη Villa Αρ. 2 στο προσωπικό της όνομα και όχι μέσω της Aref Holdings Limited. Μετά από την αποπληρωμή του ποσού του δανείου, η Villa Αρ. 2 μεταβιβάστηκε προσωπικά στο όνομα της αιτήτριας στις 7 Φεβρουαρίου
  9. Ταυτόχρονα, η αιτήτρια δεν επιθυμούσε πλέον να συνδέεται με την Aref Holdings Limited και σε συνεννόηση με τον εναγόμενο 5, έγιναν οι αναγκαίες αλλαγές στην εταιρεία. Η αιτήτρια αρνείται ότι την θέση των εναγόντων ότι βοηθάει κατά κάποιο τρόπο και είναι συνεργός («aid and abet») του εναγομένου 5 να αποκρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία ώστε οι ενάγοντες να μην μπορούν να εκτελέσουν οποιαδήποτε απόφαση που μπορεί να λάβουν εναντίον του, επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και ότι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Villa Αρ. 2 είναι ο εναγόμενο 5 και όχι η ίδια. Έκτοτε, η αιτήτρια έκανε πολλά ταξίδια στην Κύπρο με την οικογένεια της και διέμενε στην επίδικη έπαυλη. Πληροφορήθηκε από τις ειδήσεις ότι υπήρχαν αγωγές μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 5 και των εταιρειών του, με αναφορά σε Κύπριους δανειολήπτες και στην Aref Holdings Limited. Κανένας δεν επικοινώνησε μαζί της σχετικά με αυτές τις αγωγές και παρόλο που ήταν λίγο ανήσυχη, ήταν σίγουρη ότι αυτό δεν θα της δημιουργούσε κανένα πρόβλημα καθώς δεν εμπλεκόταν πλέον με την Aref Holdings Limited. Από το 2017 και αφού άκουσαν για τα προβλήματα που είχε η GL, η αιτήτρια και ο σύζυγος της, έχουν απομακρυνθεί από τον εναγόμενο
  10. Δεν τον έχουν δει ούτε του έχουν μιλήσει από τότε που η αιτήτρια αποπλήρωσε το δάνειο της Aref Holdings Limited. Στην συνέχεια, η αιτήτρια πληροφορήθηκε από την Κύπρο ότι η έπαυλη της δεσμεύτηκε με προσωρινό διάταγμα λόγω κάποιων προβλημάτων που είχε ο νέος ιδιοκτήτης της Aref Holdings Limited. Η αιτήτρια ζήτησε με επιστολή προς τους δικηγόρους των εναγόντων, την εξαίρεση της έπαυλης από το προσωρινό διάταγμα, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν, ισχυριζόμενοι ότι η αιτήτρια και ο σύζυγος της συνδέονται με τον εναγόμενο 5, προσκομίζοντας διάφορα έγγραφα προς τούτο. Για αυτό και η αιτήτρια καταχώρησε αίτηση στις 3.11.21 με την οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου να παρέμβει στη διαδικασία για να τροποποιηθεί το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 9 Αυγούστου 2021, στο βαθμό που επηρεάζει την αιτήτρια και τα περιουσιακά της στοιχεία, με τη διαγραφή της υποπαραγράφου 4 Α (ii)(β) και του λεκτικού: «Villa Αρ. 2, " XXXXX " complex, XXXXX, XXXXX, Λεμεσός». Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η επίδικη έπαυλη ανήκει δικαιωματικά και/ή ελέγχεται από τον εναγόμενο 5 και ως εκ τούτου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εκτέλεσης τυχόν απόφασης εναντίον του. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση δεν έχει κανένα πραγματικό έρεισμα και η αιτήτρια επιχειρεί την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, αναφορικά με την πραγματική διάσταση των γεγονότων. Αναφέρεται τέλος ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα θέσει περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων, εκτός εμβέλειας του ενδιάμεσου διατάγματος παγοποίησης περιουσίας, θα παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων και θα πλήξει το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Σε αυτή, γίνεται μεταξύ άλλων αναφορά στις διαδικασίες στην Σιγκαπούρη, όπου γίνεται παραδοχή κατά τον ομνύοντα ότι οι Κύπριοι δανειολήπτες, ήτοι οι εναγόμενες εταιρείες 1-4, ανήκαν στον εναγόμενο 5 και ότι συμφωνήθηκε η οικογένεια της αιτήτριας να διαχειρίζεται τις δραστηριότητες τους στην Κύπρο. Επίσης υπάρχει ισχυρισμός ότι η αιτήτρια σκόπευε να χρησιμοποιήσει κάποια από τα επίδικα κεφάλαια που διεκδικούνται με την αγωγή για να αγοράσει 2 επαύλεις στην Κύπρο. Η δε οικογένεια της αιτήτριας, επέλεξε να πάρει τα δάνεια για αυτή την αγορά μέσω εταιρειών ειδικού σκοπού και όχι στο όνομα της. Ανεξαρτήτως των κινήτρων της αιτήτριας για εξασφάλιση Κυπριακού διαβατηρίου, είναι κατά την ομνύουσα εμφανής η στενή επιχειρηματική σχέση ου εναγομένου 5 με την αιτήτρια και ότι αυτός είχε ουσιαστικό ρόλο στην δημιουργία των Κυπρίων δανειοληπτών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 1 εταιρείας Aref Holdings Limited, μέσω της οποίας έγινε η χρηματοδότηση της επίδικης έπαυλης. Η ομνύουσα κάνει στην συνέχεια αναφορά στις ενόρκους δηλώσεις στις οποίες προέβηκε ο εναγόμενος 5 στις διαδικασίες της Σιγκαπούρης καθώς και σε αυτές που προέβηκε ο XXXXX Κρανιδιώτης, ο οποίος ήταν διευθυντής των Κυπρίων δανειοληπτών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 1 εταιρείας Aref Holdings Limited. Τα όσα αναφέρουν οι πιο πάνω στις ένορκες δηλώσεις τους στις διαδικασίες της Σιγκαπούρης, συγκρούονται κατά την ομνύουσα με τα όσα αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση παρέμβασης και τροποποίησης του συντηρητικού διατάγματος. Επιπλέον αναδεικνύουν την στενή σχέση της αιτήτριας με τον εναγόμενο 5 και την εναγομένη 1 εταιρεία. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι το Εφετείο της Σιγκαπούρης αποφάσισε μετά που άκουσε σχετική μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 6 ήταν ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) και είχε τον πραγματικό έλεγχο των Δανειοληπτών Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 1 εταιρείας Aref Holdings Limited. Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των δανειοληπτών της Κύπρου με την αιτήτρια και τον σύζυγο της έστω και μόνο για να μην φαίνεται ότι ο εναγόμενος 6 είναι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος των Δανειοληπτών Κύπρου για να μπορέσει έτσι να διαπράξει την απάτη εναντίον της ενάγουσας. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της εναγομένης 1 στο προσωρινό διάταγμα, αποκαλύπτει μια σειρά γεγονότων που δεν συνάδουν με την εκδοχή που παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση Χαραλάμπους που υποστηρίζει την αίτηση παρέμβασης - τροποποίησης. Επιπλέον, ένα σημαντικό γεγονός
  11. Ένα σημαντικό γεγονός που δεν αναφέρεται στις ενόρκους δηλώσεις των εναγομένων και της αιτήτριας είναι ότι η επίδικη έπαυλη ενεχυριάστηκε ως εγγύηση για το Δάνειο που δόθηκε για την αγορά της βάσει σύμβασης ενεχυρίασης που υπεγράφη στις 29 Φεβρουαρίου 2016 μεταξύ της AREF και της GLH. Αυτό στη συνέχεια μετατράπηκε σε μια «διεθνή συμφωνία ενεχύρου» (global pledge agreement) για όλα τα δάνεια της GLH προς τους δανειολήπτες της Κύπρου και υποστηρίχθηκε από τα συνολικά περιουσιακά τους στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης έπαυλης. Ο χρόνος αυτής της συμφωνίας είναι σημαντικός κατά την ομνύουσα, καθώς έγινε μετά που η αιτήτρια αναφέρει ότι ενημέρωσε τον εναγόμενο 6 ότι ήθελε να αποπληρώσει το δάνειο και μόλις μία ημέρα πριν ο κ. Μπεν φέρεται να ενημέρωσε την εναγόμενο 6 ότι έδωσε οδηγίες στην τράπεζα να αποπληρώσει το δάνειο. Αλλά ακόμα και όπου οι ισχυρισμοί του εναγομένου 6 για τη φύση και τις δραστηριότητες των Δανειοληπτών Κύπρου ευθυγραμμίζονται με τις θέσεις της αιτήτριας στην αίτηση τροποποίησης, το Εφετείο της Σιγκαπούρης κατά την ομνύουσα, απέρριψε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς στην εμπεριστατωμένη απόφαση του. Όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην Σιγκαπούρη, καταδεικνύουν κατά την ομνύουσα ότι υπάρχει μια σαφής ένδειξη ότι τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των επαύλεων στην Κύπρο, προέρχονταν από την απάτη που διαπράχθηκε εναντίον της ενάγουσας. Αντιθέτως δεν είναι προφανές ότι τα χρήματα με τα οποία υποτίθεται ότι αποπλήρωσε η αιτήτρια το δάνειο ήταν δικά της. Υπάρχει κατά την ομνύουσα ένα σαφές ιστορικό στις σχετικές συναλλαγές που υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι η εναγομένη 1 και η αιτήτρια, είναι συνένοχοι στην απάτη εναντίον της ενάγουσας. Η παρούσα αίτηση Στην συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, η ανάγκη για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προέκυψε μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης της ενάγουσας. Στην εν λόγω ειδοποίηση ένστασης, προβάλλονται σύμφωνα με την αιτήτρια, ισχυρισμοί και γεγονότα, τα οποία είναι παραπλανητικά, αβάσιμα και αναληθή και σκοπό έχουν να δημιουργήσουν εσφαλμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο και να επηρεάσουν την κρίση του ως προς το κατά πόσο θα πρέπει το προσωρινό διάταγμα να τροποποιηθεί ώστε να αποδεσμευθεί η έπαυλη της αιτήτριας. Με την παρούσα αίτηση, η αιτήτρια ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για να θέσει ενώπιον του, τις απαντήσεις της ως προς τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στους οποίους δεν δίνονται ή δεν προκύπτουν απαντήσεις μέσω της αρχικής ένορκης δήλωσης. Συγκεκριμένα η αιτήτρια αιτείται με την παρούσα αίτηση την άδεια για να απαντήσει στους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 14(α), 14(β)(i), 14(δ), 22, 23, 24 και 27.2 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι σε περίπτωση που δεν της δοθεί η ευκαιρία να θέσει τα ανωτέρω ενώπιον του Δικαστηρίου θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με την ενάγουσα, εφόσον το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιον του το πλήρες υπόβαθρο των γεγονότων για να προβεί στη δέουσα εξέταση της αίτησης που εκκρεμεί προς εκδίκαση. Στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η ειδοποίηση ένστασης Η ενάγουσα κατέθεσε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι
  12. Δεν υπάρχει και δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και δη της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  13. Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και/ή ελαττωματική εφόσον περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία του κ. XXXXX Πογιατζή και/ή περιλαμβάνει μαρτυρία εκτός της προσωπικής γνώσης του ομνύοντα και/ή χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο λόγο που η εν λόγω μαρτυρία δεν παρατίθεται από το πρόσωπο που έχει προσωπική γνώση των όσων αναφέρονται και/ή από τον κ. XXXXX Πογιατζή και/ή το Ενδιαφερόμενο Μέρος δεν έχει προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία προς απόδειξη των θέσεων του.
  14. Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποτελεί επανάληψη των αρχικών θέσεων του Ενδιαφερόμενου Μέρους που βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή ζητήματα τα οποία μπορούν να εγερθούν στα πλαίσια των αγορεύσεων του Ενδιαφερόμενου Μέρους κατά την εκδίκαση της Αίτησης Τροποποίησης.
  15. Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, το Ενδιαφερόμενο Μέρος προσπαθεί να καλύψει κενά στην μαρτυρία του μετά που είχε την ευκαιρία να εξετάσει την ένσταση και την μαρτυρία των Εναγόντων με τρόπο ανεπίτρεπτο και/ή εάν επιτραπεί στο Ενδιαφερόμενο Μέρος να μεταβάλει με αυτόν τον τρόπο την αρχική μαρτυρία του, θα επηρεαστούν με απαράδεκτο τρόπο τα δικαιώματα των Εναγόντων για μια δίκαιη δίκη.
  16. Τα γεγονότα που προβάλλονται με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είναι ουσιώδη και/ή δεν θα βοηθήσουν το Δικαστήριο στην επίλυση των επίδικων ζητημάτων σε σχέση με την Αίτηση Τροποποίησης.
  17. Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιλαμβάνει μαρτυρία που ήταν ήδη και/ή μπορούσε να τεθεί σε γνώση του Ενδιαφερομένου Μέρους κατά το χρόνο καταχώρησης της Αίτησης Τροποποίησης. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου, από το γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται ειδικότερα ότι με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, επιχειρείται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εξ ακοής μαρτυρία που δεν είναι σε γνώση του ομνύοντα, αλλά τρίτου προσώπου, χωρίς να αιτιολογείται ο λόγος που το εν λόγω πρόσωπο δεν προβαίνει το ίδιο σε ένορκη δήλωση. Στην συνέχεια, επεξηγείται για κάθε παράγραφο της ένορκης δήλωσης της ένστασης για την οποία η αιτήτρια ζητά να απαντήσει, η θέση της ενάγουσας. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους, είτε δεν αμφισβητούνται είτε δεν είναι ουσιώδη για σκοπούς εκδίκασης της αίτησης τροποποίησης. Επιπλέον, αρκετοί ισχυρισμοί που θέλει η αιτήτρια να εισαγάγει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση Χαραλάμπους που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση για τροποποίηση. Ως εκ τούτου, η επανάληψη τους δεν θα βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο το έργο του Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω, είναι η θέση της ομνύουσας ότι δεν έχει αποκαλυφθεί από την αιτήτρια καλός λόγος, ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4

(2), η οποία παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση µου µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημ. 03/11/2016 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 Θ.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Κουππά ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α, Π.Ε. 312/2010, ημ. 17.7.2014 στην οποία λέχθηκε ότι: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο» Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι καταδεικνύεται καλός λόγος προκειμένου να δοθούν διευκρινήσεις που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στον αιτητή να προβάλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα (ανωτέρω). Στα πλαίσια αυτά, μπορεί το Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για διευκρίνιση, αναφορικά με ισχυρισμούς της ένστασης, τους οποίους ο αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου, είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή, ο οποίος οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με προσοχή, τόσο την αίτηση και ένσταση και τις αντίστοιχες ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν, όσο και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Επιπλέον από ενδελεχή μελέτη των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν µε την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτραπεί το αίτημα στην παρούσα περίπτωση. Η αιτήτρια επιθυμεί στην ουσία να απαντήσει επί συγκεκριμένων ισχυρισμών που εγέρθηκαν με την ένορκη δήλωση της ένστασης. Όπως όμως προαναφέρθηκε, δεν παρέχεται ευχέρεια απάντησης με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, σε παραπλανητικά ή μη αληθή κατά την αιτήτρια γεγονότα. Η αιτήτρια, είχε την ευκαιρία να δώσει την εκδοχή της για τα γεγονότα που σχετίζονται με την αγορά της επίδικης οικίας, στην αρχική ένορκη της δήλωση. Το ίδιο είχε την ευκαιρία και η ενάγουσα με την ένορκη δήλωση της ένστασης. Πέραν του ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ενδείκνυται για απάντηση ισχυρισμών της άλλης πλευράς, πλείστοι από τους πιο πάνω ισχυρισμούς αναφέρονται στις αρχικές ένορκες δηλώσεις της αίτησης τροποποίησης, ή συνιστούν επιχειρηματολογία που μπορεί με ευχέρεια να εισαχθεί στην τελική αγόρευση της συνηγόρου για την αιτήτρια. Στα πλαίσια αυτά δεν δικαιολογείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να εκφρασθεί η έκπληξη και αναστάτωση που ένιωσε η αιτήτρια όταν είδε κάποιους ισχυρισμούς ως αυτοί περιλήφθηκαν στην ένορκη δήλωση της ένστασης (βλ. παρ. 10 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης). Ούτε η απάντηση της αιτήτριας στις θέσεις της ενάγουσας ως προς τις εκατέρωθεν εκδοχές για τα γεγονότα που οδήγησαν στην αγορά της επίδικης έπαυλης ή τις γνώσεις της για την υπογραφή κάποιων συμφωνιών μεταξύ της εναγομένης 1 με την GLH ή την πληρωμή τόκων δεν θα προσθέσει τίποτε και καμία βοήθεια δεν θα προσφέρει στο Δικαστήριο, στην εκδίκαση της αίτησης για τροποποίηση των προσωρινών διαταγμάτων. Τονίζω ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, αμφισβήτηση γεγονότων δεν τεκμηριώνει από μόνη της «καλό λόγο» για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων (βλ. Κουππά ανωτέρω). Τελική κατάληξη μου είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όλα τα στοιχεία και οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που πρέπει να διερευνηθούν προκειμένου να καταλήξει το Δικαστήριο στο κατά πόσον δικαιολογείται η αίτηση για τροποποίηση του συντηρητικού διατάγματος, μπορούν να εντοπιστούν στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, με την μορφή των εκατέρωθεν αρχικών ενόρκων δηλώσεων. Η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης και ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να αποδεχθώ την καταχώρηση της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας και εναντίον της αιτήτριας - ενδιαφερόμενου μέρους ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.