Κόκκινος ν. B2KAPITAL CYPRUS LTD,, Αίτηση/Έφεση: 4/2022, 3/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A90 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Αίτηση/Έφεση: 4/2022 Επί της αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.221 ως και τις τροποποιήσεις τους[1]. Μεταξύ.- XXXXX Κόκκινος, Αιτητής-Εφεσείοντας -Και- B2KAPITAL CYPRUS LTD, Καθ' ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντα/Αιτητή: κ. Χατζηκωνσταντή Για Εφεσίβλητη/Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Στυλιανίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη έφεση/αίτηση Στη βάση δηλώσεων που έγιναν από τον συνήγορο του Εφεσείοντα/Αιτητή (στο εξής «ο Αιτητής») κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, τα επίδικα ζητήματα της παρούσας Έφεσης/Αίτησης (στο εξής "η αίτηση") περιορίστηκαν ως εξής: Ο Αιτητής επιζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η ειδοποίηση τύπος "ΙΑ", ημερομηνίας 08.11.2021 (στο εξής «η ΙΑ»), η οποία αφορά στην πώληση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, με αριθμό εγγραφής XXXXX, φύλλο/σχέδιο ΧΧVIII/48, Τμήμα/Τεμαχιο XXXXX, στο Νικητάρι, τοποθεσία Τρουλλιά της Μαρούς στη Λευκωσίας, στη βάση της υποθήκης με αριθμό XXXXX/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (στο εξής «η επίδικη υποθήκη»), και τούτο μόνο για τους ακόλουθους τρεις λόγους: Πρώτον, η ΙΑ δεν επιδόθηκε στον ίδιο νομότυπα, καθότι, ενώ η εφεσίβλητη-Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση») όφειλε να του την επιδώσει δια παραδόσεως της με συστημένη επιστολή - και μόνο στη περίπτωση που δεν ήταν εφικτή η παραλαβή της δια της μεθόδου αυτής να επιδιώξει επίδοσή της με ιδιώτη επιδότη - επέδωσε τούτη με ιδιώτη επιδότη, χωρίς, προηγουμένως να επιχειρήσει να την επιδώσει με συστημένη επιστολή, ως ο οικείος νόμος ορίζει (βλ. λόγο έφεσης 2 στο κυρίως σώμα της αίτησης, στο εξής «ο πρώτος λόγος έφεσης»). Δεύτερον, οι ειδοποιήσεις "Ι" (στο εξής «η Ι» ή «οι Ι»), οι οποίες επιδόθηκαν με ιδιώτη επιδότη, δεν απευθυνόταν στον ίδιο. Επρόκειτο για κοινοποίηση των Ι που απευθύνονταν στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και τον ενυπόθηκο οφειλέτη της τραπεζικής διευκόλυνσης στα πλαίσια της οποίας κατέστη το επίδικο ακίνητο ενυπόθηκο. Είναι η συναφής θέση του Αιτητή ότι, ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο (φερόμενος εγγυητής του ενυπόθηκου χρέους), δεν θα έπρεπε η Καθ' ης η αίτηση απλά να του κοινοποιήσει τις Ι που απευθύνονται στον ενυπόθηκο οφειλέτη και πρωτοφειλέτη, αλλά να του επιδώσει τέτοια ειδοποίηση η οποία να απευθύνεται σ' αυτόν και να τον καλεί να διευθετήσει το χρέος. Με δεδομένη, κατά τον Αιτητή, τη λανθασμένη - για τον πιο πάνω λόγο - επίδοση της Ι, η μετέπειτα επιδοθείσα σ' αυτόν ΙΑ κρίνεται πρόωρη, καθότι δεν είχαν παρέλθει τουλάχιστον 45 μέρες (ως ο οικείος νόμος ορίζει) από νομότυπη επίδοση της Ι, πριν του επιδοθεί τούτη (βλ. λόγο έφεσης 7 στο κυρίως σώμα της αίτησης, στο εξής «ο δεύτερος λόγος έφεσης») Τρίτον, το περιεχόμενο της ΙΑ δεν είναι σύμφωνο με τον τύπο και περιεχόμενο που προνοείται στον οικείο νόμο για τέτοια ειδοποίηση, διότι, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της Ι, που προηγήθηκε τούτης, η Καθ' ης η αίτηση χρέωνε, για το επίδικο χρέος, επιτόκιο 13%, και δη επιτόκιο κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούτο να χρεώσει και κατά συνέπεια ενεργούσε κατά παράβαση του νόμου, με αποτέλεσμα το απαιτούμενο με την ΙΑ ενυπόθηκο χρέος να είναι προϊόν παρανομίας, κάτι που δικαιολογεί τον παραμερισμό της. Διαζευκτικά, στη βάση της ίδιας θεώρησης, ο παραμερισμός της ΙΑ δικαιολογείται και γιατί πρέπει να θεωρηθεί πρόωρη, αφού «ουδέποτε είχε απαιτηθεί το ενυπόθηκο χρέος με νόμιμες ή/και νομότυπες Ειδοποιήσεις Τύπου Ι» (βλ. λόγο έφεσης 9Δ στο κυρίως σώμα της αίτησης, στο εξής «ο τρίτος λόγος έφεσης»). Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποία, αφού αρχικά παραθέτει τα, κατά τον ίδιο, γεγονότα που περιβάλουν την αίτηση, ακολούθως, επαναλαμβάνει, στην ουσία, τους λόγους έφεσης, και με παραπομπή στο περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων, τα οποία επισυνάπτει ως τεκμήρια, προβάλλει τη θέση ότι δικαιολογείται ο παραμερισμός της ΙΑ. Η ένσταση Στις 18.01.2022, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Στην βάση των λόγων ένστασης που προβάλλουν στο κυρίως σώμα τούτης, αλλά και σχετικής δήλωσης του συνηγόρου της κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, η Καθ' ης η αίτηση, ενόψει και του περιορισμού των λόγων έφεσης, ζητεί, στην ουσία, όπως η αίτηση απορριφθεί καθότι, πρώτον, κανένας από τους λόγους που προβάλλει ο Αιτητής δεν εμπίπτουν εντός των επτά συγκεκριμένων περιπτώσεων που προβλέπονται από το άρθρο 44Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965 (στο εξής «ο νόμος»), οι πρόνοιες του οποίου (άρθρου) αποτελούν την αποκλειστική βάση επί της οποίας μπορεί να εδραστεί αίτημα για παραμερισμό ειδοποίησης ΙΑ στα πλαίσια αίτησης ως η υπό εξέταση, δεύτερον, ανεξάρτητα από τον πρώτον, ανωτέρω, λόγο ένστασης, οι Ι και ΙΑ έχουν το ορθό περιεχόμενο και επιδόθηκαν στον σωστό χρόνο, προς τα ορθά πρόσωπα και με τον δέοντα τρόπο, ως ο οικείος νόμος ορίζει, τρίτο, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθότι, μεταξύ άλλων, είναι το αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων του Αιτητή και καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς, και κατά συνέπεια θα προκαλέσει αχρείαστα έξοδα και τέταρτο, ο Αιτητής κωλύεται να προωθεί την παρούσα αίτηση εκ μέρους τρίτων προσώπων, τα οποία δεν φαίνεται να το έχουν εξουσιοδοτήσει να ενεργεί για λογαριασμό τους. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση λειτουργού της Καθ' ης η αίτησης, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, του προβαλλόμενους λόγους ένστασης και προωθεί, προς υποστήριξή τους, ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, παραπέμποντας, εκεί που το θεωρεί σκόπιμο, σε διάφορα έγγραφα, τα οποία επισυνάπτει ως τεκμήρια στη ένορκη δήλωσή του. Εκεί που, κατωτέρω, θα κριθεί αναγκαίο, θα γίνει ειδική αναφορά σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους ομνύοντες των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Νομική πτυχή Το άρθρο 44Γ του νόμου, προβλέπει τα εξής: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, εφεξής καλούμενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου ή τέτοια διαδικασία εκκρεμεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2019: Νοείται ότι- (i) στην περίπτωση που ο χρεώστης δεν έχει λάβει επιστολή προσφοράς εντός των χρονικών πλαισίων που καθορίζονται στην περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 ή έχει λάβει επιστολή αρνητικής απόφασης, η αίτηση στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο για διαμεσολάβηση κατά τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, υποβάλλεται εντός προθεσμίας τριάντα
(30)εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήξης των εν λόγω χρονικών πλαισίων ή από τη λήψη επιστολής αρνητικής απόφασης, ανάλογα με την περίπτωση˙ (ii) ουδέν των όσων διαλαμβάνονται στην παρούσα παράγραφο συνεπάγεται επέκταση του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, σε πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του χρεώστη έχει εκδοθεί απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο ή βρίσκεται υπό εξέλιξη οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 14Β
(2)(γ) του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου διαδικασία˙ (iii) η αίτηση του χρεώστη δυνατό να περιλαμβάνει αιτιάσεις που και αυτοτελώς θα ήταν δυνατό να αποτελέσουν λόγο υποβολής παραπόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, όπως η αμφισβήτηση του ύψους του οφειλόμενου και απαιτητού ποσού δανειακής διευκόλυνσης περιλαμβανομένων των οφειλόμενων τόκων˙ και (iv) οι διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, εφαρμόζονται και αναφορικά με αγοραστή κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, διαρκεί για όσο χρόνο βρίσκεται υπό εξέλιξη η διαδικασία του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, τηρουμένου του χρονικού διαστήματος που κατά μέγιστο προβλέπεται στο άρθρο 14Γ του εν λόγω Νόμου για την ολοκλήρωση της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή αίτησης του χρεώστη στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και καταλήγει με την υποβολή πρότασης από το ΑΠΙ ή τον αγοραστή στο χρεώστη: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συµφωνία και η διαµεσολάβηση κηρυχθεί άκαρπη, ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης παρατείνεται για όσο χρόνο ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος εξετάζει κατά πόσο εφαρµόστηκαν ικανοποιητικά οι πρόνοιες του Κώδικα Συμπεριφοράς για το Χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, εφεξής καλουμένου «Κώδικας Συμπεριφοράς» και κατά μέγιστο χρονικό διάστημα ενός
(1)μηνός από την ολοκλήρωση της διαδικασίας που άρχισε με την υποβολή αίτησης του χρεώστη στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και κατέληξε με την υποβολή πρότασης από το ΑΠΙ ή από τον αγοραστή στο χρεώστη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14Γ του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, εφόσον ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος αποφανθεί ότι υπάρχει παράβαση των προνοιών του Κώδικα Συμπεριφοράς, ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης παρατείνεται για περαιτέρω δεκαπέντε
(15)ημέρες αφ' ης ο χρεώστης έλαβε γνώση περί τούτου και κατά μέγιστο χρονικό διάστημα ενός
(1)μηνός και δεκαπέντε
(15)ημερών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας που άρχισε με την υποβολή αίτησης του χρεώστη στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και κατέληξε με την υποβολή πρότασης από το ΑΠΙ ή από τον αγοραστή στο χρεώστη, σύμφωνα με το άρθρο 14Γ του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου. (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.
(4)(α) Ουδεμία διάταξη του παρόντος Νόμου εμποδίζει το χρεώστη ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, σε συνέχεια της ενώπιον του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου διαδικασίας βάσει των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, να υποβάλει αίτηση (ex parte) σε αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αναστολής της σκοπούμενης πώλησης. (β) Η αίτηση για το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) διάταγμα, υποβάλλεται εντός δεκαπέντε
(15)ημερών αφ' ης ο χρεώστης έλαβε γνώση της απόφανσης του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου ότι υφίσταται παράβαση των προνοιών του Κώδικα Συμπεριφοράς και εν πάση περιπτώσει το αργότερο εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας που άρχισε με την υποβολή αίτησης του χρεώστη στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και κατέληξε με την υποβολή, είτε από το ΑΠΙ είτε από τον αγοραστή κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, πρότασης στον χρεώστη, σύμφωνα με το άρθρο 14Γ του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου: Νοείται ότι, η αίτηση για την έκδοση του προβλεπόμενου στην παράγραφο (α) διατάγματος βασίζεται αποκλειστικά σε λόγους που αφορούν σε παράβαση των προνοιών του Κώδικα Συμπεριφοράς. (γ) Το Δικαστήριο εκδίδει το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) διάταγμα, εφόσον αξιολογήσει τη βάσει της παραγράφου (β) απόφανση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και ικανοποιηθεί ότι εκ πρώτης όψεως- (
- i)Βάσιμα αμφισβητείται η εκπλήρωση από αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή από αγοραστή κατά την έννοια που αποδίδεται στον εν λόγω όρο από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, της υποχρέωσης αναδιάρθρωσης των χορηγήσεων του χρεώστη βάσει των προνοιών του Κώδικα Συμπεριφοράς, ο οποίος προσαρτάται στην περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015. και (
- ii)η αναστολή της σκοπούμενης πώλησης δεν συνιστά δυσανάλογο μέτρο σε σχέση με τη φερόμενη μη εκπλήρωση της ως άνω υποχρέωσης αναδιάρθρωσης.» (όλες οι υπογραμμίσεις και τονισμοί ανωτέρω, δικοί μου). Το άρθρο 44ΙΕ του νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: «44ΙE. Για σκοπούς του παρόντος Μέρους (τα άρθρα 44Γ και 44ΙΕ ανήκουν στο μέρος VIA του νόμου)- «δημοπράτης» σημαίνει φυσικό πρόσωπο που διορίζεται από το Διευθυντή κατ' εφαρμογήν των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 45 για να διενεργεί δημόσιους πλειστηριασμούς ακίνητης ιδιοκτησίας∙ «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος∙ «ενυπόθηκος οφειλέτης» σημαίνει τον κύριο ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένου και του οφειλέτη χρέους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη και σε περίπτωση που τα δύο αυτά πρόσωπα είναι διαφορετικά, κάθε ειδοποίηση επιδίδεται και στα δύο αυτά πρόσωπα: Νοείται ότι, ο διορισμός εκτιμητή γίνεται από τον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου και το υπόλοιπο του εκπλειστηριάσματος διατίθεται μόνο στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου˙ «εκτιμητής» σημαίνει τον αδειούχο εκτιμητή, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ως μέλος στο Μητρώο Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου, σύμφωνα με τον περί Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:, Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση ή η επικοινωνία είναι πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης λόγω της εγγραφής στο κτηματικό μητρώο επί του ενυπόθηκου ακινήτου οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους προς όφελός του, η εν λόγω ειδοποίηση αποστέλλεται στη διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο σχετικό Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο σε σχέση με το πρόσωπο αυτό και την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής ή ο κάτοχος εμπράγματου βάρους δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από το εν λόγω κτηματολογικό γραφείο. «κύρια κατοικία» σημαίνει την κατοικία που χρησιμοποιείται για τη διαμονή του ιδιοκτήτη της ή/και των μελών της οικογένειας αυτού, για περίοδο πέραν των έξι
(6)μηνών κατ' έτος, η εκτιμημένη αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000)∙ «μέλος της οικογένειας του ιδιοκτήτη της κύριας κατοικίας» σημαίνει τον/τη σύζυγο, τους απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ
(18)ετών ή είναι συντηρούμενοι από τον ενυπόθηκο οφειλέτη, ανεξαρτήτως της ηλικίας τους, καθώς και εκείνους του/της συζύγου ή/και τους συντηρούμενους απευθείας ανιόντες, καθώς και εκείνους του/της συζύγου του ενυπόθηκου οφειλέτη·» (όλες οι υπογραμμίσεις και τονισμοί ανωτέρω, δικοί μου). Ακροαματική διαδικασία Οι συνήγοροι των μερών παρέδωσαν στο δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις και, ως αναφέρθηκε ήδη, ο συνήγορος του Αιτητή, με δηλώσεις του, περιόρισε τα επίδικα ζητήματα της διαδικασίας, δια της διευκρίνησης ότι προωθούνται, πλέον, μόνο τρείς, εκ των προβαλλόμενων στην αίτηση, λόγοι έφεσης. Κατά παρόμοιο τρόπο, και ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση περιόρισε την επιχειρηματολογία του μόνο στα μέρη εκείνα της αγόρευσής του που άπτονται των τριών λόγων έφεσης που συνεχίζουν να προωθούνται. Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε. Αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα ζητήματα Ως προκύπτει από τα όσα αδιαμφισβήτητα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας των δύο πλευρών, περί το 2018, η Καθ' ης η αίτηση, στη βάση του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου (Ν.169/2015), απέκτησε, δια αγοράς από την Hellenic Bank Public Company LTD (στο εξής «η Hellenic»), μεταξύ άλλων, και την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση, της οποία, πρωτοφειλέτης παρουσιάζεται η Complexus Trading Ltd (στο εξής «ο πρωτοφειλέτης»), ενυπόθηκος οφειλέτης κάποιος XXXXX Βάσου (στο εξής «ο ενυπόθηκος οφειλέτης»), και εγγυητές του πρωτοφειλέτη, ο Αιτητής και κάποιος XXXXX Τάνης (στο εξής «ο Τάνης»). Πριν καταστεί η Καθ' ης η αίτηση δικαιούχος προς είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, η Hellenic, προφανώς στη βάση των προνοιών του νόμου[2], επέδωσε προς τον Τάνη, ειδοποίηση Ι, ημερομηνίας 22.03.2018, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι επί του επίδικου χρέους η Hellenic χρέωνε επιτόκιο 13%. Μετά την απόκτηση από την Καθ' ης η αίτηση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης, η τελευταία, ως πρόσωπο που απέκτησε πλέον τα δικαιώματα που παρέχει ο νόμος σε ενυπόθηκο δανειστή, προχώρησε σε επανέναρξη της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του νόμου, επιδίδοντας νέες Ι προς τον πρωτοφειλέτη, ενυπόθηκο οφειλέτη και εγγυητές. Οι Ι που επιδόθηκαν στους τελευταίους (εγγυητές) δεν απευθύνονταν σ' αυτούς προσωπικά, αλλά αποτελούσαν απλά κοινοποίηση των Ι που απευθύνονταν στους δύο πρώτους. Ως προς τον Αιτητή, που εδώ είναι το ζητούμενο, αρχικά, στις 19.04.2021, επιδιώχθηκε επίδοση των Ι, με ιδιώτη επιδότη στην τελευταία γνωστή, στην Καθ' ης η αίτηση, διεύθυνση της κατοικίας του, πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η επίδοση λόγω του ότι είχε εγκαταλείψει τούτη, και ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 11.06.2021, επιδόθηκαν τούτες[3] σε άλλη διεύθυνση, στην μητέρα του, υπό την ιδιότητά της αυτή και ως συγκάτοικός του (βλ. τεκμήριο 14 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση, τόσο για την αρχική προσπάθεια επίδοσης των Ι, όσο και για την μετέπειτα επίδοση τους στη μητέρα του Αιτητή,)[4]. Ακολούθως, πάντα σε σχέση με τον Αιτητή, στις 30.11.2021 (δηλαδή μετά πάροδο πέραν των 45 ημερών από την επίδοση των Ι), χωρίς προηγουμένως να αποσταλεί σ' αυτόν σχετική συστημένη επιστολή, επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη στη μητέρα του - υπό αυτή της την ιδιότητα και ως συγκάτοικού του - η ΙΑ (βλ. τεκμήριο 18 της ένορκής δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση), μέσω της οποίας, μεταξύ άλλων, πληροφορείται ότι ο επίδικος πλειστηριασμός έχει οριστεί να διενεργηθεί στις 07.02.2022. Της επίδοσης αυτής ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης, παρουσιάστηκε ο ενυπόθηκος οφειλέτης (XXXXX Βάσου) και δήλωσε ανυπαρξία ενδιαφέροντος από πλευράς του για την αίτηση και ακολούθως αποχώρησε από το Δικαστήριο. Κάποιοι εκ των νοητών ή και ξεκάθαρων ισχυρισμών της Καθ' ης η αίτηση που δεν αμφισβητήθηκαν, είναι και εξής: (α) η παράδοση εγγράφων με συστημένη επιστολή επιτυγχάνεται νοουμένου ότι το πρόσωπο προς το οποίο αποστέλλονται επισκέπτεται το σημείο παραλαβής τους για να τα παραλάβει και (β) με την ιδιωτική επίδοση εγγράφων αποφεύγεται ο συγχρωτισμός, καθότι, προφανώς, για την παράδοσή τους δεν απαιτείται η διαμεσολάβηση τρίτων, π.χ. του Ταχυδρομείου. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση στο νομικό πλαίσιο που τα διέπει Ως προς τον πρώτο λόγο έφεσης, είμαι της γνώμης ότι δεν ευσταθεί. Και εξηγώ. Το όλο επιχείρημα του Αιτητή εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 44ΙΕ του νόμου και ειδικότερα στην ερμηνεία που εκεί δίδεται στον όρο «επίδοση», σύμφωνα με την οποία, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, αυτή (η επίδοση), σε σχέση με τις ειδοποιήσεις που πρέπει να επιδίδονται (μεταξύ των οποίων και η ΙΑ), επιτυγχάνεται, «.σε κάθε περίπτωση» με την παράδοση της ειδοποίησης με συστημένη επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του προσώπου στο οποίο απευθύνεται, «.και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο». Είναι η συναφής θέση του Αιτητή ότι, το ανέφικτο της παράδοσης της ειδοποίησης με συστημένη επιστολή, θα πρέπει να προκύπτει ως αποτέλεσμα της αποτυχίας μιας τέτοιας παράδοσης κατόπιν αποστολής μιας τέτοιας επιστολής και όχι στη βάση της όποιας σχετικής πεποίθησης ή θεώρησης του ενυπόθηκου δανειστή. Είναι στη βάση αυτού του επιχειρήματος, που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι, με δεδομένη τη μη επιδίωξη από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση να του παραδώσει τη ΙΑ με συστημένη επιστολή προτού του επιδώσει τούτη με ιδιώτη επιδότη, η διενεργηθείσα επίδοσή έγινε κατά παράβαση των ειδικών προνοιών του νόμου. Κατά συνέπεια, προβάλλει, στη βάση των προνοιών του άρθρου 44Γ
(3)(β) του νόμου[5], νομιμοποιείται να απαιτεί τον παραμερισμό της. Με κάθε σεβασμό προς την εν λόγω εισήγηση, αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο, καθότι εδράζεται στην λανθασμένη, κατά την άποψη μου, αντίληψη ότι ο σκοπός του νομοθέτη, με τον εν προκειμένω ορισμό του όρου «επίδοση», ήταν να επιβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή δύο συγκεκριμένες μεθόδους επίδοσης, ορίζοντας δε, ως επιβεβλημένο, μία εξ αυτών να διενεργηθεί κατά προτεραιότητα και μόνο κατόπιν ανέφικτης διενέργειάς της να επιτρέπεται να επιχειρηθεί η επίδοση με την έτερη μέθοδο. Κάτι τέτοιο, όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν προκύπτει από τις ρηθείσες πρόνοιες. Θεωρώ, για την εν προκειμένω συζήτηση, τη χρήση από τον νομοθέτη της φράσης «σε κάθε περίπτωση» ως εξέχουσας σημασίας. Είμαι της γνώμης ότι το βασικό ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να δοθεί απάντηση είναι το κατά πόσο με αυτή τη φράση σκοπό είχε, χωρίς την προσθήκη λέξεων ή φράσεων, όπως «πρέπει» «επιβάλλεται» «αποτελεί προϋπόθεση», «καθίσταται αναγκαίο», κ.ο.κ., να επωμίσει στο ενυπόθηκο δανειστή ευθύνη να επιδιώκει πρώτα την παράδοση της ειδοποίησης μέσω συστημένη επιστολής, «και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό» να μπορεί να την παραδώσει με ιδιώτη επιδότη, ή αν, από την άλλη, σκοπός του ήταν να αναγνωρίσει, προς όφελος του ενυπόθηκου δανειστή, ότι, «σε κάθε περίπτωση», η παράδοση της ειδοποίησης με συστημένη επιστολή αποτελεί καλή επίδοση «και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό», να οφείλει να επιδώσει τούτη με ιδιωτική επίδοση, ως, εξάλλου, προνοείται και από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στους οποίους παραπέμπει και η ακριβώς επόμενη επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου, ειδικά σε σχέση με την προνοούμενη σ' αυτό ιδιωτική επίδοση[6]. Υιοθετώντας αυστηρή γραμματική ερμηνεία (πού πρέπει πάντα να υιοθετείται όταν ερμηνεύονται νομοθετήματα (Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162 και Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528), νοουμένου ότι με την ερμηνεία αυτή δεν προκύπτει εμφανής ασάφεια ή παράλογα αποτελέσματα (Τροκκούδης ν. Πέτρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 683) επί των εν λόγω προνοιών, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, εμφανής ασάφεια ιδιαίτερα ως προς την έννοια που πρέπει να αποδοθεί στη φράση «σε κάθε περίπτωση», ασάφεια που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι σχετικές δικαστικές κρίσεις διίστανται[7]. Καθίσταται, επομένως, αν όχι επιβεβλημένο, τουλάχιστον επιτρεπτό, για σκοπούς ορθής ερμηνείας των προνοιών αυτών, να συνυπολογιστεί και ο σκοπός του νομοθέτη, ο οποίος, προφανώς, εν απουσία λόγου που να δικαιολογεί ερμηνεία που να έρχεται σε σύγκρουση με τη λογική των πραγμάτων ή την πάγια νομολογιακή αρχή που διέπει, γενικότερα, τον σκοπό της επίδοσης δικαστικών εγγράφων[8], θα πρέπει να συμβαδίζει με αυτές. Ως έχει νομολογιακά υποδειχθεί, η ορθή επίδοση εγγράφων συναρτάται αναπόφευκτα με το βασικό στόχο που δεν είναι άλλος από το να ενημερωθεί το πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται το έγγραφο για το τί του καταμαρτυρεί, π.χ. αν πρόκειται για δικαστικό έγγραφο, για τους λόγους που εγκαλείται και να έχει την ευκαιρία να αντιδράσει προς διασφάλιση των δικαιωμάτων του (Ιερα Μητρόπολη Λεμεσού ν. Char. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και Maxana Oil Ltd v. Poltava Petroleum Company
(2002)1B A.A.D. 834). Αν στις επίμαχες πρόνοιες δοθεί η ερμηνεία που εισηγείται ο Αιτητής, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι ο νομοθέτης σκοπό είχε να καταστήσει ανίσχυρη και άνευ νόμιμου αποτελέσματος μια, κατά τα άλλα πλήρως συμμορφούμενη με του σχετικούς θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, επίδοση μέσω ιδιώτη επιδότη, με την οποία διασφαλίζεται πλήρως ο πιο πάνω αναφερόμενος στόχος της επίδοσης[9], απλά γιατί δεν προηγήθηκε προσπάθεια παράδοσης της ΙΑ με συστημένη επιστολή. Κάτι, που, με κάθε σεβασμό, συγκρούεται και με τη λογική των πραγμάτων, ενόψει και της απουσίας άλλου καλού λόγου που να δικαιολογεί ένα τέτοιο σκοπό από τον νομοθέτη. Πόσο μάλλον όταν, με την παράδοση των ειδοποιήσεων με συστημένη επιστολή δεν επιτυγχάνεται οποιοσδήποτε σκοπός που δεν επιτυγχάνεται με την ιδιωτική επίδοση. Προς περεταίρω επίρρωση του ανωτέρου συλλογισμού μου, υποδεικνύω ότι, από τη σύγκριση των δύο εν προκειμένω μεθόδων επίδοσης (στη βάση, της φύσης τους, της κοινής λογικής, αλλά και της ενώπιόν μου μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας), προκύπτει ότι, (α) η παράδοση των ειδοποιήσεων με ιδιώτη επιδότη είναι γρηγορότερη από την επιδίωξη παράδοσης τους με αποστολή συστημένης επιστολής και (β) η επίτευξή της παράδοσης με την πρώτη μέθοδο δεν εξαρτάται από την όποια βούληση του προσώπου προς το οποίο επιχειρείται η παράδοση, κάτι που συμβαίνει με τη δεύτερη μέθοδο, μιας και στη περίπτωση που δεν παρουσιαστεί στο σημείο παραλαβής, δεν θα επιτευχθεί η παράδοση. Είναι στη βάση και αυτής της συλλογιστικής, που θεωρώ ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να αναγνωρίσει, προς όφελος του εκάστοτε ενυπόθηκου δανειστή, αποδεκτή, «σε κάθε περίπτωση», για σκοπούς του νόμου, επίδοση που διενεργήθηκε δια παραδόσεως ειδοποίησης με συστημένη επιστολή, αφήνοντας σε αυτόν (τον ενυπόθηκο δανειστή) το δικαίωμα, εκεί που τέτοια παράδοση - στην κρίση του, προφανώς, - δεν είναι εφικτή, να παραδώσει τις ειδοποιήσεις με ιδιωτική επίδοση και όχι να του επιβάλει, κατά προτεραιότητα, να επιδιώξει να παραδώσει τις ειδοποιήσεις με συστημένη επιστολή προτού προβεί σε χρήση της ιδιωτικής επίδοσης. Περαιτέρω, το γρηγορότερο και ασφαλέστερο (ως προς την επίτευξη της παράδοσης) της ιδιωτικής επίδοσης έναντι της συστημένης επιστολής, συνηγορεί και αυτό με τη ερμηνεία που αναφέρω ανωτέρω, ενόψει και της φύσης της επιδιωκόμενης, μέσω του Μέρους VIA του νόμου, διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, που πρόκειται, στην ουσία, για γρήγορη διαδικασία που διενεργείται, ως επί το πλείστο, στη βάση ικανοποίησης προϋποθέσεων, χωρίς να επιτρέπεται εξέταση ζητημάτων ουσία της διαφοράς, όπως π.χ., το υπαρκτό ή μη, ή ακόμα και το ύψος του ενυπόθηκου χρέους, την νομιμότητα ή εγκυρότητα των συμφωνιών στη βάση των οποίων προέκυψε τούτο, την νομιμότητα ή εγκυρότητα των συμφωνιών στη βάση των οποίων συστάθηκε η υποθήκη ή παρασχέθηκε εγγύηση για το χρέος κ.ο.κ.. Για να ήταν δυνατό να αποδοθεί στον εν προκειμένω ορισμό η ερμηνεία που εισηγείται ο Αιτητής, θα πρέπει να δεχθούμε ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν, είτε να προβάλει εμπόδια στους ενυπόθηκους δανειστές κατά την διαδικασία εκποίησης, είτε να καταστήσει τη διαδικασία αυτή πιο χρονοβόρα από ότι προηγουμένως, κάτι που έρχεται σε πλήρη σύγκρουση, ως υποδείχθηκε ήδη, με την ίδια τη φύση της διαδικασίας εκποίησης με βάση το Μέρος VIA του νόμου. Είναι για αυτούς τους λόγους που κρίνω ότι η επίδοση της ΙΑ στην μητέρα και συγκάτοικο του Αιτητή[10], χωρίς προηγουμένως να επιχειρηθεί η παράδοσή της με συστημένη επιστολή δεν αποτελεί απαράδεκτη επίδοση και κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Εν πάση περιπτώσει, και δίκιο να είχε ο αιτητής ως προς την ερμηνεία τού όρου «επίδοση», με δεδομένη τη επίτευξη της παράδοσής σ' αυτόν της ΙΑ και τη μετέπειτα, εμπρόθεσμη, καταχώριση της παρούσας αίτησης για διαφύλαξη και προάσπιση των δικαιωμάτων του, δεν θα ήμουν έτοιμος, στη βάση μόνο της κρίσης περί μη τήρησης της προνοούμενη προτεραιότητας στη μέθοδο επίδοσης, να παραμερίσω την ΙΑ, καθότι δεν προκύπτει να προκλήθηκε οποιαδήποτε βλάβη στον ίδιο ή να επηρεάστηκαν δυσμενώς τα όποια δικαιώματά του. Ως προς τον δεύτερο λόγο έφεσης, ως προκύπτει αβίαστα από τις υπογραμμισμένες και/ή τονισμένες (από το Δικαστήριο) πρόνοιες του άρθρου 44Γ, η Ι σκοπό έχει να ενημερωθούν ο ενυπόθηκος οφειλέτης (και ο πρωτοφειλέτης με βάση την ερμηνεία του όρου «ενυπόθηκος οφειλέτης» στο άρθρο 44ΙΕ) και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα περί της απαίτησης του ενυπόθηκου δανειστή, όπως ο πρώτος (ενυπόθηκος οφειλέτης)[11] εξοφλήσει το ποσό στο οποίο γίνεται αναφορά στην επισυναπτόμενη σε αυτή κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας προς αυτόν προθεσμία, όχι μικρότερη των 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της, για σκοπούς εξόφλησής του, ενημερώνοντάς, συνάμα, τους λοιπούς λήπτες της ειδοποίησης ότι, σε διαφορετική περίπτωση, δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, διαδικασία που, προφανώς, δεν ενδιαφέρει το οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εκτός αν είναι πρόσωπο που «έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης» (υπογραμμισμένες και τονισμένες πρόνοιες του άρθρου 44ΙΕ). Προς επίρρωση της τελευταίας πιο πάνω τοποθέτησής μου, υποδεικνύω ότι, στη βάση της ερμηνείας που ο νόμος δίδει στον όρο «ενδιαφερόμενο πρόσωπο», δεν θα ήταν λογικό να θεωρηθεί ότι ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει, μέσω ειδοποίησης Ι που θα επιδώσει και θα απευθύνεται προσωπικά σε αυτό, να απαιτεί εξόφληση του χρέους από πρόσωπο το οποίο δεν υπέχει τέτοιας συμβατικής υποχρέωσης έναντί του, όπως είναι η περίπτωση ενός πιστωτή του ενυπόθηκου οφειλέτη, ο οποίος καταχώρησε εμπράγματο βάρος επί του ενυπόθηκου ακίνητου - με αποτέλεσμα να έχει δικαίωμα επί του εκπλειστηριάσματος (ενδιαφερόμενο πρόσωπο) - πλην όμως καμία υποχρέωση έχει έναντι του ενυπόθηκου δανειστή να εξοφλήσει το χρέος για το οποίο απέστειλε την Ι. Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνο ότι κάποιος εμπίπτει εντός του ορισμού «ενδιαφερόμενο πρόσωπο», δεν σημαίνει, αυτόματα, ότι η Ι που θα του επιδοθεί θα πρέπει να απευθύνεται προσωπικά σε αυτόν. Ομοίως, ούτε η ιδιότητα του εγγυητή σε μια τραπεζική διευκόλυνση (όπως του Αιτητή) επιβάλλει, άνευ άλλου, στον ανυπόθηκο δανειστή υποχρέωση να του επιδώσει ειδοποίηση Ι που θα απευθύνεται προσωπικά σε αυτόν. Πόσο, μάλλον, όταν, αυτός δεν επηρεάζεται δυσμενώς από την σκοπούμενη εκποίηση, αφού υπό την ιδιότητά του αυτή και μόνο, δεν κατέστη πρόσωπο που έχει δικαίωμα επί του εκπλειστηριάσματος, όπως, π.χ., στη περίπτωση που κατέβαλε ήδη χρήματα στον ενυπόθηκο δανειστή έναντι της οφειλής του πρωτοφειλέτη και κατέστη, ενδεχομένως, έτσι, πιστωτής του τελευταίου (βλέπε, λόγου χάριν, άρθρα 98 και 103 του περί Συμβάσεων νόμου, Κεφ. 149). Προκύπτει, ακριβώς, ότι, η Ι δεν πρόκειται για ειδοποίηση η οποία πρέπει να απευθύνεται προσωπικά σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, πόσο μάλλον αν δεν επηρεάζονται τα δικαιώματά τους (όπως, π.χ., στην περίπτωση προσώπου που έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα), κάτι που συμβαίνει στη υπό εξέταση περίπτωση, μιας και ο Αιτητής δεν έθεσε τίποτα ενώπιόν μου πέραν του γεγονότος ότι φέρεται να είναι εγγυητής του ενυπόθηκου χρέους, ιδιότητα, την οποία, μάλλον αποποιείται παρά αποδέχεται. Εκείνο, επομένως, που επιβάλλουν οι σχετικές πρόνοιες του άρθρου 44Γ είναι, απλά, την επίδοση της συγκεκριμένης ειδοποίησης και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι θα πρέπει αυτή να απευθύνεται, προσωπικά, σ' αυτά. Κατά συνέπεια, με την επίδοση προς τον Αιτητή της Ι, η οποία απευθυνόταν προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη και τον πρωτοφειλέτη του επίδικου χρέους, η Καθ' ης η αίτηση εκπλήρωσε την εκ του νόμου υποχρέωσή της να επιδώσει προς αυτόν (ως εγγυητή/ενδιαφερόμενο πρόσωπο) την προνοούμενη από τον νόμο ειδοποίηση Ι και κατά συνέπεια και ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν μπορεί να γίνει δεχτός. Ως προς τον τρίτο λόγο έφεσης, αυτός, στην ουσία, εδράζεται αποκλειστικά στη βάση του περιεχομένου της Ι που επιδόθηκε στις 22.03.2018 στο Τάνη από την Hellenic (βλ. παράγραφοι 7 και 10.9Δ της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και λόγο έφεσης 9 Δ, επί του κυρίως σώματος της αίτησης). Με δεδομένο το γεγονός ότι η ΙΑ, της οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός μέσω της παρούσας αίτησης, επιδόθηκε ως επακόλουθη των Ι που επιδόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση στην μητέρα του Αιτητή στις 11.06.2021 και όχι της Ι που επιδόθηκε από την Hellenic, στις 22.03.2018, στον Τάνη, το όλο επιχείρημα του Αιτητή κρίνεται άσχετο με τη επίδικη ΙΑ και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για παραμερισμό της. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν ήταν δυνατό να εξεταστεί ο σχετικός λόγος έφεσης στη βάση του περιεχομένου των Ι που επιδόθηκαν στην μητέρα του Αιτητή, απλή σύγκριση του περιεχομένου αυτού, με το περιεχόμενο του σχετικού προτύπου του Δεύτερου Παραρτήματος του νόμου, καταδεικνύει ότι τούτες εκδόθηκαν στον ορθό τύπο και φέρουν το ορθό περιεχόμενο. Όσο, δε, αφορά στον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν νομιμοποιείται να χρεώνει επιτόκιο 13%, σε συμφωνία με τα όσα η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για να αποδοθεί η αιτούμενή θεραπεία του παραμερισμού της ΙΑ, η οποία μπορεί να αποδοθεί μόνο στη βάση των επτά λόγων που εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 44Γ
(3)(βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Α. Παπακοκκίνου, Πολ. Εφ. 110/2019, απόφαση ημερ. 18.02.2020). Δε μου διαφεύγει ότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44Γ
(1)του νόμου, για να κηρυχθεί, με την επίδοση της Ι, η έναρξη της διαδικασίας εκποίησης, θα πρέπει να τηρηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 44Β του νόμου. Παρατηρώ, ωστόσο, συναφώς, ότι, στη βάση του περιεχομένου των Ι, δίδεται στον Αιτητή το δικαίωμα να αμφισβητήσει την ενέργεια του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης, εξ ου και του δίδει προθεσμία 30 ημερών να αποταθεί σ' αυτόν και να αμφισβητήσει τα όσα εκεί αναφέρονται. Επίσης, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θεωρεί ότι ο ενυπόθηκος δανειστής δεν νομιμοποιείται να προωθεί την διαδικασία εκποίησης που προβλέπεται στο Μέρος VIA του νόμου (διαδικασία η οποία άρχεται με την επίδοση της Ι), έχει το δικαίωμα, στην βάση των προνοιών του άρθρου 44Β
(3), να αποταθεί στο επαρχιακό δικαστήριο για λόγους άλλους απ' αυτούς που προβλέπονται στον νόμο (Ν.9/1965) και να αμφισβητήσει το δικαίωμα του τελευταίου να πράττει τούτο. Ο Αιτητής, μολονότι του επιδόθηκαν οι Ι (μέσω των οποίων η Καθ' ης η αίτηση κήρυξε την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης), και αντελήφθη, ως ισχυρίζεται, ότι η Καθ' ης η αίτηση χρεώνει, παρανόμως, επιτόκιο 13%, δεν αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο για να αμφισβητήσει την ενεργοποίηση της εν λόγω διαδικασίας, ούτε καν απέστειλε προς την Καθ' ης η αίτηση, εντός 30 ήμερων, ως του υποδείκνυαν τούτες, ένσταση ως προς το ορθό του περιεχομένου τους. Έχει, πολλάκις, αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων, αλλά και στην υπόθεση Παπακοκκίνου (ανωτέρω), ότι το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου οφειλέτη ή ενδιαφερόμενου προσώπου, μέσω του άρθρου 44Γ του νόμου, με αίτηση ως η υπό εξέταση, να επιδιώξει τον παραμερισμό της ΙΑ, μπορεί να ασκηθεί μόνο στη βάση των επτά λόγων που, εξαντλητικά, αναφέρονται στο άρθρο αυτό, και ότι, κατά συνέπεια, ο τύπος, πληρότητα, σαφήνεια και οποιαδήποτε άλλη ασάφεια ή άλλως πως παρατηρείται σε ειδοποιήσεις άλλες από την ΙΑ, δεν αποτελούν λόγο για να αποδοθεί τέτοια θεραπεία. Κατά συνέπεια, ούτε ο τρίτος λόγος έφεσης μπορεί να γίνει δεκτός. Έχοντας κρίνει ως ανωτέρω, και έχοντας, περαιτέρω, υπόψη ότι τίποτα άλλο δεν τέθηκε ενώπιόν μου που να δικαιολογεί την απόδοση της μόνης αιτούμενης θεραπείας που μπορεί να αποδοθεί με την υπό εξέταση αίτηση (παραμερισμός της ΙΑ), τούτη απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καταγράφηκε αυτούσια η σχετική αναφορά του τίτλου της αίτησης ως αυτή εμφαίνεται στο κυρίως σώμα της. [2] Άρθρο 44Γ
(1)[3] Πρόκειται για τρεις ειδοποιήσεις Ι, οι δύο εκ των οποίων απευθύνονται σε πρόσωπα που φέρονται να ενεργούν ως παραλήπτες, διαχειριστές ή εκκαθαριστές του πρωτοφειλέτη και μία που απευθύνεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη. [4] Αν και εγκαταλείφθηκε κάθε σχετικός λόγος έφεσης, σημειώνω ότι, ιδιωτική επίδοση, νοουμένου ότι θα κριθεί ότι ορθώς ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ως μέθοδος επίδοσης, δύναται να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο προβλέπεται στους θεσμούς Πολιτική Δικονομίας, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση σε συγγενή και συγκάτοικο του εγκαλούμενου (βλ. τονισμένες σχετικές πρόνοιες του άρθρου 44ΙΕ του νόμου και Δ.5 θ.2 των Θεσμών πολιτικής Δικονομίας). Σημειώνεται, συναφώς, ότι, τα όσα ισχυρίζεται ο επιδότης στις σχετικές ένορκές δηλώσεις του ως προς τις συνθήκες της αρχικής επιδιωχθείσας επίδοσης, αλλά και της επίδοσης που εν τέλει έγινε, δεν αμφισβητήθηκαν είτε με αντεξέτασή του (βλ. Δ.39 θ.1), είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. [5] Οι οποίες επιτρέπουν το παραμερισμό ειδοποίησης ΙΑ εκεί που αυτή δεν έχει επιδοθεί δεόντως. [6] «Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο προβλέπεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης.» [7] Η σχετική έρευνά μου οδήγησε σε ανεύρεση μόνο πρωτόδικων σχετικών κρίσεων, στις οποίες παρέπεμψαν και οι συνήγοροι των διάδικων, έκαστος σε αυτές που βοηθούν την υπόθεσή του. Φαίνεται να μην έχει ακόμα απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο το ζήτημα αυτό, κάτι που κρίνεται φυσιολογικό ένεκα και του σχετικά πρόσφατου της θέσπισης των ρηθέντων προνοιών
(2018). [8] Αν και η ΙΑ δεν αποτελεί δικαστικό έγγραφο, στην αυστηρή έννοια του όρου, ένεκα της φύσης της ως αυτή της αποδίδεται από τον νόμο και ειδικότερα της δραστικότητας της ως ειδοποίηση στην περίπτωση που δεν παραμεριστεί από το δικαστήριο, κρίνω ότι, για την επίδοσή της, εφαρμογής τυγχάνουν τα όσα αποφασίστηκαν για την επίδοση δικαστικών εγγράφων. [9] Στην προκείμενη περίπτωση επιτεύχθηκε ο στόχος αυτός, αφού ο Αιτητής ενημερώθηκε για τη ΙΑ και εμπρόθεσμα αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση για να διασφαλίσει τα δικαιώματα του. [10] Σε συμφωνία, δηλαδή, με τις πρόνοιες του θ.2 της Δ.5. [11] Οι σχετικές αναφορές του νόμου είναι «καλώντας τον» και «τάσσοντας σ' αυτόν» και όχι «καλώντας τους» και «τάσσοντας σ' αυτούς», ώστε η αναφορά να περιλαμβάνει και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα προς τα οποία, εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να επιδίδεται η Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο