Παντελίδη ν. Σωτηρίου, Αρ. Αγωγής: 1279/2016, 10/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A77 Αρ. Αγωγής: 1279/2016 Μεταξύ: XXXXX XXXXX Παντελίδη Ενάγουσας και XXXXX Σωτηρίου Εναγομένου Αίτηση ημερ. 30/3/21 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για άρση παρατυπίας Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2022 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Μπετίτο Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κα Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της η οποία καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (0.2 r.6), η ενάγουσα αιτείται το ποσόν των €20.000,00 που κατ' ισχυρισμό παρέδωσε στον ενάγοντα αλλά και την ακύρωση της μεταβίβασης προς τον ενάγοντα, μιας οικίας ιδιοκτησίας της. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι η πληρωμή του πιο πάνω ποσού και η εν λόγω μεταβίβαση της επίδικης οικίας στην οποία συνεχίζει να διαμένει η ίδια, έγινε κατόπιν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και ή/ψυχικής πίεσης του εναγόμενου. Είναι η θέση της ενάγουσας όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι ο εναγόμενος με την συμπεριφορά του, κατάφερε να τον εμπιστευτεί και να τρέφει αισθήματα για αυτόν. Έτσι μπόρεσε να την εκμεταλλευτεί και να κυριαρχήσει επί της θέλησης της. Επωφελούμενος δε της θέσης του αυτής, λαμβανομένης υπόψη και της μεγάλης ηλικίας της, αλλά και της ψυχικής της υγείας, ο εναγόμενος απέκτησε αθέμιτο όφελος από την ενάγουσα. Είναι επιπλέον η θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος απέσπασε την υπογραφή της στην δήλωση μεταβίβασης που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Ευρύχου, με δόλιο τρόπο και κατόπιν ψευδών παραστάσεων Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα πέτυχε μονομερώς ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα, το οποίο απαγορεύει την αποξένωση της επίδικης οικίας από τον εναγόμενο αλλά και την έξωση της ενάγουσας από αυτήν. Το εν λόγω διάταγμα κατέστη εκ συμφώνου οριστικό, μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπόθεσης παρά την αρχική δήλωση του εναγομένου ότι θα ενστεί στην συνέχιση του. Με την υπεράσπιση του, ο εναγόμενος παραδέχεται την μεταβίβαση της επίδικης οικίας στο όνομα του. Αρνείται όμως ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, δόλου ή πίεσης στην ενάγουσα. Ισχυρίζεται ότι αγόρασε την οικία στην τιμή των €180.000,00 μετά από εισήγηση της ενάγουσας, συμφωνώντας ότι η ενάγουσα θα διέμενε σε αυτήν και θα είχε την επικαρπία μέχρι τον θάνατο της. Στην συνέχεια και μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, η οποία όμως δεν κατέστη δυνατόν να ξεκινήσει για λόγους που αναφέρονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση Ακολούθως, η ενάγουσα καταχώρησε στις 30.3.2021 την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά τα πιο κάτω:
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος και/ή ο τύπος από Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο (0.2 r.6) σε Κλητήριο Γενικώς Οπισθογραφημένο (0.2 r.1) στο υφιστάμενο κλητήριο ημερ. 8/3/
- Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρήσει το Δικαστήριο δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις για άρση της παρατυπίας καταχώρησης ειδικώς αντί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση συνηγόρου - συνεργάτιδας του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Σύμφωνα με αυτήν, κατά την μελέτη της υπόθεσης για προετοιμασία της ακρόασης, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και ή λάθους, καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο αντί γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, που σύμφωνα με τους θεσμούς έπρεπε να καταχωρηθεί στην παρούσα αγωγή η οποία αφορά απαίτηση λόγω δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι η εν λόγω παρατυπία είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της ισχύουσας διαταγής 64 και ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει δυνάμει αυτής, διάταγμα για διόρθωση ή άρσης της παρατυπίας. Κατά την ομνύουσα, η μη συμμόρφωση με τη Δ.
- Θ.4 ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής. Εξ' όσων δε γνωρίζει, έχει νομολογιακά αποφασιστεί ότι η καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, όπου εγείρονται μεταξύ άλλων ισχυρισμοί για δόλο, είναι θεραπεύσιμη και δεν οδηγεί σε ακυρότητα της αγωγής. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι επειδή ο εναγόμενος δεν έθεσε στην υπεράσπιση του, αλλά ούτε και σε κανένα άλλο στάδιο της διαδικασίας το θέμα αυτό και δεδομένου ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει, είναι εύλογο και δίκαιο να θεραπευτεί η εν λόγω παρατυπία, ώστε η ακρόαση της υπόθεσης να αρχίσει και να ολοκληρωθεί απρόσκοπτα, όπως επιτάσσει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η ομνύουσα αναφέρει τέλος ότι η πλευρά του εναγόμενου δεν θα υποστεί καμία ζημιά ούτε αδικία στην υπεράσπιση της από την άρση της υπό κρίση παρατυπίας. Η ειδοποίηση ένστασης Ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα της ενάγουσας. Ως λόγους ένστασης, επικαλείται τα πιο κάτω:
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν απαραίτητη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης.
- Η αίτηση για τροποποίηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας στην παρούσα (εφεξής η «Αιτήτρια») υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή υπερβολική και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
- Η αιτούμενη θεραπεία συνιστά τροποποίηση του τύπου και τίτλου του Κλητηρίου Εντάλματος, η οποία δεν προνοείται και/ή δεν επιτρέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
- Η αιτούμενη θεραπεία συνιστά τροποποίηση τού τύπου και τίτλου του Κλητηρίου Εντάλματος, χωρίς να συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την τροποποίηση και αι αρχές της Νομολογίας και περαιτέρω είναι καταχρηστική.
- Η αιτούμενη θεραπεία προωθείται δικονομικά απαράδεκτα και συγκεκριμένα το αίτημα για άρση της παρατυπίας και λάθους προωθείται με τρόπο ο οποίος απαγορεύεται με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή δεν επιτρέπεται.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και/η δεν επιτρέπεται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της άρσης της παρατυπίας καταχώρησης της παρούσας αγωγής με την οποία προωθείται αξίωση για δόλο με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα 2.6 αντί Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα 2.
- H αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή η Αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της διαδικασίας.
- H έγκριση της αίτησης για τροποποίηση της Αιτήτριας Θα δημιουργήσει σύγχυση στην δικογραφία σε βαθμό που ο Καθ' ου η αίτηση στην παρούσα να μην είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τα επίδικα θέματα αλλά και να μπορεί να καθορίσει - υποβάλλει - προωθήσει την υπόθεσή του.
- H επιδιωκόμενη τροποποίηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση και/ή αντίφαση με την αρχική δικογραφημένη θέση της Αιτήτριας και/ή απώτερο σκοπό έχει την συμπερίληψη αόριστων θέσεων υπεράσπισης.
- H επιδιωκόμενη τροποποίηση αντίκειται και/ή δεν επιτρέπεται με τους Θεσμούς και/ή Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
- Οι λόγοι που η Αιτήτρια προωθεί με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτησή της, είναι αβάσιμοι, επιπόλαιοι, αδικαιολόγητοι και ανεπαρκείς.
- H επιδιωκόμενη τροποποίηση επηρεάζει και/ή παραβλάπτει το Θεμελιώδες δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο.
- H αίτηση για τροποποίηση της Αιτήτριας δεν γίνεται με καλή πίστη.
- H παρούσα αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν συνάδει με τις πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρει ειδικότερα ότι ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας είναι ξεκάθαροι και δεν επιτρέπουν την καταχώρηση Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος σε περίπτωση που στις αξιώσεις υπάρχει ο ισχυρισμός του δόλου. Επιπλέον δεν παρέχεται η δυνατότητα διόρθωσης τέτοιου λάθους στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ως εκ τούτου, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής είναι άκυρη εξ' υπαρχής και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Αναφέρει επιπλέον ότι δεν ήταν υποχρέωση των δικηγορών του να επισημάνουν αυτό το λάθος της αιτήτριας. Το γεγονός δε της μη αναφοράς του στην υπεράσπιση δεν σημαίνει συγκατάθεση τους στην εν λόγω παρατυπία. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Όπως είναι διατυπωμένη η αίτηση, προκύπτει ότι τα αιτήματα της ενάγουσας είναι δύο. Με το πρώτο αίτημα ζητά δυνάμει της Δ.25, την τροποποίηση του κλητηρίου και την μετατροπή του από ειδικά σε γενικά οπισθογραφημένο. Με το δεύτερο αίτημα, η ενάγουσα ζητά την άρση της παρατυπίας της, να καταχωρήσει ειδικά και όχι γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο δυνάμει της Δ.
- Είναι σαφές ότι το πρώτο αίτημα για τροποποίηση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Όπως πολύ σωστά υποστήριξε η συνήγορος για τον καθ' ου η αίτηση, η Δ.25 που ρυθμίζει την τροποποίηση δικογράφων δεν παρέχει ευχέρεια για αλλαγή του μέσου με το οποίο κινήθηκε η διαδικασία και ειδικά την μετατροπή του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου, σε κλητήριο γενικής οπισθογράφησης. Αυτός είναι προφανώς και ο λόγος που ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του δεν προώθησε το αίτημα τροποποίησης δυνάμει της παραγράφου 1 της αίτησης και επιχειρηματολόγησε μόνο για το 2ο αιτητικό για άρση της παρατυπίας δυνάμει της Δ.64, ως προς το εναρκτήριο μέσο της παρούσας υπόθεσης. Είναι σαφές ότι το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης για άρση παρατυπίας, είναι η Δ.
- Ως εκ τούτου, πολύ ορθά ο συνήγορος της αιτήτριας περιόρισε την επιχειρηματολογία του, στις προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.64 που δίδει εξουσία για θεραπεία παρατυπίας που παραβιάζει τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα περίπτωση, είναι κοινά αποδεκτό ότι η ενάγουσα από την στιγμή που επικαλείται με την αγωγή της δόλο, όφειλε να χρησιμοποιήσει ως εναρκτήριο μέσο εκκίνησης της διαδικασίας, κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.1 και όχι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.
- Είναι σαφές από την Δ.2 Θ.6.4, όπως επιβεβαιώνεται και από την νομολογία ότι σε αγωγές που περιέχονται ισχυρισμοί για δόλο (fraud), ο ενάγοντας δεν έχει άλλη επιλογή, από την καταχώρηση Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Σχετική είναι η υπόθεση Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη
(2013)1 Α.Α.Δ 2534, όπου λέχθηκε ότι σε αγωγή στην οποία υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, ο ενάγων δεν έχει δυνατότητα επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με την Δ.2 Θ.6. Έχει εντούτοις λεχθεί στην ίδια απόφαση ότι η μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς σε αυτό το ζήτημα, συνιστά παρατυπία η οποία θα μπορούσε να θεραπευτεί δυνάμει της Δ.64 η οποίας έχει ως εξής: 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση. Το ίδιο ακριβώς ζήτημα με την παρούσα, εξετάστηκε στην υπόθεση Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη (ανωτέρω) όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του εναγομένου για παραμερισμό της αγωγής που συμπεριλάμβανε δόλο, λόγω καταχώρησης ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου (Δ.2.Θ6) αντί γενικά οπισθογραφημένου (Δ.2.Θ1). Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η διαφορά μεταξύ γενικής και ειδικής οπισθογράφησης, έχει πλέον περισσότερο ιστορική παρά πρακτική σημασία. Στην προκειμένη περίπτωση, η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 Θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 Θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση της διαδικασίας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: « Βασικά η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. .............................. Στην προκειμένη περίπτωση η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως, είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Όπως υποδείξαμε και πιο πάνω, η σημασία τυχόν μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 θ.6
(4)δεν είναι πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, ιδιαίτερα όταν δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εφεσείοντος, όπως στην παρούσα περίπτωση.» Τονίστηκε επιπλέον στην πιο πάνω απόφαση ότι η άρση αυτής της παρατυπίας ως προς τον τύπο έναρξης της διαδικασίας, μπορεί ακόμη να γίνει και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε αίτηση από τους διαδίκους. Ειδικά ως προς την ακολουθητέα διαδικασία μετά την διαπίστωση της παρατυπίας, το Ανώτατο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη (ανωτέρω) με παραπομπή στις υποθέσεις Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1Α Α.Α.Δ. 366 και Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513, ανέφερε τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς, το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το Δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας, αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64, είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64, είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή διαζευκτικά, "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Είναι σαφές από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές ότι δεν ευσταθεί η θέση του καθ' ου η αίτηση όπως προκύπτει από την ένσταση και την αγόρευση του συνηγόρου του, για εξ' αρχής άκυρο δικονομικό μέτρο στην παρούσα αγωγή που συμπαρασύρει σε ακυρότητα όλη την διαδικασία. Αντιθέτως, είναι ξεκάθαρο ότι το χωρίς αμφιβολία λανθασμένο εναρκτήριο μέσο κίνησης της διαδικασίας, μπορεί να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.
- Θ.1
(3). Θα προχωρήσω ως τούτου, στην εξέταση του αιτήματος άρσης της διαπιστωθείσας παρατυπίας όπως διατυπώνεται στην αίτηση της ενάγουσας. Επί της ουσίας και εξετάζοντας όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Στην απόφαση μου αυτή, λαμβάνω υπόψη το ότι δεν διαπιστώνω να προκαλείται κανένας δυσμενής επηρεασμός στην πλευρά του εναγομένου από την εν λόγω παρατυπία. Ούτε έχει υποδειχθεί από την πλευρά του εναγομένου με πιο τρόπο επηρεάζει την υπεράσπιση του, το γεγονός ότι καταχωρήθηκε στην παρούσα, ειδικώς οπισθογραφημένο αντί γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, όπως προβλέπουν οι κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Από την άλλη, βρίσκω ότι παραμερισμός της διαδικασίας στο στάδιο αυτό θα προκαλέσει αδικία στην πλευρά της ενάγουσας αφού είναι δεδομένο ότι σε τέτοια περίπτωση θα απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της. Όμως η Δ.64 πρέπει σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο, λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Σκοπός είναι να δίδεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να απονέμει δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτει διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών. Περαιτέρω, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του εναγομένου ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω μεγάλης καθυστέρησης στην προώθηση της. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με την Δ.64 Θ.2, αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας λόγω παρατυπίας, δεν θα επιτρέπεται εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Στην παρούσα περίπτωση στην ένορκη δήλωση της αίτησης, αναφέρεται ότι η υπό κρίση παρατυπία, διαπιστώθηκε μόλις πρόσφατα και μετά από μελέτη της υπόθεσης από τους συνηγόρους της ενάγουσας για σκοπούς προετοιμασίας για την ακρόαση της αγωγής. Οι συνήγοροι της ενάγουσας ισχυρίστηκαν ότι μετά την διαπίστωση της παρατυπίας, καταχώρησαν άμεσα την παρούσα αίτηση χωρίς να προβούν σε οιονδήποτε νέο διάβημα μετά που η παρατυπία περιήλθε σε γνώση τους. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς εναγομένου με οποιοδήποτε αίτημα αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας στην αίτηση. Ανεξαρτήτως τούτου, ο χρόνος υποβολής του αιτήματος σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, δεν δικαιολογεί κατά την κρίση μου την θέση των συνηγόρων του εναγομένου ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι στην υπεράσπιση του εναγομένου δεν γίνεται καμία αναφορά στην εν λόγω παρατυπία υπό μορφή προδικαστικής ενστάσεως ή με οιονδήποτε άλλον τρόπο. Αυτό έχει κατά την κρίση μου ως αποτέλεσμα, την εξυπακουόμενη αποδοχή της παρατυπίας από τον εναγόμενο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις της προαναφερθείσας νομολογίας ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Κρίνω από όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως θεραπευθεί η διαπιστωθείσα παρατυπία δυνάμει της Δ.64. Εν όψη των πιο πάνω διαπιστώσεων και εξασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω δυνάμει της Δ.64 διάταγμα απαλλαγής από την διαπιστωθείσα παρατυπία καθώς και διάταγμα άρσης της παρατυπίας (βλ. Karl Heinz ανωτέρω), η οποία συνίσταται στην καταχώρηση εσφαλμένου εναρκτήριου μέσου από εκείνο που απαιτείται από τους Θεσμούς για την έναρξη της παρούσας διαδικασίας, ήτοι την καταχώρηση ειδικά οπισθογραφημένου αντί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο