← Κύπρος

Αντωνιάδου ν. LJ Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2972/20, 18/2/2022

Αντωνιάδου ν. LJ Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2972/20, 18/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2972/20 Μεταξύ: XXXXX Αντωνιάδου Ενάγουσας και 1. LJ Developers Ltd 2. XXXXX Liu 3. *** Κουτμερίδη 4. *** Σωφρονίου 5. Helios Estates Ltd 6. *** Νικολάου 7. ABC Dolorou Cyprus Homes Ltd 8. *** Κορνιώτη 9. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 11.1.21: Μεταξύ: XXXXX Αντωνιάδου Ενάγουσας και 1. LJ Developers Ltd 2. XXXXX Liu 3. *** Κουτμερίδη 4. *** Σωφρονίου 5. Helios Estates Ltd 6. *** Νικολάου 7. ABC Dolorou Cyprus Homes Ltd 8. *** Κορνιώτη 9. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 10. Bosco Constructions and Developments Ltd 11. *** Παύλου 12. *** Όξυνου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.11.21 υπό Εναγομένου 12 για Ακύρωση Προσθήκης Διαδίκου Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Εναγόμενο 12: κ. Π. Πανάγος, για Πανάγος και Πανάγος ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα: κ. Κ. Βελάρης, για Βελάρης και Βελάρης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής αιτείται (
  2. i)την ακύρωση του διατάγματος ημερ. 11.1.21 με το οποίο ο ίδιος προστέθηκε ως Εναγόμενος 12 στην αγωγή, (
  3. ii)την ακύρωση των σχετικών επιδόσεων στον ίδιο, διαζευκτικά, (iii) τη διαγραφή της αγωγής λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος και τέλος, (
  4. iv)παράταση του χρόνου καταχώρισης υπεράσπισης. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το διάταγμα προσθήκης είχε εκδοθεί μονομερώς, ότι παραδόξως καταδικάστηκε ο ίδιος και στα έξοδα της αίτησης και τέλος ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποκαλύψει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αφού δεν είχε παραθέσει γεγονότα και δεν υπήρχε ακόμα έκθεση απαίτησης κατά την έκδοση του διατάγματος προσθήκης. Ένσταση Η Ενάγουσα προέβαλε εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι η αίτηση δεν βασίζεται σε ορθό υπόβαθρο, είναι αβάσιμη καθότι το Δικαστήριο είχε εξουσία προσθήκης χωρίς ο Εναγόμενος 12 να είχε locus standi επί του θέματος, ότι προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα, ότι ο Εναγόμενος 12 δεν αποτάθηκε για ακύρωση αμέσως μετά την καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ότι κωλύεται επειδή αργότερα αιτήθηκε παράτασης χρόνου. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της η ασκούμενη δικηγόρος κα Παλληκαρίδου μεταξύ άλλων αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής και στη συνέχεια προσθέτει ότι ο Εναγόμενος 12 στις 12.10.21 ζήτησε παράταση για την υπεράσπιση του χωρίς επιφύλαξη και συνεπώς κωλύεται να προωθεί την αίτηση αυτή. Νομική Πτυχή Το θέμα καλύπτεται από τη Δ.9 θ.10 η οποία είναι γενικότερης εμβέλειας και επιτρέπει ακριβώς την προσθήκη οποιουδήποτε διαδίκου του οποίου η παρουσία στο δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το δικαστήριο αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση (βλ. υπ. Λίζας Θεφάνους v. Λεωνίδα Γεωργίου κ.ά,

(2011)1(Β) Α.Α.Δ.991). Γενικά αναγνωρίζεται ότι το δικαστήριο ενεργώντας με βάση τη Δ.9 θ.10 διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Σχετικά με το θέμα αναφέρθηκαν στην υπ. Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ.1213 τα ακόλουθα: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται». Η υπ. Χριστάκης Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.ά,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.1668 αφορούσε ακριβώς παρόμοια αιτήματα και μάλιστα και πάλιν εν σχέσει με ακίνητη ιδιοκτησία, αλλά για προσθήκη συνιδιοκτήτριας εταιρείας ως "συνεναγομένης". Αναφέρθηκαν τα εξής: «Η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δικαστήριο έχει επί του προκειμένου ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Βλ. Mepa Manag. Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.772. Στην υπό εξέταση υπόθεση η αγωγή αφορά στη διεκδίκηση/κατοχύρωση δικαιώματος κατοχής επί ακίνητης περιουσίας, παράνομης επέμβασης και αξίωσης για αποζημιώσεις κατά εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου. Η επίλυση των επίδικων ζητημάτων θα καταστεί ευχερέστερη και ενδεχομένως πιο αποτελεσματική με τη συμμετοχή όλων των συνιδιοκτητών του επίδικου κτήματος ως αναγκαίων διαδίκων. Η προσθήκη της ................ ως φερόμενης συνιδιοκτήτριας του επίδικου κτήματος, αποτελεί υπό τις περιστάσεις απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέταση και επίλυση των επίδικων ζητημάτων όπως αυτά εμφανίζονται στην όψη της αγωγής». Ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας έγινε αργότερα στην Αλεξάνδρου v. Edward
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ.2387 με ιδιαίτερη αναφορά στις Marcoullis v. Tsakistos
(1970)1 C.L.R.1, Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R.10, Πέτσα κ.ά. v. Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Το Εφετείο κατέληξε ότι υπό τις περιστάσεις το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε να είχε ασκήσει από μόνο του τη διακριτική εξουσία της Δ.9 κ.10 και θα έπρεπε να διατάξει την προσθήκη της συνιδιοκτήτριας ως συνεναγόμενης καθότι ήταν αδιαμφισβήτητα αναγκαίος διάδικος. Στην Πέτσα (ανωτέρω) είχε λεχθεί ότι η μη συνένωση διαδίκου δεν καταστρέφει την αιτία αγωγής αλλά αντιμετωπίζεται με κατάλληλη διαταγή, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 κ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος 12 αφήνει να νοηθεί ότι το διάταγμα προσθήκης είχε εκδοθεί βάσει μονομερούς αίτησης. Αυτό δεν ευσταθεί καθότι η αίτηση ημερ. 10.11.20 ήταν διά κλήσεως. Όπως ακριβώς εξάλλου προνοεί και η Δ.48 κ.9 με τη φράση «. all applications other than those mentioned in rule 8 of this order shall be made by summons .» (Βλ. και Annual Practice 1958, σελ.344). Όπως διαπιστώνεται από τον φάκελο (και επιβεβαιώνει και η πλευρά του Εναγομένου 12) στην αίτηση είχαν εκπροσωπηθεί οι Εναγόμενοι 1, 2 και 5-9, οι οποίοι είχαν δηλώσει διαδικτυακά τη συγκατάθεση τους. Στον Εναγόμενο 3 δεν είχε μέχρι τις 11.1.21 επιδοθεί η αγωγή και ο Εναγόμενος 4, παρά την επίδοση της, δεν είχε μέχρι τότε καταχωρίσει εμφάνιση. Το παράπονο του Εναγομένου 12 εστιάζεται στο ότι δεν είχε ενημερωθεί ο ίδιος. Εισηγείται πως έπρεπε να ειδοποιηθεί και να ακουστεί ως θέμα φυσικής δικαιοσύνης, εξηγώντας ότι υπό τις περιστάσεις στερήθηκε του συνταγματικού του δικαιώματος να λάβει μέρος σε διαδικασία η οποία τον αφορά άμεσα και να προβάλει τις θέσεις του. Δεν συμφωνώ με την ως άνω εισήγηση. Έχω την άποψη πως η διαδικασία προσθήκης Εναγομένου ρυθμίζεται mutatis mutandis όπως και η έγερση αγωγής, όπου ασφαλώς δεν ειδοποιείται ο Εναγόμενος πριν την καταχώριση του κλητηρίου. Η τελευταία πρόταση της Δ.9 κ.10 έχει ως εξής: «Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice». Συνάγεται λοιπόν πως κατ' αναλογίαν προς την καταχώριση κλητηρίου ευρίσκεται πλέον η άδεια για την προσθήκη-καταχώριση τροποποιημένου κλητηρίου και η διαδικασία εναντίον του προστεθέντος Εναγομένου αρχίζει μόνο με την επίδοση στον ίδιο του τροποποιηθέντος αυτού κλητηρίου («. shall be deemed to have begun only on the service of such writ.»). Συνεπώς δεν ευσταθεί η εισήγηση ότι πριν εξεταστεί και εγκριθεί η αίτηση από το δικαστήριο υπήρχε διαδικασία η οποία αφορούσε τον Εναγόμενο 12 και άρα ούτε οποιαδήποτε στέρηση δικαιωμάτων σημειώθηκε. Άλλωστε είχε και έχει όλα τα δικαιώματα του από της επίδοσης του κλητηρίου και εντεύθεν. Ένα από αυτά τα δικαιώματα του άσκησε με την καταχώριση εμφάνισης υπό αίρεση, αν και ως προς αυτό ορθώς προβάλλει η Ενάγουσα ότι το έχει ήδη απεμπολήσει ο Εναγόμενος
  2. Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 (σελ.198) στις περιπτώσεις κατά τις οποίες λαμβάνεται άδεια ο χρόνος ο οποίος τίθεται για την αίτηση είναι συνήθως 10 μέρες ή και άλλος εύλογος χρόνος αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης. Όμως και όταν κάποιος Εναγόμενος καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση χωρίς άδεια και πάλι θα πρέπει να υποβάλει την αίτηση του εντός εύλογου χρόνου και πάντως προτού προχωρήσει στην υπόθεση του με κάποιο «νέο διάβημα» (fresh step) υπό την έννοια που εξηγείται στα σχόλια της αγγλικής O.70 r.2, καθώς και στη νομολογία (βλ. G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.2064. Στην παρούσα περίπτωση η εμφάνιση καταχωρίστηκε στις 11.3.21 και όχι μόνο δεν ακολούθησε αίτηση για επτά μήνες αλλά ο Εναγόμενος εμφανίστηκε στις 13.10.21 και έλαβε παράταση για καταχώριση υπεράσπισης, πράγμα που συνιστά νέο διάβημα και τον εμποδίζει να αιτείται την ακύρωση της προσθήκης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, από πλευράς ουσίας, ο Εναγόμενος 12 προβάλλει ότι αφ' ης στιγμής δεν είχε καταχωριστεί η έκθεση απαίτησης τότε δεν δικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος προσθήκης. Ασφαλώς δεν υπάρχει τέτοιος κανόνας αλλά μάλλον ο αντίθετος ως συνάγεται από τον σχετικό κ.10 της Δ.9 («. may, at any stage of the proceedings .»). Ο Εναγόμενος 12 προβάλλει ότι επειδή δεν τού είχε επιδοθεί η αίτηση δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της. Όμως ήταν εντός των δικαιωμάτων του να λάβει αντίγραφο της είτε από το Πρωτοκολλητείο είτε από τους αντίδικους δικηγόρους. Η ουσία είναι ότι στη συνοδεύουσα την αίτηση (για προσθήκη) ένορκη δήλωση περιέχονται γεγονότα για τα οποία το παρόν δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έκρινε ότι δικαιολογείται η προσθήκη του. Ήταν σαφές από τη γενική οπισθογράφηση ότι η αγωγή αφορά την ανάκτηση οικοπέδου διά της ακύρωσης εγγραφής που έγινε το 2020 επ' ονόματι της Εναγομένης 1, τον τερματισμό οικοδομικών εργασιών εντός αυτού και αποζημιώσεις για συνωμοσία των Εναγομένων προς υφαρπαγή του από την Ενάγουσα. Το Δικαστήριο είχε ήδη παλαιότερα εκδώσει διάταγμα μη αποξένωσης του. Στην αίτηση για προσθήκη αναφερόταν ότι οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 10 και 11 αφενός είχαν συνεργαστεί με τους υφιστάμενους Εναγόμενους 1 και 2 για την εκ μέρους των τελευταίων απόκτηση του οικοπέδου με τη μεσολάβηση του Εναγομένου 12 και αφετέρου είχαν συμβατικά αναλάβει την ανέγερση οικοδομής εντός αυτού. Συνεπώς, ήταν στη βάση αυτής της μαρτυρίας που άσκησε την εξουσία του το Δικαστήριο και δεν συμφωνώ ότι δεν είχε οτιδήποτε ενώπιον του. Η υπόθεση Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.1372, την οποίαν επικαλείται ο Εναγόμενος 12, δεν αναφέρεται μόνο στην έκθεση απαίτησης ούτε καθιστά την ύπαρξη της ως όρον εκ των ων ουκ άνευ. Την αναφέρει προς απάντηση ισχυρισμών και πάντως το Εφετείο παραπέμπει και σε «. στοιχεία τα οποία είχε παραθέσει ο Εφεσείων προς υποστήριξη του αιτήματος του». Η υιοθέτηση οποιασδήποτε αντίθετης πρακτικής θα εσήμαινε πως ακόμα και όταν διαπιστώνεται νωρίς η ανάγκη προσθήκης εναγομένου θα έπρεπε να αρχίζει και προχωρά η καταχώριση και ανταλλαγή δικογράφων και να ακολουθεί μετά η προσθήκη, πράγμα το οποίο δεν συνάδει καθόλου με τον ίδιο τον σκοπό προσθήκης διαδίκου που είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. («. without the delay and expense of separate actions» Annual Practice 1958, σελ.345). Παρέλκει η εξέταση ζητημάτων τα οποία άπτονται της Δ.27 κ.3 δεδομένου ότι η εκ μέρους του Εναγόμενου 12 επίκληση της πρόνοιας αυτής δεν έγινε σε συνάρτηση με τη μεταγενέστερη έκθεση απαίτησης στην αγωγή. Ουδεμία νύξη γίνεται για το περιεχόμενο της. Όλες οι σχετικές αναφορές ήταν περί του ότι «δεν προέκυπτε» αγώγιμο δικαίωμα κατά την έκδοση του διατάγματος προσθήκης του ως Εναγομένου. Η εμβέλεια και η λειτουργία όμως της πρόνοιας αυτής είναι διαφορετική και αυτοτελής. Εάν ο Εναγόμενος 12 θεωρεί ότι μέσα από την έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα για τον ίδιο, τότε διατηρεί το δικαίωμα να το εγείρει στην υπεράσπιση του ή και να αποταθεί με ειδική προς τούτο αίτηση, όπως καθορίζει η νομολογία μας (βλ. Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1 Α.Α.Δ.852). Το μόνο σημείο στο οποίο έχει δίκαιο ο Εναγόμενος 12 είναι το ότι ήταν ατυχής η επιδίκαση εξόδων εις βάρος του στην αίτηση για προσθήκη. Για έξοδα, προφανώς μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων, αναφέρεται στο Annual Practice 1958 (σε.348): «Where the order is made on the plaintiff's application, it is made subject to his paying the costs of and thrown away by the addition». Όμως και η καταδίκη ενός νέου διαδίκου στα έξοδα της προσθήκης( ασύνδετα προς τυχόν έκβαση της αγωγής εις βάρος του), θεωρώ πως δεν ανταποκρίνεται στο δίκαιο του πράγματος. Όπως κατ' αναλογίαν δεν θα ήταν δίκαιη και η καταδίκη ενός εναγομένου στα έξοδα με μόνη την καταχώριση του κλητηρίου αγωγής. Κατά συνέπειαν η διατήρηση της διαταγής εξόδων θα συνιστούσε αδικία και υπ' αυτή την έννοια θεωρώ πως το παρόν Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να την ακυρώσει (Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (Αρ.2)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.158). Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €900 συν ΦΠΑ υπέρ Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγομένου 12. Η διαταγή εξόδων στο διάταγμα ημερ. 11.1.21 ακυρώνεται και αντικαθίσταται με «έξοδα στην πορεία της αγωγής αλλά σε καμιά περίπτωση εις βάρος της Ενάγουσας». Όσον αφορά την καταχώριση υπεράσπισης από τον Εναγόμενο 12 έχει ήδη παραταθεί ο χρόνος κατά τη δικάσιμο της 25.1.22 και η αγωγή για τον ίδιο παραμένει ως έχει προγραμματιστεί για την 1.3.22 και ώρα 8:45 π.μ. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.