← Κύπρος

Αναφορικά με τη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αίτησης: 324/2006, 25/2/2022

Αναφορικά με τη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αίτησης: 324/2006, 25/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κάρνου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 324/2006 Μεταξύ: Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 Άρθρο 52(2β) τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ.4 Άρθρο 21 -και- Αναφορικά με τη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ από τη Λευκωσία Αιτήτριας -και- Αναφορικά με τους:

  1. XXXXX Κωνσταντίνου, από τη Λευκωσία
  2. XXXXX Καλογήρου, από τη Λευκωσία
  3. XXXXX Λάμπρου, από τη Λευκωσία
  4. XXXXX Κωνσταντίνου, από τη Λευκωσία
  5. XXXXX Μενελάου, από τη Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα. Ελ. Γιασουμή για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση 2: κα. Ρ. Καλογήρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για άδεια εκτέλεσης και/ ή ανανέωσης της διαιτητικής απόφασης ημερ. 21.10.2005 που ενεγράφη εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 δυνάμει διατάγματος ημερ. 22.9.2006) Με την υπό κρίση αίτηση ημερ. 9/7/2020 (εντεύθεν καλούμενη ως «η αίτηση») η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 Θ.8 και Δ.48 Θ.1, 2, 8

(1)(
  1. kk)και Δ.57 η αιτήτρια εξαιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την εκτέλεση του διατάγματος ημερομηνίας 22/9/2006 δια του οποίου καταχωρίστηκε και ενεγράφη η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 21/10/2005 εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, για περίοδο 12 ετών από την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος. Η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς αλλά κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση. Σημειώνεται πως εναντίον του καθ' ου η αίτηση 3 εξεδόθη από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) το αιτούμενο διάταγμα στις 12/11/2020, στην απουσία οποιασδήποτε εμφάνισης και καταχώρισης ένστασης από μέρους του. Ομοίως, όσον αφορά τα πρόσωπα των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 5, κατά την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 12/11/2020, εξεδόθη διάταγμα που επιτρέπει την εκτέλεση του διατάγματος ημερ.17/4/2006 δια του οποίου είχε καταχωριστεί και εγγραφεί η ίδια διαιτητική απόφαση εναντίον τους, για περίοδο 12 ετών. Διευκρινίζεται, εν παρόδω, πως σε σχέση με τον καθ' ου η αίτηση 4, η πλευρά της αιτήτριας απέσυρε την υπό κρίση αίτηση. Κατά συνέπεια, το διάταγμα ημερομηνίας 12/11/2020 εξεδόθη από το Δικαστήριο μόνο σε σχέση με τους καθ' ων η Αίτηση 1 και 5. Η Αίτηση και οι ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση καταγράφονται σε δυο ένορκες δηλώσεις του κ. XXXXX Ανδρέου ημερ.9/7/2020 και 17/6/2021 αντίστοιχα. Η δεύτερη στη σειρά ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε ως συμπληρωματική της πρώτης, κατόπιν λήψης σχετικής άδειας Δικαστηρίου. Στην ένορκη του δήλωση ημερ.9/7/2020 ο ομνύων αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Eίναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια όπως προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτηση. Εργαζόταν για κάποια χρόνια και μέχρι και την 31/1/2018 ως λειτουργός στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της αιτήτιας και ακολούθως μεταφέρθηκε στην εταιρεία Altamira Management (Cyprus) Ltd (η «Altamira»), δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων που είχε συναφθεί μεταξύ της αιτήτριας και της εν λόγω εταιρείας. Σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, η Altamira ενεργεί δια λογαριασμό της αιτήτριας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων αυτής ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η χρηματοπιστωτική διευκόλυνση που σχετίζεται με το αντικείμενο της διαιτητικής απόφασης ημερ.21/10/2005. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι και ο χειρισμός δικαστικών υποθέσεων της Αιτήτριας. (β) Στις 21/10/2005 εξεδόθη απόφαση από Διαιτητή, ο οποίος είχε διοριστεί από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €26.071,34 (15.258,88 Λ.Κ.) με τόκο προς 9% ετησίων από 21/10/2005 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα ύψους €85.43 (50 Λ.Κ.) (βλ. Τεκμήριο 1 ΕΔ Ανδρέου ημερ.9/7/2020). (γ) Δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 17/4/2006 η ρηθείσα διαιτητική απόφαση ενεγράφη στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 4 και 5, οι οποίοι διατάχθηκαν όπως καταβάλουν στην αιτήτρια το ποσό των €316.95 (185,50 Λ.Κ.) ως έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον €32.46 (19 Λ.Κ.) έξοδα επίδοσης (βλ. Τεκμήριο 2 ΕΔ Ανδρέου ημερ.9/7/2020). (δ) Δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ. 22/9/2006 η διαιτητική απόφαση ενεγράφη στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, οι οποίοι διατάχθηκαν όπως καταβάλουν στην αιτήτρια ποσό €427.15 (250 Λ.Κ.) ως έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εκ των οποίων το ποσό των €280.21 (164 Λ.Κ.) πλέον ΦΠΑ είναι πληρωτέο αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους καθ' ων 1, 4 και 5, ενώ το ποσό των €146.94 (86 Λ.Κ.) πλέον ΦΠΑ, πλέον €36.73 (21.50 Λ.Κ.) ως έξοδα έκδοσης διατάγματος είναι πληρωτέο από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 (βλ. Τεκμήριο 3 ΕΔ Ανδρέου ημερ.9/7/2020). (ε) Στις 25/11/2005 εξεδόθη διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση 1 στα πλαίσια της υπ' αριθμό XXXXX/2005 Αίτησης Πτώχευσης. Την ίδια ημερομηνία εξεδόθη διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση 4, στα πλαίσια της υπ' αριθμό XXXXX/2005 Αίτησης Πτώχευσης. (ζ) Στις 19/6/2006 καταχωρίστηκε το υπ' αριθμό 160851 ένταλμα εκτέλεσης κινητής περιουσίας εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 4 και 5, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο. (η) Στις 15/12/2006 καταχωρίστηκε αίτηση έρευνας εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 4. Στις 24/1/2007 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον του καθ' ου η αίτηση 4, δια του οποίου αυτός διατάχθηκε όπως πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του δια μηνιαίων δόσεων ύψους €170.86 (100 Λ.Κ.) έκαστη, από 1/3/2007 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €308.40 (180.50 Λ.Κ.) έξοδα, πλέον €37.58 (22 Λ.Κ.) έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ. Εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 η αίτηση έρευνας αποσύρθηκε, άνευ βλάβης, στις 28/3/2007. (θ) Στις 27/12/2012 η ΣΠΕ Στροβόλου καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την υπ' αριθμό XXXXX/2012 ποινική υπόθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση 4, η οποία αφορούσε κατηγορίες που σχετίζονταν με το αδίκημα της καταδολίευσης εξ' αποφάσεως οφειλέτη, λόγω της παράλειψης του να καταβάλει οποιαδήποτε μηνιαία δόση για τους μήνες Αύγουστος - Δεκέμβριος 2012. Στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης εκδόθηκε στις 29/4/2013 Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση 4 διατάχθηκε όπως καταβάλει στην ΣΠΕ Στροβόλου το ποσό των €9.055,58 πλέον €436 έξοδα, πλέον ΦΠΑ. (ι) Με απόφαση Γενικής Συνέλευσης και στη βάση έγγραφης συμφωνίας η ΣΠΕ Στροβόλου η οποία την 1/2/2013 μετονομάστηκε σε ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, συγχωνεύτηκε με την αιτήτρια και μετέφερε στην Αιτήτρια όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της. Η εν λόγω συμφωνία ενεγράφη στον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στις 21/7/2017 την 1/7/2017 και έκτοτε η αιτήτρια έχει διαδεχθεί την ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ εξ' ολοκλήρου και σε σχέση με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. (κ) Μέσω επιστολών της ημερ. 21/3/2014 και 8/5/2014 που αποστάλθηκαν στον Αρχηγό Αστυνομίας η αιτήτρια ζήτησε όπως πληροφορηθεί για τους λόγους μη εκτέλεσης του διατάγματος πληρωμής που είχε εκδοθεί εναντίον του καθ' ου η αίτηση 4 στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης. Περαιτέρω, ζητήθηκε η άμεση εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος. (βλ. Τεκμήριο 4 ΕΔ Ανδρέου, ημερ.9/7/2020). (λ) Μέσω νέας επιστολής της ημερ.15/7/2014 απευθυνόμενης προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, η Αιτήτρια ζήτησε εκ νέου όπως πληροφορηθεί για το θέμα της μη εκτέλεσης του πιο πάνω διατάγματος και απαίτησε την άμεση εκτέλεσή του. (μ) Στις 21/3/2016 καταχωρίστηκε νέα ποινική υπόθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση 4 η οποία αφορούσε κατηγορίες καταδολίευσης εξ' αποφάσεως οφειλέτη σε σχέση με την παράλειψη του να καταβάλει οποιεσδήποτε μηνιαίες δόσεις κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2013 - Μαρτίου 2016, η οποία εν τέλει αποσύρθηκε στις 6/10/2016 άνευ βλάβης. (ν) Στις 24/6/2020 η αιτήτρια καταχώρισε αιτήσεις στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για την έκδοση πιστοποιητικών έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας και πιστοποιητικών αποξενώσεων σε σχέση με όλους τους καθ' ων η αίτηση. (ξ) Εν κατακλείδι, ο ομνύων αναφέρει πως ουδέν ποσό έχει καταβληθεί προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους της διαιτητικής απόφασης από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση, υποδεικνύοντας πως η ΣΠΕ Στροβόλου και η αιτήτρια έχουν προβεί στη λήψη διάφορων μέτρων με σκοπό την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών, τα οποία εντούτοις δεν καρποφόρησαν. Μέσω της συμπληρωματικής ένορκης του δήλωση ημερ.17/6/2021 ο κ. Ανδρέου, παραθέτει, μεταξύ άλλων, τις εξής πρόσθετες πληροφορίες: (α) Στις XXXXX/2005 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση 1 στα πλαίσια της υπ' αριθμό XXXXX/2005 Αίτησης Πτώχευσης και στις 31/10/2007 η καθ' ης η αίτηση 1 κηρύχθηκε σε πτώχευση ενώ στις 7/11/2015 αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια (βλ. Τεκμήριο 1 Συμπληρωματικής ΕΔ Ανδρέου). (β) Στις XXXXX/2005 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση 4, στα πλαίσια της υπ' αριθμό XXXXX/2005 Αίτησης Πτώχευσης και στις 18/10/2013 ο καθ' ου η αίτηση 4 κηρύχθηκε σε πτώχευση ενώ στις 7/11/2015 αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια (βλ. Τεκμήριο 2 Συμπληρωματικής ΕΔ Ανδρέου). (γ) Η ΣΠΕ Στροβόλου και η αιτήτρια, ως επισημαίνει ο ομνύων, αγνοούσαν μέχρι πρότινος τις πιο πάνω πληροφορίες. (δ) Στις 26.4.2020 η αιτήτρια κατόπιν απαίτησης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου απέστειλε μέσω των δικηγόρων της επιστολές προς τους καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 5, δια των οποίων τους ενημέρωνε ότι θα προχωρούσε με καταχώριση αιτήσεων στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για την έκδοση πιστοποιητικών έρευνας ακινήτων και αποξενώσεων τους (βλ. Τεκμήριο 3 Συμπληρωματικής ΕΔ Ανδρέου). Οι εν λόγω αιτήσεις καταχωρίστηκαν στις 24/6/2020 (βλ. Τεκμήριο 4 Συμπληρωματικής ΕΔ Ανδρέου ημερ. 17/6/2021). (ε) Μετά τη σύνταξη του διατάγματος ημερομηνίας 12/11/2020 που έλαβε χώρα στις 4/3/2021, η αιτήτρια κατέθεσε για σκοπούς εξασφάλισης του εξ' αποφάσεως χρέους που οφείλεται προς αυτήν, στις 6/4/2021, το υπ' αριθμό EB1822/2021 'memo' του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας επί συγκεκριμένου ακινήτου της καθ' ης η αίτηση αρ. 5 (βλ. Τεκμήριο 5 Συμπληρωματικής ΕΔ Ανδρέου). (ζ) Περαιτέρω, στις 22/4/2021 κατατέθηκαν από την αιτήτρια για σκοπούς εξασφάλισης του εξ' αποφάσεως χρέους που οφείλεται προς αυτήν τα εξής: (
  2. i)το υπ' αριθμό ΕΒ453/2021 memo του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας επί συγκεκριμένου ακινήτου του καθ' ου η Αίτηση 3 (βλ. Τεκμήριο 6 Συμπληρωματικής ΕΔ Ανδρέου) και (
  3. ii)το υπ' αριθμό ΕΒ454/2021 memo του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας επί συγκεκριμένου ακινήτου του Καθ' ου η Αίτηση 5 (βλ. Τεκμήριο 7 Συμπληρωματικής ΕΔ Ανδρέου). Η Ένσταση του καθ' ου η αίτηση 2 και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Από πλευράς καθ' ου η αίτηση 2 καταχωρίστηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στις 26/2/2021, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου (εφεξής καλούμενη ως «η Ένσταση») στην οποία εγείρονται οι εξής λόγοι ένστασης:
(1)H αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
(2)Η αίτηση είναι καταχρηστική.
(3)Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
(4)Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες.
(5)Η αίτηση είναι παράνομη και κακόπιστη.
(6)Η αίτηση υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση 14 ετών.
(7)Δεν τίθεται μέσω της αίτησης επαρκής και/ή καθόλου μαρτυρία και/ ή τα 'ελάχιστα προαπαιτούμενα' που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης.
(8)Η αιτήτρια δεν έλαβε κανένα δικαστικό μέτρο προς εκτέλεση της απόφασης εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2.
(9)Η ανανέωση της διαιτητικής απόφασης σε αυτό το χρονικό στάδιο είναι εμφανώς άδικη.
(10)Η αιτήτρια δεν δικαιολογείται να λάβει δικαστικά ή νομικά μέτρα εναντίον του καθ' ου η αίτηση ως εγγυητή επειδή «δεν γνωστοποίησε και/ή δεν υπέβαλε την επαλήθευση εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας».
(11)Η όλη συμπεριφορά της αιτήτριας οδήγησε τον Καθ' ου η Αίτηση να πιστεύω δικαιολογημένα ότι η αιτήτρια εγκατέλειψε τις οποιεσδήποτε προθέσεις είχε για εκτέλεση της απόφασης. Στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2 αναφέρονται εν συνόψει τα ακόλουθα: (α) Συμφωνεί και υιοθετεί όλους ανεξαιρέτως τους λόγους ένστασης και αποδέχεται τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 2 - 5 της ΕΔ Ανδρέου ημερ.9/7/
  1. Ειδικότερα αποδέχεται το γεγονός έκδοσης και εγγραφής της εναντίον του διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 21/10/
  2. (β) Ισχυρίζεται πως από τον χρόνο έκδοσης ή και της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης μέχρι και σήμερα, ουδέν εκτελεστικό μέτρο έχει ληφθεί εναντίον του από πλευράς αιτήτριας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην παράγραφο 13 η αιτήτρια «άφησε το χρόνο εντός του οποίου μπορούσε να προχωρήσει σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον μου να περάσει άπρακτος πράγμα που αύξησε τους τόκους και τα έξοδα». Σε σχέση δε ειδικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας που εντοπίζεται στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης Ανδρέου ημερομηνίας 9/7/2020 ότι δηλαδή στις 24/6/2020 προχώρησε στην καταχώρηση αιτήσεων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για έκδοση πιστοποιητικών ακίνητης περιουσίας και πιστοποιητικών αποξενώσεων εναντίον του, ισχυρίζεται πως αν όντως έχει λάβει χώρα ένα τέτοιο διάβημα, αυτό έγινε μετά την εκπνοή της ισχύος της διαιτητικής απόφασης. (γ) Η αιτήτρια κωλύεται να προωθεί την παρούσα αίτηση για ανανέωση του διατάγματος που εκδόθηκε πριν 15 και πλέον έτη
(2006)για να εκτελέσει διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε το
  1. Επιπροσθέτως, επεσήμανε πως η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση δυο ετών από τη λήξη της ισχύος της, χωρίς να παρασχεθεί οποιαδήποτε αιτιολογία ως προς την παράλειψη της αιτήτριας να λάβει μέτρα εναντίον του, στοιχείο που θα πρέπει αφ' εαυτού να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. (δ) Από το 1988 μέχρι και σήμερα ο ίδιος διαμένει στην ίδια διεύθυνση, ήτοι στην οδό XXXXX 43 στη XXXXX. Η εν λόγω διεύθυνση ήταν γνωστή στην αιτήτρια, η οποία θα μπορούσε εύκολα να τον εντοπίσει και να του επιδώσει οποιαδήποτε αίτηση για σκοπούς εκτέλεσης της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης αλλά παρέλειψε να το πράξει. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής, παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική βεβαίωση κοινοτάρχη ημερομηνίας 22/2/2021 ως Τεκμήριο 1 της ένορκης του δήλωσης. (ε) Κατά το χρόνο έκδοσης της διαιτητικής απόφασης εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος στην Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία και η αιτήτρια θα μπορούσε 'να εκτελέσει την απόφαση έναντι των μισθών του. Από το Μάϊο 2019 συνταξιοδοτήθηκε γεγονός που πλέον τον φέρνει σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση και καθιστά άδικη την ανανέωση της διαιτητικής απόφασης (βλ. Τεκμήριο 2 ΕΔ Καθ' ου η Αίτηση 2). (ζ) Εξ' όσων τον συμβουλεύει η δικηγόρος του, πιστεύει πως η αιτήτρια δεν δικαιούται να λάβει δικαστικά ή άλλα νομικά μέτρα εναντίον του επειδή η πρωτοφειλέτης καθ' ης η αίτηση 1 πτώχευσε το 2005, επικαλούμενος το Άρθρο 37(β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
  2. (η) Επαναλαμβάνει τη σταθερή του θέση πως η αιτήτρια ουδέν εκτελεστικό μέτρο έλαβε εναντίον του μέχρι και τη λήξη ισχύος της διαιτητικής απόφασης και πως ουδόλως έχει επεξηγηθεί η παράλειψή της και/ή αδράνεια της να το πράξει. Χαρακτηρίζει την υπό κρίση αίτηση, μεταξύ άλλων, ως παράτυπη αντικανονική, κακόπιστη και καταχρηστική, καλώντας το Δικαστήριο να την απορρίψει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Διάταξη 40 Θ.8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας ερείδεται η υπό κρίση αίτηση, διαλαμβάνει αυτολεξεί τα ακόλουθα:
  3. Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι. Σημειώνεται για λόγους πληρότητας πως αρχικά, ο συνολικός χρόνος της ισχύος μιας δικαστικής απόφασης για σκοπούς λήψης εκτελεστικών μέτρων, καθοριζόταν στα 6 έτη. Ακολούθως, με τη θέσπιση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.1) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2011 στις 9/9/2011, ο χρόνος αυτός αυξήθηκε στα 10 έτη και πιο πρόσφατα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2020, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 27/3/2020, ο χρόνος αυξήθηκε στα 12 έτη από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Μετά την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου ως προβλέπεται στη Δ.40 Θ.8 ανωτέρω, απαιτείται η εξασφάλιση άδειας Δικαστηρίου για τη λήψη ή συνέχιση λήψης οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης. Η δε επαναλαμβανόμενη χρήση της λέξης "μπορεί" («may") στο λεκτικό της Δ.40, Θ8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή διατάγματος, μετά την παρέλευση 12 ετών από την ημερομηνία έκδοσής της, είναι ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει η Δ.40 θ.8, αποτέλεσε αντικείμενο μακρόχρονης νομολογιακής επεξεργασίας (βλ. Ορφανίδη κ.ά. v. S & G. Securities and General Finance Ltd Πολ. Έφ. 302/2013, ημερ. 8/4/2021, Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Π.Κ. Πολ. Έφ. 219/2012, ημερ. 31/1/2019, Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 367/12, ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, ΣΠΕ Κοντέας v. Mιχαήλ,
(2012)1Β Α.Α.Δ.1604, Panaou v. Christofi
(1963)2 C.L.R. 19, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1218, Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, πολ.εφ.290/10, 19.6.2014, Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Πολ. Έφ. 179/2013 ημερ. 27/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:A492, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 47/13, ημερ. 10.6.2019, Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφ. 11/2013, 1.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A264, Ανδρέα Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφ. 206/2012, 26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:A373). Στην πρόσφατη απόφαση Ορφανίδη κ.ά. v S & G. Securities and General Finance Ltd ανωτέρω αναλύθηκαν ευκρινώς οι αποκρυσταλλωμένες επί του θέματος νομολογιακές αρχές με παραπομπή σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Στην πρόσφατη υπόθεση Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 367/12, ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, κατόπιν ανασκόπησης της μέχρι τότε νομολογίας συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης στη βάση της Δ.40 θ.8 ως εξής: «Είναι επίσης θεμελιωμένο πως, είτε μονομερώς καταχωρηθεί η αίτηση είτε δια κλήσεως, ο αιτητής δέον να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να προσδιορίζεται η ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης καθώς και το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο. Περαιτέρω πρέπει να τεκμηριώνεται ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης. Προσθέτως δέον να αιτιολογείται η καθυστέρηση και να διαφαίνεται πως δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (Βλ. Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ.εφ.11/2013, 1.6.2018). Στη ΣΠΕ Κοντέας v. Μιχαήλ
(2012)1Β Α.Α.Δ.1604 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: "Η ίδια η Δ.40 Κ. 8 δεν απαριθμεί τα κριτήρια που το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να διατάξει την ανανέωση μιας απόφασης. Όμως όπως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται εκτέλεσης και το όλο πνεύμα της νομολογίας είναι ότι έχει ο αιτητής το βάρος απόδειξης. Επομένως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το βάρος δεν πρέπει να είναι στον αιτητή για ανανέωση της απόφασης (εδώ τους εφεσείοντες) δεν μας βρίσκει σύμφωνους. .. Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ.μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider [1948]2 All E.R.402, Good Challenger Nevugante SA v. Metalexportimport SA [2003] Q.B.471,Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R.249 και Patel v. Singh [2002] EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Pater v. Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης. . Σε μεταγενέστερη υπόθεση Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, πολ.εφ.290/10,19.6.2014, αφού αναφέρθησαν και αναλύθησαν οι προηγούμενες αποφάσεις καθώς και αριθμός αγγλικών αυθεντιών, το Εφετείο κατέληξε πως «η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67)». Ως τέτοιος προσδιορισμός του δυσμενούς επηρεασμού θα πρέπει να θεωρείται πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως η απραξία του σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει.» Η πιο πάνω νομική προσέγγιση υιοθετήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, στην οποία τονίστηκε επιπρόσθετα ότι «ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην Ορφανίδη ανωτέρω, επικυρώθηκε ως ορθή η έγκριση αίτησης για άδεια εκτέλεσης απόφασης που είχε καταχωριστεί 22 έτη μετά την ημερομηνία έκδοσης απόφασης, αφού η απόφαση είχε εκδοθεί στις 29/11/1991 και η αίτηση για άδεια καταχωρίστηκε την 1/7/
  1. Κρίθηκε ως αποφασιστικής σημασίας στοιχείο που συνηγορούσε υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για άδεια εκτέλεσης το γεγονός της λήψης μέτρου εκτέλεσης της απόφασης ήτοι της καταχώρισης memo επί της ακίνητης περιουσίας της εφεσείουσας που είχε λάβει χώρα μέσα στο έτος
  2. Όπως ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο: «Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφασιστικής σημασίας για το υπό εξέταση θέμα ήταν η λήψη μέτρου εκτέλεσης, δηλαδή η κατάθεση του memo ενώ η παράταση του ή όχι δεν αφορούσε τη διαδικασία ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια που αν και αναγνωρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης, εν τούτοις δεν την απέδωσε σε κακόβουλη ή καταχρηστική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, θεωρώντας τη δικαιολογημένη, ενόψει εκκρεμότητας εντάλματος πώλησης της περιουσίας της εναγόμενης 2 στο Κτηματολόγιο, στα πλαίσια διαδικασίας άλλης Αγωγής.» Περαιτέρω, ειδικά σε σχέση με το ενδεχόμενο πρόκλησης δυσμενούς επηρεασμού της Εφεσείουσας σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Κτωρίδη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι «δυσμενής επηρεασμός» θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως πιστωτής δίνει με την απραξία του στον χρεώστη την εντύπωση πως δεν πρόκειται να εκτελέσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd v Π.Κ. ανωτέρω, διατυπώθηκαν ευσύνοπτα οι ακόλουθες αρχές: «Σύμφωνα με καθιερωμένη αρχή δικαίου: "... a judgment creditor is in general entitled to enforce a money judgment which he has lawfully obtained against a judgment debtor by all or any of the means of execution prescribed by the relevant rules of court.", (βλ. Roberts Petroleum v Bernard Kenny Ltd [1982] 1 All ER 685, σελίδα 690, καθώς, επίσης, [1983] 1 All ER 564, σελίδες 571 έως 572, και Κτωρίδης v. Alpha Bank Cyprus Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 1173, σελίδα 1178, όπου το πιο πάνω απόσπασμα παρατίθεται). Πρόκειται για δικαίωμα το οποίο έχει κάθε εξ αποφάσεως πιστωτής, όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης παραλείπει να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μέσα σε χρονική περίοδο δέκα χρόνων από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, χωρίς να χρειάζεται σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Με την παρέλευση του χρόνου αυτού, τούτο ασκείται κατόπιν εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο, δυνάμει του Κ. 8[1] της Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το δικαστήριο παραχωρεί άδεια για λήψη μέτρων εκτέλεσης, ασκώντας προς τούτο διακριτική εξουσία, εφόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής καταδεικνύει, κατ' ελάχιστο, προς ικανοποίησή του, ότι εξακολουθεί να υφίσταται το εξ αποφάσεως χρέος ή οποιοδήποτε μέρος του, ότι δικαιολογημένα δεν έχουν αποδώσει τα μέτρα εκτέλεσης που ο ίδιος τυχόν να έχει λάβει εμπρόθεσμα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η λήψη επιπρόσθετων μέτρων και ότι τα προτιθέμενα μέτρα δυνατό να οδηγήσουν στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Επιπρόσθετα, η αδράνεια εξ αποφάσεως πιστωτή στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας μετά την πάροδο δέκα ετών. Σε τέτοια περίπτωση, το εν λόγω δικαίωμα αντισταθμίζεται και με τυχόν μεταβολή των συνθηκών του εξ αποφάσεως χρεώστη, ώστε να διασφαλίζεται πως η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας δε θα του προκαλέσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, (βλ. Duer v Frazer [2001] 1 All ER 249, σελίδα 255, The "Good Challenger" [2004] 1 Lloyd's Rep. 67, σελίδες 85 έως 86, και Ανδρέας Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A373, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 206/2012, 26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:A373). Στην εν λόγω υπόθεση επικυρώθηκε ως απολύτως ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η παρέλευση 13 σχεδόν ετών από το 1999 χωρίς τη λήψη οιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και 19 ετών από την έκδοση της απόφασης» αποτελεί μακρά περίοδο απραξίας η οποία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί, παρά τις διαβουλεύσεις που κατ' ισχυρισμό των αιτητών έλαβαν χώρα μεταξύ των μερών. Στην υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ανωτέρω οι εφεσείοντες είχαν μεταξύ άλλων εισηγηθεί πως η καθυστέρηση από μέρους των εφεσιβλήτων στην προώθηση αίτησης για λήψη άδειας εκτέλεσης σε συνδυασμό με την μεταβολή των κοινωνικών και οικονομικών τους περιστάσεων καταδείκνυαν την ύπαρξη δυσμενούς επηρεασμού και θα έπρεπε να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό στη βάση του εξής σκεπτικού: «Όπως έχει ήδη λεχθεί, ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας, το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Ήταν επί του προκειμένου η εισήγηση των Εφεσειόντων, επικαλούμενοι αδράνεια της Εφεσίβλητης, ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος τους έθεσε σε δυσμενή οικονομική θέση και σε αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών τους περιστάσεων και δεδομένων. Προεκτείνοντας, έθεσαν ότι ενώ στο παρελθόν είχαν την οικονομική δυνατότητα προς εξόφληση, τέτοια δυνατότητα δεν υφίσταται πλέον, λόγω ακριβώς της μεταβολής των οικονομικών τους συνθηκών. Είναι ανεδαφική αυτή η προσέγγιση, δεδομένης της υποχρέωσης που είχαν οι Εφεσείοντες να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους και δη υπό το φως των δυνατοτήτων που, όπως παραδέχονται, είχαν, προτού οι οικονομικές τους συνθήκες, κατ΄ ισχυρισμό, μεταβληθούν. Πολύ περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ότι κατ΄ επανάληψη, όπως παρέμεινε τελικά αδιαμφισβήτητο, ζήτησαν χρόνο προς διευθέτηση της εξ αποφάσεως οφειλής». Σε συνάφεια προς τα ανωτέρω είναι και τα όσα ειπώθηκαν στη Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ανωτέρω: «Από την Αγγλική νομολογία, την οποία παράθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο (δέστε, μεταξύ άλλων, Patel v. Singh
(2002)EWCA, 1668), ο κανόνας φαίνεται να είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται εναντίον της έγκρισης της αίτησης για εκτέλεση, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα ετών, εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που δείχνουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Το βάρος απόδειξης ότι ο αιτητής δικαιούται αδείας εκτέλεσης το φέρει ο ίδιος ο αιτητής (δέστε, ΣΠΕ Κοντέας, ανωτέρω). Επομένως δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση των δέκα ετών και ο εξ αποφάσεως πιστωτής οφείλει να δώσει εξηγήσεις, στην απουσία ειδικών περιστάσεων, για το λόγο της καθυστέρησης. Όμως όπως υποδείχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 47/13, ημερ. 10.6.2019: «Εν προκειμένω υπεισέρχεται και η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται με μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας. Ο περιορισμός που θέτει η Δ.40 κ.8 δεν είναι μηχανιστικός ή τυπολατρικός. Αποβλέπει στην ουσία και η ουσία έγκειται στην άσκηση εποπτείας και ελέγχου από το δικαστήριο προς αποτροπή καταχρηστικής ή άδικης συμπεριφοράς εκ μέρους του εξ αποφάσεως δανειστή. Κρίση Δικαστηρίου Έχοντας προσεκτικά διεξέλθει το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων, καταλήγω εν πρώτοις πως δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι η αιτήτρια, έχει ικανοποιήσει τις δυο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την ικανοποίηση του αιτήματος χορήγησης άδειας εκτέλεσης. Άλλωστε είναι πασιφανές πως από πλευράς καθ' ου η Αίτηση 2 ουδόλως έχει αμφισβητηθεί, η ημερομηνία έκδοσης και εγγραφής της εναντίον του διαιτητικής απόφασης, το αρχικό ποσό της εν λόγω απόφασης, καθώς επίσης και το γεγονός ότι καμία πληρωμή δεν έχει γίνει από την ημερομηνία έκδοσης και εγγραφής της εν λόγω απόφασης μέχρι σήμερα, προς εξόφλησή της από πλευράς καθ' ων η αίτηση. Είναι επίσης ξεκάθαρο πως η αιτήτρια, έχοντας την ιδιότητα του εξ' αποφάσεως πιστωτή είχε κάθε δικαίωμα να προβεί στη λήψη εκτελεστικών μέτρων προς είσπραξη των οφειλόμενων προς αυτήν ποσών. Τούτου λεχθέντος, παραμένουν ασφαλώς προς εξέταση το κατά πόσο έχει επαρκώς αιτιολογηθεί η ομολογουμένως μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης από πλευράς αιτήτριας, στην οποία εστιάζει η πλευρά του καθ' ου η αίτηση 2 μέσω διαφορετικών λόγων ένστασης. Αποτελεί δε σαφή νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αιτιολόγησης της εμφιλοχωρηθείσας καθυστέρησης και η διαπίστωση απόλυτης απραξίας ή αδράνειας από πλευράς αιτήτριας στη λήψη οποιωνδήποτε εκτελεστικών μέτρων δεν αφήνει μεγάλο περιθώριο για παραχώρηση άδειας εκτέλεσης απόφασης μετά την παρέλευση 12 ετών από την έκδοσή της (βλ. Marfin Popular Bank Public Co Ltd v Π.Κ. ανωτέρω, Ανδρέας Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ανωτέρω). Μελετώντας προσεκτικά και τις δυο ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση προκύπτει πως από την ημερομηνία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2, ήτοι από 22/9/2006 μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης στις 9/7/2020, ουδέν εκτελεστικό μέτρο λήφθηκε από πλευράς αιτήτριας εναντίον του, χωρίς να έχει δοθεί στο Δικαστήριο η παραμικρή επεξήγηση ή αιτιολογία από πλευράς αιτήτριας για την παράλειψή της να προβεί στη λήψη τέτοιων μέτρων. Περαιτέρω παρατηρώ ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση δυο σχεδόν ετών από την ημερομηνία λήξης της ισχύος του διατάγματος ημερ.22/9/2006, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε αιτιολογία. Το γεγονός ότι σε διαφορετικούς χρόνους λήφθηκαν κάποια εκτελεστικά μέτρα αποκλειστικά και μόνο εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 4 και 5, δεν βοηθά κατά την κρίση μου την αιτήτρια στην ικανοποίηση του αιτήματος της που εναντίον του καθ' ου η αίτηση
  1. Τουναντίον, δημιουργούνται στο μυαλό του Δικαστηρίου εύλογα αναπάντητα ερωτήματα ως προς τους ακριβείς λόγους που οδήγησαν στην διαφοροποιημένη αυτή στάση που η αιτήτρια επέλεξε να τηρήσει αναφορικά με τον καθ' ου η αίτηση 2 σε σύγκριση με τους υπόλοιπους εξ' αποφάσεως οφειλέτες, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση όφειλαν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως μαζί με τον καθ' ου η αίτηση 2 να προβούν σε ικανοποίηση της εναντίον τους εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης. Τονίζω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του καθ' ου η αίτηση 2 ότι διέμενε από την έκδοση της απόφασης μέχρι και σήμερα στην ίδια διεύθυνση την οποία η αιτήτρια γνώριζε και μπορούσε εύκολα να τον εντοπίσει εκεί. Για λόγους όμως που παραμένουν ανεξήγητοι για το Δικαστήριο, με βάση τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, η αιτήτρια δεν φαίνεται ούτε καν να όχλησε τον καθ' ου η αίτηση 2 καθ' όλο το χρόνο που η εναντίον του εκδοθείσα απόφαση μπορούσε να εκτελεστεί. Επιπλέον, σημειώνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του καθ' ου η αίτηση 2, στην παράγραφο 20.5 της ένορκης του δήλωσης, ότι λόγω αυτής της ανεξήγητης αδράνειας της αιτήτριας αναφορικά με το άτομό του, ο ίδιος θεώρησε ότι η αιτήτρια εγκατέλειψε τις προθέσεις της για εκτέλεση της απόφασης εναντίον του. Περαιτέρω δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι οικονομικές συνθήκες του καθ' ου η αίτηση έχουν αλλάξει. Είναι πλέον συνταξιούχος και το εξ αποφάσεως χρέος έχει διογκωθεί με επιβολή τόκων. Παρά το ότι η μεταβολή των προσωπικών ή άλλων συνθηκών του καθ' ου η αίτηση 2 δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωσή του να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος, ούτε αποτελεί αυτοτελώς λόγο για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης εντούτοις, η μεταβολή αυτή είναι παράγων ο οποίος συνεκτιμάται από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του κατά πόσον θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στην αιτήτρια άδεια για εκτέλεση της απόφασης, μετά πάροδο δεκαέξι ετών από την εγγραφή της, δεδομένης της μεγάλης και αδικαιολόγητης αδράνειας και απραξίας της σε ότι αφορά τη λήψη μέτρων προς εκτέλεση της εν λόγω απόφασης εναντίον του καθ' ου η αίτηση
  2. Για τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, καταλήγω ότι δεν θα ήταν δίκαιο να δοθεί άδεια στην αιτήτρια να εκτελέσει την προαναφερθείσα απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 και συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Λόγω της φύσης της αίτησης, με βάση το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 όφειλε, αλλά παρέλειψε να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος, κρίνω ορθό να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση
  3. ........ Α. Κάρνου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.