← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Bank of Cyprus Public Company Limited, Αρ. Αίτησης: 372/19, 4/2/2022

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Bank of Cyprus Public Company Limited, Αρ. Αίτησης: 372/19, 4/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 372/19 Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Bank of Cyprus Public Company Limited και Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Gordian Holdings Limited και Επί τοις αφορώσι το προταθέν Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Bank of Cyprus Public Company Limited, της εταιρείας Gordian Holdings Limited και των μετόχων αυτών με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 Πέντε Συνεκδικαζόμενες Αιτήσεις Δανειοληπτών και Εγγυητών για Ακύρωση της Επικύρωσης Σχεδίου Διακανονισμού Τράπεζας Κύπρου-Gordian Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Αιτητές στην αίτηση ημερ. 3.3.21: κ. Π. Καύκαρος, για Μιχάλης Βορκάς και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Αιτητές στις αιτήσεις ημερ. 25.6.21, 26.6.21 και 3.8.21: κ. Χ. Χριστοφόρου, για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ Για Αιτητές στην αίτηση ημερ. 7.7.21: κ. Κ. Μουτσουρής, για Κωστάκης Μουτσουρής και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ης 1: κ. Π. Μακρίδης, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Καθ' ης 2: κα Φ. Θεοχάρους, για Κούσιος Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.5.19, κατόπιν αίτησης των Bank of Cyprus Public Company Ltd και Gordian Holdings Ltd (εφεξής «η Τράπεζα» και «η Gordian» αντίστοιχα) το παρόν Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, εξέδωσε διατάγματα βάσει των άρθρων 198-200 του Κεφ.113, τα οποία επί λέξει έχουν ως ακολούθως: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Bank of Cyprus Public Company Limited, της εταιρείας Gordian Holdings Limited και των μετόχων αυτών το οποίο επισυνάπτεται ως Επισύναψη Α και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος Διατάγματος και το οποίο, για σκοπούς των ακόλουθων Διαταγμάτων θα αποκαλείται το «Σχέδιο», ΕΠΙΚΥΡΩΘΕΙ ΚΑΙ ΔΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΤΑΙ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως το Σχέδιο (συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, (α) της όποιας μεταβίβασης/υποκατάστασης προβλέπεται σε αυτό, (β) της όποιας συνέχισης νομικών διαδικασιών προβλέπεται σε αυτό και (γ) των όποιων υποκαταστάσεων/αντικαταστάσεων / προσθηκών προβλέπονται σε αυτό αναφορικά με τέτοιες νομικές διαδικασίες) εκπληρωθεί σύμφωνα με τους όρους αυτού. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως χωρίς οποιανδήποτε περαιτέρω συγκατάθεση ή έγκριση οποιουδήποτε τρίτου προσώπου ή άλλως πως, κάθε πρόσωπο συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, και στο βαθμό που τους αφορά, του Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη της Κυπριακής δημοκρατίας, του Διευθυντή τoυ Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, τoυ Νηολόγου Κυπριακών Πλοίων της Κυπριακής Δημοκρατίας και τoυ Πρωτοκολλητή του κάθε Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας—που είναι υπεύθυνο για μητρώο, είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό, και είτε δημόσια προσβάσιμο είτε όχι σε σχέση με οτιδήποτε θα καταστεί αντικείμενο μεταβίβασης/αποκατάστασης υποκατάστασης συνέχισης/προσθήκης δυνάμει του Σχεδίου, καταχωρήσει και εγγράψει την κάθε σχετική μεταβίβαση/αντικατάσταση/ υποκατάσταση συνέχιση/προσθήκη του κάθε .σχετικού αντικειμένου της μετάβασης/αντικατάστασης/συνέχισης/προσθήκης στο κάθε σχετικό μητρώο για το οποίο το εν λόγω πρόσωπο είναι υπεύθυνο, αμέσως μετά την παράδοση από το εν λόγω πρόσωπο σχετικής γραπτής ειδοποίησης προς το σκοπό αυτό υπογεγραμμένης από /για ή εκ μέρους της Gordian Holdings Limited και της Bank of Cyprus Public Company Limited στην οποία θα περιγράφονται οι σχετικές μεταβιβάσεις/αντικαταστάσεις/υποκαταστάσεις/συνεχίσεις/προσθήκες δυνάμει του Σχεδίου.» Κατά το διάστημα από 3.3.21 έως 3.8.21, διάφορα νομικά και φυσικά πρόσωπα των οποίων οι υποχρεώσεις από πιστωτικές διευκολύνσεις συμπεριελαμβάνοντο στο ως άνω επικυρωθέν Σχέδιο Διακανονισμού («το Σχέδιο») καταχώρισαν διαδοχικά τις πέντε συνεκδικαζόμενες εδώ αιτήσεις, με τις οποίες αιτούνται την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος σε όποιο βαθμό τους αφορά. Κάθε μια από τις αιτήσεις συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ενός εκ των αιτητών της στις οποίες επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια ως εξής: Αίτηση ημερ. Ενόρκως Δηλών Τεκμήρια 3.3.21 Αιτητής 3 1-35 25.6.21 Αιτητής 2 1-13 26.6.21 Αιτητής 2 1-7 7.7.21 Αιτητής 1 1-6 3.8.21 Αιτητής 1 1-6 Όλοι οι ενόρκως δηλούντες αναφέρονται στο ιστορικό της συνομολόγησης δανειακών συμβάσεων μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και των Αιτητών, στις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν μεταξύ των μερών τόσο μέχρι το 2019 που εκδόθηκε το διάταγμα όσο και αργότερα, καθώς και στους λόγους για τους οποίους αιτούνται την ακύρωση. Ειδικότερα προβάλλουν ότι (
  2. i)δεν ειδοποιήθηκαν για την αίτηση που οδήγησε στο διάταγμα, (
  3. ii)η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων αντιβαίνει στο άρθρο 3 του Ν.169(Ι)/15, (iii) το διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να τεθεί υπόψιν του Δικαστηρίου το άρθρο 3 και γενικά ο Ν.169(Ι)/15 και (
  4. iv)δεν είχε συμπεριληφθεί πρόνοια για διαφωνούντες βάσει του άρθρου 200

(1)(ε) του Κεφ.
  1. Ενστάσεις της Τράπεζας Κύπρου Η Καθ' ης 1 τράπεζα προέβαλε για τις δύο πρώτες αιτήσεις 11 λόγους, για την τρίτη και πέμπτη 10 λόγους και για την τέταρτη αίτηση οκτώ λόγους, για τους οποίους αιτείται την απόρριψη των αιτήσεων. Όπως είναι αναμενόμενο οι λόγοι αυτοί ως επί το πλείστον είναι όμοιοι και συνοψίζονται στο ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, ότι ζητείται από το Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο, ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία ακύρωσης, ότι οι Αιτητές κωλύονται να αμφισβητούν και ή έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα εκχώρησης, ότι οι Αιτητές δεν έχουν έννομο συμφέρον επί του Σχεδίου, ότι οι Αιτητές δεν ήταν πιστωτές ή μέτοχοι της Τράπεζας ή της Gordian, ότι η Τράπεζα νόμιμα μεταβίβασε ή εκχώρησε, ότι η νομική βάση της αίτησης ήταν ορθή και τέλος ότι τόσο στην αίτηση όσο και στο διάταγμα γινόταν ρητή αναφορά στον Ν.169(Ι)/
  2. Στις υποστηρικτικές ένορκες του δηλώσεις ο λειτουργός της Καθ' ης 1 Τράπεζας κ. Στυλιανού αναφέρεται μεταξύ άλλων στο ιστορικό χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων, στις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν μετά τον τερματισμό τους, στην υποκατάσταση της Τράπεζας από την Gordian, στην ύπαρξη ούτως ή άλλως συμβατικού δικαιώματος εκχώρησης, στην πώληση μέρους χαρτοφυλακίου, στην αποστολή σχετικών επιστολών ημερ. 30.10.18 βάσει του Ν.160(Ι)/15 προς όλους τους Αιτητές, στο ότι ακολουθήθηκαν όλες οι οδηγίες του εκδικάσαντος δικαστηρίου και στην αποστολή νέων ενημερωτικών επιστολών ημερ. 31.5.19 στους Αιτητές (Τεκμήριο 2). Τέλος, ο κ. Στυλιανού αναλύει και επεξηγεί τους λόγους ένστασης στην κάθε μια από τις αιτήσεις. Ας σημειωθεί πως σε κάθε ένσταση με την ένορκη του δήλωση επισυνάπτει τις επιστολές προς τους Αιτητές ημερ. 30.10.18 και 31.5.19 ως Τεκμήρια 1 και 2, υποδεικνύοντας ότι με αυτές η Τράπεζα και η Gordian είχαν ενημερώσει η μεν πρώτη προ του διατάγματος για την πρόθεση πώλησης των δανείων, η δε δεύτερη μετά το διάταγμα για τη γενόμενη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Σε σχέση με την τέταρτη και την πέμπτη αίτηση ο κ. Στυλιανού επισυνάπτει αντίστοιχα δύο κλητήρια αγωγών του 2020 και του 2021, ως Τεκμήριο 3, στις οποίες οι Αιτητές (ως Ενάγοντες εκεί) αμφισβητούν επίσης τη μεταβίβαση των δανείων τα οποία τους αφορούν. Ενστάσεις της Gordian Από δικής της πλευράς η Καθ' ης 2 Gordian προέβαλε στην πρώτη, δεύτερη και πέμπτη αίτηση εννέα λόγους και στην τρίτη και τέταρτη 10 λόγους, για τους οποίους αιτείται την απόρριψη των αιτήσεων. Οι λόγοι αυτοί συνοψίζονται στο ότι οι Αιτητές κωλύονται διότι ουσιαστικά αιτούνται την ανατροπή απόφασης ομόβαθμου δικαστηρίου, ότι δεν έχουν locus standi, ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, ότι δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις, ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, ότι η Gordian νόμιμα απέκτησε τις διευκολύνσεις, ότι οι Αιτητές επέδειξαν ανεξήγητη καθυστέρηση, ότι δεν έχουν έννομο συμφέρον και ότι η αίτηση είναι εκβιαστική. Στις τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αιτήσεις προέβαλε επίσης πως οι Αιτήτριες εταιρείες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν τις αιτήσεις διότι ο μόνος αρμόδιος να το πράξει εκ μέρους τους είναι ο παραλήπτης-διαχειριστής τους και το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών τους δεν συμπεριλαμβάνει τέτοιο δικαίωμα. Στις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις της η λειτουργός της Gordian κα Τσιάμπερλεν επαναλαμβάνει και επεξηγεί τους λόγους ένστασης τονίζοντας ότι η επίμαχη μεταβίβαση αποτελεί ανεξάρτητο ένδικο μέσο και ότι οι ίδιες οι συμβάσεις δανείων δίδουν το δικαίωμα εκχώρησης δικαιωμάτων. Σε σχέση με την τρίτη και τέταρτη αίτηση αναπτύσσει το θέμα της μη ύπαρξης άδειας ή συγκατάθεσης του παραλήπτη-διαχειριστή για την υποβολή των αιτήσεων. Τέλος, επισυνάπτει διάφορα έγγραφα και ειδικότερα στην πρώτη ένσταση ως Τεκμήρια 1, 2, στη δεύτερη ως Τεκμήρια 1-5, στην τρίτη ως Τεκμήρια 1-12, στην τέταρτη ως Τεκμήρια 1, 2 και στην πέμπτη ως Τεκμήρια 1-
  3. Νομική Πτυχή Πριν την ενασχόληση με τη νομική πτυχή θα πρέπει να διευκρινιστεί πως οι Καθ' ων έχουν δίκαιο στις θέσεις τους ότι η Αιτήτρια 1 στη δεύτερη αίτηση, η Αιτήτρια 3 στην τρίτη αίτηση και οι Αιτήτριες 2 και 5 στην τέταρτη αίτηση δεν μπορούσαν νομότυπα να συνενωθούν στον τίτλο και να προωθήσουν τις αιτήσεις με δεδομένο ότι δεν έχουν συναινέσει σε κάτι τέτοιο οι Παραλήπτες-Διαχειριστές των εταιρειών αυτών. Είναι γενικά δεκτό πως οι διευθυντές εταιρείας στην οποία διορίζεται παραλήπτης διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας (βλ. Νίνος Χατζηρούσος
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.1703) πλην όμως κρίνεται πως η παρούσα δεν είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις. Από τον συνδυασμό των αναφερόμενων στα συγγράμματα «COMPANY LAW» των Mayson, French & Ryan, έκδοση 2007-2008 (σελ.630) και Kerr on the Law and Practice as to RECEIVERS, 15η έκδοση (σελ.315) προκύπτει ότι οι διευθυντές τέτοιας εταιρείας δύνανται να χρησιμοποιήσουν το όνομα της εταιρείας για διαδικασίες με στόχο: (α) Την αμφισβήτηση της εγκυρότητας διορισμού του παραλήπτη (βλ. Hawkesbury Development Co Ltd v. Landmark Finance Pty Ltd
(1969)92 WN(NSW)199). (β) Την ένσταση σε αίτηση διάλυσης της εταιρείας (βλ. Re Reprographic Exports (Euromat) Ltd
(1978)122 S.J.400). (γ) Να προκαλέσουν την εταιρεία να εναγάγει τον παραλήπτη για παράβαση των καθηκόντων του (Watts v. Midland Bank plc
(1986)B.C.L.C.15). (δ) Να αμφισβητήσουν δικαστικά την εγκυρότητα του ίδιου του ομολόγου βάσει του οποίου διενεργήθηκε ο διορισμός του παραλήπτη. (ε) Να καταχωρίσουν αγωγές για αποζημιώσεις για βαριά αμέλεια τις οποίες σε μια συνήθη κατάσταση υποθήκευσης θα μπορούσε να εγείρει κάποιος ενυπόθηκος οφειλέτης εναντίον του παραλήπτη («. actions for gross negligence .»). Είναι σαφές ότι η αμφισβήτηση διαταγμάτων όπως το επίμαχο δεν καλύπτεται από το κατάλοιπο εξουσίας και κατά συνέπεια η αίτηση εκ μέρους των εταιρειών αυτών υπόκειται σε απόρριψη για τον πιο πάνω λόγο. Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα είναι εμφανές πως μέσα από τις αγορεύσεις όλων των μερών αναδύεται ως κυρίαρχο ζήτημα εν πρώτοις το κατά πόσον υπάρχει εξουσία του παρόντος δικαστηρίου να ακυρώσει παλαιότερο δικό του διάταγμα. Η βασική αρχή επί του θέματος έχει καταγραφεί στην υπόθεση Λοϊζίδη κ.ά. ν. Περατικού κ.ά., Πολ. Αίτ. 32/19,ημερ. 17.4.19 όπου είχε λεχθεί ότι: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο.» Προς υπερπήδηση του εμποδίου αυτού οι συνήγοροι των Αιτητών προέβαλαν ότι το δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας ακύρωσης επειδή: - Δεν υπήρξε επίδοση της αρχικής αίτησης στους εδώ Αιτητές με αποτέλεσμα την παραβίαση κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και την επέλευση ατέλειας στη δικαστική διαδικασία, η οποία θα πρέπει να θεραπευθεί βάσει της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου και ex debito justitiae (εξ οφειλόμενης δικαιοσύνης). - Στο εκδοθέν διάταγμα δεν τέθηκε οποιαδήποτε πρόνοια βάσει του άρθρου 200
(1)(ε) του Κεφ.113 για τυχόν διαφωνούντες και άρα υπάρχει τώρα εξουσία να εξεταστεί το θέμα από το δικαστήριο. Κρίνεται πως για την εξέταση των πιο πάνω εισηγήσεων αναπόφευκτα προϋποτίθεται η εξέταση του νομικού πλαισίου και της φύσης της γενικής αίτησης ούτως ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον υπήρχαν υποχρεώσεις επίδοσης ή συμπερίληψης πρόνοιας, οι οποίες να έχουν παραβιαστεί. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως σύμφωνα με τη γενική αίτηση η Τράπεζα Κύπρου ίδρυσε κατά το 2017 την Gordian με σκοπό αυτή να αδειοδοτηθεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων βάσει του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15 και με περαιτέρω σκοπό να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση προς την Gordian κάποιου δανειακού χαρτοφυλακίου της Τράπεζας. Με βάση μεταγενέστερη συμφωνία ημερ. 28.8.18 μεταξύ της Τράπεζας, της Gordian και της εταιρείας Helix Subco S.a.r.l. («η Helix»), η τελευταία αυτή εταιρεία αγόρασε το σύνολο των μετοχών της Gordian αλλά η πώληση θα ολοκληρώνετο υπό την προϋπόθεση ότι θα υλοποιείτο η μεταβίβαση του δανειακού χαρτοφυλακίου (κυρίως μη εξυπηρετούμενων δανείων), καθώς και άλλων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων. Ευρύτερος στόχος ήταν η βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, ο εξορθολογισμός του ισολογισμού και η μείωση των κινδύνων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Όπως επίσης καταγράφεται στο σώμα της γενικής αίτησης, ήταν με σκοπό την υλοποίηση των ως άνω σχεδιασμών που η Τράπεζα με την Gordian κατήρτισαν το Σχέδιο Διακανονισμού για Σκοπούς Αναδιοργάνωσης με βάση το άρθρο 198 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Αυτό προνοούσε, μεταξύ άλλων, για τη μεταβίβαση από την Τράπεζα στην Gordian των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων και παράλληλα για (
  1. i)την έκδοση μετοχών από την Gordian προς τους μετόχους της Τράπεζας (BOCH και έξι ακόμα εταιρείες AIONBOC) και (
  2. ii)τη συνακόλουθη συνεισφορά από τους μετόχους όλων των μετοχών πίσω στην Τράπεζα χωρίς αντάλλαγμα. Σχετική έγκριση είχε δοθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Δημοκρατίας στις 14.3.19 (Τεκμήριο 3) ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε επιβεβαιώσει στις 18.3.19 (Τεκμήριο 4) αφενός ότι η Τράπεζα μετά την πώληση μετοχών στη Helix θα μπορούσε να αναγνωρίσει «μεταφορά σημαντικού πιστωτικού κινδύνου («significant credit risk transfer») και αφετέρου ότι η πώληση κάποιου δανειακού χαρτοφυλακίου είχε εγκριθεί βάσει του άρθρου 16 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Ν.66(Ι)/97. Ας σημειωθεί πως η καθαρή λογιστική αξία της μεταβιβαζόμενης περιουσίας ανερχόταν σε €1.179.250,000 και ότι η Τράπεζα χειρίστηκε τη μεταβίβαση της ως Διακανονισμό για Αναδιοργάνωση. Εξ ου και ο σχετικός τίτλος του Σχεδίου, καθώς και η εμπλοκή των άρθρων 198-200 του Κεφ.113. Τα άρθρα αυτά υπό τον γενικότερο τίτλο «Διακανονισμοί και Αναδιοργανώσεις» (Arrangements and Reconstructions) εντάσσονται στο Μέρος IV του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, υπό τον τίτλο «Διοίκηση και Διαχείριση» (εταιρειών) και αντιστοιχούν βάσει της παλαιότερης αρίθμησης του νόμου (αρ.7/51) στα άρθρα 197-199, καθώς και στα άρθρα 425-427 του αγγλικού Companies Act 1948 στον οποίο βασίζεται ο ημεδαπός νόμος. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, Τόμος Ι, σελ.1131, §79-01: «The terms "arrangement" and "reconstruction", although used in the Act by way of sub-title to sections 425 to 430F, are nowhere defined in the Act, and have no precise legal meaning. Generally speaking, however they may be regarded as describing any form of internal reorganization of the company or its affairs, as well as schemes for the amalgamation of two or more companies or for the division of one company into two or more companies.» (έμφαση δοθείσα) Το άρθρο 198
(1)προνοεί πως όταν προτείνεται συμβιβασμός ή διακανονισμός μεταξύ εταιρείας και πιστωτών ή μεταξύ εταιρείας και των μελών της τότε το Δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης της εταιρείας ή πιστωτή ή μέλους να διατάξει όπως συνέλευση των πιστωτών ή των μελών ανάλογα με την περίπτωση, συγκληθεί κατά τον τρόπο που ορίζει το Δικαστήριο («. to be summoned in such manner as the Court directs»). Το άρθρο 198
(2), προνοεί πως εάν η πλειοψηφία (σε αξία) των παρόντων πιστωτών και η πλειοψηφία (σε αριθμό) των παρόντων μελών αποδέχονται τον συμβιβασμό ή διακανονισμό, τότε αυτός εάν επικυρωθεί από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές ή τα μέλη αναλόγως, καθώς και για την εταιρεία την ίδια. Το άρθρο 199 αφορά τις πληροφορίες οι οποίες πρέπει να συνοδεύουν την Ειδοποίηση σύγκλησης συνελεύσεων (πιστωτών ή μελών) είτε αυτή αποστέλλεται είτε δημοσιεύεται. Η πληροφόρηση αυτή παρέχεται μέσω της προβλεπόμενης έκθεσης, η οποία συνοδεύει την Ειδοποίηση και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις. Το άρθρο 200, το οποίο φέρει τον παράτιτλο «Διατάξεις για Διευκόλυνση της Αναδιοργάνωσης και Συγχώνευσης εταιρειών», προνοεί ότι: (
  1. i)Όταν υποβάλλεται αίτηση βάσει του άρθρου 198 για επικύρωση συμβιβασμού ή διακανονισμού και φαίνεται στο δικαστήριο (
  2. ii)ότι ο συμβιβασμός ή ο διακανονισμός προτάθηκαν για τους σκοπούς ή εν σχέσει με Σχέδιο για την Αναδιοργάνωση εταιρείας και (iii) ότι σύμφωνα με το Σχέδιο ολόκληρο ή μέρος της επιχείρησης ή της ιδιοκτησίας της εταιρείας («. any part of the undertaking or the property .») πρόκειται να μεταβιβαστεί σε άλλη εταιρεία, τότε το δικαστήριο δύναται (may) είτε με το διάταγμα το οποίο επικυρώνει το Σχέδιο είτε με οποιοδήποτε μεταγενέστερο διάταγμα να προνοήσει για σειρά θεμάτων, μεταξύ των οποίων είναι και η αναφερόμενη από τους Αιτητές βάσει του υποεδ. 200
(1)(ε), ήτοι η πρόνοια που θα πρέπει να ληφθεί για οποιαδήποτε πρόσωπα, τα οποία εντός τέτοιου χρόνου και κατά τέτοιο τρόπο ως θα υποδείξει το δικαστήριο, διαφωνήσουν με τον συμβιβασμό ή τον διακανονισμό. Ο λόγος για τον οποίο κάποιοι συμβιβασμοί ή διακανονισμοί καταλήγουν στο δικαστήριο εξηγείται στο σύγγραμμα Pennington Principles of Company Law, 1959, σελ.351 ως εξής: «The reason why the subject of compromises and arrangements is deserving of separate treatment is that rights enforceable against companies are often vested in large classes of persons with whom it would be practically impossible to negotiate individually, and in such cases machinery is required by which the rights of the classes collectively may be modified with the assent of a majority of their number given at meetings called for the purpose.» Εν σχέσει με τον σκοπό του άρθρου 198 (αγγλικό άρθρο 425) αναφέρονται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law (άνω) σελ.1134 τα εξής: «The aid of the section may be invoked when it is not otherwise possible to make some arrangement or compromise which would be in the interests of the company and the other party or parties of the agreement. It can be used whether the company is going concern or is in the course of winding up. ................... The value of the section is even more clearly shown when creditors are concerned. Prima facie no creditor can be bound by the agreement of the or by an agreement of the company within the other creditors or by an agreement between the latter. A compromise approved by a great majority of creditors might be rendered ineffective if a comparatively small creditor were to object and to stand out against it. It is one of purposes of section 425 to meet this situation. The effect of a scheme under this section is: "to supply, by recourse to the procedure thereby prescribed, the absence of that individual agreement by every member of the class to be bound by the scheme which would otherwise be necessary to give it validity".» Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως παρά την ευρύτητα της εξουσίας του δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 198 εντούτοις υπάρχουν και περιορισμοί οι οποίοι στο σύγγραμμα Pennington Principles of Company Law (άνω) σελ.353 καταγράφονται ως εξής: «Wide as the court's powers are under this provision, there are, nevertheless three limitations upon them. In the first place, the court can only sanction a scheme which would be valid without the court's sanction if every creditor or member concerned agreed to it. In other words, the only power which, the court has is to make the scheme binding on dissenting creditors or members; it has no power to sanction something which the parties could not do by agreement (q). Consequently, the court cannot sanction an arrangement which requires the company to do an ultra vires act (r), nor can it sanction the transfer of a contract which is not assignable, such as a contract of employment (s). Secondly, the court cannot sanction an act being done if the law permits it only subject to conditions, and the arrangement seeks to dispense with those conditions. ................... Thirdly, the court cannot sanction a scheme which can be effected under some other provision of the Companies Act, 1948. .....» Διαπιστώνεται λοιπόν πως το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επικυρώσει σχέδιο το οποίο δεν θα ήταν έγκυρο ακόμα και αν συναινούσαν όλοι, ούτε να επικυρώσει πράξη για την οποία άλλος νόμος την επιτρέπει υπό προϋποθέσεις οι οποίες παρακάμπτονται με το σχέδιο και ούτε να επικυρώσει σχέδιο το οποίο δύναται να επιτευχθεί βάσει άλλων προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου. Από δικονομικής τώρα πλευράς σχετικοί είναι οι περί Εταιρειών Κανονισμοί (S. L. Vol.II, σελ.279). ¨Όπως προνοείται στον κ.6(m) η αρχική αίτηση για σύγκληση συνελεύσεων γίνεται διά κλήσεως [«Applications for meetings of creditors or members of a company under section 197
(1)of the Law»-νυν 198
(1)]. Οι Αιτητές δεν έχουν αναφερθεί στο θέμα αυτό αλλά όντως τέτοια ακριβώς ήταν η πρώτη αίτηση την οποία η τράπεζα και η Gordian είχαν καταχωρίσει στις 13.5.19 με ειδοποίηση προς τον Έφορο Εταιρειών, την Κεντρική Τράπεζα και τους μετόχους της Τράπεζας, ζητώντας σχετικές οδηγίες για τη σύγκληση συνελεύσεων. Το Σχέδιο είχε επισυναφθεί στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση, όπως και η προνοούμενη στο άρθρο 199 έκθεση («Επεξηγηματική Δήλωση»), για την οποία δηλώνετο η πρόθεση να αποσταλεί στους μετόχους και «σε οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ήθελε κριθεί σκόπιμο από το Δικαστήριο». Παράλληλα δηλώνετο πως κατά τον Οκτώβριο του 2018 έως τον Ιανουάριο του 2019 είχαν σταλεί σχετικές γραπτές ειδοποιήσεις στους δανειολήπτες, εγγυητές κ.ό.κ. σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(Ι) του Ν.169(Ι)/15. Όπως επίσης αναφερόταν, η έγκριση από τους μετόχους θα μπορούσε να εξασφαλιστεί μέσω γραπτών ψηφισμάτων. Το Δικαστήριο έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του Εφόρου Εταιρειών και της Κεντρικής Τράπεζας, στις 17.5.19 εξέδωσε διατάγματα ως οι §§(α)(ι) και (β)(ι) της αίτησης, ήτοι δίδοντας οδηγίες όπως το Σχέδιο τεθεί προς έγκριση από τους μετόχους και όπως μη συγκληθεί συνέλευση πιστωτών. Ακολουθώντας άλλο σχετικό κανονισμό, ήτοι τον κ.5(e), στις 21.5.19 η Τράπεζα και η Gordian καταχώρισαν τη γενική αίτηση (petition), στη βάση της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού, χωρίς όντως να ειδοποιηθούν οι Αιτητές ή να υπάρξει οποιουδήποτε είδους πρόνοια βάσει του άρθρου 200
(1)(ε). Οι Αιτητές παραπονούνται μεν για το ότι δεν έχουν ειδοποιηθεί αλλά από την άλλη δεν αμφισβητούν πως όχι μόνο μέτοχοι αλλά ούτε και πιστωτές ήταν σε σχέση με την Τράπεζα. Σε σχέση με την έννοια του όρου «πιστωτές» στο σύγγραμμα Pennington Principles of Company Law (άνω) αναφέρονται τα εξής στη σελ.355: «In all of these kinds of schemes, the word " creditor " has been given the widest possible meaning by the court, and has been held to include all persons who have any pecuniary claim against the company which is immediately enforceable, or may become enforceable in the future (n). Thus, the holders of insurance policies which have not yet matured have been held to be creditors of the insurance company which issued them (o), and a lessee who assigned a lease to a company, and who therefore had a right to be indemnified by it against his liability to the landlord for future rent and future performance of the lessee's covenants, was held to be a creditor of the company in respect of liis indemnity (p). The interpretation given by the court also seems wide enough to include persons who have claims for damages against the company for torts committed by it.» Στην παρούσα περίπτωση κατ' ουσίαν το Σχέδιο αφορούσε τη μεταβίβαση μη εξυπηρετούμενων δανείων, με απώτερο στόχο τον εξορθολογισμό του ισολογισμού της Τράπεζας και τη μείωση των κινδύνων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Στην πραγματικότητα η διαδικασία αφορούσε την ίδια τη νομιμοποίηση της αναδιοργάνωσης απέναντι στους μετόχους και στους πιστωτές της Τράπεζας. Ούτως ή άλλως και δεδομένου ότι υπήρχε ειδικότερος Νόμος σε σχέση με την πώληση δανείων το δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να εγκρίνει καμιά παράκαμψη από τον Ν.169
(1)/15 και προς τούτο είχε ενώπιον του τη μαρτυρία ότι είχαν ξεκινήσει με τις επιστολές οι διαδικασίες εκείνου του Νόμου. Σε σχέση λοιπόν με τις όποιες αιτιάσεις για την ερμηνεία, ισχύ και εφαρμογή του Ν.160(Ι)/15 επαναλαμβάνεται πως στο σώμα της γενικής αίτησης [(§13(β)] γινόταν αναφορά στις σχετικές αρχικές επιστολές βάσει του άρθρου 18
(1)του εν λόγω Νόμου και ασφαλώς σε καμιά περίπτωση το εκδικάσαν δικαστήριο δεν προτίθετο ούτε και φαίνεται να ενέκρινε παράκαμψη της ειδικής αυτής νομοθεσίας. Εύλογο είναι πως ενέκρινε το Σχέδιο έχοντας υπόψιν ότι τηρούνται οι διαδικασίες του ειδικού Νόμου. Εάν αντιθέτως οι Αιτητές θεωρούν ότι υπερέβη την εξουσία του το Δικαστήριο είναι σαφές πως κάτι τέτοιο δεν ελέγχεται όντως από το ίδιο ή ομόβαθμο δικαστήριο αλλά ενδεχομένως εμπίπτει στη σφαίρα προνομιακών ενταλμάτων (βλ. υπόθεση Περατικός, άνω). Πέραν τούτου όμως, το δικαστήριο από το στάδιο της διά κλήσεως αίτησης (by summons) είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία και προφανώς συμφώνησε ότι δεν απαιτείτο ειδοποίηση ή σύγκληση συνέλευσης οποιασδήποτε άλλης ομάδας τυχόν ενδιαφερομένων. Με άλλα λόγια, εάν έκρινε ότι οι δανειολήπτες ή οι εγγυητές τους ενέπιπταν στην κατηγορία των πιστωτών ή άλλων ενδιαφερομένων που θα έπρεπε να ειδοποιηθούν, ασφαλώς και θα έδιδε τις κατάλληλες οδηγίες προς τούτο, από το στάδιο της διά κλήσεως αίτησης. Πράγμα το οποίο δεν έπραξε ασκώντας εξουσία την οποία διέθετε. Ανάλογη όμως ήταν η εξουσία του δικαστηρίου και κατά το στάδιο της επικύρωσης του Σχεδίου, στις 23.5.19 στη βάση του άρθρου 200. Με τη σαφή επισήμανση όμως ότι και πάλι πρόκειται για διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, όπως συνάγεται από το λεκτικό του Νόμου («. the Court may .»). Ήταν λοιπόν επιλογή του εκδικάσαντος δικαστηρίου η οποία δεν ελέγχεται μεταγενέστερα ούτε από το ίδιο υπό άλλη σύνθεση ούτε από άλλο ομόβαθμο δικαστήριο (βλ. υπόθεση Περατικός, άνω). Εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν οποιοσδήποτε διαφωνούσε με την επιλογή του δικαστηρίου να μην προβεί σε πρόνοια για τυχόν διαφωνούντες, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την αίτηση του κ.6(n) των περί Εταιρειών Κανονισμών, ο οποίος προβλέπει τη δυνατότητα καταχώρισης: «(n) Applications for facilitating reconstructions or amalgamations of companies under section 199 (νυν 200) of the Law, where the matters to which such applications relate have not been dealt with, or fully dealt with, on the hearing of the petition to sanction the compromise or arrangement to which they relate.» Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι αιτήσεις απορρίπτονται. Στην κάθε αίτηση επιδικάζονται έξοδα €1.000 συν ΦΠΑ υπέρ της κάθε Καθ' ης η Αίτηση και εις βάρος των Αιτητών στην κάθε μια αίτηση αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, με εξαίρεση την Αιτήτρια 1 εταιρεία στη δεύτερη αίτηση, την Αιτήτρια 3 εταιρεία στην τρίτη αίτηση και τις Αιτήτριες 2 και 5 εταιρείες στην τέταρτη αίτηση, για τις οποίες δεν εκδίδεται διαταγή ενόψει του ότι κακώς είχαν συνενωθεί και δεν προκύπτει με ασφάλεια ποιος ή ποιοι διευθυντές έδωσαν τις σχετικές οδηγίες ούτως ώστε να αναλάμβαναν το ανάλογο μερίδιο εξόδων. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.