← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 3134/20, 14/2/2022

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 3134/20, 14/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3134/20 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ και

  1. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
  2. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αίτηση ημερομηνίας 30/11/21 για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εναγόμενους: κ. Α. Γεωργίου. Για τον Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγοντα: κ. Α. Νικολάου για ΠΕΛΑΓΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΒΡΑΧΑΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Σύντομη αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας: Ο Ενάγων με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε στις 4/11/20 αξιώνει εναντίον των εναγομένων την επιδίκαση ποσού ύψους €2.500 πλέον τόκο προς 5% δυνάμει σχετικής σύμβασης ενοικίασης διαμερίσματος που καταρτίσθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
  3. Το εν λόγω ποσό αφορά, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, καθυστερημένα ενοίκια. Ο Εναγόμενος 2, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής δυνάμει προσωπικής εγγύησης που δόθηκε από τον ίδιο για την πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας ενοικίασης. Αξιώνεται επίσης η έκδοση διατάγματος παράδοσης της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος, η επιδίκαση του συμφωνηθέντος ενοικίου σε μηναία βάση από 2/11/20 μέχρι την παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος, αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης καθώς και δήλωση ότι οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο επίδικο διαμέρισμα. Μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων, καταχωρίστηκε στις 22/3/21 αίτηση εκ μέρους του Ενάγοντα για συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων ως η Απαίτηση του Ενάγοντα η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα (η Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση). Στις 16/9/21 καταχωρίστηκε εκ μέρους των Εναγομένων ένσταση στην Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση και εκκρεμούσης της εκδίκασης της Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Η υπό κρίση Αίτηση: Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές επιζητούν την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει και να διατάσσει την αντεξέταση του Ενάγοντα επί του περιεχομένου των παραγράφων 4, 10, 12, 13, 14, 16, 17 και 18 της ένορκης του δήλωσης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.30 Θ. 5-7, Δ.38 Θ. 1-3, Δ.39 Θ. 1, και Δ.48 Θ. 1‑ 4, στη γενική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Την επίδικη αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Εναγόμενης
  4. Σύμφωνα με την ομνύουσα, η αντεξέταση του Ενάγοντα επί του περιεχομένου των ανωτέρω αναφερόμενων παραγράφων είναι αναγκαία γιατί το περιεχόμενο τους, όπως αναφέρει η ομνύουσα, «καταπιάνεται με διάφορα θέματα και γεγονότα τα οποία είναι όλα σχετικά μεταξύ των κι'ότι περιέχονται ανακρίβειες οι οποίες μόνον μέσα από την αντεξέταση μπορούν να αποκαλυφθούν στο δικαστήριο».[1] Περαιτέρω, προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης αναφέρει ότι με την αντεξέταση του Ενάγοντα θα δοθεί η ευκαιρία στο Δικαστήριο «να αντιληφθεί πλήρως τα πραγματικά γεγονότα όπως αυτά είναι διαμορφωμένα σχετικά με τα αιτούμενα διατάγματα». Ο Καθ' ου η Αίτηση φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισε στις 10/12/2021 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 12 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας. - Υπάρχει ήδη ικανοποιητική μαρτυρία για την επίλυση των επίδικων θεμάτων της Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση. - Οι αναφορές προς υποστήριξη της αίτησης είναι γενικές και αόριστες και δεν επεξηγείται η αναγκαιότητα της αιτούμενης αντεξέτασης. - Η αίτηση προωθείται καταχρηστικά, εκπρόθεσμα και δεν καθορίζεται ο χρόνος αντεξέτασης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται από τον Ενάγοντα οι λόγοι ένστασης και δίδεται έμφαση στη μη αναγκαιότητα και καταχρηστικότητα του όλου εγχειρήματος. Νομική Πτυχή: Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3rd ed. Vol 21 p. 418,419 para. 878, κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Επίσης, στο Annual Practice 1956 όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας, τονίζεται στη σελ. 677 ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος αλλά είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας. Περαιτέρω, στην υπόθεση Αναφορικά με Αίτηση Λ. Μήλου κ.ά.

(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 280 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.39 Θ.1. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση των κριτηρίων για τα οποία χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα κρατούντα στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδείχνει ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιστάσεων. Για το λόγο αυτό το σχετικό αίτημα απορρίπτεται». Η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση, θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Η αντεξέταση επιτρέπεται σε ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό συζήτηση αίτηση και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκταση της σε ζητήματα αδιάφορα για την εξέταση της.[2] Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενός ομνύοντα είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ένα τέτοιο αίτημα εξετάζεται με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και το Δικαστήριο, συνυπολογίζει κατά πόσο, με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, δυνατό να προκληθεί καθυστέρηση καθώς επίσης και κατά πόσο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία για κρίση επί της επίδικης διαφοράς, ώστε να κρίνεται μη αναγκαία η αντεξέταση του οποιουδήποτε ομνύοντα. Εν πάση περιπτώσει, ένα τέτοιο αίτημα, θα πρέπει να προωθείται με τρόπο, που να προσδιορίζονται με κάθε σαφήνεια, αφενός οι ισχυρισμοί του ομνύοντα επί των οποίων επιθυμεί ο αιτητής να αντεξετάσει και αφετέρου, ο σκοπός για τον οποίο επιζητείται η αντεξέταση. Στο τέλος της ημέρας, η σημαντικότερη παράμετρος κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης, εξυπηρετεί το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης ή αν προκύπτει ως ανάγκη λόγω κάποιας εξαιρετικής περίστασης, πάντα όμως σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας και στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Στη Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνα
(1999)1Β ΑΑΔ 817, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η διαδικασία σύμφωνα με την Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας. Αυτό που εξετάζεται, όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18, είναι αν ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή.[3] Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές καθίσταται σαφές ότι πολύ σπάνια μπορεί να γίνεται δεκτό αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και αν θα επιτραπεί η αντεξέταση, αυτή πρέπει να είναι πολύ περιορισμένη, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας. Έχοντας προδιαγράψει τη νομική πτυχή που διέπει την εξέταση αιτημάτων όπως το υπό κρίση αίτημα, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η έγκριση του αιτήματος αντεξέτασης. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης - Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο: Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[4] Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, τα όσα έχουν τεθεί από την ομνύουσα προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Οι αναφορές της ομνύουσας προς υποστήριξη του υπό κρίση αιτήματος διακρίνονται από τέτοια γενικότητα, αοριστία και ασάφεια με τρόπο ώστε οι ρηθείσες αναφορές να μην μπορουν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν αρκετές για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των παραγράφων επί των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση και έχοντας κατά νου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση καθίσταται σαφές ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκές μαρτυρικό υλικό για κρίση επί της επίδικης διαφοράς. Συγκεκριμένα, καθίσταται σαφές ότι δεν εξειδικεύεται με αναφορά στο περιεχόμενο της κάθε παραγράφου για την οποία επιδιώκεται η αντεξέταση τι είναι αυτό για το οποίο επιδιώκεται να αντεξεταστεί ο ομνύων ή τι είδους ανακρίβειες υπάρχουν (παρά μόνο αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι υπάρχουν ανακρίβειες) ή ποια συγκεκριμένη αναφορά του ομνύοντα στις ρηθείσες παραγράφους επιδιώκεται να διευκρινιστεί. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω ότι ουδόλως έχει επεξηγηθεί, πόσο μάλλον με την απαραίτητη σαφήνεια, τι είναι από τις αναφορές του ομνύοντα που χρήζει διευκρίνισης ή τι είδους εξηγήσεις χρειάζεται να δώσει ο ομνύων σε σχέση με αυτές. Δεν εντοπίζεται στην υπό κρίση Αίτηση καμία απολύτως αναφορά ως προς το τι είναι αυτό για το οποίο θα πρέπει να αντεξεταστεί ο ομνύων. Δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο η αναγκαιότητα του επιδιωκόμενου εγχειρήματος πόσο μάλλον η ύπαρξη οποιασδήποτε εξαιρετικής περίστασης για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Τουναντίον, αυτό το οποίο στην πραγματικότητα φαίνεται να επιδιώκεται με ανεπίτρεπτο τρόπο από την πλευρά των Αιτητών είναι η αντεξέταση του ομνύοντα επί παντός επιστητού και ειδικότερα επί των όσων ο Αιτητής θέτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιστάσεων. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επέκταση, τυχόν αντεξέταση του ομνύοντα, όχι απλά δεν θα βοηθήσει στην απόφανση επί της Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση, αλλά αντίθετα, θα οδηγήσει στον εκτροχιασμό της πορείας της Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση προκαλώντας την περιπλοκή των επίδικων θεμάτων και την πρόκληση αχρείαστης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκδίκαση της Αίτησης για Συνοπτική Απόφαση. Κατάληξη: Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντα και εναντίον των Αιτητών- Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. [2] Βλ. Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελ. 216, παρ. 311. [3]Ανδρονίκου κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΑ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστορος
(1989)1Ε ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239 [4] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.