← Κύπρος

Ibrahim ν. Γενικό Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 120/2013, 1/2/2022

Ibrahim ν. Γενικό Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 120/2013, 1/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 120/2013 Μεταξύ: XXXXX Ibrahim από το Λονδίνο Ενάγοντος και 1. Γενικό Εισαγγελέα 2. Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τ/Κυπριακών Περιουσιών από τη Λευκωσία Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 1 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Μ. Βλαδιμήρου Για τον Εναγόμενο: κα Ε. Φλουρέντζου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή ο Ενάγοντας ζητά (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να δηλώνει ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχείρισης ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής της οδηγίας 2000/43ΕΚ άρθρο 2(i)(
  2. a)και το άρθρο 3(i)(h). (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να αναγνωρίζει ότι οι Εναγόμενοι προκάλεσαν δυσμενή διάκριση εις βάρος του Ενάγοντα παραβιάζοντας τις πρόνοιες της οδηγίας 2000/43ΕΚ άρθρο 2(i)(
  3. a)και το άρθρο 3(i)(h). (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να εκδικάζει εύλογες αποζημιώσεις για την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της δυσμενούς διάκρισης που άσκησαν οι Εναγόμενοι σε βάρος του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της Αγωγής, ο Ενάγοντας Βρεττανός υπήκοος, Τουρκοκυπριακής καταγωγής, ο οποίος απέκτησε κληρονομικό μερίδιο από τον αποβιώσαντα πατέρα του, επιδίωξε την απόδοση της περιουσίας του από τον Εναγόμενο 2, με σχετική επιστολή, ημερομηνίας 12/10/2012. Ο Εναγόμενος 2 στην απάντηση του, τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να υποβάλει στοιχεία και λεπτομέρειες για την περιουσία που κατέχει και επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη διαμονή του Ενάγοντος για την περίοδο πριν το 1974 μέχρι σήμερα. Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι αυτή η στάση του Υπουργού Εσωτερικών και η μεταχείριση που αντιμετωπίζει ο Ενάγων, συνιστά άνιση μεταχείριση και δυσμενή διάκριση σε βάρος του λόγω της εθνοτικής καταγωγής του, συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση και/ή αποδυνάμωση της αρχής της αναγνώρισης και/ή της απόλαυσης του δικαιώματος της περιουσίας του Ενάγοντος. Προβάλλει επίσης παραβίαση των προνοιών της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ και των κυπριακών νομοθεσιών που απαγορεύουν τις διακρίσεις και την άνιση μεταχείριση. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς, στερείται του δικαιώματος της περιουσίας του και/ή του δίδει το δικαίωμα να το ασκήσει κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την Υπεράσπισή τους αρνούνται τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Ενάγοντος περί οποιασδήποτε άνισης μεταχείρισης και/ή δυσμενής διάκρισης σε βάρος του Ενάγοντος λόγω της εθνικής καταγωγής του και προβάλλεται ότι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα και/ή οι κληρονόμοι του δεν έχουν δικαίωμα χρήσης της κληρονομούμενης περιουσίας ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο λόγω της τουρκικής εισβολής και της παράνομης κατοχής. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν ακολούθησαν οποιαδήποτε πρακτική που δεν εφαρμόζεται σε όμοιες περιπτώσεις με αυτή του Ενάγοντος. Είναι η θέση των Εναγόμενων ότι δεν παραβιάστηκαν οι πρόνοιες της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ και/ή των κυπριακών νομοθεσιών. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ούτε από πλευράς Ενάγοντος, ούτε από πλευράς Εναγομένων και οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. ΄Εχοντας μελετήσει το περιεχόμενο τους και έχοντας κατά νου τα όσα η κάθε πλευρά αναφέρει, προχωρώ στην εξέταση της παρούσας υπόθεσης. Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι διάδικοι δεν έχουν προσφέρει μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσής τους. ΄Ηταν η θέση του κ. Βλαδιμήρου ότι με βάση τα δικόγραφα και μέρος του περιεχομένου της Υπεράσπισης και ειδικότερα το ότι εστάλει επιστολή από τον Ενάγοντα καθώς και με την απάντηση του Εναγομένου 2, το Δικαστήριο έχει υπόβαθρο γεγονότων που δικαιολογεί την έκδοση απόφασης επί των εγειρόμενων, με την παρούσα Αγωγή, επίδικων ζητημάτων. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προχωρώ να διατυπώσω τα γεγονότα που μπορούν να αποκρυσταλλωθούν μέσα από τα δικόγραφα και τις θέσεις των Εναγομένων, μέσα από την Υπεράσπισή τους. Διατυπώνω τα γεγονότα τα οποία αποκρυσταλλώνονται από τα δικόγραφα: 1. Ο Ενάγοντας από τις 16 Φεβρουαρίου του 2011 είναι ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο λόγω κληρονομικού μεριδίου που έχει αποκτήσει από την περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα του XXXXX XXXXX Mentes. 2. Ο Εναγόμενος 1 είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως ο κατά νόμο εκπρόσωπος αυτής δυνάμει των προνοιών του άρθρου 57 του Νόμου 14 του 1960. 3. Ο Εναγόμενος 2 είναι ο Υπουργός Εσωτερικών και μεταξύ άλλων υπηρεσιών που προσφέρει το υπουργείο του προς το κοινό είναι και η διαχείριση των τουρκοκυπριακών υπηρεσιών. 4. Ο Ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του προς τον Εναγόμενο 2 ημερομηνίας 12.10.2012, έθεσε το θέμα απόδοσης της περιουσίας του Ενάγοντα. 5. Ο Εναγόμενος 2 με επιστολή του, ημερομηνίας 22.10.2012 πληροφόρησαν το δικηγόρο του Ενάγοντα, αναφορικά με τις προυποθέσεις που καθορίζονται στη σχετική νομοθεσία για περιπτώσεις άρσης της Κηδεμονίας επί τουρκοκυπριακών περιουσιών και τον κάλεσαν να υποβάλει στοιχεία και λεπτομέρειες σε σχέση με την περιουσία καθώς και επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη διαμονή του Ενάγοντα για την περίοδο πριν από το 1974 μέχρι σήμερα. 6. Αντ' αυτού καταχωρήθηκε η παρούσα Αγωγή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα υπόθεση, ως αναφέρεται ανωτέρω, αφορά απαίτηση του Ενάγοντα να μην τυγχάνει δυσμενούς διάκρισης λόγω καταγωγής από τον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος διά νόμου διαχειρίζεται την περιουσία κάθε τουρκοκύπριου που εγκατέλειψε την περιουσία του το 1974 λόγω της Τουρκικής Εισβολής και Κατοχής. ΄Ηταν η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι οι πρόνοιες της Κυπριακής νομοθεσίας που αφορούν Τουρκοκυπριακές περιουσίες αντίκεινται στο Σύνταγμα καθώς και την Οδηγία 2000/43/ΕΚ άρθρα 2

(1)(α) και 3
(1)(η). Τα εν λόγω άρθρα της πιο πάνω οδηγίας έχουν ως ακολούθως: «Άρθρο 2 Η έννοια των διακρίσεων
  1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.
  2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1: α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για λόγους φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, σε ένα πρόσωπο επιφυλάσσεται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε ένα άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση· ........................................................................................................ Άρθρο 3 Πεδίο εφαρμογής 1.Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανόμενων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά: ........................................................................................................................................................................................................ η) την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που είναι διαθέσιμα στο κοινό, και στην παροχή αυτών, συμπεριλαμβανόμενης της στέγασης.» Επίσης η Κυπριακή Δημοκρατία σε συμμόρφωση με την εν λόγω οδηγία θέσπισε τον Περί ΄Ισης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμο του 2004, Ν59
(1)/2004. Ως προς το βάρος απόδειξης σε διαδικασία Δικαστηρίου που αφορά την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου, το άρθρο 7
(2)αυτού ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Σε κάθε δικαστική διαδικασία εκτός από ποινική, αν ο διάδικος, που ισχυρίζεται ότι θίγεται από παράβαση διατάξεων του παρόντος Νόμου, προσάγει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία τεκμαίρεται η παράβαση, το Δικαστήριο υποχρεώνει τον αντίδικο του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι, αν ο αντίδικος δεν αποδείξει την έλλειψη της παράβασης, η παράβαση θεωρείται αποδεδειγμένη, για τον προσδιορισμό δε της έκτασης των συνεπειών της, το Δικαστήριο τον διατάσσει να προσαγάγει ενόρκως όλα τα σχετικά στοιχεία που είναι στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχο του.». Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, το παράπονο του Ενάγοντα εστιάζεται στον Νόμο που αφορά την διαχείριση των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από τον Κηδεμόνα. Σύμφωνα με τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991 (139/1991), ο Κηδεμόνας - Εναγόμενος 2 - είναι ο διαχειριστής των τουρκοκυπριακών περιουσιών στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, μέχρι να τερματιστεί η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο όρος «έκρυθμη κατάσταση» σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού, «σημαίνει τη συνέπεια της τουρκικής εισβολής δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίηση του δημοσιευομένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης αυτής.» Το άρθρο 3, του πιο πάνω Νόμου, προβλέπει ότι υπάρχει η δυνατότητα άρσης του καθεστώτος διαχείρισης του Κηδεμόνα: «[.] αφού λάβει υπόψη σε σχέση με τη διαχείριση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και σταθμίσει όλους τους σχετικούς με το θέμα αυτό παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα με την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: Νοείται περαιτέρω ότι προσμετρούν θετικά σε άρση της διαχείρισης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω παράγοντες: (α) Ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που όταν περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας είχε τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό όπου είχε μεταβεί οποτεδήποτε πριν ή μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και ο εν λόγω ιδιοκτήτης συνεχίζει να διαμένει εκεί ή επέστρεψε ή επιστρέφει από το εξωτερικό για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ή προτίθεται να επιστρέψει στις εν λόγω περιοχές, (β) ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, (γ) ότι η υπό διαχείριση περιουσία αφορά κατοικία στην οποία διέμενε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και κάτοχός της πριν την τουρκική εισβολή του 1974 και στην οποία προτίθεται να κατοικήσει προσερχόμενος από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.» Στην υπόθεση Suleyman Ahmet Mulla (μέσω της πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Sabiha Ahmet Suleyman) ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)4 ΑΑΔ 312 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, ως προς το ζήτημα της συνταγματικότητας του εν λόγω Νόμου: «
(2)Το επιχείρημα ότι ο Νόμος 139/91 είναι αντίθετος προς τις πρόνοιες των άρθρων 6, 13, 23 και 28 του Συντάγματος δεν ευσταθεί. Όπως είναι γνωστό το 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, έκτοτε δε κατέχει ένα σημαντικό μέρος της. Έπρεπε, να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης. Ως προς το συγκεκριμένο θέμα έπρεπε, από τη μια, να προστατευθούν οι περιουσίες που οι Τουρκοκύπριοι μεταβαίνοντας στις περιοχές που δεν ήλεγχε το κράτος εγκατέλειψαν και από την άλλη να βοηθηθούν οι χιλιάδες εκτοπισμένοι Ελληνοκύπριοι οι οποίοι έχασαν τη δική τους περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. Ο Κηδεμόνας έχει αναλάβει, σύμφωνα με το Νόμο, τις περιουσίες μόνο των Τουρκοκυπρίων που λόγω της τουρκικής εισβολής τις εγκατέλειψαν για να μεταβούν στις κατεχόμενες περιοχές.
(4).Το γεγονός ότι η έκρυθμη κατάσταση διαρκεί για τόσα πολλά χρόνια δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα της ρύθμισης του Νόμου ως προσωρινού μέτρου, αφού ισχύει για όσο καιρό υπάρχει η κατοχή και η εξ αυτής προκύπτουσα έκρυθμη κατάσταση. Ο Νόμος 139/91 δεν είχε σκοπό να θεσπίσει μόνιμους περιορισμούς ή να επιβάλει στέρηση των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών.» Επίσης στην υπόθεση αρ. 1482/2010 FEZILE AHMET v. Kυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τ/Κανονας Περιουσιών, ημερομηνίας 24.9.2012, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Ο δικηγόρος της αιτήτριας προβάλλει επίσης ως λόγο ακύρωσης την παραβίαση του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του 12ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που απαγορεύουν οποιαδήποτε διάκριση λόγω φυλής. Θεωρεί ότι καμιά διαφορά δεν υφίσταται μεταξύ ενός Ελληνοκύπριου ιδιοκτήτη που διαμένει στο εξωτερικό από το 1959 από την αιτήτρια η οποία είναι τουρκοκύπρια και διαμένει στο εξωτερικό επίσης από το 1959, ώστε η περιουσία της τελευταίας να χρήζει κηδεμονίας και προστασίας. Το επιχείρημα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σε καμία περίπτωση δεν θίγεται το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων από την εφαρμογή του Νόμου. Αφήνοντας άθιχτο τον πυρήνα του ιδιοκτησιακού δικαιώματος των τουρκοκυπρίων, ο Νόμος επιβάλλει περιορισμούς, δικαιολογημένους κατά το δίκαιο της ανάγκης, για την ομαλή λειτουργία και επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως νόμιμου κράτους με σκοπό την κάλυψη των αναγκών των προσφύγων. Παράλληλα, η προστασία του κράτους ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση αποτελεί έρεισμα για την διαχείριση των Τ/Κ περιουσιών με τους νόμιμους επιβεβλημένους περιορισμούς που απορρέουν από την δικαιοδοσία του καθ' ου η αίτηση.» ΄Εχοντας υπόψη την πιο πάνω νομική πτυχή του θέματος, επανερχόμενη στα γεγονότα της υπόθεσης, σημειώνω ότι ελλείπει μαρτυρία που να δικαιολογεί εύρημα ότι ο Ενάγων είναι Βρεττανός υπήκοος, Τουρκοκυπριακής καταγωγής, μόνιμος κάτοικος Λονδίνου. Στην παρούσα υπόθεση δεν τέθηκαν γεγονότα που να υποδηλώνουν δυσμενή διάκριση του Ενάγοντα, ούτε υπόβαθρο γεγονότων που να δικαιολογεί τέτοιο εύρημα ή ότι στην περίπτωσή του εφαρμόζεται ο Νόμος 139/1991. Η αποστολή επιστολής από τον Ενάγοντα προς τον Κηδεμόνα από μόνη της δεν ξεκαθαρίζει τα γεγονότα της παρούσας, ούτε δικαιολογεί εύρημα ότι η ισχυριζόμενη περιουσία που έχει κληρονομήσει από τον πατέρα του εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου 139/1991 ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου και κατ΄ επέκταση δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της οδηγίας 2000/43/ΕΚ ή του Νόμου 59
(1)/2004. Με βάση τα ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση δεν μετατοπίστηκε το βάρος απόδειξης στους ώμους των Εναγομένων με βάση το άρθρο 7
(2)του Νόμου 59
(1)/2004 ως ετροποποιήθη, ούτε εφαρμόζεται το μαχητό τεκμήριο που θέτει η επιφύλαξη της εν λόγω παραγράφου του Νόμου. Ως ορθά επισημαίνεται από την κα Φλουρέντζου δεν είναι επί θεωρητικής βάσεως που τα Δικαστήρια αποφαίνονται σε δικαστικές διαδικασίες. Ακόμη και αν ήθελε φανεί ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ένας πολίτης, τούτο θα πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένο τρόπο με την απαίτηση του Ενάγοντα δημιουργώντας την απαιτούμενη αιτιώδη συνάφεια η οποία ελλείπει στην παρούσα διαδικασία. Συμφωνώ επίσης με τη θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγων με την αποστολή της επιστολής του από τη μια αιτήθηκε από τον Κηδεμόνα την απόδοση της περιουσίας του, επιδοκιμάζοντας την εν λόγω διαδικασία ενώ όταν του ζητήθηκαν περισσότερα γεγονότα για εξέταση της αίτησής του επί της ουσίας, καταχώρησε την παρούσα Αγωγή, αποδοκιμάζοντας αυτή, χωρίς να δώσει τη δυνατότητα εξέτασης του αιτήματός του από τον Κηδεμόνα, επιζητώντας στην ουσία επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου στα, της Εκτελεστικής Εξουσίας, ζητήματα, χωρίς να έχει προς τούτο αρμοδιότητα. Ο Ενάγων πράγματι με τις ενέργειές του επιδοκίμασε και αποδοκίμασε συγχρόνως ανεπίτρεπτα την εν λόγω διαδικασία. Παρά τα πιο πάνω ακόμη και αν δικαιολογείτο εύρημα ότι η περίπτωση της ακίνητης περιουσίας του Ενάγοντα εμπίπτει στις πρόνοιες του Ν.139/1991, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε δυσμενής διάκριση, αφού ο Ενάγων δεν αντιμετωπίστηκε με τρόπο διαφορετικό από αυτό που αντιμετωπίζονται σε αντίστοιχες περιπτώσεις οι Τουρκοκύπριοι. Δεν απαιτήθηκε από τον Ενάγοντα οποιαδήποτε ενέργεια που εκφεύγει τα όσα απαιτούνται από τη σχετική διαδικασία του Νόμου. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εκ των προτέρων άρνηση του Κηδεμόνα να αποδώσει, η οποία, ως φαίνεται, χωρίς να μπορεί να ξεκαθαριστεί ως εύρημα, ήταν εγκαταλελειμμένη. Ο Κηδεμόνας ως είχε καθήκον ζήτησε λεπτομέρειες για να εξακριβωθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς και κατά πόσο η περίπτωση του Ενάγοντος ενέπιπτε στην περίπτωση που δικαιολογεί την άρση του καθεστώτος διαχείρισης, κάτι που ο Ενάγων δεν έπραξε για να διαπιστωθούν τα πραγματικά γεγονότα. Ούτε όμως και στο Δικαστήριο, κατά την ακροαματική διαδικασία, προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο και μαρτυρία επί των πιο πάνω ουσιωδών σημασίας, για την έκβαση της παρούσας, γεγονότων. H θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα όπως το Δικαστήριο παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν στην ερμηνεία των προνοιών της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ με βάση το άρθρο 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, δεν ευσταθεί με βάση το υπόβαθρο γεγονότων που έχει τεθεί στην παρούσα υπόθεση. Σημειώνω ότι παρόμοιο αίτημα εξετάσθηκε στην παρούσα υπόθεση, με αίτηση του Ενάγοντα, ημερομηνίας 04/03/2019 και απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2020. Ενόψει των ανωτέρω ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την παρούσα Αγωγή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ως εκ τούτου η υπόθεση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι ένα σετ εξόδων θα υπολογισθεί. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.