← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την Olympic Insurance Company Ltd, Αρ. Αίτ. Ετ.: 656/18, 28/2/2022

Επί τοις αφορώσι την Olympic Insurance Company Ltd, Αρ. Αίτ. Ετ.: 656/18, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτ. Ετ.: 656/18 Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 και Επί τοις αφορώσι τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και άλλων συναφών θεμάτων Νόμο του 2016 (Ν.38(Ι)/16) και Επί τοις αφορώσι την Olympic Insurance Company Ltd Διά κλήσεως αίτηση ημερ. 24.7.20 υπό Τ.Α.Μ.Ο. για Απόδοση Εισπράξεων και Αντασφάλιση Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Αιτητή: κα Ι. Λοϊζίδου, για Λέλλος Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για Καθ' ου 2: κ. Χ. Παπαχριστοδούλου, για Παπαδόπουλος, Λυκούργος και Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ων 1 και 3: Καμιά εμφάνιση. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση του το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων (εφεξής «το Ταμείο») αιτείται: Α. Διάταγμα όπως οι εκκαθαριστές της Olympic Insurance Company Ltd (εφεξής «η Εταιρεία») αποδώσουν στο Ταμείο οποιεσδήποτε εισπράξεις δυνάμει συμβάσεων αντασφάλισης για τον κλάδο μηχανοκινήτων. Β. Δήλωση ότι οποιεσδήποτε τέτοιες εισπράξεις πληρώθηκαν στην Εταιρεία, συνιστούν εμπίστευμα με δικαιούχο το Ταμείο. Γ. Οδηγίες προς τους εκκαθαριστές ως προς τον ορθό και ή νόμιμο χειρισμό των ως άνω εισπράξεων. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο γενικός διευθυντής του Ταμείου, κ. Παπαχριστοδούλου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων στο ιστορικό και στους σκοπούς του Tαμείου, στη συμφωνία του με τον Υπουργό Οικονομικών (Τεκμήριο 1), σε πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ειδικότερα εν σχέσει με τα γεγονότα της αίτησης προσθέτει ότι: - Στις 8.5.18 η Έφορος Ασφαλίσεων (Καθ' ης 3) ανακάλεσε την άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών της Εταιρείας. - Στις 30.7.19 το Δικαστήριο διόρισε ως εκκαθαριστές της από κοινού τον Επίσημο Παραλήπτη και τον κ. Νακούζη (Καθ' ων 1 και 2). - Για έξι 12μηνιαίες περιόδους, κατά τα έτη 2010-2019 η Εταιρεία διατηρούσε αριθμό συμβάσεων αντασφάλισης μέσω διαμεσολαβητών αντασφάλισης [Τεκμήρια 2(α)-(στ)]. - Οι ως άνω συμβάσεις προνοούν ότι ο αντασφαλιστής θα αποζημιώνει την Εταιρεία για μέρος της ασφαλιστικής ευθύνης την οποία η ίδια ανέλαβε βάσει των ασφαλιστηρίων, ήτοι θα καταβάλλει το ποσό το οποίο υπερβαίνει το ποσό της ιδίας κράτησης για το οποίο ευθύνεται ο ασφαλιστής (excess of loss policies). - Η υποχρέωση του αντασφαλιστή ενεργοποιείται μόνο σε περίπτωση που η Εταιρεία καταβάλει το ποσό της αποζημίωσης στους απαιτητές, δηλαδή στα θύματα τροχαίων ατυχημάτων («compensation actually paid»). - Επειδή η Εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση θα πρέπει τώρα το Ταμείο να καταβάλει τις αποζημιώσεις στα θύματα για να ενεργοποιηθούν οι πιο πάνω αντασφαλιστικές συμβάσεις και να δικαιούνται επανείσπραξης οι εκκαθαριστές. - Το Ταμείο κατέβαλε και προτίθεται να καταβάλει αποζημιώσεις σε θύματα τροχαίων για τα οποία ευθύνονται ασφαλισμένοι και τα οποία ποσά υπερβαίνουν το ποσοστό της ιδίας κράτησης της Εταιρείας. - Μέχρι σήμερα καταβλήθηκαν ή εγκρίθηκαν για πληρωμή ποσά ύψους €2.855.393 στο πλαίσιο τριών απαιτήσεων, οι οποίες εμπίπτουν στους όρους των αντασφαλίσεων [Τεκμήρια 2(β)-(δ)] ήτοι για ατυχήματα των ετών 2011, 2012 και

  1. - Πρόθεση των εκκαθαριστών είναι να αποταθούν στους αντασφαλιστές για είσπραξη των ποσών αντασφάλισης καθότι οι ως άνω αποζημιώσεις υπερβαίνουν το ποσό της ιδίας κράτησης. - Η διαδικασία αρχίζει με την υποβολή της γνωστοποίησης της απαίτησης στο Ταμείο, ακολούθως το Ταμείο εξετάζει την απαίτηση και αποζημιώνει το θύμα, οι αξιώσεις εκχωρούνται στο Ταμείο το οποίο έχει πλέον αξίωση για επανείσπραξη από τον εκκαθαριστή. Σε δεύτερο στάδιο το ταμείο προβαίνει σε επαλήθευση χρέους βάσει της νομοθεσίας στον εκκαθαριστή. - Το Ταμείο θεωρεί ότι οποιαδήποτε ποσά εισπράξουν οι εκκαθαριστές δυνάμει των συμβάσεων αντασφάλισης δικαιωματικά ανήκουν ή και θα πρέπει οι εκκαθαριστές να τα αποδώσουν στο Ταμείο για σειρά λόγων (τους οποίους καταγράφει). - Το Ταμείο με επιστολή ημερ. 24.2.20 προς τους εκκαθαριστές ζήτησε να δεσμευτούν για μη αποξένωση των εσόδων από τις συμβάσεις αντασφάλισης (Τεκμήριο 3), πράγμα το οποίο απέρριψαν οι εκκαθαριστές (Τεκμήριο 4). - Για αυτό με βάση τη νομοθεσία το Ταμείο αιτείται την επιστροφή των ποσών (που κατέβαλε ή θα καταβάλει). Ένσταση Ένσταση στην αίτηση (χωρίς ένορκη δήλωση) καταχώρισε μόνον ο ένας εκ των εκκαθαριστών, προβάλλοντας επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, η ένορκη δήλωση είναι αόριστη, τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει ανισότητα μεταξύ των πιστωτών, παραβιάζεται η σειρά προτεραιότητας πληρωμών κατά την εκκαθάριση, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί δημιουργίας εμπιστεύματος, το Ταμείο υποκαθίσταται στα δικαιώματα προσώπων προς τα οποία κατέβαλε αποζημίωση, τέτοια πρόσωπα δεν έχουν δικαίωμα διεκδίκησης εισπρακτέων από αντασφάλιση και τέλος ότι δεν ανατρέπεται ο ενοχικός δεσμός (privity of contract) μεταξύ εταιρείας και αντασφαλιστών της. Νομική Πτυχή Η μη καταχώριση ένορκης δήλωσης εκ μέρους του Καθ' ου 2 εκκαθαριστή (κ. Νακούζη) επιβεβαιώνει πως δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών όσον αφορά τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την αίτηση και τα οποία εν τέλει αποτελούν το κοινό υπόβαθρο επί του οποίου αυτή εξετάζεται. Το αιτούν Ταμείο είναι ως ορίζεται στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Ν.96(Ι)/00 εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δι' εγγυήσεως, συσταθείσα κατά το
  2. Μέλη του Ταμείου είναι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ως αυτές ορίζονται στον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Ν.38(Ι)/
  3. Όπως και το ίδιο το Ταμείο αναφέρει, τα έσοδα του προέρχονται από επασφάλιστρα τα οποία πληρώνουν οι ασφαλιζόμενοι οδηγοί μέσω των ασφαλιστικών εταιρειών με τις οποίες συνάπτουν ασφαλιστικά συμβόλαια για την κάλυψη τους. Το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από διαβούλευση του με το Ταμείο και στη βάση των αναγκών του. Κατά την καταχώριση της εκδικαζόμενης αίτησης το επασφάλιστρο αυτό ήταν 5% επί του ασφαλίστρου. Σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν.96(Ι)/00 το Ταμείο δεσμεύεται έναντι του Υπουργού από συμφωνία, αποκαλούμενη «Βασική Συμφωνία» (Τεκμήριο 1) βάσει της οποίας το Ταμείο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποζημιώσεις σε τρίτα πρόσωπα τα οποία έχουν υποστεί σωματική βλάβη ή έχουν αποβιώσει (εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος). Βάσει της νομοθεσίας στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονται υποχρεωτικά όσες απαριθμούνται στο άρθρο
  4. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εάν το Ταμείο καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση τότε υποκαθίσταται στα δικαιώματα του προσώπου προς το οποίο έχει καταβάλει τέτοια αποζημίωση (άρθρο 30). Αυτό λογικά σημαίνει ότι το Ταμείο διαδέχεται τον απαιτητή, ήτοι υποκαθίσταται στη θέση του και έχει όσα και όποια δικαιώματα εκείνος έχει είτε απέναντι σε τρίτους εμπλεκόμενους οδηγούς είτε ακόμα και απέναντι σε ασφαλιστική εταιρεία, εάν αυτή είναι η περίπτωση. Μια από αυτές τις περιπτώσεις του άρθρου 29 είναι και η περίπτωση απαίτησης σε σχέση με ευθύνη οδηγών των οποίων ο ασφαλιστής έχει «πτωχεύσει», όρος ο οποίος φαίνεται να χρησιμοποιείται υπό την έννοια της αφερεγγυότητας. Είναι αναντίλεκτο στην παρούσα ότι στις 8.5.18 η Έφορος Ασφαλίσεων ανακάλεσε την άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών που είχε χορηγηθεί στην Εταιρεία. Η ανάκληση τέτοιας άδειας, βάσει του άρθρου 318 του Ν.38(Ι)/16 επάγεται την αναγκαστική εκκαθάριση και διάλυση της επιχείρησης υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, σε όποιο βαθμό οι διατάξεις του δεν προσκρούουν στις διατάξεις του πιο πάνω ειδικότερου Ν.38(Ι)/
  5. Η διαδικασία εκκαθάρισης ασφαλιστικής εταιρείας καθορίζεται στα άρθρα 313-334 του Ν.38(Ι)/
  6. Στο άρθρο 315 απαριθμούνται άρθρα του Κεφ.113 τα οποία εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν στην εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρείας. Μεταξύ αυτών ευρίσκονται οι διατάξεις οι οποίες αφορούν το ενεργητικό της επιχείρησης, τις εξουσίες εκκαθαριστή, την επαλήθευση απαιτήσεων, την κατάταξη απαιτήσεων, τα δικαιώματα πιστωτών, τη διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης και τέλος τη διάλυση της ασφαλιστικής εταιρείας. Όσον αφορά την πορεία της εκκαθάρισης, βάσει του άρθρου 320 του Ν.38(Ι)/16, αρχικά η Έφορος διορίζει ως προσωρινό εκκαθαριστή πρόσωπο με ειδική γνώση, ο οποίος μέχρι τον διορισμό εκκαθαριστή από το Δικαστήριο ασκεί όλες τις εξουσίες του εκκαθαριστή. Ως συνάγεται από την εκδοθείσα στις 30.7.19 απόφαση στην παρούσα η Έφορος Ασφαλίσεων μετά τις 8.5.18 διόρισε ως προσωρινό εκκαθαριστή τον ενιστάμενο τώρα Καθ' ου 2 κ. Νακούζη, τον οποίο είχε εισηγηθεί τότε το Ταμείο. Στη συνέχεια εμπλέκεται το άρθρο 321

(1)του ίδιου Νόμου βάσει του οποίου: «321.
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 31 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκκαθαριστής διορίζεται από το Δικαστήριο πρόσωπο με ειδική γνώση και πείρα σε θέματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων». Το αναφερόμενο άρθρο 31 του Ν.96(Ι)/2000, στο οποίο υπόκειται η εφαρμογή της πιο πάνω πρόνοιας, έχει ως εξής: «
  1. Παρά τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, όταν το Ταμείον Ασφαλιστών υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημιώσεις σε τρίτους ως αποτέλεσμα διάλυσης ασφαλιστικής εταιρείας λόγω αφερεγγυότητας της- (α) Σε περίπτωση που το ποσοστό των εκκρεμών υποχρεώσεων της ασφαλιστικής εταιρείας σε σχέση με ασφαλιστήρια του κλάδου Ευθύνης Μηχανοκινήτων Οχημάτων, όπως υπολογίζονται από τον Έφορο Ασφαλειών κατά την ημερομηνία έκδοσης τον προσωρινού διατάγματος διάλυσης τέτοιας εταιρείας, υπερβαίνει το 50% του συνόλου των εκκρεμών υποχρεώσεων της εταιρείας κατά την ίδια ημερομηνία, το Ταμείον Ασφαλιστών διορίζει τον εκκαθαριστή ή τους εκκαθαριστές για τους σκοπούς του περί Εταιρειών Νόμου, ή (β) σε περίπτωση που το πιο πάνω ποσοστό δεν υπερβαίνει το 50% του συνόλου των εκκρεμών υποχρεώσεων της εταιρείας, το Ταμείον Ασφαλιστών διορίζει ένα τουλάχιστον από τούς εκκαθαριστές για τούς σκοπούς του περί Εταιρειών Νόμου: Νοείται ότι, σε περίπτωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού λόγω αφερεγγυότητας ασφαλιστή, το Ταμείον Ασφαλιστών δικαιούται να διεκδικήσει την ανάκτηση του ως πιστωτής της ασφαλιστικής εταιρείας, μαζί με όλους τούς άλλους πιστωτές της εταιρείας που διεκδικούν βάσει ασφαλιστηρίων». (έμφαση δοθείσα) Όπως είχε εντοπίσει και το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) κατά την εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης ασφαλώς υπάρχουν κάποιες δυσκολίες εκ πρώτης όψεως στην κατανόηση του πιο πάνω άρθρου δεδομένου ότι φαίνεται να θέτει ως προϋπόθεση την καταβολή αποζημίωσης λόγω διάλυσης και ακολούθως να αναφέρεται σε «προσωρινό διάταγμα διάλυσης» αλλά και σε διορισμό εκκαθαριστή ή εκκαθαριστών από το Ταμείο παρότι αρχικά αναφέρεται σε καταβολή λόγω διάλυσης (η οποία κανονικά έπεται της εκκαθάρισης). Σίγουρα δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε νόημα να αναφέρεται σε εκκαθαριστές μετά τη διάλυση εταιρείας και σίγουρα δεν προβλέπεται οπουδήποτε στον Νόμο προσωρινό διάταγμα διάλυσης. Έχω τη γνώμη πως πρόκειται για ακόμα μια περίπτωση εσφαλμένης και ατυχούς χρήσης του όρου «διάλυση» αντί του ορθού «εκκαθάριση» (Suphire (Finance) Ltd v. Φωτίου, Πολ. Έφ.266/11, ημερ. 24.4.18). Στην πραγματικότητα το άρθρο 31 καθορίζει τα δικαιώματα του Ταμείου στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας ασφαλιστή με χρονική αφετηρία τον διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή. Ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, έχει πλήρη γνώση για το ότι το Ταμείο καλείται να αποζημιώσει στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας ασφαλιστικής εταιρείας και πρόθεση του Νόμου είναι να τού δώσει ενισχυμένο και πρωτεύοντα ρόλο στην εκκαθάριση ή εν πάση περιπτώσει ουσιαστικό ρόλο. Εξ ου και ότι το αληθές νόημα είναι πως εάν κατά την ημερομηνία διορισμού του προσωρινού εκκαθαριστή οι εκκρεμείς υποχρεώσεις (της ασφαλιστικής) από ευθύνη μηχανοκινήτων υπερβαίνουν το 50% του συνόλου των εκκρεμών υποχρεώσεων, τότε το Ταμείο διορίζει τον εκκαθαριστή ή τους εκκαθαριστές για τους σκοπούς του Κεφ.113 ενώ εάν οι υποχρεώσεις αυτές είναι πιο λίγες από το 50% του συνόλου των υποχρεώσεων, τότε διορίζει έναν τουλάχιστον από τους εκκαθαριστές. Δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις για τη λογική και σκοπιμότητα του Νομοθέτη. Προφανής επιθυμία και στόχος του είναι όπως αυτός που αναλαμβάνει την αποζημίωση έχει είτε τον αποκλειστικό είτε τουλάχιστον ενεργό ρόλο στη διεκπεραίωση της εκκαθάρισης. Στα πλαίσια της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης, το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) είχε καταλήξει πως το ποσοστό των υποχρεώσεων για τροχαία ατυχήματα ήταν 35,54% και προφανώς έχοντας τότε υπόψιν ότι ο Καθ' ου 2 (κ. Νακούζης) αποτελούσε επιλογή του Ταμείου, τον διόρισε στις 30.7.19 ως έναν εκ των εκκαθαριστών, από κοινού με τον Επίσημο Παραλήπτη. Εννοείται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαίωμα του Ταμείου να έχει και εκπροσωπείται με εκκαθαριστή της επιλογής του διατηρείται καθόλη τη διάρκεια της εκκαθάρισης, διατηρουμένης πάντοτε και της εξουσίας του Δικαστηρίου για αντικατάσταση του βάσει του άρθρου 230 του Κεφ.
  2. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για το ότι η περίπτωση καταβολής αποζημιώσεων λόγω αφερεγγυότητας είναι και η μόνη (από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 29 του Ν.96(Ι)/00) για την οποία πληρώνει αποζημιώσεις το Ταμείο παρά το ότι υπάρχει συγκεκριμένη ασφαλιστική κάλυψη από ασφαλιστή. Είναι αυτονόητη η πρόθεση του Νομοθέτη να μην μένει οποιοδήποτε θύμα τροχαίου χωρίς αποζημίωση (εάν τη δικαιούται) αλλά ούτε και να εμπλέκεται το ίδιο σε ατέρμονες ή πολυέξοδες διαδικασίες. Αυτός είναι προφανώς και ο λόγος για τον οποίο ο Νομοθέτης εν τη σοφία του: - Αφενός με το άρθρο 30 του Ν.96(Ι)/00 όρισε ότι σε περίπτωση καταβολής αποζημίωσης το Ταμείο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ζημιωθέντος προς τον οποίον κατέβαλε αποζημίωση, και - Αφετέρου με το άρθρο 31 (επιφύλαξη) όρισε ότι σε περίπτωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού λόγω αφερεγγυότητας τότε το Ταμείο δικαιούται να διεκδικήσει και ανακτήσει το καταβληθέν μαζί με όλους τους άλλους πιστωτές οι οποίοι διεκδικούν βάσει ασφαλιστηρίων. Έχω την άποψη πως είναι σαφές σε ποια τάξη κατατάσσει το Ταμείο ο Νομοθέτης. Το Ταμείο είναι στην ίδια ομάδα με όσους πιστωτές έχουν απαίτηση με βάση ασφαλιστικό συμβόλαιο. Όλοι αυτοί τυγχάνουν και του πλεονεκτήματος το οποίο προνοείται στο άρθρο 327
(1)του Ν.38(Ι)/16 και το οποίο έχει ως εξής: «327.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου, οι απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι άλλων απαιτήσεων κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, ως προς το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού.» Ουσιαστικά το Ταμείο τυγχάνει χειρισμού όπως όλοι οι άλλοι πιστωτές οι οποίοι έχουν απαιτήσεις βάσει ασφαλιστηρίου και όλοι μαζί έχουν προνομιακή μεταχείριση εν συγκρίσει με άλλους πιστωτές οι οποίοι έχουν άλλες απαιτήσεις (π.χ. δάνεια, ενοίκια κ.λ.π.). Βασικά το ταμείο είναι στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο ο ζημιωθείς τρίτος τον οποίο και έχει αποζημιώσει, οπότε και υποκαθίσταται στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο εκείνος (εξαιτίας της αφερεγγυότητας και της ως άνω νομοθετικής ρύθμισης). Με άλλα λόγια το Ταμείο είναι στη θέση στην οποία θα ήταν ο ζημιωθείς εάν δεν υπήρχε το Ταμείο. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί πως το Ταμείο υποκαθίσταται και καθίσταται πιστωτής για το ποσό βέβαια το οποίο πραγματικά καταβάλλει και όχι για το τυχόν μειωμένο ποσό το οποίο η ασφαλιστική θα εξασφαλίσει από τους αντασφαλιστές. Ούτε βέβαια φαίνεται να είναι αποδεκτό από το Ταμείο ότι χάνει την αξίωση του εάν για οποιοδήποτε λόγο προκύψουν διαφορές μεταξύ Εταιρείας και αντασφαλιστών με αποτέλεσμα να μην εισπραχθούν οποιαδήποτε ποσά. Όπως δέχεται το Ταμείο οι συμβάσεις αντασφάλισης περιέχουν ρήτρες τύπου «τελικής καθαρής ζημιάς» (Ultimate Net Loss), δηλαδή ο αντασφαλιστής υποχρεούται να πληρώσει τον ασφαλιστή μόνο σε περίπτωση που ο ασφαλιστής καταβάλει το ποσό της αποζημίωσης στο πρόσωπο το οποίο έχει την απαίτηση (compensation actually paid). Μάλιστα το Ταμείο ρητώς δέχεται πως (με εξαίρεση δύο συμβάσεις) για να ενεργοποιηθεί η ευθύνη των αντασφαλιστών θα πρέπει ο ασφαλιστής να καταβάλει αποζημίωση στα θύματα τροχαίων ατυχημάτων για τα οποία ευθύνονται οι ασφαλισμένοι της Εταιρείας. Είναι με βάση τα πιο πάνω που το Ταμείο εισηγείται ότι με δεδομένο ότι ο ασφαλιστής εδώ τελεί υπό εκκαθάριση θα πρέπει το Ταμείο να καταβάλει τις αποζημιώσεις στα θύματα για να ενεργοποιηθούν οι πιο πάνω αντασφαλιστικές συμβάσεις και να δικαιούνται επανείσπραξης οι εκκαθαριστές. Με όλο τον σεβασμό όμως αυτό δεν διαφέρει καθόλου από τη διαδικασία και τη σειρά την οποία προνοεί η νομοθεσία. Σε όλες τις σχετικές αναφορές ήτοι στο άρθρο 30 με τη φράση «. προς το οποίο κατέβαλε», στο άρθρο 31 με τη φράση «όταν . υποχρεωθεί να καταβάλει» και στην επιφύλαξη του άρθρου 31 με τη φράση «. σε περίπτωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού» είναι προφανές πως ο Νόμος αναφέρεται σε διενεργηθείσα πληρωμή. Με άλλα λόγια προϋποτίθεται η πληρωμή τόσο για να υποκατασταθεί το Ταμείο στη θέση του ζημιωθέντος όσο και για να ενταχθεί στους πιστωτές διεκδικώντας τα ποσά που κατέβαλε με την υποβολή επαλήθευσης βάσει του άρθρου 251 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Το Ταμείο προβάλλει γενικά και αδιακρίτως ότι κατέβαλε ή ενέκρινε για πληρωμή ποσά συνολικού ύψους €2.855.393 για τρεις απαιτήσεις (οι οποίες καλύπτονται από αντασφάλιση) και παράλληλα όμως εντίμως δέχεται ότι πρόθεση των εκκαθαριστών, με βάση τις δηλώσεις του Καθ' ου 2, είναι να αποταθούν στους αντασφαλιστές για είσπραξη των ποσών της αντασφάλισης. Αυτή είναι η ορθή διαδικασία να πληρώσει και να απαιτήσει από τους εκκαθαριστές. Όπως εξάλλου και το ίδιο το Ταμείο την καταγράφει στην §31 της αγόρευσης του σε στάδια (α) Γνωστοποίηση απαίτησης στο Ταμείο. (β) Εξέταση και αποζημίωση θύματος. (γ) Εκχώρηση δικαιωμάτων θύματος στο Ταμείο. (δ) Επαλήθευση χρέους προς τον Εκκαθαριστή. Η υποβολή των απαιτήσεων προς τους εκκαθαριστές θα δώσει όντως το δικαίωμα στους ίδιους να διεκδικήσουν τα ποσά της αντασφάλισης. Όμως η εξόφληση των διαφόρων πιστωτών και μεταξύ αυτών και του Ταμείου δεν εξαρτάται μόνον από την επιτυχή είσπραξη των ποσών αντασφάλισης (των οποίων αυστηρώς ομιλούντες ουδείς γνωρίζει σήμερα με βεβαιότητα την επιτυχή είσπραξη στο μέλλον). Από την άλλη πλευρά το Ταμείο δημιουργήθηκε ακριβώς για τέτοιες καταστάσεις. Εισπράττει επασφάλιστρο ακριβώς για να έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει άμεσα και ταχύτερα προς αποζημίωση θυμάτων. Έχει όμως μόνο τα δικαιώματα και τις εξουσίες τις οποίες χορήγησε ο Νόμος. Εάν δεν ικανοποιηθεί από οποιαδήποτε απόφαση των εκκαθαριστών ή εάν δεν του αποδοθούν ποσά τα οποία θεωρεί ότι ήταν μόνο για δικό του λογαριασμό έχει το δικαίωμα να αποταθεί με αγωγή, ενδιάμεσα διατάγματα ή μέτρα εκτέλεσης ή και άλλη αίτηση στα πλαίσια της παρούσας προς διασφάλιση των συμφερόντων του. Στα πλαίσια πάντως της παρούσας δεν έχει καταδειχθεί ότι οι εκκαθαριστές εισέπραξαν μέχρι στιγμής ή ότι επίκειται η είσπραξη κάποιου ποσού το οποίο ανήκει στο Ταμείο και υπ' αυτή την έννοια είναι και πρόωρο το οποιοδήποτε διάβημα του. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.200 προς όφελος του Καθ' ου 2 και εις βάρος του Αιτούντος Ταμείου συν ΦΠΑ. Καμιά διαταγή εξόδων σε σχέση με τους Επίσημο Παραλήπτη και Έφορο Ασφαλίσεων (Καθ' ων 1 και 3) δεδομένου ότι δεν έλαβαν μέρος στη διαδικασία. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.