Φυρίλλα ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης, Αρ. Αγωγής: 977/2020, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 977/2020 Μεταξύ: XXXXX Φυρίλλα ενάγοντα -και- Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Εναγομένων ............... Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Θ. Παπαθεοδώρου για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους: κα Μ. Μιλτιάδους για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης και Σια ΔΕΠΕ Απόφαση Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων ως προς την χρέωση στον λογαριασμό του ενάγοντα εξόδων επανεκτίμησης ακίνητου και επιπλέον αυξημένων ασφαλίστρων. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρησή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ.6, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Συνακόλουθα η διαδικασία διεξάγεται με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5,6 και 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προνοούν για διαδικασία ταχείας εκδίκασης. Οι διάδικοι καταχώρησαν την έγγραφη μαρτυρία τους, υπό τύπο ένορκης δήλωσης. Κατά την δικάσιμο, ημερομηνίας 28.9.2021, ο συνήγορος του ενάγοντα απέσυρε τη βάση αγωγής που εδράζεται σε αμέλεια. Περαιτέρω, κατά την ακρόαση της υπόθεσης η πλευρά του ενάγοντα απέσυρε το αιτητικό Στ της Έκθεσης Απαίτησης. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ
- Ο ενάγων στην έκθεση απαίτησής του δικογράφησε το ιστορικό της συνεργασίας του με τους εναγόμενους. Δικογράφησε, επίσης, κάποιους από τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 19.12.
- Ο ενάγων και η σύζυγός του προχώρησαν με την ασφάλιση του διαμερίσματος που αποτελούσε το αντικείμενο της πιο πάνω δανειοδότησης. Το έτος 2016 ο ενάγοντας και η σύζυγός του υπέβαλαν αίτημα για να ενταχθούν στο νέο πλαίσιο τιμολόγησης των εναγομένων. Στις 21.2.2017 οι εναγόμενοι χρέωσαν τον λογαριασμό του ενάγοντα με το ποσό των € 132 ως έξοδα εκτίμησης. Επιπρόσθετα, προέβησαν σε αναπροσαρμογή του ύψους του ασφαλίστρου. Σε σχέση με την αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου ισχυρίστηκε ότι έγινε κατά παράβαση των περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις νόμου. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους αποδέχθηκαν το ιστορικό των συμφωνιών που συνομολογηθήκαν μεταξύ των διαδίκων. Αρνήθηκαν, όμως, τις διάφορες αιτιάσεις περί παρανομίας που προέβαλε ο ενάγοντας. Παραδεκτά γεγονότα και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων, δια των δικογράφων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω) και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1320 και το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Tο Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.
- Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, παρά το γεγονός ότι οι τρεις μάρτυρες κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές δηλώσεις και επισύναψαν σειρά τεκμήριων, τα πλείστα γεγονότα δεν αμφισβητούνται και αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ενάγων και η σύζυγός του συνήψαν σύμβαση χρηματοδότησης με τους εναγόμενους στις 29.12.2003 για την αγορά ενός διαμερίσματος το οποίο βρίσκεται σε πολυκατοικία επί της Λεωφόρου XXXXX
- Συγκεκριμένα αποκτήθηκε το διαμέρισμα υπ' αριθμόν XXXXX. Για το εν λόγω διαμέρισμα ο ενάγοντας και η σύζυγός του, συνήψαν ασφάλιση πυρός και σεισμού με την εταιρεία Eurosure Insurance Company Ltd. Ακολούθως, μεταξύ των ετών 2004 - 2007, ο ενάγοντας με τη σύζυγό του αγόρασαν άλλα 3 καταστήματα στην εν λόγω πολυκατοικία. Σε κάποιο στάδιο, ο ενάγοντας και η σύζυγός του αποτάθηκαν στους εναγόμενους για περαιτέρω χρηματοδότηση. Στις 19.12.2014 συνομολογήθηκε δανειακή σύμβαση για το ποσό των € 54.
- Την ίδια ημερομηνία συνομολογήθηκε η σύμβαση και η δήλωση υποθήκης υπ' αριθμόν XXXXX/
- Με την εν λόγω Υποθήκη ο ενάγοντας και η σύζυγός του υποθήκευσαν το εγγεγραμμένο, επ' ονόματι τους, μερίδιο 2465/1000 επί του όλου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX, Φ/Σχ 30/24W1, τεμάχιο XXXXX στο Γέρι. Το εν λόγω ακίνητο είναι χωράφι στο οποίο έχουν αναγερθεί κτήρια. Στις 8.12.2014 η Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία Κύπρου Λτδ υπέβαλε πρόταση ασφάλισης. Η εν λόγω πρόταση ασφάλισης αφορούσε ασφάλιση ενός διαμερίσματος εκτιμημένη αξία €75.
- Για το επίδικο δάνειο οι εναγόμενοι τηρούσαν τον λογαριασμό υπ' αριθμόν XXXXX459-
- Ο ενάγων και η σύζυγός του στις 25.11.2016 υπέβαλαν πρόταση για ένταξή τους στο νέο πλαίσιο τιμολόγησης των εναγόμενων. Περαιτέρω αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι διενεργήθηκε εκτίμηση σε σχέση με το σύνολο της υποθηκευμένης περιουσίας. Αντίγραφο της εν λόγω εκτίμησης κατατέθηκε ως τεκμήριο από αμφότερες τις πλευρές. Στις 21.2.2017 η εναγόμενη χρέωσε τον λογαριασμό του ενάγοντα με το ποσό των € 132 ως έξοδα επανεκτίμησης. Στις 25.5.2017 υπογράφηκε τροποποιητική συμφωνία για το επίδικο δάνειο. Τέλος στις 2.2.018 υπογράφθηκε νέα τροποποιητική συμφωνία για το εν λόγω δάνειο. Στις 16.7.2019 οι εναγόμενοι μέσω επιστολής τους ενημέρωσαν τον ενάγοντα και τη σύζυγό του ότι θα προέβαιναν σε αύξηση των ασφαλίστρων. Σημειώνεται τέλος ότι οι όροι των πιο πάνω συμφωνιών δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η διαφωνία των διαδίκων στην παρούσα έγκειται στη νομική ερμηνεία των διαφόρων συμβατικών όρων. Μαρτυρία Ο ενάγοντας αναφέρθηκε στο ιστορικό των δοσοληψίων καταθέτοντας ως τεκμήρια τις συμφωνίες και αλληλογραφία που είχε με την εναγόμενη. Η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στο ιστορικό δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων και κατέθεσε ταυτόσημα τεκμήρια με το Μ.Ε.
- Η Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στο ιστορικό των δοσοληψίων μεταξύ των διαδίκων και κατέθεσε ως τεκμήρια τόσο τις συμφωνίες όσο και τη αλληλογραφία μεταξύ των μερών. Αναφέρθηκε επίσης στη επιστολή, ημερομηνίας 16.7.2019, με την οποία οι ενάγοντες ενημέρωναν για την αύξηση των ασφαλίστρων. Επισύναψε τη σχετική επιστολή μαζί με το σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης που εκδόθηκε από την Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία ( Κύπρου) Λτδ, ως τεκμήριο
- Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αμφότεροι, οι συνήγοροι υπέδειξαν ότι τα θέματα προς απόφαση είναι ουσιαστικά δύο. Συγκεκριμένα το κατά πόσο οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να χρεώσουν τον λογαριασμό του ενάγοντα με το ποσό των € 132 ως έξοδα επανεκτίμησης και το κατά πόσο οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα από το έτος 2019 και εντεύθεν να αναπροσαρμόσουν το ποσό που απέκοπταν ως κόστος της ασφαλιστικής κάλυψης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, στη βάση πάντοτε των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας υπό τη νέα Διαταγή 30 έγκειται στο ότι η μαρτυρία, κατά κανόνα κατατίθεται γραπτώς και οι μάρτυρες δεν δίδουν προφορική μαρτυρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να αξιολογήσει την εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, ή τον τρόπο που απαντά. Το γεγονός, όμως, ότι οι μάρτυρες, σε παρόμοιας φύσης διαδικασίες, δεν καταθέτουν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν οδηγεί σε χαλάρωση τους κανόνες που αφορούν την αποδοχή και αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας, οι οποίοι συνεχίζουν να ισχύουν κανονικά. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ενάγοντα Επί των γεγονότων η μαρτυρία του Μ.Ε.1 συνάδει και προκύπτει από την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία και τα έγγραφα που δεν αμφισβητούνται. Ως προς τη σειρά αξιολογικών κρίσεων που εξέφρασε περί παρανομίας και καταχρηστικότητας των επίμαχων όρων των επίδικων συμβάσεων, δεν μπορεί να επηρεάσει, καθότι άπτονται των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Όπως έχει υποδειχθεί και πρόσφατα στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά ν. Αστυνόμιας Ποινικές Εφέσεις 217 και 218/2019, ημερομηνίας 1.2.2022: «Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου» Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ενάγοντα για την εξαγωγή ευρημάτων, ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας και το κοινό υπόβαθρο γεγονότων. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω για τον ενάγοντα, οι διάφορες αξιολογικές κρίσεις που εξέφρασε η μάρτυρας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 για την εξαγωγή ευρημάτων, ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Οι αναφορές της Μ.Υ.1 προκύπτουν όλες από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και είναι κατά κύριο λόγο κοινά μεταξύ των διαδίκων και δεν αμφισβητούνται. Ιδίως η θέση της για την αύξηση των ασφαλίστρων στο επίδικο δάνειο προκύπτει ευθέως και υποστηρίζεται μέσα από το Τεκμήριο 15, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και επί της ουσίας δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Επιπλέον η θέση της για το ασφαλιστέο ποσό επιβεβαιώνεται και από την επιστολή του ενάγοντα ημερομηνίας 23.10.2019 η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμήριου 17 που κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας, Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Υ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων, ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Ευρήματα Στην υπό κρίση υπόθεση τα πρωτογενή γεγονότα που σχετίζονται και αφορούν τα επίδικα θέματα της αγωγής καλύπτονται από τα γεγονότα που έχουν καταγραφεί ανωτέρω και αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Πέραν από τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ εξέδωσε πιστοποιητικό ασφάλισης για την υποθηκευμένη περιουσία καθορίζοντας ως συνολικό ασφαλιστέο ποσό το ποσό των € 298.000 και ως συνολικό ετήσιο ασφάλιστρο το ποσό των € 97.
- Στη βάση του πιο πάνω πιστοποιητικού οι εναγόμενοι αναπροσάρμοσαν το ποσό που χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό δανείου με έξοδα ασφάλισης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο o εκάστοτε ενάγοντας απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή του, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει μέσα από τις ικανές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα ουσιώδη ζητήματα είναι νομικά. Κυρίως περιστρέφονται γύρω από την ερμηνεία του όρου 10 της σύμβασης ημερομηνίας 19.12.
- Συγκεκριμένα το πρώτο σκέλος της αξίωσης του ενάγοντα αφορά την χρέωση του κόστους εκτίμησης, η οποία ανήλθε στο ποσό των €
- Ο ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι η πιο πάνω αύξηση είναι αντισυμβατική. Πυρήνας της επιχειρηματολογίας του ενάγοντα ήταν η θέση ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν εξουσιοδοτούσαν τους εναγόμενους να χρεώσουν στον λογαριασμό του ενάγοντα το ποσό της εκτίμησης. Το δεύτερο σκέλος της αξίωσης αφορά την χρέωση αυξημένων ασφαλίστρων στον λογαριασμό του ενάγοντα από το έτος 2019 και εντεύθεν. Τα εν λόγω αυξημένα ασφάλιστρα προέκυψαν ως απότοκο της εκτίμησης που έγινε για το σύνολο της υποθηκευμένης περιουσίας και της συνακόλουθης αύξησης του κόστους ασφάλισης. Επομένως, και το δεύτερο σκέλος της αξίωσης άπτεται της εγκυρότητας της εκτίμησης του συνόλου της ενυπόθηκης περιουσίας. Στον αντίποδα, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων επικεντρώθηκε και αυτή στον όρο 10 της σύμβασης ημερομηνίας 19.12.
- Εισηγήθηκε δε ότι ο εν λόγω όρος και η αίτηση που υπέγραψε ο εναγόμενος για υπαγωγή του στη νέα τιμολόγηση, επέτρεπαν στους εναγόμενους να προβούν σε εκτίμηση και να χρεώσουν το εν λόγω ποσό στον λογαριασμό του ενάγοντα. Αμφότεροι οι συνήγοροι ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους με παραπομπή στη νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία συμβολαίων. Από τα ενώπιόν μου γεγονότα προκύπτει ότι κατά τον χρόνο χρέωσης του ποσού των € 132, μεταξύ των διαδίκων ήταν σε ισχύ η σύμβαση δανείου ημερομηνίας, 19.12.
- Από την επίδικη δήλωση και σύμβαση υποθήκης προκύπτει ότι ήταν υποθηκευμένο το σύνολο του ακίνητου που ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του ενάγοντα και της συζύγου του. Περαιτέρω, μέσα από την αίτηση του ενάγοντα για ένταξή του στο νέο πλαίσιο τιμολόγησης, ημερομηνίας 25.11.2016, ο ίδιος και η σύζυγός του εξουσιοδότησαν τους εναγόμενους να προβούν σε εκτίμηση της κατοικίας που χρηματοδοτήθηκε ή και του συνόλου των εξασφαλίσεων του δανείου. Επιπλέον, από την επίδικη εκτίμηση προκύπτει ότι αυτή έγινε για το σύνολο της υποθηκευμένης περιουσίας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η επίδικη εκτίμηση διενεργήθηκε για το σύνολο της υποθηκευμένης περιουσίας. Το σημείο διαφωνίας έγκειται στο κατά πόσο οι εναγόμενοι έγκυρα μπορούσαν να προβούν σε εκτίμηση του συνόλου της ενυπόθηκε περιουσίας. Πέραν, όμως, από το εάν οι εναγόμενοι νομιμοποιούνταν να προβούν σε εκτίμηση του συνόλου της ενυπόθηκης περιουσίας επίδικο είναι και το κατά πόσο νομιμοποιούνταν να χρεώσουν το κόστος στον ενάγοντα ή να αναπροσαρμόσουν τα ασφάλιστρα του επίδικου δανείου. Επομένως, το ουσιαστικό ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το κατά πόσο οι εναγόμενοι μπορούσαν έγκυρα να χρεώσουν το κόστος εκτίμησης στον ενάγοντα και ακολούθως εάν έγκυρα μπορούσαν να αναπροσαρμόσουν τα ασφάλιστρα. Είναι δε προφανές ότι το πιο πάνω ζητήματα άπτονται της ερμηνείας των όρων των επίδικων συμβάσεων. Οι αρχές που διέπουν τη μέθοδο ερμηνείας κάποιας σύμβασης έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Μεταξύ άλλων έχουν συνοψισθεί στην καλά γνωστή αυθεντία στην υπόθεση Χαραλάμπους Τρύφωνας και Άλλοι ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited),
(2011)1 Α.Α.Δ. 1739, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Saab κ.ά. v The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Zωής
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, Αλεξάντρου v. Κωμοδρόμου κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις). » Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και επεξηγήθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 11/2013, ημερομηνίας 17.6.2021, ως ακολούθως: "Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή». Συνεπώς το Δικαστήριο εκκινώντας από το λεκτικό της σύμβασης στο σύνολό της θα προχωρήσει να εξεύρει την πραγματική βούληση των μερών. Γνώμονας για τα πιο πάνω θα είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας ερμηνευόμενο στο σύνολό του στον μέσο συνετό άνθρωπο. Για τα πιο πάνω έχουν αναγνωριστεί σειρά κανόνων ερμηνείας. Μεταξύ αυτών και ο κανόνας Ejusdem Generis. Ως προς την έννοια και περιεχομένου της πιο πάνω αρχής παραπέμπω στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 33η έκδοση, τόμος 1, κεφάλαιο 13, παράγραφος 13-100, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά: «Where specific words follow general words instead of preceding them, the House of Lords has held that, as a general rule, the generality of the earlier should not be restricted by the insertion of the subsequent words, which may be regarded simply as examples of what was meant by the general words. » Υπό το πρίσμα των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τους ορούς των επίδικων συμφωνιών. Σε σχέση με την χρέωση του κόστους επανεκτίμησης, σημειώνω ότι η επίδικη χρέωση έγινε στις 21.2.
- Δηλαδή σε χρόνο που βρισκόταν σε ισχύ η σύμβαση δανείου ημερομηνίας 19.12.
- Στην εν λόγω σύμβαση ο όρος που καθορίζει τον τρόπο χρέωσης του επιδίκου λογαριασμού είναι ο όρος 2, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Το δάνειο θα χρεώνεται: (α) με ετήσιο κυμαινόμενο επιτοκίο προς 4.41% (β) Με τραπεζικά δικαιώματα, έξοδα και επιβαρύνσεις που ο οργανισμός κατά την απόλυτη κρίση του τυχόν αποφασίσει κατά καιρούς και για τα οποία θα ενημερώσει το χρεώστη με ειδοποίηση ή ανακοίνωση και τα οποία σήμερα ανέρχονται σε €--.» Περαιτέρω, σχετικός με την χρέωση ασφαλίστρων είναι ο όρος 10 της επίδικης σύμβασης, ο οποίος διαλαμβάνει αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Μέχρι την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεών του, ο χρεώστης υποχρεούται να διατηρεί ασφαλισμένα προς όφελος του Οργανισμού τα ενυπόθηκα κτήματα για ποσό ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου για όλους τους κινδύνους ή για τους κινδύνους που ο Οργανισμός ήθελε απαιτήσει και εκχωρήσει προς όφελος του Οργανισμού τα δικαιώματά του, όπως αυτά προκύπτουν από τη σύμβαση ασφάλισης της οποίας το σχετικό κόστος θα βαρύνει τον ίδιο και / ή μεριμνά ώστε ο Ενυπόθηκος Οφειλέτης να διατηρεί ασφαλισμένα, όπως πιο τπάνω, προς όφελος του Οργανισμού τα υποθηκευμένα κτήματά του. Στην περίπτωση που ο χρεώστης θα επιλέξει να ενταχθεί στις ομαδικές ασφάλειες ζωής και κατοικίας του Οργανισμού, το δάνειο θα χρεώνεται με τα σχετικά ασφάλιστρα του θα φέρουν τον ίδιο τόκο και θα διασφαλίζονται όπως ακριβώς η παρούσα οφειλή. Τυχόν παράλειψη του χρεώστη και / ή του Ενυπόθηκου Οφειλέτη να ενεργήσουν όπως αναφέρεται πιο πάνω θα δίδει το δικαίωμα (αλλά όχι την υποχρέωση) στον Οργανισμό να συνάψει ασφάλιση εκ μέρους του χρεώστη και / ή του Ενυπόθηκου Οφειλέτη με οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία και να χρεώνει το δάνειο με το συνολικό κόστος της όπως πιο πάνω.» Ο όρος 10 είναι προφανές ότι αναφέρεται στο κόστος ασφάλισης, ήτοι υπαρκτής ασφάλισης που εκχωρείται. Όπως και να διαβαστεί ο εν λόγω όρος δεν εκτείνεται στα προαπαιτούμενα της οποιασδήποτε ασφάλισης. Συνεπώς, το ζήτημα της νομιμότητας της χρέωσης του κόστους επανεκτίμησης, ήτοι του ποσού των € 132, θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του όρου 2(β) της σύμβασης. Απλή ανάγνωση του όρου 2(β) αποκαλύπτει ότι, παρά το γεγονός πως χορηγεί στην εναγόμενη ευρύ δικαίωμα επιβολής εξόδων και επιβαρύνσεων, εντούτοις επιβάλλει σε αυτή όπως ενημερώνει τον χρεώστη με ειδοποίηση ή ανακοίνωση. Προκύπτει, συνεπώς, πως η ίδια σύβαση ρητά και ξεκάθαρα θέτει ως προϋπόθεση για την επιβολή οποιασδήποτε χρέωσης, πέραν του συμφωνηθέντος τόκου, την προηγούμενη ενημέρωση του χρεώστη δια ειδοποίησης ή δια ανακοίνωσης. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι το περιεχόμενο του επίδικου όρου είναι σαφές ξεκάθαρο και δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τους όρους που πρέπει να πληρούνται, ώστε να δικαιούνται οι εναγόμενοι έγκυρα να επιβάλουν χρεώσεις ή επιβαρύνεις. Περαιτέρω, ένεκα του γεγονότος ότι ο επίδικος όρος χορηγεί ευρύτατο δικαίωμα επιβολής χρεώσεων, η ανάγκη τήρησης των προϋποθέσεων που θέτει είναι επιτακτική. Εάν τυχόν αγνοείτο ο μοναδικός όρος που έπρεπε να συντρέχει, ώστε να ενεργοποιηθεί τη ευρύτατη εξουσία επιβολής χρεώσεων, θα οδηγούμασταν σε παράλογα και άδικα αποτελέσματα. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι έδωσαν οποιαδήποτε ειδοποίηση ή εξέδωσαν οποιαδήποτε ανακοίνωση σε σχέση με την χρέωση του κόστους εκτιμήσεων ή επανεκτιμήσεων. Προκύπτει, συνεπώς, ότι δεν έχουν τηρηθεί οι όροι που έθετε η επίδικη σύμβαση, ώστε έγκυρα οι εναγόμενοι να μπορούσαν να προχωρήσουν στην επίδικη χρέωση. Ούτε το γεγονός ότι τυχόν ο ενάγοντας είχε υποχρέωση να τηρεί ασφαλισμένο το σύνολο της ενυπόθηκης περιουσίας και το ότι εξουσιοδότησε τους εναγόμενους να προβούν σε εκτίμηση θεμελιώνει δικαίωμα χρέωσης του κόστους εκτίμησης έξω και πέρα από τα όρια της επίδικης σύμβασης. Ούτε μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα από τους όρους της επίδικης σύμβασης και ούτε ο μέσος συνετός άνθρωπος θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι, μέσα από τους επίδικους όρους της συμβάσης, δημιουργείτο τέτοιο δικαίωμα στους εναγόμενους. Υπό το φως των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η χρέωση, ημερομηνίας 21.2.2017, ύψους €132, αντισυμβατικά χρεώθηκε στον λογαριασμό του ενάγοντα. Προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η αύξηση ασφαλίστρων ορθά χρεώθηκε στον λογαριασμό του ενάγοντα. Σημειώνεται ότι η αύξηση των ασφαλίστρων αφορά το έτος 2019 και εντεύθεν. Η πλευρά των εναγομένων, μέσω επιστολής τους ημερομηνίας 16.7.2019, πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι θα προχωρούσε σε αναπροσαρμογή της ασφάλειας πυρός για την υποθηκευμένη περιουσία. Η πιο πάνω αναπροσαρμογή προέκυψε προς συμμόρφωση με το σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης της εταιρείας Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τον όρο 10 της σύμβασης ημερομηνίας 19.12.2014 η υποχρέωση για ασφαλιστική κάλυψη εκτεινόταν μόνο στο διαμέρισμα που αγόρασε ο ενάγοντας με τη σύζυγό του και όχι στο σύνολο της υποθηκευμένης περιουσίας. Έτσι, σύμφωνα με την πλευρά του ενάγοντα δεν μπορούσε να αυξηθεί η ασφαλιστική κάλυψη, καθότι δεν υπήρχε υποχρέωση να είναι ασφαλισμένο το σύνολο της υποθηκευμένης περιουσίας. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι η εναγόμενη έχει ερμηνεύσει τον εν λόγω όρο με τρόπο που παραβιάζει τον περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις. Η ίδια θέση τέθηκε και στο δικόγραφο του ενάγοντα. Κατ' αρχάς, σημειώνεται ότι η κρίση περί καταχρηστικότητας εξετάζεται σε σχέση με τον εκάστοτε όρο και όχι με την ερμηνεία του. Επομένως στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί ζήτημα εξέτασης του καταχρηστικού χαρακτήρα του επίδικου όρου. Αντίθετα εγείρεται θέμα ερμηνείας του. Επί τούτου ο συνήγορος του ενάγοντα επικαλέστηκε την ερμηνευτική αρχή contra preferentem, δηλαδή την αρχή ότι σε περίπτωση ασάφειας ο εκάστοτε όρος ερμηνεύεται εις βάρος του προσώπου που τον συνέταξε. Παρέπεμψε σχετικά στην απόφαση Λιπέρη ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 42/13, 19.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A
- Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Η σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο, θεωρία και πράξη, σελ.416: «ο κανόνας contra preferentem θα πρέπει να τυγχάνει επίκλησης μόνο μετά από την αποτυχία απόδοσης ερμηνείας σε κάποιο διφορούμενο όρο, με βάση τους συνήθεις κανόνες ερμηνείας.» Η ίδια αρχή αποτυπώνεται και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 33η έκδοση, τόμος 1, κεφάλαιο 15 παράγραφος 15-12 ως ακολούθως: «So, while the rule may still be used to resolve "cases of genuine ambiguity", it should not be the court's starting point.108 This therefore suggests that contra proferentem is relevant to the construction of ambiguous contract terms only after the courts have sought to resolve that ambiguity by reference to the general principles of construction according to which ambiguity may be resolved by reference to the matrix of fact within which the contract was made and to commercial common sense under the general approach to construction of contracts. By contrast, in the case of consumer contracts, the principle of interpretation contra proferentem has been given explicit legislative force as a result of the implementation of the Unfair Terms in Consumer Contracts Directive
- » Υπό το φως των ανωτέρω εξάγεται το συμπέρασμα ότι καταφυγή στην ερμηνευτική αρχή contra preferentem επέρχεται μόνο όταν η απόδοση ερμηνείας στην σύμβαση δεν μπορεί να επέλθει με βάση τους συνήθεις κανόνες ερμηνείας. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω τον επίμαχο όρο υπό το φως των δικογραφημένων ισχυρισμών και των εισηγήσεων των διαδίκων. Η πλευρά του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι η χρήση της φράσης αγοραία αξία του ακίνητου, αναφέρεται μόνο στο χρηματοδοτούμενο ακίνητο του ενάγοντα και όχι στο σύνολο της ενυπόθηκης περιουσίας. Στον αντίποδα, η κα Μιλτιάδους εισηγήθηκε ότι από το σύνολο της επίδικής συμφωνίας δεν υφίσταται ασάφεια και ότι ο ενάγοντας και η σύζυγός του όφειλαν να έχουν ασφαλισμένο το σύνολο της υποθηκευμένης περιουσίας. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το σημείο διαφωνίας των διαδίκων έγκειται στην ερμηνεία της λέξης «ακίνητο» και εάν αυτή αναφέρεται στο χρηματοδοτούμενο διαμέρισμα μόνο ή στο σύνολο της ενυπόθηκης περιουσίας. Ως προκύπτει από την πάγια νομολογία που έχει παρατεθεί πιο πάνω η επίμαχη λέξη πρέπει να ερμηνευθεί εντός του συνόλου της συμφωνίας και όχι κατ' απομόνωση. Διαβάζοντας κανείς τον όρο 10 διαπιστώνει ότι θεσπίζει την υποχρέωση στους δανειολήπτες να διατηρούν ασφαλισμένα τα υποθηκευμένα κτήματα μέχρι την αγοραία αξία του ακινήτου. Ακολούθως γίνει ρητή αναφορά σε υποθηκευμένα κτήματα. Είναι προφανές ότι χρησιμοποιείται πρώτα ο ευρύτερος όρος «υποθηκευμένα κτήματα», ακολούθως ο ορός «αγοραία αξία του ακινήτου» και τέλος επαναλαμβάνεται η υποχρέωση στον δανειολήπτη να διατηρεί ασφαλισμένα τα ενυπόθηκα κτήματά του. Συνολική ανάγνωση του επίμαχου όρου κατατείνει στο συμπέρασμα ότι σκοπός ήταν να παρέμενε ασφαλισμένο το σύνολο της ενυπόθηκης περιουσίας. Αυτό προκύπτει από το ότι ευθύς εξ αρχής γίνεται χρήση του πληθυντικού, η οποία ενέχει την έννοια του καθορισμού του είδους του αντικείμενου που αφορά ο επίμαχος όρος της σύμβασης. Τέλος στον επίδικο όρο επανατονίζεται η υποχρέωση για ασφάλιση του συνόλου των ενυπόθηκων κτημάτων. Η χρήση της λέξης ακίνητο γίνεται μόνο με αναφορά στην αγοραία αξία και όχι για να διακρίνει από την γενικότερη υποχρέωση ασφάλισης των ενυπόθηκων κτημάτων. Επιπρόσθετα, με βάση την ερμηνευτική αρχή Ejusdem Generis η χρήση του ειδικότερου όρου ακίνητο μετά την χρήση του ευρύτερου όρου ενυπόθηκα κτήματα δεν μπορεί να περιορίσει την γενικότητα του πρώτου όρου. Επομένως, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο επίδικος όρος ερμηνευόμενος στο σύνολο του κατατείνει στο συμπέρασμα ότι θεσπίζει υποχρέωση στον ενάγοντα και στη σύζυγό του να διατηρούν ασφαλισμένο το σύνολο της ενυπόθηκης περιουσίας και όχι το χρηματοδοτούμενο διαμέρισμα. Συνακόλουθα, η πλευρά του ενάγοντα και της συζύγου του ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί ασφαλισμένο το σύνολο της ενυπόθηκης περιουσίας. Προς τούτο έγινε επανεκτίμηση και αναθεωρήθηκε σύμβαση ασφάλισης. Περαιτέρω σύμφωνα με τον όρο 5(β) της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 2.2.20218, ο λογαριασμός του ενάγοντα και της συζύγου του θα χρεώνεται μεταξύ άλλων και με τα ασφάλιστρα κατοικίας. Συνεπώς, η αναπροσαρμογή των επίδικων ασφάλιστρων και η συνακόλουθη χρέωση στον λογαριασμό του ενάγοντα και της συζύγου έγινε στη βάση ρητών όρων της επίδικης συμφωνίας, οι οποίοι ήταν έγκυροι και δεσμευτικοί για τους διαδίκους. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι κωλύονταν να αναπροσαρμόσουν την σχετική ασφαλιστική κάλυψη, αφού η αναπροσαρμογή της ασφαλιστικής κάλυψης προέκυψε μέσα από την εφαρμογή ρητών και έγκυρων όρων των επίδικων συμφωνιών. Μάλιστα ο ίδιος ο ενάγοντας συγκατατέθηκε και εξουσιοδότησε με την επιστολή του, ημερομηνίας 25.11.2016, τη διενέργεια εκτίμησης για το σύνολο της ενυπόθηκης περιουσίας. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η αγωγή μπορεί να επιτύχει μόνο μερικώς. Συγκεκριμένα μπορεί να επιτύχει μόνο το σκέλος της αξίωσης με το οποίο ζητείται αποζημίωση για το ποσό των € 132 που εσφαλμένα χρεώθηκε στον επίδικο λογαριασμό. Κατά τα λοιπά τα αιτητικά Α,Β, Δ, και Ε της έκθεσης απαίτησης απορρίπτονται. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των € 132 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Περαιτέρω τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη την απόφαση Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1996)1 ΑΑΑ 111 η πλευρά του ενάγοντα δικαιούται στην είσπραξη δικηγορικών εξόδων από την ημερομηνία που ξεκίνησε να εκπροσωπείται από συνήγορο, ήτοι από τις 23.9.2021. Σε σχέση με την προηγούμενη έξοδα ο ενάγοντας δικαιούται μόνο στην είσπραξη των πραγματικών εξόδων. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο