ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 3134/20, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3134/20 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ και
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αίτηση ημερομηνίας 22/3/21 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Μ. Χριστοφόρου για ΠΕΛΑΓΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΒΡΑΧΑΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενους: κ. Α. Γεωργίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Σύντομη αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας: Ο Ενάγων με την υπό κρίση αίτηση αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Με αγωγή που καταχωρίστηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των εναγομένων την επιδίκαση ποσού ύψους €2.520 πλέον τόκο προς 5% και/ή νόμιμο τόκο δυνάμει σχετικής σύμβασης ενοικίασης διαμερίσματος που καταρτίσθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
- Το εν λόγω ποσό προέκυψε, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης 1 η οποία παρέλειψε να καταβάλει στον Ενάγοντα το συμφωνηθέν ενοίκιο για την περίοδο από 22/7/20 μέχρι και τις 22/10/20, παρά τις σχετικές προς τούτο οχλήσεις του Ενάγοντα. Περαιτέρω, αξιώνεται το ποσό των €180 ως οφειλόμενα κοινόχρηστα και/ή οποιοδήποτε ποσό καταστεί οφειλόμενο μέχρι την παράδοση του επίδικου διαμερίσματος. Ο Εναγόμενος 2, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής δυνάμει προσωπικής εγγύησης που δόθηκε από τον ίδιο για την πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας ενοικίασης. Αξιώνεται επίσης η έκδοση διατάγματος παράδοσης της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος, η επιδίκαση του συμφωνηθέντος ενοικίου ύψους €630 σε μηναία βάση από 2/11/20 μέχρι την παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος, καθώς και δήλωση ότι οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο επίδικο διαμέρισμα. Η υπό κρίση Αίτηση: Μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων, καταχωρίστηκε στις 22/3/21 η υπό κρίση αίτηση εκ μέρους του Ενάγοντα η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου (η Ένορκη Δήλωση Αριστοτέλους). Στις 16/9/21 καταχωρίστηκε εκ μέρους των Εναγομένων ένσταση στην Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 (η Ένορκη Δήλωση Χριστοδούλου). Παρενθετικά, σημειώνω ότι μετά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης είχε καταχωριστεί αίτηση εκ μέρους των Εναγομένων για αντεξέταση του Ενάγοντα η οποία κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.18, Δ.48 Θ. 1, 3, 4, 9, Δ.64 και στη γενική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Ένορκη Δήλωση Αριστοτέλους επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην απαίτηση. Ο ομνύων αναφέρει ότι δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο ενοικίασε στην Εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση του εναγόμενου 2 διαμέρισμα του οποίου είναι ιδιοκτήτης έναντι συμφωνηθέντος ενοικίου ύψους €630 μηνιαίως. Αναφέρει ότι σύμφωνα με τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου η καταβολή των κοινόχρηστων εξόδων είχε συμφωνηθεί να βαρύνει τον ενοικιαστή. Μέχρι και την ημερομηνία της Ένορκης Δήλωσης Αριστοτέλους η Εναγόμενη 1 όφειλε κοινόχρηστα ύψους €330 τα οποία αναγκάστηκε να καταβάλει στη διαχειρίστρια εταιρεία ο Ενάγων και επισυνάπτει σχετική προς τούτο απόδειξη. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει το συμφωνηθέν ενοίκιο από τις 22/7/
- Ακολούθως, και ενόψει της μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1 με τους όρους της συμφωνίας ενοικίασης, ο Ενάγων τερμάτισε τη συμφωνία με σχετική επιστολή τερματισμού την οποία επισυνάπτει και ζήτησε την παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος εντός 10 ημερών. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 1 σε διάφορα χρονικά διαστήματα αποδεχόταν τις οφειλές της και τον διαβεβαίωνε ότι θα τις τακτοποιούσε και επισυνάπτει ως τεκμήριο σχετική προς τούτο ηλεκτρονική αλληλογραφία. Παρά τις διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης 1 αυτή δεν αποπλήρωσε τις οφειλές της και εξακολουθεί, σύμφωνα με τη θέση του Ενάγοντα, να κατέχει παράνομα το επίδικο διαμέρισμα χωρίς να καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο. Οι συνήγοροι του Ενάγοντα κατά την ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση Αίτησης, δήλωσαν ότι δεν θα επιμείνουν στην προώθηση των αιτητικών Ε και Η της Έκθεσης Απαίτησης και περιορίστηκαν στις λοιπές αξιώσεις του Ενάγοντα. Τα αιτητικά Ε και Η αφορούσαν αξιώσεις για αποζημιώσεις και/ή διαφυγόντα κέρδη για παράβαση συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση φέρουν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισαν στις 16/9/2021 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 5 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση, - Δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό και η απαίτηση είναι αόριστη και μη εκκαθαρισμένη, - Το κλητήριο πάσχει επειδή δεν έλαβε χώρα τερματισμός της συμφωνίας και/ή νόμιμος τερματισμός της. Στην Ένορκη Δήλωση Χριστοδούλου που συνοδεύει την ένσταση υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης χωρίς να προστίθεται οτιδήποτε περαιτέρω. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την εφαρμογή της πιο πάνω Διάταξης και την έκδοση εν τέλει συνοπτικής απόφασης είναι οι ακόλουθες:
(1)Η αγωγή να έχει αρχίσει με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο (Ο2 r6).
(2)O Εναγόμενος να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή.
(3)Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση είτε του ίδιου του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό αυτό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και την αξίωση και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει.[2] Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.[3] Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η διαδικασία της έκδοσης συνοπτικής απόφασης αποτελεί κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση, συνεπώς, δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή.[4] Εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί.[5] Είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Άδεια για καταχώρηση εμφάνισης θα πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο, ακόμα και αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωση του δεν είναι ικανοποιητικοί.[6] Υπενθυμίζω συναφώς και την αναφορά στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, 822, ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί.[7] Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Καθίσταται λοιπόν σαφές από τις πιο πάνω καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές ότι σκοπός της Διαταγής 18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί.[8] Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Έχοντας προδιαγράψει τη νομική πτυχή που διέπει την εξέταση αιτημάτων όπως το υπό κρίση αίτημα, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης - Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο: Για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[9] Η απαίτηση του Ενάγοντα περιέχεται σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν εμφάνιση στην αγωγή. Έπειτα, ο Ενάγων βεβαίωσε το αληθές της αιτίας αγωγής του εναντίον των Εναγόμενων δια της ένορκης του δήλωσης που καταχώρισε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης. Περαιτέρω, ο Ενάγων στην ένορκη του δήλωση εκθέτει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα που καταθέτει και δήλωσε επίσης πως, κατά τη θέση του, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, εξηγώντας επαρκώς στην ένορκη του δήλωση τους λόγους για τους οποίους καταλήγει στο εν λόγω συμπέρασμα. Έχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκπληρωθεί οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ώστε το βάρος να μετατίθεται πλέον στην πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2 να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει σε αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παραχώρηση άδειας σε αυτούς προκειμένου να προβάλουν υπεράσπιση, σε σχέση πάντα με την συγκεκριμένη απαίτηση του Ενάγοντα, παραπέμποντας τη διαφορά σε μια κανονική δίκη. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν θεωρώ πως οποιοσδήποτε εκ των λόγων ένστασης που έχουν προβάλει οι Εναγόμενοι 1 και 2 μπορεί, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, να έχει επιτυχία και είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι τα όσα τέθηκαν από την ομνύουσα στην Ένορκη Δήλωση Χριστοδούλου δεν αναδεικνύουν δικάσιμο θέμα. Από μία απλή ανάγνωση της Ένορκης Δήλωσης Χριστοδούλου προκύπτει ότι οι αναφορές της ομνύουσας προς υποστήριξη της ένστασης των εναγομένων διακρίνονται από τέτοια γενικότητα, αοριστία και ασάφεια με τρόπο ώστε οι ρηθείσες αναφορές να μην περιέχουν εκείνες τις λεπτομέρειες και εκείνα τα γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης εκ μέρους τους, ώστε να τους δοθεί η άδεια να προβάλουν υπεράσπιση. Πιο συγκεκριμένα, προβάλλεται γενικά και αόριστα ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό χωρίς να εξειδικεύεται με οποιοδήποτε τρόπο αυτή η αναφορά και χωρίς να έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού. Περαιτέρω, ενώ προβάλλεται η θέση περί ύπαρξης ελαττώματος του κλητηρίου επειδή δεν υπήρξε κατά τη θέση της ομνύουσας τερματισμός και/ή ο προβλεπόμενος τερματισμός, εντούτοις, ουδόλως εξειδικεύεται ο εν λόγω ισχυρισμός ο οποίος παρέμεινε μετέωρος και ως εκ τούτου, υποκείμενος σε απόρριψη. Το Δικαστήριο θα ανέμενε από τους Εναγόμενους 1 και 2 να προβάλουν συγκεκριμένους, σαφείς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα προκειμένου να θεμελιωθεί εκ πρώτης όψεως η υπεράσπισή τους, πράγμα το οποίο απέτυχαν να πράξουν. Με τα όσα γενικά και αόριστα προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς υποστήριξη της ένστασης τους στην υπό κρίση Αίτηση καθίσταται σαφές ότι αυτοί δεν έχουν καταφέρει να προβάλουν μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση και δεν έχουν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα κατά της απαίτησης το οποίο θα πρέπει να δικαστεί. Έχοντας υπόψη τα όσα έχω πιο πάνω συνοψίσει, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχουν δικάσιμο θέμα. Δεν θεωρώ πως τα όσα έχουν προβληθεί εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 σε αυτή τη διαδικασία συνιστούν ουσιαστική υπεράσπιση και συνεπώς, τα όσα τέθηκαν εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 δεν είναι επαρκή για να οδηγήσουν την απαίτηση του Ενάγοντα σε κανονική δίκη. Υπό το φως των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι η παραπομπή σε δίκη της απαίτησης του Ενάγοντα, θα δημιουργούσε δυσανάλογη καθυστέρηση εις βάρος του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα να ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης η ενεργοποίηση του θεσμοθετημένου μηχανισμού έκδοσης συνοπτικής απόφασης υπέρ του Ενάγοντα. Κατάληξη: Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως τα αιτητικά Γ, Δ και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης. Σε ότι αφορά το αιτητικό Γ, το επιδικασθέν ποσό θα φέρει τόκο προς 5% από 28/7/20 μέχρι εξόφλησης και σε ότι αφορά το αιτητικό Δ της Έκθεσης Απαίτησης επιδικάζεται υπέρ του Ενάγοντα ποσό ύψους €330. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1 ως τα αιτητικά Α, Β και Στ. της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τα έξοδα της αγωγής (περιλαμβανομένων των εξόδων της αίτησης για συνοπτική απόφαση και της αίτησης για υποκατάσταση επίδοση του κλητηρίου εντάλματος), όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» [2] Stavrinides v Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130,133 και Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818, 824 - 825). Kyprianides ν. loannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. ν. Central Co- Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(A) Α.Α.Δ. 5, Subotic ν. Στυλιανίδη
(1998)1(A) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 817, Ζερβός ν. Eurolnvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, 1171, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051 [3] Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782,789 [4] Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, [5]
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Brainvibes Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτική Έφεση 504/2012, 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235). [6] N. V. Caterchef v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912, Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148, Χαράκης ν Βρυώνη, Πολιτική Έφεση Ε28/2017, 24/10/2018 Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 752. [7] Δ.18, θ.3 (b): «The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim.» [8] Βλ. επίσης Roberts ν. Plant
(1895)1 Q.B. 597, Jacobs ν. Booth's Distillery Co 85 L.T.R. 262 και Anglo-ltalian Bank v. Wells and Davies 38 L.T. 197. [9] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο