← Κύπρος

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Societe Generale Bank-Cyprus Ltd, Γεν. Αίτηση: 119/15, 11/2/2022

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Societe Generale Bank-Cyprus Ltd, Γεν. Αίτηση: 119/15, 11/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 119/15 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αιτητή και Societe Generale Bank-Cyprus Ltd Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση ημερ. 13.10.21 από τελική δικαιούχο εταιρείας για Ακύρωση Διαταγμάτων Παράτασης, Ανανέωσης και Δέσμευσης Λογαριασμού Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Αιτήτρια: κ. Χ. Παρασκευάς, για Χρίστος Παρασκευάς ΔΕΠΕ Για Καθ' ου: κα Ε. Οικονομίδου, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Τράπεζα: κα Ι. Ορφανίδου, για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν σχετικού αιτήματος Ρουμάνου εισαγγελέως για δικαστική συνδρομή και συνακόλουθης αίτησης του Γενικού Εισαγγελέως, της Δημοκρατίας ημεδαπό δικαστήριο στις 23.4.15 διέταξε την εγγραφή και την εκτέλεση της αλλοδαπής Απόφασης Δέσμευσης ημερ. 11.2.15 αναφορικά με το ποσόν των €312.379, το οποίο ευρίσκετο κατατεθειμένο στον λογαριασμό υπ' αρ..4978 στη Societe Generale Bank-Cyprus Ltd («Τράπεζα») επ' ονόματι της εταιρείας Lakaro Ltd, η οποία διατηρούσε το εγγεγραμμένο γραφείο της στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Παράλληλα το δικαστήριο διέταξε όπως γνωστοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα δέσμευσης στην κα Cristache, υπό την ιδιότητα της ως η πραγματική δικαιούχος της Lakaro Ltd [(άρθρο 43Γ

(5)]. Στις 3.4.18 τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.13(Ι)/18, ο οποίος, μεταξύ άλλων, με την προσθήκη νέων εδαφίων
(6)και
(7)στο άρθρο 43Γ του βασικού Ν.188(Ι)/07 προέβλεψε πως τέτοια διατάγματα (για εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης δέσμευσης) ισχύουν για περίοδο τριών ετών από την έκδοση τους. Για παλαιοτέρα της τροποποίησης αυτής διατάγματα προέβλεψε πως εάν είχαν παρέλθει τα τρία έτη και δεν είχε εκδοθεί διάταγμα δήμευσης τότε δύνανται να ακυρωθούν εάν η ΜΟ.Κ.Α.Σ. εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου (3.4.18) δεν καταχωρίσει αίτηση για παράταση, ήτοι μέχρι τις 3.4.20. Στις 10.12.20 η Αιτήτρια (τελική δικαιούχος) καταχώρισε αίτηση για παρέμβαση και ή συνένωση της στη διαδικασία ούτως ώστε να τής παρέχεται άδεια να προχωρήσει στην καταχώριση αίτησης για ακύρωση και ή παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 23.4.15. Η αίτηση αυτή ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση κατά την 1.2.21. Στις 8.1.21 ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε αίτηση αιτούμενος διατάγματα αφενός για παράταση της προθεσμίας καταχώρισης αίτησης για παράταση της ισχύος του αρχικού διατάγματος δέσμευσης και αφετέρου για την ίδια την παράταση της ισχύος του αρχικού διατάγματος. Η αίτηση αυτή ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση επίσης κατά την 1.2.21. Κατά τη δικάσιμο όμως της 1.2.21 ευρίσκετο σε ισχύ η απόφαση του Ανωτάτου ημερ. 11.1.21, οπότε και οι δύο αιτήσεις, λόγω των μέτρων κατά της πανδημίας, επαναορίστηκαν μέσω ανάρτησης στο Πινάκιο, για τις 22.4.21. Κατά τη δικάσιμο της 22.4.21 και στα πλαίσια της αίτησης του Γενικού Εισαγγελέως ημερ. 8.1.21 το δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε τα διατάγματα (
  1. i)παράτασης της προθεσμίας για αίτηση καθώς και (
  2. ii)παράτασης της ισχύος του αρχικού διατάγματος. Την ακύρωση αυτών των διαταγμάτων επιδιώκει με την εκδικαζόμενη αίτηση της τώρα η Αιτήτρια (σε συνδυασμό με τα αιτητικά αφενός για ακύρωση του αρχικού διατάγματος δέσμευσης και αφετέρου για αποδέσμευση του ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό). Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ασκούμενου δικηγόρου κ. Περατικού, στην οποία παραθέτει το ιστορικό και τα επιχειρήματα της τελικής δικαιούχου, εκ μέρους της οποίας προβάλλεται: (
  3. i)Ότι η Δημοκρατία όφειλε να καταχωρίσει την εν λόγω αίτηση της μέχρι τις 3.4.20 το αργότερο, ότι έχει εμφιλοχωρήσει προφανής παρατυπία και ή παρανομία λόγω του εμφανέστατου νομικού λάθους, ότι τα αιτητικά ζητήθηκαν με την ίδια αίτηση ημερ. 8.1.21 και άρα το αιτητικό για παράταση ισχύος (πριν δοθεί παράταση προθεσμίας για αίτηση) είναι πρόωρο, αντικανονικό, εκπρόθεσμο, θνησιγενές και άρα η παράταση ισχύος είναι εξ υπαρχής άκυρη. (
  4. ii)Ότι πουθενά δεν προβλέπεται δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας καταχώρισης αίτησης για παράταση ισχύος διατάγματος δέσμευσης και συνεπώς ούτε το δικαστήριο είχε τέτοια δικαιοδοσία, η δε Δ.57 κ.2 δεν εφαρμόζεται αφού δεν ζητείται παράταση προθεσμίας προβλεπόμενης στους Θεσμούς και τέλος (iii) ότι τα διατάγματα πάσχουν νομικά κα πρέπει να ακυρωθούν αφού πρέπει να επιδοθούν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, άρα και στη Lakaro Ltd, η οποία όμως έχει διαγραφεί από τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών στα Η.Α.Ε. κατά τον Δεκέμβριο του 2018. Ο Γενικός Εισαγγελέας προέβαλε οκτώ λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι δύνανται να συνοψιστούν στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είναι παραπλανητικοί, ορθά εκδόθηκαν τα διατάγματα παράτασης του χρόνου και ισχύος, λόγω διαγραφής της Lakaro Ltd δεν έχει δικαίωμα η Αιτήτρια να αιτείται ακύρωση, η αίτηση υπεβλήθη με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και είναι καταχρηστική, αβάσιμη και ανυπόστατη. Σε συνοδεύουσα ένορκη δήλωση της η ανακριτής της ΜΟ.Κ.Α.Σ. κα Χατζηξενοφώντος προβάλλει αρχικά τη διαγραφή της εταιρείας Lakaro Ltd ως κώλυμα για την αποδέσμευση των χρημάτων και στη συνέχεια αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η Αιτήτρια είναι κατηγορούμενη στην ποινική υπόθεση στη Ρουμανία, ότι όντως εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα στις 12.5.21 (βάσει της αίτησης ημερ. 10.12.20) το οποίο επέτρεπε στην Αιτήτρια να προχωρήσει με αίτηση για ακύρωση για λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υφίστανται προς τούτο, ότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται αλλά έχει διακριτική εξουσία να ακυρώσει το αρχικό διάταγμα, ότι τα διατάγματα παράτασης εκδόθηκαν στην παρουσία των δικηγόρων της Αιτήτριας και τέλος εξηγεί τις διαδικασίες στη Ρουμανία, καθώς και τη νομική πτυχή της παρούσας αίτησης. Νομική Πτυχή Όπως ρητώς αναφέρει στην αγόρευση της η Αιτήτρια, η ίδια βασίζει την παρούσα αίτηση παραμερισμού στη Δ.48 κ.8
(4). Όντως το άρθρο 72 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν.188(Ι)/07 προνοεί ότι κατά την έκδοση διαταγμάτων, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον πιο πάνω Νόμο τότε εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν οι διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (εξαιρουμένου του άρθρου 9 του Κεφ.6). Το δε άρθρο 77 του Νόμου προνοεί πως μέχρι την έκδοση διαδικαστικού κανονισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο εφαρμόζονται οι ισχύοντες διαδικαστικοί κανονισμοί ανάλογα με τη φύση της σχετικής διαδικασίας και με τις τροποποιήσεις ή αναπροσαρμογές που κρίνονται αναγκαίες. Στη Δ.48 κ.8
(4)προνοείται πως οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από διάταγμα εκδοθέν μονομερώς δύναται να αποταθεί διά κλήσεως για να το παραμερίσει ή διαφοροποιήσει και το δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή διαφοροποιήσει υπό τέτοιους όρους ως θα ήθελε θεωρηθούν δίκαιοι. Σε σχέση με την πρόνοια αυτή στην υπόθεση Έλληνας ν. Χριστοδούλου
(1995)1 Α.Α.Δ.438 λέχθηκαν τα εξής: «Η εξέταση ζητήματος κατόπιν αίτησης δια κλήσεως, παρά την ταυτοσημία στη φύση του ζητήματος με ό,τι απασχόλησε προηγουμένως μονομερώς, έχει τη δική της αυτοτέλεια και μάλιστα με ορίζοντες ευρύτερους. Η αίτηση δια κλήσεως δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προηγούμενης διαδικασίας η οποία είχε και εκείνη εντός των ορίων της τη δική της αυτοτέλεια. Ως εκ τούτου η νέα διαδικασία δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή ο οποίος είχε προηγουμένως επιληφθεί του ζητήματος. Πρόκειται δικονομικά για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση, την παγιωμένη από την πρακτική, των μονομερώς εκδοθέντων και ακολούθως επιστρεπτέων συντηρητικών διαταγμάτων. Δεδομένης λοιπόν της ρητής ρύθμισης που γίνεται με τη Δ.48 θ.8
(4), ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει δικαίωμα να προστρέξει σε αυτήν προκειμένου να προσβάλει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. ............................... Προκύπτει συνεπώς ότι η κατ' εξοχήν προσφερόμενη δικονομική οδός είναι εκείνη που διαλαμβάνεται στην Δ.48 θ.8
(4). Δεν παραγνωρίζουμε το ότι η πρόνοια αυτή συνιστά την απόληξη στη ρύθμιση που γίνεται με τον θ.8 της Δ.48 αναφορικά με μονομερείς αιτήσεις. Θα ήταν όμως κατά τη γνώμη μας ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θ.8, αν περιοριζόταν η λειτουργία της μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θ.8. Θα λέγαμε ότι κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγομένη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θ.8 και τούτο δεδομένου ότι θεωρούμε πως σε τέτοια περίπτωση το γεγονός αυτό δεν εκθεμελιώνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.» Στη μεταγενέστερη υπόθεση Νικολαΐδου ν. Αττιπά κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ.1620 η εξουσία του δικαστηρίου σε τέτοιου είδους αίτηση προσδιορίστηκε ως δυνατότητα επανεξέτασης θέματος, το οποίο αρχικά ρυθμίστηκε μονομερώς. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Δ.48
(8)
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Ακολουθεί την απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατό να χορηγηθεί θεραπεία ex parte, στις οποίες περιλαμβάνεται σειρά κανονισμών για τη χορήγηση άδειας. Δεν διακρίνουμε κανένα λόγο για διαφοροποίηση ανάλογα με το αν το διάταγμα έχει ως περιεχόμενο τη χορήγηση άδειας ή οτιδήποτε άλλο από τα προσδιοριζόμενα. Στόχος της Δ.48
(8)
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίησή του. ..................... Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αναθεώρησε το διάταγμα της 6.2.97. Διαπίστωσε ατέλεια που δεν θεραπεύθηκε με κατάλληλο δικονομικό διάβημα και, για τους λόγους που εξηγήσαμε, θεωρούμε ορθή την προσέγγιση του. Αφού η έκδοση εντάλματος κατοχής τελεί υπό την προϋπόθεση της επίδοσης του διατάγματος με προσδιορισμένο σ' αυτό το χρόνο που τάσσεται για συμμόρφωση, η διαπίστωση πως δεν τασσόταν τέτοιος χρόνος, ορθά οδήγησε στον παραμερισμό του.» (έμφαση δοθείσα) Όπως λοιπόν προκύπτει από τα ανωτέρω απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του κ.8
(4)της Δ.48 είναι το διάταγμα να έχει εκδοθεί μονομερώς («order made ex parte»). Αυτός στην πραγματικότητα είναι και ο λόγος ύπαρξης του, ήτοι «η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte» (ως αναφέρεται στην υπόθεση Αττιπά, (ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση το άρθρο 43Γ
(7)(β) προνοεί και την καταχώριση μονομερούς αίτησης και προφανώς δεν αμφισβητείται ότι τέτοια αίτηση είχε όντως καταχωριστεί από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο Γενικός Εισαγγελέας όμως προέβαλε ότι τα διατάγματα ημερ. 22.4.21 εκδόθηκαν στην παρουσία των δικηγόρων της Αιτήτριας και συγκεκριμένα του κ. Παρασκευά, ο οποίος την εκπροσωπεί και τώρα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Άλλωστε το παραδέχεται και η ίδια η Αιτήτρια στην αγόρευση της λέγοντας πως η αίτηση της Δημοκρατίας είχε οριστεί την ίδια ημέρα με τη δική της αίτηση για άδεια παρέμβασης και ή συνένωσης ενώ βέβαια τέτοιο δικαίωμα υπήρχε ούτως ή άλλως τόσο επειδή είχε στις 23.4.15 ονομαστικά συμπεριληφθεί στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα όσο και βάσει σχετικής νομολογίας ότι «επηρεαζόμενο πρόσωπο» σύμφωνα με τη Δ.48 κ.8
(4)δεν σημαίνει κατ' ανάγκη μόνο το διάδικο (βλ. ΑΒΡ Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.557). Εν πάση περιπτώσει η ουσία είναι πως η Αιτήτρια ήταν παρούσα μέσω του δικηγόρου της στις 22.4.
  1. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνεται από το συνταχθέν διάταγμα, το οποίο έχει η ίδια επισυνάψει στην παρούσα αίτηση της ως Τεκμήριο 3 και στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα εισαγωγικά: «Αίτηση ημερ. 8/1/2021 από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας-Αιτητή. Μετά από Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, παρουσιασθείσης προς ακρόαση στην παρουσία της κας Γεωργίου, δικηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα, του κου Παρασκευά για κ.κ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΔΕΠΕ, δικηγόρων για την . Cristache και της κας Κορφιώτου για κ.κ. Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων για την Καθ' ης η Αίτηση ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ αφού ανέγνωσε την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που καταχωρήθηκαν εκ μέρους του Αιτητή και αφού άκουσε παν ό,τι λέχθηκε από τους πιο πάνω δικηγόρους ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ KM ΠΑΡΑΤΕΙΝΕI το χρόνο καταχώρησης αίτησης με την οποία ως άνω Αιτών να αιτείται την παράταση ισχύος του Διατάγματος ημερομηνίας 23/04/
  2. ..................... ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΕΙΝΕΙ την ισχύ του διατάγματος ημερομηνίας 23 Απριλίου 2015, για περίοδο τριών ετών από την ημέρα έκδοσης του. ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ την γνωστοποίηση της υπό τον ως άνω. ...........................» Περαιτέρω το ίδιο το τηρηθέν πρακτικό της δικασίμου ημερ. 22.4.21 επιβεβαιώνει ότι πράγματι και οι δύο αιτήσεις έτυχαν χειρισμού την ίδια στιγμή στην παρουσία των δικηγόρων που αναφέρονται πιο πάνω στο συνταχθέν διάταγμα. Το δικαστήριο μάλιστα στην εισαγωγική του τοποθέτηση ανακοινώνει και περιγράφει τις δύο αιτήσεις, λέγοντας συγκεκριμένα για την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέως ότι είναι «αίτηση για ανανέωση ισχύος του διατάγματος». Ο Νόμος σε καμιά περίπτωση δεν ακυρώνει αυτομάτως το τυχόν διάταγμα για εγγραφή και εκτέλεση που είχε εκδοθεί πριν τον τροποποιητικό Ν.13(Ι)/
  3. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 43Γ
(7)(γ), το εν λόγω διάταγμα δύναται να ακυρωθεί σε περίπτωση που η ΜΟ.Κ.Α.Σ. δεν καταχωρίσει αίτηση για παράταση ισχύος εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.13(Ι)/18, δηλαδή από τις 3.4.18. Αυτό σημαίνει ότι παρέχεται μόνο δυνατότητα ή ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει ή όχι την ακύρωση του. Μάλιστα με τον ίδιο τον Ν.13(Ι)/18 προστέθηκε στο άρθρο 72 ειδική πρόνοια περί του ότι διάταγμα δέσμευσης που έχει εγγραφεί και δεν έχει ακυρωθεί σύμφωνα με τον Νόμο, τότε ανεξαρτήτως της ημερομηνίας έκδοσης του παραμένει σε ισχύ, είναι εκτελεστό και δύναται να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης του και να εκτελεστεί ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την ημερομηνία έκδοσης του. Εδώ η Αιτήτρια ήταν παρούσα κατά την έκδοση διαταγμάτων παράτασης προθεσμίας και ισχύος και (κρίνοντας από την απουσία οποιασδήποτε αντίθετης αναφοράς) δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ούτε έφερε οποιαδήποτε ένσταση στην έκδοση τους. Άφησε τα διατάγματα να εκδοθούν και εκ των υστέρων επικαλείται ότι το δικαστήριο χειρίστηκε το θέμα στην παρουσία μόνο του ενός μέρους (μονομερώς) και στην απουσία της. Όπως έχει όμως καταδειχθεί δεν ήταν έτσι τα πράγματα και υπ' αυτή την έννοια δεν είναι βάσιμη η επίκληση της Δ.48 κ.8
(4)με σκοπό την επανεξέταση. Να σημειωθεί, ίσως εκ του περισσού, πως με βάση την υπόθεση Stylianides v. Skot
(1982)C.L.R.786 δεν εντοπίζεται πρόβλημα στην προώθηση σε μια αίτηση τόσον αιτητικού για παράταση χρόνου όσον και αιτητικού για ανανέωση («We see no reason in principle why two remedial proceedings such as the enlargement of time and renewal should not be pursued in the same application.») Ενόψει των πιο πάνω παρέλκει η εξέταση του κατά πόσον ορθώς ή εσφαλμένα δόθηκε παράταση σε προθεσμία του Νόμου, θεωρούμενη τότε ίσως ως δικονομικής φύσης από το εκδικάσαν δικαστήριο. Ούτως ή άλλως έχω την άποψη πως η ανατροπή των διαταγμάτων σε μια τέτοια βάση προϋποθέτει διαπίστωση ότι το ομόβαθμο δικαστήριο κακώς ή εσφαλμένα ενήργησε, πράγμα που θα ήταν απαράδεκτο. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδη κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.1218 εξετάστηκε το εύρος της εξουσίας του Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Λέχθηκαν τα εξής: «Δεν θα εξετάσουμε το ζήτημα της εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.48
(8)
(4), να παραμερίσει προηγούμενες αποφάσεις του δικαστηρίου που είχαν εκδοθεί μονομερώς δυνάμει της Δ.40 θ.8. Θα εκλάβουμε ως δεδομένο ότι τέτοια εξουσία υπήρχε. Το σημαντικό όμως ερώτημα που τίθεται με την παρούσα έφεση είναι το κατά πόσον το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ή λανθασμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.48
(8)
(4). Παρατηρούμε συναφώς τα εξής: (α) Παρόλο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε ότι είναι πράγματι απαράδεκτο να ενεργήσει ως Εφετείο σε απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου και παρόλο που είπε ότι εκείνο που θα εξέταζε ήταν μόνο το κατά πόσον υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό των διαταγμάτων εκτέλεσης, βάσει της Δ.48
(8)
(4), εντούτοις εκείνο που, στην πραγματικότητα, έκαμε ήταν το να εξετάσει αν ορθώς και ευλόγως είχαν δοθεί τα διατάγματα εκτέλεσης. Αυτό είναι εμφανές από το ότι εξέτασε εάν καλά ή κακά δόθηκε το προηγούμενο διάταγμα εκτέλεσης, μονομερώς. ......................... (β) Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε και το ζήτημα του κατά πόσον το εξ αποφάσεως χρέος είχε εξοφληθεί, όπως ισχυρίζονταν οι εφεσίβλητοι. Αυτό όμως δεν είναι, κατά την κρίση μας, ζήτημα που αφορά άμεσα στην παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Εφόσον παραχωρηθεί άδεια εκτέλεσης μιας παλιάς απόφασης το ζήτημα του οφειλομένου υπολοίπου είναι, κατά την αντίληψη μας, θέμα ορθού υπολογισμού. Για τους προαναφερόμενους λόγους και με όλον τον προσήκοντα σεβασμό, θεωρούμε ότι πράγματι το πρωτόδικο δικαστήριο, στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ενήργησε ως Εφετείο ομοβάθμιου του δικαστηρίου και έκρινε την ορθότητα των προηγουμένων αποφάσεων του ομοβάθμιου δικαστηρίου και μάλιστα με λανθασμένα κριτήρια.» Σχετική με το ίδιο θέμα είναι και η υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Ηλιάδης
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.1745, καθώς και η πιο πρόσφατη υπόθεση Λοϊζίδη κ.ά. ν. Περατικού κ.ά., Πολ. Έφ. 32/2019, ημερ. 17.4.19 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο.» Κατά συνέπειαν, ακόμα και αν υπάρχει διαφορετική άποψη από το δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση, δεν θεωρώ ότι είναι επιτρεπτή η ακύρωση της παράτασης προθεσμίας η οποία είχε εγκριθεί από ομόβαθμο δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση. Κατάληξη Καταληκτικά θα πρέπει να προστεθεί και το ότι πέραν των πιο πάνω δικονομικών ζητημάτων δεν έχουν τεθεί οποιοιδήποτε λόγοι ουσίας για τους οποίους θα έπρεπε να τερματιστεί η ισχύς του διατάγματος εγγραφής. Αντιθέτως παρέμεινε αναντίλεκτο πως οι Ρουμανικές Αρχές επιθυμούν τη συνέχιση του διατάγματος, ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη στη Ρουμανία για οικονομικά αδικήματα με κατηγορούμενους 16 φυσικά πρόσωπα και επτά νομικά πρόσωπα, ότι η υπόθεση συνενώθηκε με άλλη ποινική και ότι υπήρξε μεγάλος αριθμός μαρτύρων σε διάφορες χώρες. Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι η εταιρεία Lakaro προς όφελος της οποίας τηρείται ο λογαριασμός στην Τράπεζα είναι ανύπαρκτη σήμερα αφού έχει διαγραφεί, χωρίς να έχουν αναφερθεί τυχόν ενέργειες για επαναφορά της. Ανεξαρτήτως όμως αυτών των ζητημάτων, για τους λόγους που έχουν προηγουμένως αναλυθεί η αίτηση υπόκειται σε απόρριψη. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.200 προς όφελος του Γενικού Εισαγγελέως και εις βάρος της Αιτήτριας (κας Cristache). Σε σχέση με την Τράπεζα καμιά διαταγή εξόδων δεδομένου ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα εκτός της παρακολούθησης της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.