← Κύπρος

Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. G. Karapateas Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3100/2019, 24/2/2022

Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. G. Karapateas Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3100/2019, 24/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A84 Αρ. Αγωγής: 3100/2019 Μεταξύ: Themis Portfolio Management Holdings Ltd Ενάγουσας και 1. G. Karapateas Developers Ltd (HE 136029) 2. XXXXX Χατζηστυλλή (Α.Δ.Τ XXXXX90) 3. XXXXX Άμχετ (Α.Δ.Τ XXXXX64) 4. XXXXX Χριστοφή Άχμετ (Α.Δ.Τ XXXXX28) 5. XXXXX Χατζηστυλλή (Α.Δ.Τ XXXXX08) Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει της Δ.25 Θ.1

(1)Themis Portfolio Management Holdings Ltd Ενάγουσας και
  1. G. Karapateas Developers Ltd (HE 136029)
  2. XXXXX Χατζηστυλλή (Α.Δ.Τ XXXXX90)
  3. XXXXX Άμχετ (Α.Δ.Τ XXXXX64)
  4. XXXXX Χριστοφή Άχμετ (Α.Δ.Τ XXXXX28)
  5. XXXXX Χατζηστυλλή (Α.Δ.Τ XXXXX90) ΚΑΙ XXXXX Χατζηστυλλή (Α.Δ.Τ XXXXX20) υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Χατζηστυλλή (Α.Δ.Τ XXXXX08) από XXXXX 290, XXXXX, Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 14.1.2022 υπό εναγομένης 1 - αιτήτριας για ακύρωση και/ή αναστολή πλειστηριασμού Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2022 Για εναγομένη 1 - αιτήτρια: κος Ευάγγελος Χειμώνας Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Λοΐζος Παπαχαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας εδράζεται σε δανειακές διευκολύνσεις που παραχώρησε η Marfin Popular Bank Public Co Ltd στην ενάγουσα 1 υπό την με την εγγύηση των υπολοίπων εναγομένων. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εν λόγω δανείων, η εναγομένη 2 υποθήκευσε ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Επιπλέον η εναγόμενη 1, προς εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης της που πηγάζει από τις πιο πάνω συμφωνίες, υποθήκευσε προς όφελος της Marfin ένα κτήμα ιδιοκτησίας της δυνάμει της Υποθήκης XXXXX/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 20.10.2005 για το ποσό των €683.441,00 πλέον τόκους προς 5,75% από 20.10.
  6. Στην συνέχεια, τα δικαιώματα της Marfin Popular Bank Public Co Ltd μεταβιβάστηκαν αρχικά στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ και στην συνέχεια στην ενάγουσα που είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή των δόσεων της εναγομένης 1 και παράλειψης των εναγομένων να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά, έγινε από την Τράπεζα Κύπρου καταγγελία των δανειακών συμβάσεων. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία η ενάγουσα ζητά τα πιο κάτω: (Α) €144.707,05 σεντς πλέον τόκο προς 6,60% από 10.09.2019 επί ποσού €143.181,45 σεντς με κεφαλαιοποίηση των τόκων και/ή ανατοκισμό δύο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, στις 30/06 και 31/
  7. (Β) €434.909, 22 σεντς πλέον τόκο προς 6,1591% από 10.09.2019 επί ποσού €427.704,02 σεντς με κεφαλαιοποίηση των τόκων και/ή ανατοκισμό δύο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, στις 30/06 και 31/
  8. (Γ) €54.901, 82 σεντς πλέον τόκο προς 6,25% από 10.09.2019 επί ποσού €53.947,93 σεντς με κεφαλαιοποίηση των τόκων και/ή ανατοκισμό δύο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, στις 30/06 και 31/
  9. (Δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που αναφέρεται στην παράγραφο 11 επ' ονόματι της Εναγόμενης 2 δυνάμει της υπ' αριθμό XXXXX/06 υποθήκης ημερομηνίας 13.07.2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και όπως τα έσοδα της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων διατεθούν έναντι και/ή για την εξόφληση παν οφειλόμενου υπό του Εναγόμενου 1 ποσού στην Ενάγουσα, μέχρι και του ποσού των €85 431 πλέον τόκους και έξοδα, νοουμένου ότι οποιοδήποτε υπόλοιπο από την πώληση αυτή, (εάν προκύψει) θα διατεθεί προς όφελος του Εναγόμενου
  10. (Ε) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που αναφέρεται στην παράγραφο 16 επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 δυνάμει της υπ' αριθμό XXXXX/05 υποθήκης ημερομηνίας 20.10.2005 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και όπως τα έσοδα της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων διατεθούν έναντι και/ή για την εξόφληση παν οφειλόμενου υπό του Εναγόμενου 1 ποσού στην Ενάγουσα, μέχρι και του ποσού των €683 441 πλέον τόκους και έξοδα, νοουμένου ότι οποιοδήποτε υπόλοιπο από την πώληση αυτή, (εάν προκύψει) θα διατεθεί προς όφελος του Εναγόμενου 1 (ΣΤ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης. (Ζ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Η εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, αρχικά αρνούνται την συνομολόγηση των πιο πάνω δανειακών συμβάσεων. Στην συνέχεια επικαλούνται ακυρότητα των συμβάσεων λόγω παρανομίας και αυθαίρετων χρεώσεων. Με το κλείσιμο των δικογράφων, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 8.3.22, με σκοπό την εκατέρωθεν καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων. Στο μεταξύ, επιδόθηκε από την ενάγουσα στην εναγομένη 1, ειδοποίηση τύπου ΙΑ ημ. 19.11.21, με την οποία την ειδοποιούσε για την διενέργεια ηλεκτρονικού πλειστηριασμού στις 4.3.2022, αναφορικά με το ενυπόθηκο κτήμα ιδιοκτησίας της, το οποίο υποθηκεύτηκε δυνάμει της υποθήκης XXXXX/2005 για εξασφάλιση των επίδικων δανείων. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας μονομερούς αίτησης ημ.14.1.2022, με την οποία η εναγομένη 1 επιζητά την ακύρωση του εν λόγω πλειστηριασμού και της σχετικής ειδοποίησης ΙΑ μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό κρίση αγωγής. Είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι ο σκοπούμενος πλειστηριασμός συνιστά παράνομη και αντιδεοντολογική πράξη, από την στιγμή που υπάρχει καταχωρημένη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Οι εναγόμενοι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης που υπογράφεται από ένα εκ των διευθυντών της εναγομένης 1, έχουν καλή βάση υπεράσπισης. Είναι ως εκ τούτου επάναγκες όπως ακυρωθεί ο σκοπούμενος πλειστηριασμός, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αναφέρεται επίσης ότι το υποθηκευμένο κτήμα που η ενάγουσα επιθυμεί να εκποιήσει, λειτουργεί ως αίθουσα δεξιώσεων στο Παλαιομέτοχο. Μέσα στο 2022 υπάρχουν προγραμματισμένοι γάμοι για τους οποίους έχουν υπογραφεί και σχετικά συμβόλαια με πελάτες της εναγομένης
  11. Σε περίπτωση που ο σκοπούμενος πλειστηριασμός προχωρήσει, η εναγομένη 1 θα υποστεί σύμφωνα με το ομνύοντα ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα. Επίσης, μέρος του υποθηκευμένου κτήματος αποτελείται από κατοικία που είναι η πρώτη κατοικία ενός εκ των διευθυντών της εναγομένης 1 και της οικογένειας του. Το Δικαστήριο κατά την μονομερή διαδικασία εξέτασης της παρούσας αίτησης της εναγομένης 1, διέταξε στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, την επίδοση της αίτησης στην ενάγουσα, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της. Με την επίδοση της αίτησης, η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης, αναφέρονται τα πιο κάτω:
  12. Η αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση γεγονότα ουδεμία εκ των προβλεπόμενων προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού και/ή ενδιάμεσου διατάγματος και/ή θεραπείας, στοιχειοθετούν.
  13. Η Εναγόμενη 1 εμποδίζεται και/ή κωλύεται να επιζητεί τα εν λόγω διατάγματα και/ή να προωθεί την εν λόγω αίτηση εφόσον δεν έχει καταχωριστεί εκ μέρους της ανταπαίτηση και/ή ανταγωγή (cross action). Ως εκ τούτου, δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή η Εναγόμενη 1 δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή δεν έχει ορατή προοπτική να δικαιούται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση.
  14. Η Εναγόμενη 1 δεν έχει προβεί σε πλήρη και/ή αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη και/ή με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε σημαντικά στοιχεία και/ή ουσιώδη γεγονότα.
  15. Δια της αίτησης και/ή της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει αυτή και/ή τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα υπόθεση, δεν δεικνύουν ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  16. Η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Εναγόμενης
  17. Η Εναγόμενη 1 επέδειξε σε κάθε περίπτωση καθυστέρηση στις ενέργειες της και/ή στην λήψη των σχετικών δικονομικών διαβημάτων και/ή είναι υπαίτια αδικαιολόγητης και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης και/ή δεν έδωσε οποιοδήποτε λόγο και/ή ικανοποιητικό λόγο για την καθυστέρηση αυτή.
  18. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν διατηρεί το υφιστάμενο status quo.
  19. Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  20. Η παρούσα αίτηση είναι εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας, στην οποία πέραν από την παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, επαναλαμβάνονται και αναλύονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται ειδικότερα ότι η εναγόμενη 1 κωλύεται να προωθεί την παρούσα αίτηση εφόσον αιτήσεις για παρεμπίπτοντα διατάγματα, υποβάλλονται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο δίνει στον εκάστοτε αιτητή το δικαίωμα σε ουσιαστική θεραπεία. Στην παρούσα, η εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε ανταπαίτηση και ως εκ τούτου δεν πληρούνται εκ προοιμίου οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ώστε να υπάρχει το απαραίτητο δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος. Αναφέρεται επιπλέον στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι ακόμα και εάν θεωρηθεί ότι η εναγόμενη 1 νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση παρά το ότι δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση, στην βάση των ιδίων των υπολογισμών της εναγομένης 1, υπάρχει οφειλόμενο ποσό προς την ενάγουσα, της τάξης των €328.208, 26 πλέον τόκους από 1.1.
  21. Γεγονός που κατά τον ομνύοντα, εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης. Όσον αφορά το ζήτημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι πέραν του ότι οι ισχυρισμοί για συμβάσεις δεξιώσεων γάμου παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και αόριστοι, η οικονομική επιφάνεια της ενάγουσας είναι τέτοια, που θα μπορούσε με ευχέρεια να αποζημιώσει την εναγομένη 1 σε περίπτωση που πετύχει στην υπεράσπιση της. Η ενάγουσα διαθέτει κατά τον ομνύοντα, περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €561.000.000 εκ των οποίων στοιχεία συνολικής αξίας €3.600.000, αφορούν ρευστά διαθέσιμα. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα είναι σε θέση να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε ζημιά υποστεί η εναγομένη
  22. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  23. Οι προϋποθέσεις σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο για έκδοση ενδιάμεσου παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι οι πιο κάτω. · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα.» Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα.» Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Το κατά πόσον δικαιούται πλην του ενάγοντα να ζητήσει παρεμπίπτον προσωρινό διάταγμα και ο εναγόμενος, εξετάστηκε στην υπόθεση Ζhigachov Igor και Άλλοι (αρ. 1)
(2013)1 ΑΑΔ 133. Λέχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα, ύστερα από τη σχετική νομοθετική τροποποίηση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Ν.17(Ι)/2004). Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν.17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read [1876] 1 Ch.D. 600, Carter v. Frey [1894] 2 Ch. 541 και Collison v. Warren [1901] 1 Ch. 812). Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.50 θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμηση μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)του Ν.14/
  1. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής.» Παραπομπή στην πιο πάνω υπόθεση, γίνεται στην σελίδα 163 του συγγράμματος «Διατάγματα - Injunctions» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Παρεμπίπτον Διάταγμα μετά από αίτηση του εναγομένου». Σημειώνεται ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 32, πολύ λίγες αιτήσεις για παρεμπίπτοντα διατάγματα έχουν καταχωρηθεί από εναγομένους με αποτέλεσμα αρκετά ζητήματα να μην έχουν διευκρινιστεί νομολογιακά. Τονίζεται ταυτόχρονα η διαπίστωση στην οποία προέβηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ζhigachov (ανωτέρω) ότι χωρίς ανταπαίτηση ή ανταγωγή, θα υπήρχαν δυσκολίες στην εξέταση του κριτηρίου της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όσον αφορά την επίδικη διαδικασία εκποίησης, αυτή ρυθμίζεται από το μέρος VIA του Νόμου 9/65 που φέρει τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή». Το μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, εισήχθη στον εν λόγω Νόμο με τον τροποποιητικό Ν.142(Ι)/
  2. Η προβλεπόμενη διαδικασία πλειστηριασμού που περιλαμβάνεται στα άρθρα 44Α έως 44ΙΑΑ, είναι πιο απλοποιημένη και διαφέρει από τις διατάξεις εκποίησης του Κεφ. 6 αλλά και του μέρους VI του Νόμου 9/
  3. Πρόκειται στην ουσία για διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ακινήτου που διεξάγεται από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44Β, σε περίπτωση υπερημερίας για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των 120 ημερών, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης ανασταλεί με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων Νόμων ή Κανονισμών. Συγκεκριμένα, επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 44Β
(2), η ειδοποίηση «Θ» ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία και η ειδοποίηση υπό τον τύπο «I» δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1), με τη οποία ενυπόθηκος οφειλέτης, καλείται εντός 30 ημερών να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος. Στην εν λόγω ειδοποίηση, επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το ενυπόθηκο χρέος. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται ως ανωτέρω, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να του επιδώσει δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ», στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η εν λόγω ειδοποίηση θα πρέπει να επιδίδεται εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)όπως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 61(Ι)2020, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης «ΙΑ», δύναται να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Συμπεράσματα Σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η εναγομένη 1 δεν καταχώρησε Αίτηση - Έφεση όπως προβλέπουν οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/65, προκειμένου να ζητήσει ακύρωση της υπό κρίση διαδικασίας πλειστηριασμού. Αντί αυτού, επέλεξε να καταχωρήσει ενδιάμεση αίτηση για προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, που καταχωρήθηκε εναντίον της από την ενάγουσα. Η μη καταχώρηση Αίτησης - Έφεσης δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 9/65 δεν εμποδίζει κατά την κρίση μου ένα διάδικο, να ζητήσει την ακύρωση διαδικασίας πλειστηριασμού με παρεμπίπτον διάταγμα σε αγωγή, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση, είναι το κατά πόσον η εναγομένη 1 νομιμοποιείται να ζητήσει τέτοιο διάταγμα, από την στιγμή που δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση στην αγωγή. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές, αυτό καθίσταται εφικτό μόνο στην περίπτωση που το αιτούμενο από τον εναγόμενο ενδιάμεσο διάταγμα, πηγάζει από την αγωγή ή συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action). Στην υπό κρίση περίπτωση, το αιτούμενο διάταγμα πηγάζει από την παρούσα αγωγή και συνδέεται άμεσα με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Υπενθυμίζεται ότι πέραν των ποσών που διεκδικεί η ενάγουσα ως υπόλοιπο δανείων, αιτείται επίσης την εκποίηση υποθηκών, μεταξύ των οποίων και την υποθήκη που αφορά τον επίδικο πλειστηριασμό. Σε σχέση δε με αυτό το θέμα, οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, αρνούνται την εγκυρότητα των δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων αλλά και των συμβάσεων υποθήκευσης του επίδικου ακίνητου. Ανεξαρτήτως λοιπόν του γεγονότος ότι δεν έχει καταχωρηθεί ανταπαίτηση, η εναγομένη 1 δικαιούται να ζητήσει από το Δικαστήριο, την έκδοση του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος αφού με την υπεράσπιση της, αρνείται την εγκυρότητα της εν λόγω υποθήκης. Θα προχωρήσω ως εκ τούτου, στην εξέταση του κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Το ζήτημα της μη αποκάλυψης ουσιαστικών στοιχείων που εμφαίνεται στον λόγο 3 της ένστασης δεν συγκεκριμενοποιείται στην ένορκη δήλωση της ένστασης ούτε προωθήθηκε με την γραπτή αγόρευση της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου, δεν θα με απασχολήσει αφού θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί από την ενάγουσα. Ως προς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, κρίνω ότι αυτές έχουν αποδειχθεί από την εναγομένη 1 - αιτήτρια. Σημειώνεται ότι η αιτήτρια αμφισβητεί με την υπεράσπιση της, τόσον την εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων, όσον και την νομιμότητα των χρεώσεων των επίδικων λογαριασμών από την Τράπεζα. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσιαστική αξιολόγηση των θέσεων της αιτήτριας, κρίνω ότι έχουν στο αναγκαίο βαθμό αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 ως προς την καλή βάση υπεράσπισης και τις πιθανότητες επιτυχίας της. Εντούτοις, από το υλικό που έχει κατατεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Νόμου 14/
  3. Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Είναι σαφές ότι η ζημιά που η εναγομένη 1 - αιτήτρια ισχυρίζεται ότι θα υποστεί αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Παρόλα αυτά, δεν έχει αποδειχθεί ότι η ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να την αποζημιώσει, στην περίπτωση που η ενάγουσα πετύχει στην υπεράσπιση της. Για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η αιτήτρια είχε καθήκον να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι δεν θα είναι σε θέση να αποζημιωθεί, στην περίπτωση που πετύχει στην υπεράσπιση της στην αγωγή. Η εναγομένη 1 - αιτήτρια, απέτυχε σε αυτή της την υποχρέωση. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει σε χρήμα την εναγομένη 1, σε περίπτωση που πετύχει στην υπεράσπιση της στην παρούσα αγωγή. Αντιθέτως, η ενάγουσα επικαλείται χωρίς να αμφισβητηθεί, την οικονομική της ευρωστία με περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €561.000.000 εκ των οποίων στοιχεία αξίας €3.600.000, αφορούν ρευστά διαθέσιμα. Ως αποτέλεσμα, η ενάγουσα είναι σε θέση να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε ζημιά υποστεί η εναγομένη
  4. Περαιτέρω, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ενάγουσας. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκποίηση συμβατικής ενυπόθηκης εξασφάλισης δυνάμει του Νόμου, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστεί η εναγομένη σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Το ισοζύγιο της ευχέρειας αποφασίζεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία και με την εξέταση της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) σε συνδυασμό με τυχόν καθυστέρηση του αιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στην παρούσα υπόθεση, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι η εναγομένη 1 έλαβε τις πρώτες ειδοποιήσεις έναρξης της διαδικασίας πλειστηριασμού, πριν την 19.11.2021 που είναι η ημερομηνία όπου καθορίστηκε με την ειδοποίηση ΙΑ, η διαδικασία εκποίησης στις 4.3.
  5. Αυτό γιατί των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ ημερ 19.11.2021, είχαν προηγηθεί σύμφωνα με τον Νόμο, οι ειδοποιήσεις Θ και Ι. Αλλά ακόμα και να πληροφορείτο η εναγομένη 1 για πρώτη φορά την διαδικασία πλειστηριασμού στις 19.11.21, δεν δικαιολογείται η παράλειψη της να προχωρήσει άμεσα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Αντιθέτως, καταχώρησε την παρούσα αίτηση δύο μήνες μετά μόλις στις 14.1.22, με αποτέλεσμα μέχρι να διαταχθεί η επίδοση και να καταχωρηθούν ενστάσεις και γραπτές αγορεύσεις, να επιφυλαχθεί η απόφαση τελικά στις 22.2.22, πολύ κοντά δηλαδή στην ημερομηνία πλειστηριασμού και να ανατραπεί έτσι το πρόγραμμα του Δικαστηρίου. Δεν δόθηκε όμως καμία εξήγηση από την εναγομένη 1 γιατί αφού γνώριζε τουλάχιστον από τις 19.11.22 ότι είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες πλειστηριασμού του ακινήτου και καθορίστηκε ημερομηνία εκποίησης στις 4.3.2022, δεν προέβη άμεσα σε ενέργειες για την ακύρωση της διαδικασίας αυτής, παρά μόνο καταχώρησε την παρούσα δύο μήνες μετά, μόλις στις 14.1.
  6. Η καθυστέρηση και αδράνεια της εναγομένης 1 να ζητήσει άμεσα δικαστικά μέτρα ακύρωσης της διαδικασίας του πλειστηριασμού μόλις παρέλαβε τις ειδοποιήσεις Ι και Θ με τις οποίες αρχίζει η διαδικασία δυνάμει του Νόμου, αλλά και αργότερα με την παραλαβή των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ στις 19.11.21 όπου καθορίστηκε η ημερομηνία εκποίησης στις 4.3.22, δημιουργούν μια κατάσταση πραγμάτων που μεταφέρει το ισοζύγιο της ευχέρειας, υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Οι υποθέσεις αυτής της φύσης, ιδιαίτερα όπου καθορίζεται ήδη με την ειδοποίηση ΙΑ η ημερομηνία πλειστηριασμού, είναι επείγουσας φύσης και πρέπει κατά την κρίση μου η σχετική αίτηση αναστολής της εκποίησης να καταχωρείται άμεσα από τον αιτητή μόλις πληροφορείται για την διαδικασία του πλειστηριασμού, ώστε να δίνεται ο αναγκαίος χρόνος και στην άλλη πλευρά να απαντήσει χωρίς να ασκείται πίεση στον αντίδικο αλλά και στο Δικαστήριο με την ανατροπή του προγράμματος του. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση C.M.K. Metal Construction Ltd Αίτηση Προνομιακού Εντάλματος 138/28 ημ. 7.11.2018 τα οποία παραθέτω πιο κάτω: « Εν προκειμένω οι αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν την έφεση μέχρι και το τελευταίο λεπτό της προβλεπόμενης προθεσμίας. Εφόσον όμως είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν και ενδιάμεση αίτηση για αναστολή του πλειστηριασμού, θα έπρεπε να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργήσουν συνθήκες πίεσης για το Δικαστήριο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά. Θα έπρεπε να καταχωρίσουν την έφεση και την ενδιάμεση αίτηση ενωρίτερα, οπότε και δεν θα υπήρχε ανάγκη για κατεπείγουσα αίτηση χωρίς ειδοποίηση. Η δέουσα, υπ' αυτή την έννοια, δικονομική συμπεριφορά των αιτητών, θα έδιδε την ευκαιρία στο Δικαστήριο να προγραμματίσει και να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς, θέματα στα οποία αναφέρθηκε αγορεύοντας σήμερα ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών.» Ανεξαρτήτως της διαπιστωθείσας καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης, επαναλαμβάνω ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η εναγομένη 1 δεν έχει αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η εναγομένη 1 - αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος της, όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και της σχετικής νομολογίας. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 1 - αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.