← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. OTKRITIE BROKER LTD, Αίτηση με αρ.: 216/2021, 11/2/2022

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. OTKRITIE BROKER LTD, Αίτηση με αρ.: 216/2021, 11/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση με αρ.: 216/

  1. Μεταξύ: * ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αιτητή -και- OTKRITIE BROKER LTD Καθ' ης η Αίτηση * Παρουσιάζεται ο τίτλος, ακριβώς ως έχει χρησιμοποιηθεί από τους Αιτητές πιο κάτω, για το δικονομικό διάβημα τους υπό εξέταση. ---------- [Αίτηση ημερομηνίας 19/10/2021, για ακύρωση διατάγματος δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων.] ---------- Ημερομηνία: 11/02/
  2. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές, XXXXX Klyushin, XXXXX Rumiantcev και M13LLC: κ. Σ. Κώστα, για την Στέλιος Αμερικάνος & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση, Γενικό Εισαγγελέα: κα Α. Οδυσσέως. Διάδικοι, Απόντες. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Όταν γίνεται λόγος, σε «Αμοιβαία νομική συνδρομή», αυτό, στον τομέα των ποινικών διαδικασιών και του ποινικού δικαίου, σημαίνει, την παροχή βοήθειας από ένα κράτος προς ένα άλλο, για την διερεύνηση και την δίωξη του εγκλήματος. Όταν στην σχετική διαδικασία, εμπλέκονται και οι δικαστικές ή και εισαγγελικές αρχές των κρατών, η παροχή βοήθειας, ως προελέχθη, συχνά αναφέρεται και ως «Αμοιβαία δικαστική συνδρομή». Δεν αφορά όμως, σε κάτι το διαφορετικό.
  4. Η αμοιβαία νομική συνδρομή, είναι ένα ουσιαστικό εργαλείο στον παγκόσμιο αγώνα κατά του εθνικού και διεθνικού εγκλήματος. Συμβαίνει, ολοένα και περισσότερο, ότι τα κράτη που εμπλέκονται στην έρευνα, την δίωξη και την καταστολή εγκληματικών δραστηριοτήτων, πρέπει να βασίζονται το ένα στο άλλο προκειμένου: (α) να οδηγηθούν επιτυχώς οι φερόμενοι παραβάτες στην δικαιοσύνη, (β) να αποτραπεί η διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, (γ) να παρεμποδιστεί και καταπολεμηθεί η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και (δ) να κατασχεθεί από τους παραβάτες το προϊόν του εγκλήματος και δημευθεί. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η ευκολία μετακίνησης, κατά τον εικοστό αιώνα, που συνέχισε ακόμη πιο ραγδαία κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα, οδήγησαν στην παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος, ιδιαίτερα των σοβαρών εγκλημάτων [i], και ενίσχυσαν την ανάγκη των κρατών να συνεργαστούν αποτελεσματικά για την επίτευξη του αμοιβαίου στόχου, που είναι, η καταπολέμηση της εγκληματικής δραστηριότητας. [ii]. Συνεπώς, είναι ολοένα και πιο συνηθισμένο, κάποιο πρόσωπο που διώκεται για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε ένα κράτος, να κατέχει ή να μετακινεί περιουσιακά στοιχεία, σε ένα άλλο κράτος. Ως εκ τούτων, η δέσμευση και η δήμευση περιουσίας που αποτελεί το προϊόν εγκληματικής δράσης, είναι ουσιαστικά εργαλεία στην καταπολέμηση της εγκληματικής δραστηριότητας, προς επίτευξη του προαναφερόμενου αμοιβαίου στόχου.
  5. Τα κράτη στοχεύουν στην καταπολέμηση της εγκληματικής δραστηριότητας, θεμελιώνοντας το σύστημα συνεργασίας τους, κατά βάση, στις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης. Η νομική βάση για τέτοια συνεργασία, μπορεί να παρέχεται από: (α) διμερείς ή και (β) πολυμερείς συμβάσεις, συνθήκες ή συμφωνίες, που περιέχουν διατάξεις για αμοιβαία νομική συνδρομή, (γ) ημεδαπά νομοθετήματα που την επιτρέπουν, ή και, (δ) σε σχετικές υποσχέσεις αμοιβαιότητας (που συχνά αναφέρονται ως «"letters rogatory" ή "comity"»).
  6. Η υπό κρίση Αίτησης ημερομηνίας 19/10/2021, που έχει καταχωρηθεί από τους XXXXX Klyushin, XXXXX Rumiantcev και M13LLC (στο εξής καλούμενοι «οι Αιτητές») και στέφεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπό την θεσμική του ιδιότητα (στο εξής καλούμενος «ο Καθ' ου η Αίτηση»), θεματικά, εντάσσεται στο προαναφερόμενο πλαίσιο. Στο επίκεντρο της, είναι οι διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 188(Ι)/2007»). Ειδικότερα, απασχολούν τα Μέρη ΙΙ και IV του Νόμου 188(Ι)/2007, τα άρθρα τους που αφορούν -ειδικότερα, τα Άρθρα 14, 16 και 43 [iii]-, στην έκδοση από το Δικαστήριο, διαταγμάτων δέσμευσης περιουσίας, στην βάση [και] διαταγμάτων αλλοδαπού Δικαστηρίου που εκδίδονται για σκοπούς Συμβάσεως ή νομοθεσίας που θεσπίζεται για σκοπούς εφαρμογής Συμβάσεως που περιέχει διατάξεις για αμοιβαία νομική συνδρομή, και την ακύρωση τους.
  7. Στις 20/07/2021, το Δικαστήριο, στη βάση των προνοιών [και] του Άρθρου 14

(1)(β) του Νόμου 188(Ι)/2007, εξέδωσε εναντίον των Αιτητών, διάταγμα δέσμευσης, με το οποίο τους απαγορευόταν, η οποιαδήποτε συναλλαγή και διάθεση με οποιοδήποτε τρόπο, συγκεκριμένης περιουσίας τους, ήτοι, καταθέσεων σε συγκεκριμένους επενδυτικούς λογαριασμούς τους (στο εξής καλούμενα «οι Επενδυτικοί Λογαριασμοί» και «το Διάταγμα Δέσμευσης»). 6. Το Διάταγμα Δέσμευσης, εκδόθηκε από το Δικαστήριο, κατόπιν μονομερούς Αιτήσεως του Καθ' ου η Αίτηση, ημερομηνίας 20/07/2021, με βάση το Άρθρο 14
(5)(α) του Νόμου 188(Ι)/2007, σε ανταπόκριση από τον Καθ' ου Αίτηση, για την Δημοκρατία, ως ήταν ο ισχυρισμός, αιτήματος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, για Δικαστική συνδρομή.
  1. Ήταν η θέσης του Καθ' ου η Αίτηση, που προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης, ότι, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για την Πολιτεία της Μασαχουσέτης και το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ερευνούν, εναντίον των Αιτητών, υπόθεση για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων και ότι, εναντίον τους, καταχωρήθηκε σε Δικαστήριο στην πόλη Βοστώνη στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης, ποινική δίωξη για την διάπραξη των ποινικών αδικημάτων, της παράνομης εισβολής και πρόσβασης σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τηλεπικοινωνιακή απάτη και απάτη σχετιζόμενη με αγορά μετοχών και συνωμοσία για την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, στα πλαίσια της οποίας, ο Κατήγορος τους (ήτοι, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για την Πολιτεία της Μασαχουσέτης), αιτείται και δήμευση περιουσιακών τους στοιχείων. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση του Καθ' ου η Αίτηση, που προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης, ότι, στους Επενδυτικούς Λογαριασμούς των Αιτητών, περιέχονται έσοδα τους που προήλθαν από την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων και ότι, σχετικά με αυτούς, στις 07/06/2021, εκδόθηκαν από Δικαστήριο στην πόλη Βοστώνη στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης, εντάλματα δέσμευσης με σκοπό την δήμευση των καταθέσεων τους.
  2. Επίκλησης, για την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης, έγινε από τον Καθ' ου η Αίτηση, εκτός του Νόμου 188(Ι)/2007, στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα Νόμο του 2002, Νόμος 20(ΙΙΙ)/2002 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 20(ΙΙΙ)/2002»), στον Περί του Εγγράφου, που προβλέπεται από το Άρθρο 3
(2)της Συμφωνίας για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 2003, αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα, που υπογράφηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999, (Κυρωτικό) Νόμο του 2008, Νόμος 7(III)/2008 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 7(ΙΙΙ)/2008») και στον Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμο του 2001, Νόμος 23(I)/2001 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 23(Ι)/2001»). Πιο σχετικά, είναι τα Άρθρα 2, 3, 4, 5 και 17, τόσο του Νόμου 20(ΙΙΙ)/2002, όσο και του Νόμου 7(ΙΙΙ)/2008. 9. Είναι η θέση των Αιτητών, για την βασιμότητα της υπό κρίση Αίτησης τους, ότι, στην βάση των περιστάσεων που προβάλλουν, κατά την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης από το Δικαστήριο μονομερώς, υπήρξε παραβίασης, από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, του καθήκοντος του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, σχετικά με την ενεργοποίηση, πραγματικά, των προνοιών του Άρθρου 14
(1)(γ)(ii) του Νόμου 188(Ι)/
  1. Οι αιτήσεις για διατάγματα δέσμευσης, οι οποίες, σύμφωνα με το Άρθρο 14
(5)(α) του Νόμου 188(Ι)/2007, υποβάλλονται χωρίς ειδοποίηση προς τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο, λόγω και των δραστικών επιπτώσεων τους σε αυτόν, υπόκεινται στο καθήκον ότι, ο αιτητής, πρέπει να αποκαλύψει, πλήρως και ειλικρινά, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα. [iv]. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος, δεν έχει, ούτε το δικαίωμα, ούτε την δυνατότητα, να παρίσταται ή να εκπροσωπείται κατά την εξέταση της αίτησης. Συνεπώς, η διαδικασία, αποτελεί εξαίρεση στην αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία, και οι δύο πλευρές πρέπει να ακουστούν προτού το Δικαστήριο εκδώσει ένα διάταγμα. Κατά συνέπεια, ο αιτητής, υποχρεούται να αποκαλύψει, πλήρως και ειλικρινά, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα, στην ένορκη δήλωση που καταθέτει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της αίτησης του. Αυτή η υποχρέωση του αιτητή, απαιτεί από αυτόν να αποκαλύψει, οποιεσδήποτε αδυναμίες στην υπόθεση του τις οποίες γνωρίζει, οποιαδήποτε πληροφορία μπορεί να είναι ευνοϊκή για τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο και οποιαδήποτε αθώα εξήγηση που μπορεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος να έχει δώσει κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του. Μια σοβαρή παράλειψη του αιτητή να συμμορφωθεί με το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, την ακύρωση του διατάγματος δέσμευσης [v], εφόσον, κάτι τέτοιο, δεν βοηθά το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της αιτήσεως για διάταγμα δέσμευσης, δίκαια. Ζήτημα, σε κάθε περίπτωση, η ακύρωσης τελικά ενός διατάγματος δέσμευσης, που άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. [vi].
  1. Το προαναφερόμενο καθήκον του αιτητή, κατά την υποβολή και προώθηση προς εξέταση από το Δικαστήριο αιτήσεων για διατάγματα δέσμευσης, για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων, επεξηγήθηκε -με σκεπτικό πειστικό, που υιοθετείται από το Δικαστήριο- από Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση Director of the Serious Fraud Office v A [2007] EWCA Crim
  2. Δια του Λ. Δικαστή, (ως ήταν τότε), A. P. G. Hughes, για το προκείμενο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (βλ. ειδικότερα στις παραγράφους 4, 5 και 6 της απόφασης): «
  3. Ένα διάταγμα δέσμευσης, είναι ένα μεγάλης εμβέλειας διάταγμα. Μολονότι δεν αφαιρεί ιδιοκτησία ή περιουσιακά στοιχεία από το πρόσωπο που ερευνάται και είναι εξ ορισμού προσωρινό σε εφαρμογή, εμποδίζει αυτό το πρόσωπο να χρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο την δεσμευμένη περιουσία έως ότου ολοκληρωθεί η ποινική έρευνα και οποιαδήποτε επακόλουθη δίωξη του. Αυτό, μπορεί να περιορίσει το υπό αναφορά πρόσωπο σημαντικά στο τι μπορεί να κάνει μέσω επιχειρηματικής ή ιδιωτικής δραστηριότητας. Εάν αποδειχθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν φαίνεται να είναι ένοχο εγκλήματος, μπορεί στο μεταξύ το πρόσωπο αυτό να έχει χάσει αρκετά λόγω των περιορισμών που του έθετε το διάταγμα δέσμευσης. Η ικανότητά του προσώπου αυτού, να ανακτήσει τυχόν απώλειες από εκείνους που αιτήθηκαν το διάταγμα δέσμευσης, σε μια εγχώρια υπόθεση, περιορίζεται αυστηρά από το Άρθρο 72 [vii], σε περιπτώσεις στις οποίες υπήρξε σοβαρή παράλειψης από έναν ανακριτή, τέτοιου είδους, που να προκάλεσε την συνέχιση της διερεύνησης, όταν διαφορετικά αυτό δεν θα γινόταν; ακόμη και αυτό το περιορισμένο δικαίωμα αποζημίωσης, φαίνεται να μην ισχύει, στην περίπτωση διατάγματος δέσμευσης που δόθηκε κατόπιν αιτήματος από το εξωτερικό .. Ο περιορισμός, από ένα διάταγμα δέσμευσης, μπορεί, μερικές φορές, να διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν και μπορεί να αναθεωρηθεί, εάν συνεχίζεται αδίκως. Το διάταγμα δέσμευσης, ονομάστηκε δρακόντειο, και μπορεί και (σκόπιμα) έτσι να είναι.
  4. Αίτηση για την έκδοση διατάγματος δέσμευσης, είτε ημεδαπής, είτε αλλοδαπής προέλευσης, συνήθως υποβάλλεται, αρχικά, χωρίς ειδοποίηση στον κατηγορούμενο. Αυτό, είναι απαραίτητο επειδή, εάν δινόταν ειδοποίηση, οι περισσότερες αιτήσεις, θα μπορούσαν να καταστούν χωρίς αντικείμενο από τον κατηγορούμενο, δια της μετακίνησης από αυτόν των περιουσιακών του στοιχείων ή με την μετατροπή τους σε κάτι άλλο προτού το Δικαστήριο εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα. Εντούτοις, ένα πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, μπορεί, εύκολα να αιτηθεί από το Δικαστήριο, την ακύρωση του, με το σκεπτικό ότι, δεν θα έπρεπε αυτό να είχε εξ αρχής εκδοθεί. Με αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνει πλήρη ακρόαση επί της ουσίας.
  5. Επειδή, η αρχική αίτηση υποβάλλεται, συνήθως, χωρίς ειδοποίηση, το δικαστήριο, δεν θα ακούσει, σε εκείνο το στάδιο, επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές. Για το λόγο αυτό, όπως και με άλλες αιτήσεις που υποβάλλονται χωρίς ειδοποίηση, το δικαστήριο, επιμένει στην πλήρη και ολοκληρωμένη αποκάλυψη από τον αιτητή, του οτιδήποτε θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του για την έκδοση ή μη του διατάγματος. Υπάρχει, μεγάλη υποχρέωση σε ένα τέτοιο αιτητή, να θέσει οτιδήποτε σχετικό ενώπιον του δικαστή, είτε αυτό μπορεί να βοηθήσει, είτε να εμποδίσει τον σκοπό του. ..».
  6. Ωστόσο, όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Jennings v Crown Prosecution Service [2005] 4 Αll ER 391 από Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, -με σκεπτικό πειστικό, που υιοθετείται από το Δικαστήριο- το δημόσιο συμφέρον για τον περιορισμό και την δήμευση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υπαγορεύει ότι, το Δικαστήριο, δεν πρέπει, με «την παραμικρή ευκολία», να αποφασίζει την ακύρωση ενός διατάγματος δέσμευσης. Καταγράφεται, για το προκείμενο, στις παραγράφους 62, 63 και 64, της απόφασης του Λ. Δικαστή, (ως ήταν τότε) A. C. Longmore, το εξής σκεπτικό: «
  7. . Όταν υπάρχει καθήκον στον κατήγορο να ενημερώσει το Δικαστήριο, γιατί στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, υπάρχει φόβος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και ο κατήγορος αποτύχει να εκπληρώσει αυτό το καθήκον, θα ήταν πολύ δυνατό, να ακυρωθεί εντελώς το διάταγμα δέσμευσης του Δικαστηρίου. Όταν υποβάλλεται αίτηση από τον κατηγορούμενο, για ακύρωση ή τροποποίηση του διατάγματος δέσμευσης του Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι είναι αδικαιολόγητος ο φόβος για αποξένωση των περιουσιακών του στοιχείων, το Δικαστήριο θα αποφασίσει σχετικά με το ζήτημα, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Εάν το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο κατήγορος δεν εξέτασε εάν υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων, όταν θα έπρεπε να το είχε κάνει, ή παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικό υλικό, αλλά το δημόσιο συμφέρον εξακολουθεί να απαιτεί το διάταγμα δέσμευσης του Δικαστηρίου, ο Δικαστής, μπορεί να στερήσει τον κατήγορο από τα έξοδα του, όπως και ο Δικαστής Leveson πράγματι έκανε σε αυτή την υπόθεση. Εάν το δημόσιο συμφέρον, απαιτεί την έκδοση διατάγματος δέσμευσης του Δικαστηρίου, τέτοια διαταγή θα πρέπει και πάλι να εκδοθεί από το Δικαστήριο.
  8. . Το γεγονός ότι, ο κατήγορος, ενεργεί για το δημόσιο συμφέρον, ., αντιτίθεται στην κύρωση της ακύρωσης του διατάγματος δέσμευσης του Δικαστηρίου, εάν μετά από εξέταση ολόκληρης της μαρτυρίας, το δικαστήριο κρίνει ότι μια τέτοια διαταγή του είναι κατάλληλη. Αυτό, δεν πρέπει να σημαίνει, ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει περίπτωση, όπου η αποτυχία του κατήγορου είναι τόσο αποκρουστική, ώστε η τελική κύρωση της ακύρωσης του διατάγματος δέσμευσης του Δικαστηρίου, να είναι δικαιολογημένη.». (η έμφασης είναι του Δικαστηρίου)
  9. Σχετική, είναι και η απόφαση του Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Director of the Serious Fraud Office v A [2007] EWCA Crim 1927 ανωτέρω, στην οποία, για το προκείμενο, αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν υπήρξε διαφωνία ενώπιον μας, για το ποιος είναι ο νόμος αναφορικά με τις συνέπειες της μη αποκάλυψης. Σαφώς, για να αποτελέσει οποιαδήποτε βάση για την ακύρωση του αρχικού διατάγματος που εξασφαλίστηκε χωρίς ειδοποίηση στον ύποπτο, οποιαδήποτε μη αποκάλυψης πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή, πρέπει να είναι κάτι που θα επηρέαζε την απόφαση του Δικαστή σχετικά με την αίτηση. Εάν υπήρξε ουσιώδης αποτυχία στην αποκάλυψη, αυτό μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση του διατάγματος, αλλά όχι απαραιτήτως. Η σωστή προσέγγιση, είναι να εξεταστεί εάν το δημόσιο συμφέρον απαιτεί ή όχι η διαταγή του Δικαστηρίου να παραμείνει ισχυρή, τώρα που είναι γνωστή η πραγματική θέση και λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη αποτυχία στην αποκάλυψη. Το εάν η μη αποκάλυψη ήταν σκόπιμη ή τυχαία, θα είναι σημαντικός παράγοντας, αν και όχι απαραίτητα καθοριστικός. .. Αν και είναι σκόπιμο να επιμείνουμε στην αυστηρή συμμόρφωση με τον κανόνα της αποκάλυψης, η ακύρωση του διατάγματος δεν ακολουθεί απαραίτητα ως μέσο πειθαρχίας του αιτητή, τουλάχιστον αν απουσιάζει αυτό, που, ο Longmore Λ. Δικαστής, στην υπόθεση Jennings v CPS [2005] EWCA Civ 746 ανέφερε ως, "τόσο αποτρόπαια αποτυχία", ώστε αυτή η ύστατη κύρωση να πρέπει να εφαρμοστεί.». (η έμφασης είναι του Δικαστηρίου)
  10. Όπως και προαναφέρθηκε, η παράλειψης του αιτητή να συμμορφωθεί με το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, για να μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, την ακύρωση του διατάγματος δέσμευσης, πρέπει να είναι σοβαρή. Πρέπει, δηλαδή, να μην αφορά, απλώς, ασήμαντα ατοπήματα μη αποκάλυψης παρεμφερή ζητημάτων, ιδιαιτέρως όταν η μη αποκάλυψης γίνεται ακούσια. Η μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφορά ζητήματα και γεγονότα ουσιώδη, σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα δέσμευσης. «Οποιαδήποτε μη αποκάλυψη, πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή, να είναι κάτι που θα είχε επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση» [viii].
  11. Επισημαίνεται ότι, το καθήκον του αιτητή για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, δεν σημαίνει υποχρέωση του αιτητή αποκάλυψης κάθε λεπτομέρειας της υπόθεσης και ότι, το Δικαστήριο, πρέπει να δίδει στον αιτητή κάποιο εύλογο περιθώριο, για να αντικατοπτρίσει το γεγονός ότι, σε πολλές περιπτώσεις, είναι, εκτός από αναγκαία, και επείγουσα η υποβολή αιτήσεων για την έκδοση διαταγμάτων δέσμευσης, για να αποτραπεί η αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων σημαντικής αξίας [ix]. Ειδικότερα αυτό, όταν η σχετική διαδικασία έχει «διασυνοριακό χαρακτήρα», ως προαναφέρθηκε. Η λεπτομέρεια, συνεπώς, σε ότι αφορά τους προβαλλόμενους από τον αιτητή ισχυρισμούς, χωρίς αυτό να σημαίνει μη συμμόρφωση του με το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, πρέπει να κρίνεται ανάλογα των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης.
  12. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του κατά πόσο είναι δικαιολογημένη η έκδοση του διατάγματος δέσμευσης, -όπως, βεβαίως, και κατά την εξέταση του κατά πόσο οι περιστάσεις δικαιολογούν την ακύρωση του-, δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας των διαδικασιών που κινήθηκαν ή και εκκρεμούν στην αιτούσα χώρα [x].
  13. Η «εύλογη υποψία» και «εύλογη αιτία», άλλωστε, βάσει του Άρθρου 14
(1)[(β) και (γ)(ii)] του Νόμου 188(Ι)/2007, επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί ορθά να βασιστεί με βάση την μαρτυρία, για να αποφασίσει ότι μπορεί να εκδώσει διάταγμα δέσμευσης, περιλαμβάνουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υποθέσεις και υποψίες που επί του παρόντος διατυπώνονται, από τις αρχές της αιτούσας χώρας, για την συνέχιση των διαδικασιών στην δικαιοδοσία εκείνη [xi]. 18. Επιπρόσθετα, το Άρθρο 14
(1)[(β) και (γ)(ii)] του Νόμου 188(Ι)/2007 αναφέρεται: (α) σε «εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί ή έχει κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος . σε ξένη χώρα» και (β) στην «ύπαρξη εύλογης αιτίας να πιστεύεται ότι το αναφερόμενο . πρόσωπο έχει αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες». Δηλαδή, αυτό που το Δικαστήριο εξετάζει, είναι κατά πόσο, από την ενώπιον του μαρτυρία και στοιχεία, προκύπτει «εύλογη υποψία», ότι συγκεκριμένο πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί ή έχει κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, σε ξένη χώρα, και περαιτέρω, ότι υπάρχει «εύλογη αιτία να πιστεύεται», ότι συγκεκριμένο πρόσωπο έχει αποκομίσει «οποιοδήποτε όφελος» από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· και όχι ότι έχει πράγματι διαπραχθεί τέτοιο αδίκημα από συγκεκριμένο πρόσωπο και ότι το πρόσωπο αυτό έχει πράγματι αποκομίσει το οποιοδήποτε τέτοιο όφελος.
  1. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Government of India v Quattrocchi [2004] EWCA Civ 40 ανωτέρω, από Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, (σε ότι αφορά το ανάλογο σε διατάξεις νομικό πλαίσιο για το συγκεκριμένο ζήτημα) -με σκεπτικό πειστικό, που υιοθετείται από το Δικαστήριο-, το Δικαστήριο, στα πλαίσια Δικαστικής συνδρομής, εκδίδει διάταγμα δέσμευσης, όταν καταλήξει επί της μαρτυρίας ότι τα νόμιμα κριτήρια ικανοποιούνται. Το διάταγμα δέσμευσης, λόγω του ότι, έχοντας κατά νουν το γενικότερο πλαίσιο του Νόμου 188(Ι)/2007, αφορά σε μία προκαταρκτική πράξη, το θέμα, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα κριτήρια, αποδεικτικά, τίθεται σε ένα χαμηλό επίπεδο, καθότι, διαφορετικά, οι διατάξεις του Νόμου 188(Ι)/2007, θα καθίσταντο αναποτελεσματικές και το πνεύμα και ο σκοπός του θα καταστρατηγείτο. [xii].
  2. Όπως και προαναφέρθηκε, είναι η θέση των Αιτητών, για την βασιμότητα της υπό κρίση Αίτησης τους, -η μοναδική που προωθήθηκε κατά την ακρόαση της [xiii]- ότι, στην βάση των περιστάσεων που προβάλλουν, κατά την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης από το Δικαστήριο μονομερώς, υπήρξε παραβίασης, από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, του καθήκοντος του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, σχετικά με την ενεργοποίηση, πραγματικά, των προνοιών του Άρθρου 14
(1)(γ)(ii) του Νόμου 188(Ι)/2007. Επαναλαμβάνεται ότι, οι Αιτητές, δεν εγείρουν ζήτημα ακύρωσης του Διατάγματος Δέσμευσης, με βάση το Άρθρο 14[
(6)ή και
(12)] ή και το Άρθρο 16
(1)του Νόμου 188(Ι)/
  1. Όπως, για το προκείμενο, υπό τύπο σύνοψης παρουσιάστηκε από τον συνήγορο των Αιτητών κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης με την γραπτή του αγόρευση: (α) Το Δικαστήριο παραπλανήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση, ως προς το ότι οι Αιτητές έχουν αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο μεμονωμένες συναλλαγές. Οι Αιτητές, δεν αποκόμισαν οποιοδήποτε όφελος, κέρδος ή σημαντικό κέρδος, από τα γενεσιουργά αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, ή από τις σχετικές με αυτά, όπως ισχυρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση, συναλλαγές τους. Τουναντίον, σε ότι αφορά τις εν λόγω συναλλαγές τους, οι Αιτητές υπέστησαν τεράστιες ή σημαντικές ζημιές. (β) Σε κάθε περίπτωση, οι επενδύσεις των Αιτητών, έγιναν με βάση δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, οι οποίες έτυχαν επεξεργασίας και ανάλυσης από ένα λογισμικό που δημιουργήθηκε από την Αιτήτρια, Μ13LLC και ονομάζεται «Katyusha», και όχι με βάση την οποιαδήποτε παράνομη πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες ή εσωτερική πληροφόρηση. (γ) Οι Αιτητές, λόγω των συναλλαγών τους, αν και είχαν συνολικό κέρδος $4.251,02, έπαθαν συνολική ζημιά $54.200,42 και $1.597.550,61, γεγονός που ο Καθ' ου η Αίτηση απέκρυψε από το Δικαστήριο. Για το προκείμενο, ο Καθ' ου η Αίτηση, με γενικές αναφορές σε συγκεκριμένες συναλλαγές, παραπλάνησε το Δικαστήριο ότι δήθεν υπήρξε όφελος για τους Αιτητές, με σκοπό, τεχνηέντως, να ικανοποιήσει την προϋπόθεση για αποκόμιση κέρδους, η οποία απαιτείτο από το Άρθρο 14
(1)(γ)(ii) του Νόμου 188(Ι)/2007. (δ) Η ζημιά, ουσιαστικά, από τις συναλλαγές των Αιτητών, δεικνύει ακριβώς ότι, οι Αιτητές, κάθε άλλο παρά πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες ή εσωτερική παράνομη πληροφόρηση είχαν ή εξασφάλισαν. Εάν το Δικαστήριο γνώριζε ή είχε συνολική εικόνα της ζημιάς των Αιτητών, σε καμία περίπτωση δεν θα εξέδιδε το Διάταγμα Δέσμευσης, εφόσον δεν θα ικανοποιείτο για την προϋπόθεση του Άρθρου 14
(1)(γ)(ii) του Νόμου 188(Ι)/
  1. Η υπό κρίση Αίτηση, σύμφωνα και με το Άρθρο 72
(1)του Νόμου 188(Ι)/2007, συνιστά πολιτική διαδικασία, συνυφασμένη με την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ως εκ τούτου, εφαρμόζεται και το ανάλογο μέτρο απόδειξης [xiv]. Στις πολιτικές υποθέσεις, το νομικό βάρος απόδειξης ως προς οποιοδήποτε επίδικο γεγονός, βαραίνει τον διάδικο που το υποστηρίζει θετικά και στου οποίου την αξίωση ή την υπεράσπιση η απόδειξη του είναι ουσιώδης. Συνεπώς, οι Αιτητές, που υπέβαλαν την υπό κρίση Αίτηση στο Δικαστήριο, πρέπει να αποδείξουν ότι δικαιολογείται η έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Μπορούν να επιτύχουν σε αυτό, μόνο εάν αποδείξουν την υπόθεση τους. Εάν κάποιο μέρος της υπόθεσης των Αιτητών δεν αποδειχθεί, τότε στο συγκεκριμένο ζήτημα θα αποτύχουν. Από την άλλη πλευρά, ο Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει την δική του υπόθεση. Τους σχετικούς ισχυρισμούς του, ο Καθ' ου η Αίτηση οφείλει να τους αποδείξει. Εάν αποτύχει στην απόδειξη οποιοδήποτε ζητήματος, αυτό αποφασίζεται εναντίον του. Το βάρος απόδειξης που απαιτείται σε αυτή την υπόθεση, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δηλαδή, τι κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι πιο πιθανόν (το ζήτημα αφορά σε πιθανότητα και όχι δυνατότητα). Αυτό σημαίνει ότι, αν το Δικαστήριο, για οποιοδήποτε ζήτημα, καταλήξει ότι (από την προσκομισθείσα μαρτυρία) δεν είναι βέβαιο για το τι συνέβη (τότε και μόνον τότε και κατ' εξαίρεση), αλλά ικανοποιείται ότι είναι πιθανόν να συνέβη με αυτό τον τρόπο, αυτό είναι αρκετό, παρόλο που μπορεί να έχει αμφιβολίες. Εάν το ζήτημα αποδειχθεί ως πιο πιθανό παρά όχι, αρκεί. Δεν χρειάζεται να είναι πολύ πιο πιθανό, ο παραμικρός βαθμός μεγαλύτερης πιθανότητας είναι αρκετός. Δηλαδή, το ζήτημα, μετριέται με αναφορά σε ένα αντικειμενικό επίπεδο πιθανότητας. [xv]. 23. Το Δικαστήριο, έχει εξετάσει την προσκομισθείσα από πλευράς Αιτητών και Καθ' ου η Αίτηση μαρτυρία για την υπό κρίση Αίτηση και έχει καταλήξει ότι, το Αίτημα των Αιτητών, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό, καθότι, τα προαναφερόμενα γεγονότα που οι Αιτητές υποστήριξαν για την θεμελίωση του, αμφισβητήθηκαν από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, με σαφήνεια και περιεκτικότητα και οι Αιτητές απέτυχαν, ως η σχετική υποχρέωση τους, δια σχετικής μαρτυρίας, στην θετική τους απόδειξη. Παρά το γεγονός ότι, η υπό κρίση Αίτηση, σύμφωνα και με τα όσα αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v Westcare Investment, Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124 ανωτέρω, έχει εναρκτήριο χαρακτήρα, η ακρόαση της, -λόγω και του δικονομικού μηχανισμού με τον οποίο, κατ' επιλογής των ιδίων των Αιτητών, η διαδικασία ξεκίνησε- διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που οι διάδικοι καταχώρησαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων τους και οι Αιτητές, έφεραν το νομικό βάρος απόδειξης ότι δικαιολογείται πραγματικά η έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος -ήτοι, όπως υποστηρίχθηκε από πλευράς τους, λόγω μη αποκάλυψης από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, ζητημάτων και γεγονότων, ουσιωδών, που θα είχαν επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου, όταν αποφάσιζε για την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης, αυτό να ακυρωθεί-. Για το προκείμενο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εφαρμόζεται η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ. α. ν Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990 [xvi].
  1. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι, οι Αιτητές, απέτυχαν να αποσείσουν το νομικό βάρος που έφεραν σχετικά με την Αίτηση τους. Εξετάζοντας το Δικαστήριο, το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, περιλαμβανομένης, δηλαδή, και της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση, κρίνει ότι, οι Αιτητές, δεν έχουν τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς τους, στο απαιτούμενο υπό τις περιστάσεις επίπεδο, κατά τρόπο ή και σε βαθμό που να δικαιολογείται απόρριψη των ισχυρισμών που παρουσιάστηκαν από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος, κρίνει το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, με την μαρτυρία που παρουσίασε, απέσεισε το αποδεικτικό βάρος αντίκρουσης των εν λόγω ισχυρισμών των Αιτητών.
  2. Όπως άλλωστε αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση R v Waya [2012] UKSC 51 -ο λόγος του οποίου είναι πειστικός και υιοθετείται από το Δικαστήριο-, ο ισχυρισμός, κατ' ουσία, των Αιτητών, για την βασιμότητα της υπό κρίση Αίτησης τους, ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι έχουν αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, έθετε σε αυτούς ένα πολύ ουσιαστικό βάρος να αποσείσουν. Στην ουσία, απαιτείτο από αυτούς να αποδείξουν -ακόμη και στον βαθμό που αφορούσε τον επίδικο ισχυρισμό τους περί μη αποκάλυψης από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, ζητημάτων και γεγονότων, ουσιωδών (σχετικά με το ζήτημα αυτό), που θα είχαν επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου, όταν αποφάσιζε για την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης-, από που προέρχονται όλα τους τα εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία και ειδικότερα αυτά τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο των ισχυρισμών προς υποστήριξη της Αίτησης του Καθ' ου η Αίτηση ημερομηνίας 20/07/2021 και όχι μόνο κάποιες συναλλαγές τους.
  3. Η ένορκη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση προς υποστήριξη της ειδοποίησης Ενστάσεως που καταχώρησε στην υπό κρίση Αίτηση των Αιτητών, υποστηρίζει, σημειώνεται -με βάση και τα αναφερόμενα του πληρεξούσιου δικηγόρου, των εμπλεκόμενων αρχών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Erin E. Mikita, στο Τεκμήριο Β-, μεταξύ άλλων, και τα εξής -τα οποία, κατά την αξιολόγηση τους, θα πρέπει να ιδωθούν, έχοντας κατά νουν, αφενός, τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Νόμου 188(Ι)/2007 και τις σχετικές αρχές και αφετέρου, ότι, με βάση και το Άρθρο 4.2(γ), τόσο του Νόμου 20(ΙΙΙ)/2000, όσο και του Νόμου 7(ΙΙΙ)/2008, στο αίτημα για Δικαστική Συνδρομή, οι αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, έπρεπε να περιλάβουν, μόνο «περιγραφή της [σχετικής] μαρτυρίας και των πληροφοριών» στην διάθεση τους-: «
  4. Allegations Regarding Profits and Loss. . the brokerage records for the ΟΤΚ accounts of XXXXX Klyushin, XXXXX Rumiantcev, and Μ-13 LLC show substantial profits during the entire period under investigation based on timely trading in the shares of companies whose quarterly earnings information was stolen from the computer networks of U.S.-based filing agents. ., between July 2018 and October 2020, the Target Accounts earned approximately $13.4 million trading in advance of quarterly earnings announcements associated with the filing agents described in paragraph 6.1 of . the Constantinou Affidavit. The Applicants attempt to establish that the Target Accounts do not contain the proceeds of criminal activity by listing account transactions that resulted in small gains or losses. Critically, the Applicants do not dispute that the profits were earned based on timely trading in the stocks of those companies around the time of their earnings announcements. And of course, small profits, or even losses, are not inconsistent with trading based on material non-public information, because the stock market does not always respond to positive or negative financial news in exactly the way that traders in possession of material non-public information might expect. . Mssrs Klyushin and Rumiantcev do not dispute any of the following facts: o They engaged through their ΟΤΚ accounts in extensive buying and selling in securities around the time of quarterly earnings announcements. o The trading was nearly exclusively in the shares of companies serviced by Filing Agents 1 and
  5. o Immediately prior to the trading, intruders improperly accessed the computer networks of Filing Agents 1 and 2 and accessed the quarterly earnings information of those companies before the release of that information to the public. o The Applicants' trading in these companies was rapid and short-term, and frequently profitable. o The profits from that trading reside in the ΟΤΚ accounts that are the subject of the Court's restraint.».
  6. Από τα προαναφερόμενα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται ότι, υπήρξε από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση, κατά την καταχώρηση και προώθηση της Αίτησης του ημερομηνίας 20/07/2021, μη αποκάλυψης, ζητημάτων και γεγονότων ουσιωδών, που θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την βασιμότητα της και την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης. Τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση προς υποστήριξη της ειδοποίησης Ενστάσεως που καταχώρησε στην υπό κρίση Αίτηση των Αιτητών, δεν φαίνεται να αποκλίνουν από το πλαίσιο των ισχυρισμών που με μαρτυρία προωθήθηκαν από πλευράς του σε ότι αφορούσε την Αίτηση του ημερομηνίας 20/07/2021 και επί των οποίων το Δικαστήριο βασίστηκε για την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης. Επαναλαμβάνεται ότι, το Δικαστήριο, για την απόφαση του, έχει ως γνώμονα τις πρόνοιες του Άρθρου 14
(1)[(β) και (γ)(ii)] του Νόμου 188(Ι)/2007, που καθορίζει ως κριτήρια για την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης ή, σε κάθε περίπτωση, για την διατήρηση του, την, με βάση την μαρτυρία, (α) «εύλογη υποψία» ότι οι Αιτητές έχουν κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος σε ξένη χώρα -αυτό δεν αμφισβητείται από πλευράς Αιτητών- και (β) την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» να πιστεύεται ότι οι Αιτητές έχουν αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να αποφασίσει επί της ουσίας τους ισχυρισμούς για τα γεγονότα που υποστηρίζονται εναντίον των Αιτητών από τις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής σχετικά με την ποινική δίωξη τους στην δικαιοδοσία εκείνη, αλλά αν φαίνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι ικανοποιούνται τα προαναφερόμενα κριτήρια. Αυτό, το Δικαστήριο, το διαπιστώνει.
  1. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η υπό κρίση Αίτηση των Αιτητών απορρίπτεται.
  2. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος και τα έχει αξιώσει, και εναντίον των αποτυχόντων διαδίκων, Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στην κλίμακα εξόδων €10.000 - €50.000, εφόσον οι διάδικοι δεν προσδιόρισαν αξία στο αντικείμενο της κριθείσας, ως ανωτέρω, Αίτησης [xvii] και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] -όπως το οργανωμένο έγκλημα (διακίνηση ναρκωτικών, εμπορία ανθρώπων και όπλων, απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), η τρομοκρατία και η διαφθορά-. [ii] Στην υπόθεση United States of America v Cotroni
(1989)48 CCC
(3d)193, για το προκείμενο, ο Δικαστής (ως ήταν τότε) G. V. La Forest, του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καναδά, εύστοχα, κατά το έτος 1989, παρατήρησε ότι: «Η έρευνα, η δίωξη και η καταστολή του εγκλήματος για την προστασία του πολίτη και την διατήρηση της ειρήνης και της δημόσιας τάξης, είναι σημαντικός στόχος όλων των οργανωμένων κοινωνιών. Η επιδίωξη αυτού του στόχου, δεν μπορεί ρεαλιστικά να περιοριστεί εντός των εθνικών συνόρων. ...». Όπως, επίσης πολύ εύστοχα παρατήρησε, ο μ., Δικαστής (ως ήταν τότε), H. H. Ognall, Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση Re M (Unreported, 9 July 1993), κατά το έτος 1993, που σήμερα, σαφώς και ισχύει πολύ περισσότερο: «Ζούμε σε μία εποχή, όπου κεφάλαια μπορούν να μεταφερθούν από δικαιοδοσία σε δικαιοδοσία, τόσο γρήγορα, όσο χρειάζεται για να πω αυτή την πρόταση και όταν οι τράπεζες είναι όλο και περισσότερο πολυεθνικές επιχειρήσεις.». Βλ. και στο σύγγραμμα Nicholls, Montgomery and Knowles on The Law Of Extradition and Mutual Assistance, 3η έκδοση, στην παράγραφο 17.01. [iii] Τα Άρθρα 14, 16 και 43 του Νόμου 188(Ι)/2007, προνοούν: «14.
(1)Το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διάταγμα δέσμευσης τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης, αλλά το διάταγμα δέσμευσης εκδίδεται πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης σε περίπτωση κατά την οποία- . (β) η Μονάδα κατέχει πληροφορία βάσει της οποίας δημιουργείται εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί ή έχει κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος στην Κύπρο, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή σε ξένη χώρα: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου «ξένη χώρα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 37 του παρόντος Νόμου. (γ) το δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι- . (ii) το αναφερόμενο στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπο έχει αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
(2)(α) Το διάταγμα δέσμευσης το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)απαγορεύει τη συναλλαγή ή τη διάθεση με οποιοδήποτε τρόπο της ρευστοποιήσιμης περιουσίας ή/και της περιουσίας στην οποία αναφέρεται: Νοείται ότι η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο απαγόρευση υπόκειται σε όρους ή εξαιρέσεις που το δικαστήριο επιβάλλει ή καθορίζει στο διάταγμα. (β) Σε περίπτωση που το διάταγμα δέσμευσης αφορά χρηματικά ποσά κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο οποίο απευθύνεται το διάταγμα, οφείλει να τηρήσει και διαφυλάξει τα εν λόγω χρηματικά ποσά, μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας και την τελική διάθεση των χρηματικών ποσών, είτε με την εκτέλεση διατάγματος δήμευσης είτε με την επιστροφή τους στον δικαιούχο του λογαριασμού, σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης.
(3)Το διάταγμα δέσμευσης δύναται να επηρεάζει- (α) Ολόκληρη τη ρευστοποιήσιμη περιουσία την οποία έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, ανεξάρτητα αν αυτή περιγράφεται ή όχι στο διάταγμα˙ και .
(5)Το διάταγμα δέσμευσης- (α) Εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης (ex parte) του Γενικού Εισαγγελέα˙ και (β) περιλαμβάνει πρόνοια για την επίδοση ειδοποίησης προς όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα.
(6)Το διάταγμα δέσμευσης- (α) Δύναται να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί αναφορικά με την περιουσία που επηρεάζεται˙ (β) ακυρώνεται μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται˙ (γ) ακυρώνεται αν αίτηση δυνάμει του άρθρου 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή του άρθρου 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) δεν υποβληθεί σε εύλογο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου χρόνο. .
(9)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητά της, η φράση "συναλλάσσεται σε σχέση με περιουσία" περιλαμβάνει- (α) Πληρωμή έναντι χρέους με σκοπό τη μείωσή του˙ και (β) τη μετακίνηση ή μεταφορά της περιουσίας εκτός της Δημοκρατίας.
(10)Μετά την έκδοση διατάγματος δέσμευσης η ρευστοποιήσιμη περιουσία δύναται να κατασχεθεί με σκοπό να παρεμποδιστεί η μετακίνηση ή μεταφορά της εκτός Κύπρου.
(11)Περιουσία η οποία κατάσχεται δυνάμει του εδαφίου
(10)πιο πάνω υπόκειται στις οδηγίες του δικαστηρίου.
(12)Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού- (α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία˙ ή (β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώσει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει την εν λόγω διαδικασία ή αίτηση. 16.
(1)Το δικαστήριο ακυρώνει διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 και 15, αν η επικείμενη ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο ή μέσα στη χρονική περίοδο την οποία το δικαστήριο όρισε το ίδιο το διάταγμα. .
(3)Σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος δέσμευσης, τα διατάγματα παγώματος ή επιβάρυνσης περιουσίας που έχουν εκδοθεί δυνάμει των άρθρων 14 και 15 του παρόντος Νόμου, ακυρώνονται από το Δικαστήριο μόνο μετά την πλήρη ικανοποίησή του δυνάμει του διατάγματος οφειλόμενου ποσού. 43.
(1)Τα εδάφια
(7),
(8),
(10),
(11)του άρθρου 14, τα εδάφια
(9)και
(10)του άρθρου 15 και τα άρθρα 17, 18, 19, 20, 22 και 23 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις διατάγματος εξωτερικού τηρουμένων τυχόν διαφοροποιήσεων ή περιορισμών που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε καθορίσει με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου. .
(3)Αν κατόπιν αίτησης από ή εκ μέρους ξένης χώρας το δικαστήριο ήθελε ικανοποιηθεί ότι στη χώρα αυτή άρχισε αλλά δεν περατώθηκε διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα εξωτερικού εκδίδει διάταγμα παγοποίησης ή επιβάρυνσης εφαρμόζοντας τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος Νόμου. . (3Α) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 72Α, σε περίπτωση που Δικαστήριο ακυρώσει διάταγμα δέσμευσης ή επιβάρυνσης που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 ή του άρθρου 15, η περιουσία που αποτελεί αντικείμενο του εν λόγω διατάγματος αποδεσμεύεται ολόκληρη, κατά το δυνατό χωρίς να μειωθεί ή να επηρεαστεί η αξία ή το ύψος της με οποιοδήποτε τρόπο, προς όφελος του προσώπου στο όνομα του οποίου τηρείται.
(4)Η εφαρμογή του άρθρου αυτού δεν εξαρτάται από την έκδοση Κανονισμών και μέχρις ότου εκδοθούν Κανονισμοί τα άρθρα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)θα εφαρμόζονται χωρίς διαφοροποίηση ή περιορισμούς.». [iv] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Edrinotio Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 363/2012, 03/07/
  1. Για το προκείμενο, σημειώνεται ότι, όταν το διάταγμα δέσμευσης, εκδίδεται από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας παροχής Δικαστικής συνδρομής σε άλλο κράτος, δεν έχει σημασία, -όταν αυτή είναι η περίπτωσης-, ποιος, μεταξύ των εμπλεκόμενων αρχών των δύο κρατών, ευθύνεται, για την σοβαρή και ουσιαστική αποτυχία, στο καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Σημασία έχει, ότι, η εν λόγω αποτυχία είναι πραγματική και βαραίνει τον αιτητή. Βλ. την απόφαση Εφετείου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Stanford international Bank v Serious Fraud Office and others [2010] EWCA Civ 137; [2010] 3 WLR
  2. [v] -και τούτο, ανεξαρτήτως των προνοιών του Άρθρου 14[
(6)ή και
(12)] ή και του Άρθρου 16
(1)του 188(Ι)/2007, που καθορίζει, για σκοπούς του Νόμου 188(Ι)/2007, σε ποιες περιπτώσεις αυτό γίνεται-. [vi] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Edrinotio Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 363/2012, 03/07/2015, ανωτέρω και την υπόθεση Stanford international Bank v Serious Fraud Office and others [2010] EWCA Civ 137; [2010] 3 WLR 941, ανωτέρω. [vii] Για καλύτερη αποτίμηση του λόγου του Λ. Δικαστή, (ως ήταν τότε), A. P. G. Hughes, στην υπό αναφορά υπόθεση, Director of the Serious Fraud Office v A [2007] EWCA Crim 1927, βλ. και το Άρθρο 25 του Νόμου 188(Ι)/
  1. [viii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Edrinotio Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 363/2012, 03/07/
  2. Βλ., επίσης, την απόφαση του Εφετείου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Director of the Serious Fraud Office v A [2007] EWCA Crim 1927, ανωτέρω, στην παράγραφο
  3. [ix] Βλ. στο σύγγραμμα Millington and Williams on The Proceeds of Crime, 4η έκδοση, στην παράγραφο 7.
  4. [x] Βλ. Government of India v Quattrocchi [2004] EWCA Civ
  5. [xi] Βλ. Government of India v Quattrocchi [2004] EWCA Civ 40, ανωτέρω. [xii] Για το προκείμενο, στην εν λόγω υπόθεση Government of India v Quattrocchi [2004] EWCA Civ 40, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου: «
  6. The reasonable grounds upon which the English court can in my judgement properly rely, in coming to a conclusion that an order may be made, includes assumptions and suspicions currently entertained by the Indian courts as a basis for allowing the proceedings to go forward in that jurisdiction. Furthermore, the statute says "may". That does not mean "will be made". All that is required is that in the future such an order may be made. Without trying to paraphrase the Act further, I would say in general terms that an external confiscation order can be made when the English court concludes, on evidence, that there is a reasonable possibility of an Indian confiscation order eventually occurring. That the matter should be put comparatively low is only to be expected when one is dealing with what is a preliminary act, that is to say a restraint or charging order. If it were necessary to obtain the level of proof for which Mr Lewis argued, these valuable provisions would be rendered largely ineffective. .
  7. Mr Lewis sought to take us to the detailed history of the Bofors matter to indicate that the case was by no means as straightforward as the documents to which I have referred, and the allegations of the Indian Government, might make it appear to be. However, that was effectively an argument that the proceedings should not have been brought against anybody; not merely not against Mr Quattrocchi, but not against all the people to whom I have referred with whom he is said to have conspired, and who are already the subject of charges in India. It is quite impossible for this court to go into that matter on an application such as this, particularly when the test to which it has to be satisfied is comparatively low. It is not appropriate in these proceedings for Mr Quattrocchi to seek to re-run or revisit the decisions taken by the Indian authorities. We do not have the equipment to do that, either in terms of evidence or in terms of knowledge of the Indian law.». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Βλ. επίσης, Udruzena Beogradska Banka v Westcare Investment, Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124. [xiii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στέλιος Σάββα & Υιοί Λτδ. ν Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/05/2020, στην οποία αναφέρθηκε: «Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.». [xiv] Σύμφωνα με το Άρθρο 72
(1)του Νόμου 188(Ι)/2007: «72.
(1)Κατά την έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, δυνάμει του παρόντος Νόμου, στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξαιρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, που αφορά την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση: Νοείται ότι δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεων για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, που προβλέπεται στο παρόντα Νόμο, εφαρμόζει το μέτρο απόδειξης που εφαρμόζεται σε πολιτική διαδικασία.». Βλ. επίσης, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. [xv] Βλ. στα συγγράμματα Dennis, The Law of Evidence, 6η έκδοση, στις παραγράφους από 11-04 μέχρι και 11-06 και O'Hare & Browne, Civil Litigation, 14η έκδοση, στις παραγράφους από 31.001 μέχρι και 31.
  2. [xvi] Στην εν λόγω υπόθεση Κωνσταντίνου κ. α. ν Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990 ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε -επίσης, σε ότι αφορούσε εναρκτήρια διαδικασία, αυτή της αίτησης / έφεσης κατά αποφάσεως του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η ακρόαση της οποίας διεξάγεται, όπως έγινε και με την υπό κρίση Αίτηση, στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που οι διάδικοι καταχωρούν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης τους- τα εξής σχετικά: «Υπήρχε αμφισβήτηση όσον αφορά το χρόνο του θανάτου του Μιχαήλ Χ"Ττοφή αναφορικά και με το θάνατο του Χ"Ττοφή Μιχαήλ. Τέθηκε συναφώς θέμα απόδειξης του χρόνου θανάτου του Μιχαήλ Χ"Ττοφή έχοντας υπόψη ότι η διαπίστωση της κήρυξης του ως νεκρού το 1910, καθόριζε και τη δυνατότητα απόκτησης κληρονομικών δικαιωμάτων από τις αμφιθαλείς αδελφές του Ειρήνη, από την οποία πηγάζει το κληρονομικό δικαίωμα των εφεσειόντων, και της Άννας και Κατερίνας Χ"Ττοφή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία αίτησης/έφεσης, διεξάγεται στη βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, η υποχρέωση του φέροντος το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος δεν επηρεάζεται και παραμένει ισχυρή. Δοθέντος ότι τα προβληθέντα αμφισβητούνται, ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των αμφισβητηθέντων. Ορθώς, κατά τη γνώμη μας, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι ο χρόνος θανάτου του Μιχαήλ Χ"Ττοφή, ως αμφισβητηθέν γεγονός έμεινε χωρίς θετική απόδειξη, εδραζόμενη σε μαρτυρία, υποχρέωση την οποία είχαν οι αιτητές. Τούτου δοθέντος, δεν υπήρχε άλλη επιλογή παρά η αποδοχή της θέσης της άλλης πλευράς και η συνακόλουθη απόρριψη της αίτησης και για το λόγο αυτό. Το πρωτόδικο δικαστήριο βασίστηκε επί του προκειμένου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(B) A.A.Δ.1377, με την οποία επιβεβαιώθηκε προγενέστερη νομολογία σύμφωνα με την οποία σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται αυτός θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει, διαδικασία που δεν ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση.». [xvii] Βλ. τον Κανονισμό 38(α) του Μέρους Ι του Παραρτήματος Β «Δικηγορικά Δικαιώματα Για Αγωγές» των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.