Alpha Panareti Public Limited κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1702/21, 11/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A78 Αρ. Αγωγής: 1702/21 Μεταξύ:
- Alpha Panareti Public Limited,
- Alpha Panareti Golf Club Ltd
- Alfa Mediterranean Enterprises Ltd
- Demari Odusseus Ltd, Αρτέμιδος 2, 8041 Κάτω Πάφο
- Τhe Sunset Boulevard Tourist and Estate Company
- Ν & J Worldling Marketing Ltd
- Ioannou & Sizopoulos Ktimatiki Ltd
- Linard Enterprises Ltd,
- Alfred Butler Holdings Ltd, Αρτέμιδος 2, 8041 Κάτω Πάφος
- Lenolia Ltd, Αρτέμιδος 2, 8041 Κάτω Πάφο
- Gemella Ltd, Κύπρος Εναγόντων και
- ALPHA BANK CYPRUS LTD,
- AGI-CYPRE PROPERTY 13 LIMITED
- AGI-CYPRE PROPERTY 14 LIMITED,
- AGI-CYPRE PROPERTY 15 LIMITED,
- AGI-CYPRE PROPERTY 16 LIMITED,
- AGI-CYPRE PROPERTY 17 LIMITED,
- AGI-CYPRE PROPERTY 18 LIMITED,
- AGI-CYPRE PROPERTY 19 LIMITED,
- AGI-CYPRE PROPERTY 20 LIMITED,
- ΑGI-CYPRE RES PAFOS LIMITED, Εναγομένων Αίτηση ημερ. 28.1.2022 υπό εναγουσών - αιτητριών για αντεξέταση ενόρκως δηλούσας Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2022 Για ενάγουσες - αιτήτριες: κος Μιχάλης Χατζητζιοβάννης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενες - καθ' ων η αίτηση: κα Στέλλα Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγουσες είναι μέλη του Ομίλου Εταιρειών Alpha Panareti, του οποίου μητρική εταιρεία είναι η ενάγουσα 1 και οι ενάγουσες 2 έως 10 είναι αλληλένδετες θυγατρικές και μετοχικές εταιρείες. Ο όμιλος δραστηριοποιείται σε ένα μεγάλο φάσμα εμπορικών εργασιών που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δραστηριότητες στον τομέα αγοράς, πώλησης και ανάπτυξης γης, με δραστηριότητες στον τουριστικό τομέα και στον τομέα ενέργειας. Η εναγομένη 1 είναι τραπεζικός οργανισμός με έδρα τη Κύπρο και ασχολείται με την παροχή τραπεζικών εργασιών και πιστωτικών διευκολύνσεων σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες. Σύμφωνα με τις ενάγουσες, οι εναγόμενες 2 έως 10 είναι θυγατρικές εταιρείες της εναγόμενης 1 που ασχολούνται μεταξύ άλλων με την διαχείριση, απόκτηση, εκποιήσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων και γενικότερα με τον τομέα της διαχείρισης ακινήτων που η εναγόμενη 1 αποκτά έναντι χρεών από τους δανειολήπτες. Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγουσες αιτούνται διάφορα διατάγματα μεταξύ των οποίων και διάταγμα σύμφωνα με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη, συμφωνία αναδιάρθρωσης των χρεών του ομίλου εταιρειών Alpha Panareti Public Limited που επετεύχθη τον Ιούλιο του 2018, με το αιτιολογικό ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα απάτης, οικονομικής πίεσης, ψευδών παραστάσεων, δόλου και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από την εναγομένη
- Αιτούνται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι παρόμοια συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Νοέμβριο του 2017 και σε μεγάλο μέρος της υλοποιήθηκε, είναι δεσμευτική μεταξύ των μερών. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, οι ενάγουσες αιτούνται την επιδίκαση αποζημιώσεων για κατ' ισχυρισμό ζημιές που έχουν υποστεί από την πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων. Ταυτόχρονα με την αγωγή, οι ενάγουσες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο ζητούν να παρεμποδιστεί η εναγομένη 1 και δια μέσου της οι εναγόμενες 2 έως 10 να εκπλειστηριάσουν και/ή πωλήσουν και/ή εκποιήσουν και/ή μεταβιβάσουν επ' ονόματι τους και/ή επ' ονόματι οιουδήποτε άλλου προσώπου, τα ακίνητα που υποθηκεύτηκαν προς εξασφάλιση των δανειακών συμβάσεων των εναγουσών προς την εναγομένη
- Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, οι ενάγουσες αιτούνται προσωρινό διάταγμα, το οποίο να παύει και/ή αναστέλλει την ισχύ και/ή εκτέλεση και/ή τήρηση των όρων της «Προσφοράς για Αναδιάρθρωση των Χρεών που οφείλονται από τον Όμιλο Alpha Panareti Public Ltd στην εναγομένη 1 Alpha Bank Cyprus Ltd», η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των εναγουσών και της εναγόμενης 1 περί την 6.7.2018, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, διέταξε όπως η πιο πάνω μονομερής αίτηση, επιδοθεί στην άλλη πλευρά ώστε να ακουστούν οι απόψεις της. Με την επίδοση της αίτησης, οι εναγόμενες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Πριν την ακρόαση της πιο πάνω ενδιάμεσης αίτησης, η εναγομένη 1 προώθησε διαδικασίες για εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων των εναγουσών που υποθηκεύτηκαν για εξασφάλιση δανείων που παραχώρησε σε εταιρείες του Ομίλου. Συγκεκριμένα επιδόθηκαν ειδοποιήσεις για έναρξη πλειστηριασμού δυνάμει του άρθρου 44(Β)
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 καθώς και Επιστολές Τερματισμού για δάνεια που παραχώρησε η εναγομένη 1 στον Όμιλο. Η ενάγουσες καταχώρησαν στις 21.10.21 νέα ενδιάμεση αίτηση για προσωρινή αναστολή των πιο πάνω διαδικασιών μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή της αίτησης τους ημ. 5.7.2021 για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Εκδόθηκε μονομερώς σχετικό διάταγμα αναστολής των διαδικασιών πλειστηριασμού. Το Δικαστήριο σε εκείνο το στάδιο, έκρινε λόγω του κατεπείγοντος του θέματος ότι δικαιολογείτο η μονομερής έκδοση του διατάγματος. Μετά την επίδοση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος, οι εναγόμενες έφεραν ένσταση στην οριστικοποίηση του. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού η διαδικασία του τερματισμού των πιστωτικών διευκολύνσεων είχε ξεκινήσει ήδη από τον Ιούλιο του 2021 και/ή είχαν αποσταλεί προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 8.7.
- Αναφέρεται επίσης ότι οι αιτήτριες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να λάβουν τα οποιαδήποτε μέτρα και/ή διαβήματα προς προστασία των εννόμων συμφερόντων τους και λόγω αυτής της καθυστέρησης δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες του Δικαίου της Επιείκειας. Παρατίθενται επίσης ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος και επιπλέον, ότι οι αιτήτριες κωλύονται από το να εγείρουν την παρούσα αγωγή και/ή αίτηση καθ' ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους και την εν γένει συμπεριφορά τους, έδωσαν στους καθ' ων η αίτηση την εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχονται ανεπιφύλακτα την ισχύ και εγκυρότητα όλων των Συμφωνιών Αναδιάρθρωσης που υπογράφηκαν. Και οι καθ' ων η αίτηση βασιζόμενοι στις εν λόγω πράξεις και/ή την εν γένει συμπεριφορά των αιτητριών, προέβηκαν σε ενέργειες οι οποίες ήταν επιζήμιες για τα έννομα συμφέροντα τους. Στο μεταξύ, οι ενάγοντες καταχώρησαν αιτήσεις για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στις δύο πιο πάνω πιο πάνω διαδικασίες για προσωρινό διάταγμα. Το Δικαστήριο απέρριψε τα εν λόγω αιτήματα με δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του ημ. 19.1.22, κρίνοντας ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για να δοθεί τέτοια άδεια. Η παρούσα αίτηση για αντεξέταση Στην συνέχεια και ενώ οι ενώ οι ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα ορίστηκαν για ακρόαση, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία οι ενάγουσες αιτούνται την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, στις ενστάσεις που καταχώρησαν οι εναγόμενες. Επιδιώκεται στην ουσία, η αντεξέταση σε θέματα που αφορούν ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας στις ενστάσεις, αναφορικά με την ερμηνεία και δεσμευτικότητα εγγράφων και συμφωνιών αναδιάρθρωσης αλλά και την ικανότητα των καθ' ων η αίτηση να αποζημιώσουν τους αιτητές στο τέλος της διαδικασίας αν πετύχει η αγωγή. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας και επιπλέον, με την αίτηση επιδιώκεται να μετατραπεί η ενδιάμεση διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας της αγωγής και την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης. Υποστηρίζεται επίσης ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω προηγούμενης απόρριψης αιτήματος των αιτητριών για συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση επί των ιδίων παραγράφων που επιδιώκεται η αντεξέταση της ομνύουσας. Νομική πτυχή Η διαδικασία εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης καθορίζεται από την Δ.48 Κ.4 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κ.2 της Δ.48, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.
- Η Δ.39 Κ.1 που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, έχει ως εξής: « Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination » Η έγκριση αιτήματος αντεξέτασης εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Annual Practice 1958 p. 865, Halsbury's Laws of England 3rd ed. Vol 21 p 418,419 par. 878 και Μήλου κα.
(2008)1 Α.Α.Δ 280). Στο Halsbury's Laws of England (ανωτέρω), κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Στο Annual Practice 1956 (ανωτέρω), όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας Δ.39, τονίζεται στη σελ. 677 ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας, λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση. Στην υπόθεση Μήλου (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.39, Κ.1, λέχθηκαν τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της.» Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται αφού εξεταστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης. Βασικό κριτήριο, είναι οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση που θα πρέπει να σχετίζονται, με τις ανάγκες της υπό κρίση διαδικασίας. Με αυτή την έννοια δεν παρέχεται ευχέρεια για έγκριση αιτήματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, το οποίο δεν σχετίζεται αυστηρά με τις προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος στην κυρίως ενδιάμεση διαδικασία. Στην υπόθεση Rana Wahed Ali (αρ.1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1660, τονίστηκε ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για άδεια αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, ασκείται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «.Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση των κριτηρίων για τα οποία χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα κρατούντα στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων.» Είναι σαφές από την νομολογία ότι τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος, θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών ή προς το σκοπό μείωσης της αξιοπιστίας διαδίκου ή ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Ούτε είναι επιτρεπτή η αντεξέταση επί θεμάτων που εκφεύγουν της ενδιάμεσης αίτησης και επεκτείνονται σε ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαφοράς. Ειδικά στην παρούσα υπόθεση που αφορά αίτημα για προσωρινό διάταγμα, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Ως εκ τούτου δεν είναι επιτρεπτή αντεξέταση σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα, η οποία δεν σχετίζεται αποκλειστικά με τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος, αλλά αποσκοπεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την ουσία της αγωγής. Στην υπόθεση Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014, λέχθηκε ότι σπάνια σε αιτήσεις όπως η παρούσα για προσωρινό διάταγμα, εκδίδεται διάταγμα αντεξέτασης εφόσον στις διαδικασίες αυτές, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων και κρίση αξιοπιστίας των διαδίκων. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων.» Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία και αφού μελέτησα με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, αλλά και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων, κρίνω για τους τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια ότι δεν δικαιολογείται το αίτημα αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας, στις υπό κρίση ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις για συντηρητικά διατάγματα. Όσον αφορά το ζήτημα της οικονομικής επάρκειας των καθ' ων η αίτηση, αυτό σχετίζεται με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αναφορικά με την αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Επιζητείται συγκεκριμένα με την παρούσα αίτηση, η αντεξέταση επί της παρ. 75 της ένορκης δήλωσης της ένστασης στην αίτηση ημ. 5.7.21, στην οποία αναφέρεται ότι η εναγομένη 1 διαθέτει επαρκή αποθέματα για να ικανοποιήσει τυχόν ζημιές των εναγουσών σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα συντηρητικά διατάγματα και στην συνέχεια πετύχουν στην απαίτηση τους στην αγωγή. Ο συνήγορος των αιτητριών στην αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι στην εν λόγω παράγραφο, η Τράπεζα δεν στοιχειοθέτησε την θέση της ότι διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία ενεργητικού για να μπορέσει να καταβάλει αποζημιώσεις στους αιτητές, σε περίπτωση που υποστούν οποιεσδήποτε ζημιές. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι θα πρέπει η ομνύουσα να αντεξεταστεί επί των όσων αναφέρει στην παράγραφο αυτή, έτσι που να διασαφηνιστεί η πραγματικά οικονομική κατάσταση της Τράπεζας, και όχι αυτή που σκοπίμως παρουσιάζεται στις ενόρκους δηλώσεις των ενστάσεων. Με όλο το σέβας προς τον συνήγορο δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση του. Αρχικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως ορθά αναφέρεται στην παρ. 75 της ένστασης, στις αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα προς υποστήριξη της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι ενάγουσες δεν επικαλούνται αφερεγγυότητα της εναγομένης 1 Τράπεζας. Αντιθέτως ισχυρίζονται ότι η ζημιά που θα υποστούν οι ενάγουσες δεν μπορεί να αποτιμηθεί και αποζημιωθεί σε χρήμα και αφορά μεταξύ άλλων και την φήμη του ομίλου καθώς και ηθική ζημιά στο πρόσωπο των εναγόντων (παρ. 18 της ένορκης δήλωσης ημ. 5.7.21). Γίνεται επιπλέον αναφορά στην παρ. 57 της ένορκης δήλωσης της αίτησης ημ. 5.7.21, σε ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί ο όμιλος, η οποία δεν είναι χρηματικής φύσης με την έννοια ότι δεν θεραπεύεται με οιαδήποτε χρηματική αποζημίωση. Στην παρ. 49 της ίδιας ένορκης δήλωσης, γίνεται αναφορά όχι μόνο σε καθαρά χρηματική ζημιά από τον πλειστηριασμό ακινήτων του Ομίλου αλλά και σε ανεπανόρθωτη ζημιά ως προς την φήμη του Ομίλου με αποτέλεσμα να είναι καταδικασμένος να μην μπορεί να συνεργαστεί με νέους πελάτες. Τα ίδια αναφέρονται και στην παρ. 51 της ίδια ένορκης δήλωσης, όπου γίνεται αναφορά σε ανεπανόρθωτη ζημιά στην «καλή φήμη του Ομίλου στην αγορά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί και αποτιμηθεί σε χρήμα αφού η συμπεριφορά της εναγόμενης Τράπεζας πλήττει το πρόσωπο και την φήμη των εναγουσών και του ομίλου Alpha Panareti γενικότερα». Βλέπουμε λοιπόν ότι η ενάγουσες δεν εστιάζουν το επιχείρημα τους για συγκεκριμένη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα προσωρινά διατάγματα, που οφείλεται σε πιθανή αφερεγγυότητα της εναγομένης 1 Τράπεζας. Το ζήτημα της οικονομικής επάρκειας της εναγομένης 1 τράπεζας, το έθεσαν για πρώτη φορά οι ίδιοι οι εναγόμενοι με την παρ. 75 της ένορκης δήλωσης της ένστασης τους, όπου επικαλούνται επαρκή φερεγγυότητα, ικανή να αποζημιώσει την όποια οικονομική ζημιά των εναγουσών αν δεν εκδοθούν τα προσωρινά διατάγματα. Το γεγονός όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να διαταχθεί διάταγμα αντεξέτασης. Να σημειωθεί εδώ ότι το βάρος απόδειξης ότι θα είναι δύσκολο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση που το βάρος ήταν στις καθ' ων η αίτηση, δεν θα δικαιολογείτο αίτημα αντεξέτασης της ομνύουσας στην ένσταση γιατί κατά τους ισχυρισμούς των αιτητριών, παρέθεσε αόριστα και ασαφή δεδομένα ως προς το ζήτημα της οικονομικής της επάρκειας. Με άλλα λόγια, δεν δικαιολογεί δικαίωμα αντεξέτασης το γεγονός ότι σύμφωνα με τις ενάγουσες, δεν στοιχειοθετείται από την ένσταση η οικονομική επάρκεια των καθ' ων η αίτηση. Η ισχυριζόμενη παράλειψη των καθ' ων η αίτηση να αποδείξουν την φερεγγυότητα τους θα μπορούσε να αποτελέσει επιχείρημα κατά την αγόρευση του συνηγόρου για τις ενάγουσες και όχι λόγο για αντεξέταση. Αλλά και επί της ουσίας δεν ευσταθεί η θέση του συνηγόρου για τις ενάγουσες - αιτήτριες ότι οι ισχυρισμοί για οικονομική επάρκεια της εναγομένης 1, είναι ασαφείς και αόριστοι. Στην παρ. 75 της ένορκης δήλωσης της ένστασης στην οποία επιδιώκεται αντεξέταση, η ομνύουσα δεν περιορίζεται να αναφέρει ότι η εναγομένη 1 διαθέτει επαρκή αποθέματα για να ικανοποιήσει τυχόν ζημιές των εναγουσών σε περίπτωση που πετύχουν στην απαίτηση τους στην αγωγή. Παραπέμπει επιπλέον σε ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 1 Τράπεζας για το έτος που έληξε στις 31.12.2020, σημειώνοντας ότι ο Όμιλος της Τράπεζας, διατηρούσε μετρητά και άλλα περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €2.498.070.000,00. Παρουσίασε δε ως τεκμήριο 20 της ένστασης, αντίγραφο αποσπάσματος από τους Εξελεγμένους Λογαριασμούς όπως αυτοί έχουν δημοσιευθεί στην επίσημη ιστοσελίδα της Τράπεζας, με τον τίτλο «Ενοποιημένος Ισολογισμός». Υπό τας περιστάσεις δεν ευσταθεί η θέση του συνηγόρου για τις ενάγουσες - αιτήτριες ότι οι ισχυρισμοί ως προς την οικονομική επάρκεια της εναγομένης 1 όπως παρατίθενται στην παρ. 75 της ένορκης δήλωσης της ένστασης, είναι αόριστοι και ασαφείς ώστε να χρειάζεται η ομνύουσα να αντεξεταστεί επί του θέματος. Ανεξαρτήτως τούτου, επαναλαμβάνω ότι δεν δικαιολογείται η αντεξέταση ως προς την παρ. 75 της ένστασης αφού η αφερεγγυότητα της εναγομένης 1 δεν υποστηρίχθηκε στην ένορκη δήλωση της αίτησης και επιπλέον, ακόμα και αν είχε υποστηριχθεί η αφερεγγυότητα, είναι στους ώμους των αιτητριών να αποδείξουν με θετική μαρτυρία ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1 είναι τέτοια που θα επηρεάσει την δυνατότητα ικανοποίησης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ τους, στην παρούσα αγωγή. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης στο τέλος της αγωγής δεν αποφασίζεται βέβαια στα παρόν στάδιο. Το Δικαστήριο θα αποφασίσει το θέμα αυτό, κατά την εκδίκαση των συντηρητικών διαταγμάτων αφού αντιπαραβάλει τις πιο πάνω θέσεις των διαδίκων οι οποίες προβλήθηκαν με σαφήνεια στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε αντεξέταση επί του θέματος. Αλλά ούτε και για τα υπόλοιπα ζητήματα για τα οποία επιδιώκεται η αντεξέταση, δικαιολογείται το αίτημα. Τα θέματα που συνδέονται με την ερμηνεία των συμβάσεων αναδιάρθρωσης, αλλά και συμφωνιών με τρίτα πρόσωπα δεν σχετίζονται με τις προϋποθέσεις έγκρισης ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ισχυρισμούς για ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την Τράπεζα στην Συμφωνία Β' αλλά και την δεσμευτικότητα ή όχι της εν λόγω συμφωνίας. Ούτε οι ισχυρισμοί των αιτητριών ότι η Συμφωνία Α' δεν ήταν ποτέ βάση για διαπραγμάτευση, αλλά οριστική και τελική συμφωνία για διευθέτηση του συνόλου των διαφορών των διαδίκων, σχετίζονται με τις προϋποθέσεις έγκρισης προσωρινού διατάγματος. Όλα τα πιο πάνω, συνιστούν θέματα που σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς των διαδίκων και όχι με τις προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος. Ως εκ τούτου, τυχόν έγκριση του αιτήματος αντεξέτασης επί των ζητημάτων αυτών θα εκτροχιάσει την παρούσα διαδικασία, από εκδίκαση ενδιάμεσου αιτήματος για συντηρητικά διατάγματα, σε εξέταση των ουσιαστικών διαφορών των διαδίκων με την προφορική αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση, επί του συνόλου της διαφοράς. Ως εκ τούτου, η αιτούμενη αντεξέταση δεν θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Τέτοια αντεξέταση δεν είναι μόνο αχρείαστη αλλά επιπλέον τυχόν έγκριση της, θα μετέτρεπε την ενδιάμεση διαδικασία προσωρινών διαταγμάτων σε δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης. Κατά την κρίση μου, η τροποποίηση της Δ.48 με την καθιέρωση της ακρόασης των ενδιάμεσων αιτήσεων στην βάση των ενόρκων δηλώσεων, αποσκοπούσε στην αποφυγή της προφορικής εκδίκασης των αιτήσεων σε θέματα επί της ουσίας της διαφοράς και παράλληλα στο να διευκολύνει και να επιταχύνει την διεξαγωγή ενδιάμεσων δικαστικών διαδικασιών με γραπτή μαρτυρία στην βάση των ενόρκων δηλώσεων, περιοριζόμενη αποκλειστικά στις προϋποθέσεις εξέτασης του ενδιάμεσου αιτήματος, και εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Έχω την άποψη ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης, θα έχει ακριβώς ως αποτέλεσμα, αυτό που επιδιώκει η τροποποίηση της Δ.48 να αποφύγει. Την προφορική εκδίκαση ζητημάτων που αφορούν, όχι αυστηρά τις προϋποθέσεις έγκρισης συντηρητικού διατάγματος αλλά ανεπίτρεπτα, αυτών που σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι για πλείστες από τις παραγράφους για τις οποίες επιχειρείται η αντεξέταση, ζητήθηκε με προηγούμενες αιτήσεις, άδεια για απαντητική - συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ώστε οι αιτήτριες να απαντήσουν στις θέσεις των καθ' ων η αίτηση επί των συγκεκριμένων παραγράφων. Το Δικαστήριο έκρινε με δύο ενδιάμεσες αποφάσεις ημ. 19.1.22, ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για να δοθεί τέτοια άδεια και ότι οι προσπάθεια απάντησης στις σχετικές θέσεις της ένστασης, ήταν αχρείαστη για σκοπούς εξέτασης του ενδιάμεσου αιτήματος για προσωρινά διατάγματα. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αντεξέτασης για τις υπό κρίση παραγράφους της ένστασης, μετά που απορρίφθηκε αίτημα για συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση για τις ίδιες παραγράφους, αγγίζει κατά την κρίση μου τα όρια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Το ζήτημα όμως της κατάχρησης όπως τέθηκε από τις καθ' ων η αίτηση δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω, επειδή όπως προαναφέρθηκε δεν δικαιολογείται επί της ουσίας, η έγκριση του αιτήματος αντεξέτασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγουσών - αιτητριών και υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο