← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών ν. Μερακληγιάννη, Αρ. Αγωγής: 3090/14, 25/2/2022

Διευθυντή Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών ν. Μερακληγιάννη, Αρ. Αγωγής: 3090/14, 25/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3090/14 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών Ενάγοντα και XXXXX Μερακληγιάννη Εναγομένου -------------------------------------------- Ημερομηνία: 25, Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Γρηγορίου με κα Βενιζέλου Για τον εναγόμενο : κ. Πόλεος Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου για επιστροφή του ποσού των € 2.269,25. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Ο ενάγων στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίστηκε ότι είναι ο προϊστάμενος του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών. Ο εναγόμενος ήταν δικαιούχος για ένταξη στο σχέδιο χορηγιών για επενδύσεις επί αλιευτικών σκαφών. Στις 31.8.2010 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων σχετική σύμβαση. Ο ενάγοντας αναφέρθηκε στους όρους της επίδικης σύμβασης. Περί τις αρχές του έτους 2013 σε έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος δεν είχε άδεια αλιείας για τα έτη 2012, 2013 και
  2. Ως εκ των ανωτέρω ο ενάγοντας, μέσω διπλοσυστημένης επιστολής, ημερομηνίας 30.8.2013, αξίωσε επιστροφή μέρους της επιχορήγησης, ήτοι του ποσού των € 2,
  3. Λόγω μη συμμόρφωσης του εναγόμενου με τα πιο πάνω, ο ενάγοντας επέβαλε τόκο υπερημερίας και μέσω επιστολής του, ημερομηνίας 9.1.2014, αξίωσε το ποσό των € 2.269,
  4. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στην Υπεράσπισή του παραδέχθηκε τη σύναψη της σχετικής σύμβασης χρηματοδότησης και των όρων που επικαλείται ο ενάγοντας. Σε σχέση με το ζήτημα της κατοχής άδειας ισχυρίστηκε ότι κατείχε ερευνητική άδεια το έτος 2013 η οποία είναι ισάξια με την επαγγελματική. Ισχυρίστηκε ότι κατόπιν ιεραρχικής προσφυγής εγκρίθηκε για επαγγελματική άδεια κατηγορίας Β, για τα έτη 2014 και
  5. Δέχθηκε την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 30.8.
  6. Ο εναγόμενος στην Ανταπαίτησή του αξίωσε αποζημιώσεις € 8.400 για υπηρεσίες που εκτέλεσε προς όφελος του τμήματος αλιείας και θαλασσίων ερευνών. Ο ενάγοντας στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτησή του, απέρριψε τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εναγόμενος στην Ανταπαίτηση και ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ενάγοντα. Η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί. Σχετική είναι η απόφαση G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο ενάγοντας κάλεσε μία μάρτυρα. Μοναδική μάρτυρας για τον ενάγοντα ήταν η Άντρη Ηρακλέους, προϊστάμενη του τμήματος αλιείας και θαλασσίων ερευνών. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Έγγραφο Α γραπτή δήλωση - κατάθεση. Κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στο επίδικο σχέδιο χορηγιών καταθέτοντας ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του σχετικού οδηγού εφαρμογής. Ακολούθως αναφέρθηκε στο περιεχόμενο και όρους της επίδικης συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου καταθέτοντας τη σχετική σύμβαση ως Τεκμήριο
  2. Ο εναγόμενος το έτος 2013 κατείχε ερευνητική άδεια. Η σχετική άδεια κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Περί το έτος 2013, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος δεν διέθετε άδεια αλιείας για τα έτη 2012, 2013 και
  4. Ειδικότερα σε σχέση με το έτος 2012, δήλωσε ότι ο εναγόμενος υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή κατά της απόφασης του διευθυντή τμήματος αλιείας και θαλασσίων ερευνών να μην του χορηγήσει άδεια αλιείας Α και Β για το έτος
  5. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την απορριπτική απόφαση επί της ιεραρχικής προσφυγής που άσκησε ο εναγόμενος, για το έτος
  6. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, δέσμη εγγράφων που περιελάβανε την απορριπτική απόφαση επί της ιεραρχικής προσφυγής που άσκησε ο εναγόμενος για την μη χορήγηση άδειας αλιείας για το έτος 2013 και τη θετική για το έτος
  7. Σύμφωνα με τη μάρτυρα ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέψει το ποσό των € 2.244 από τη χρηματοδότηση που έλαβε. Η μάρτυρας απέρριψε τη θέση του εναγομένου περί παροχής υπηρεσιών ερευνητή. Τέλος, αναφέρθηκε στις επιστολές που απέστειλε το τμήμα αλιείας στον εναγόμενο καταθέτοντας αυτές ως Τεκμήρια 6 και
  8. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι ερευνητική άδεια δόθηκε στον εναγόμενο για το έτος 2013 αλλά επέμεινε ότι η ερευνητική άδεια δεν ισοδυναμεί με επαγγελματική άδεια. Εξήγησε ότι η αξίωση του ενάγοντα προκύπτει ως αναλογία για έτη που δεν κατείχε άδεια ο εναγόμενος. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον ενάγοντα τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά του εναγομένου. Για την υπεράσπιση μοναδικός μάρτυρας ήταν ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι ήταν επαγγελματίας ψαράς από το έτος
  9. Σε σχέση με τα επίδικα αναγνώρισε τη σύμβαση Τεκμήριο
  10. Επίσης αναγνώρισε το Τεκμήριο 3, ήτοι την ερευνητική άδεια που του χορηγήθηκε για το έτος
  11. Σύμφωνα με τον μάρτυρα πληροφορήθηκε ότι η άδεια αλιείας που διατηρούσε από το 2012 ίσχυε και για το
  12. Υποστήριξε ότι ζητήθηκε η βοήθειά του για έρευνα. Αναφέρθηκε, επίσης, στις διάφορες εξορμήσεις που έκανε και στο εισόδημα που λάμβανε κάποιος ψαράς το έτος
  13. Ο εναγόμενος αναγνώρισε το Τεκμήριο
  14. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το 213 προέβη σε 120 εξορμήσεις οι οποίες κόστιζαν περί τα € 20 με € 25 έκαστη. Αναφέρθηκε περαιτέρω και στο μέσο μεροκάματο που λάμβανε κάποιος ψαράς το έτος
  15. Ισχυρίστηκε ότι δεν έδωσε τα χρήματα που ζητούσε το τμήμα αλιείας επειδή το τμήμα κατάσχεσε τα δίκτυα του. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι κατανόησε του όρους της σύμβασης Τεκμήριο
  16. Δέχθηκε ότι δεν κατείχε άδεια αλιείας Α και Β αλλά ότι κατείχε ερευνητική άδεια. Επέμεινε ότι δεν επέστρεψε το αξιούμενο ποσό επειδή το τμήμα κατείσχε τα δίκτυά του. Τέλος, αναφέρθηκε στον τρόπο υπολογισμού του ποσού που αξιοί ως ανταπαίτηση. Σε σχέση με τα ποσά που αξιοί δέχθηκε ότι δεν κατέγραφε κάπου τις εξορμήσεις στις οποίες προέβαινε. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Αναφορά στα επί μέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Ως προκύπτει από τη νομολογία είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
  17. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
  18. Στην υπό κρίση υπόθεση πλείστα εκ των ουσιωδών γεγονότων δεν αμφισβητούνται και αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί η υπογραφή της επίδικης σύμβασης, Τεκμήριο 2 και οι όροι αυτής. Επιπρόσθετα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο εναγόμενος έλαβε το σύνολο της προνοούμενης επιχορήγησης, ήτοι το ποσό των € 3.
  19. Μεταξύ των όρων της σύμβασης η ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητείται ήταν o όρος 5(i) της επίδικης σύμβασης, ο οποίος επέβαλλε στον εναγόμενο να τηρεί τους όρους και προϋποθέσεις για χορήγηση επαγγελματικής άδειας παράκτιας αλιείας μικρής κλίμακας Α και Β, για τα επόμενα 5 έτη από την ημερομηνία πληρωμής. Περαιτέρω, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι ο εναγόμενος δεν κατείχε επαγγελματική άδεια παράκτιας αλιείας μικρής κλίμακας Α και Β για τα έτη 2012 και
  20. Κατείχε τέτοια άδεια το έτος 2011 και την έλαβε εκ νέου για τα έτη 2014 -
  21. Το 2013 κατείχε ερευνητική άδεια αλιείας. Στις 30.8.2013, ο ενάγοντας αξίωσε επιστροφή μέρους της επιχορήγησης, ήτοι του ποσού των € 2,
  22. Τέλος, ο ενάγοντας αξίωσε μέσω επιστολής του, ημερομηνίας 9.1.2014, το ποσό των € 2.269,
  23. Ο εναγόμενος δεν επέστρεψε το πιο πάνω ποσό. Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:A803. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Διευκρινίζω, όμως, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η Μ.Ε.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα και συνάδει με το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας. Περαιτέρω, η θέση της ότι ο ενάγοντας ουδέποτε ανέθεσε στον εναγόμενο καθήκοντα ερευνητή παρέμεινε σταθερή, πειστική και δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επιπρόσθετα, η θέση της για το ύψος του οφειλόμενου ποσού προκύπτει από το περιεχόμενο των επιστολών, Τεκμήρια 6 και
  2. Η επιβολή τόκου υπερημερίας προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο
  3. Η λήψη της επιστολής Τεκμήριο 7 και ύπαρξη της επικαλούμενης σε αυτήν ΚΔΠ δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επομένως, η βάση επί της οποίας επιβλήθηκε ο τόκος υπερημερίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας εναγομένου Η μαρτυρία του εναγόμενου επί των αμφισβητουμένων ζητημάτων χαρακτηρίζεται από έλλειψη λογικής, πειστικότητας και συνοχής. Επίσης το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων του δεν υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.
  4. Συγκεκριμένα, δεν υποβλήθηκαν οι θέσεις του περί το ότι ο εναγόμενος προσκόμιζε αποδείξεις για να πληρωθεί στο τμήμα αλιείας και οι αρμόδιοι λειτουργοί έσκιζαν τις αποδείξεις. Εν πάση περιπτώσει, η θέση του εναγομένου ότι συμφώνησε να εκτελεί χρέη ερευνητή για το τμήμα αλιείας δεν είναι πειστική και παρουσιάζει λογικά κενά και αντιφάσεις. Ειδικότερα ο εναγόμενος παρέπεμψε, προς υποστήριξη της θέσης του στο Τεκμήριο 3, ως το έγγραφο που καταγράφει τις υποχρεώσεις του. Ακολούθως δέχθηκε ότι δεν συμφώνησε οποιαδήποτε αντιμισθία και υποστήριξε τέλος ότι η συμφωνία ήταν προφορική. Το γεγονός ότι ενώ αρχικά ισχυρίστηκε την ύπαρξη συμφωνίας, η οποία ήταν μερικώς γραπτή και ακολούθως επικαλέστηκε προφορική συμφωνία συνιστά αντίφαση που επηρεάζει τη συνολική του αξιοπιστία. Περαιτέρω, το γεγονός ότι δέχθηκε ότι δεν συμφώνησε οποιαδήποτε αντιμισθία για τις κατ΄ ισχυρισμόν υπηρεσίες του προσθέτει στην γενικότερη σύγχυση που είναι διάχυτη στη μαρτυρία του. Αναμένετο από τον εναγόμενο να παρουσίαζε σαφείς θέσεις τόσο για τα δικαιώματα όσο και για τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την επικαλούμενη συμφωνία. Επιπλέον, η θέση του ότι είχε συμφωνήσει τις υποχρεώσεις του αλλά όχι τα δικαιώματα του αφίσταται της λογικής. Η λογικά αναμενόμενη πορεία των πράγματων είναι να υπάρχει συμφωνία τόσο ως προς τα δικαιώματα όσο και ως προς τις υποχρεώσεις του κάθε μέρους προτού καταρτισθεί η οποιαδήποτε συμφωνία. Το πιο πάνω πέραν από νομική αρχή είναι και ζήτημα λογικής αφού δεν συνάδει με την λογικά αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων κάποιος να συμφωνεί μόνο υποχρεώσεις ή να αναλαμβάνει την εκτέλεση κάποιου έργου χωρίς να συμφωνεί το αντάλλαγμα ή τον τρόπο καθαρισμού του. Ανεξάρτητα με το πιο πάνω η παραδοχή του εναγομένου ότι ουδέποτε συμφώνησε αντιμισθία καθιστά και εξωπραγματική την αξίωση του για αποζημιώσεις. Αφού δεν συμφώνησε αντιμισθία δεν είναι λογικά αναμενόμενο να αξίωνε και αποζημιώσεις. Τα πιο πάνω συνολικά συνιστούν λογικά κενά και εκπέμπουν μια εικόνα σύγχυσης, η οποία καθιστά μη πειστική την εκδοχή του εναγομένου. Περαιτέρω, οι θέσεις του για τα ποσά που αξιώνει ως εύλογη αμοιβή έμειναν αόριστες χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο που να τις υποστηρίζει. Μάλιστα δέχθηκε ότι δεν κατείχε οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι προέβη σε 120 εξορμήσεις. Παράλληλα οι αναφορές για το μέσο μεροκάματο ενός ψαρά έμειναν αόριστες. Αναμένετο από τον εναγόμενο ως επαγγελματία ψαρά να προσκόμιζε στοιχεία που να αποδείκνυαν τις αναφορές του ως προς το ύψος του ημερομισθίου του και τον εξόδων του. Η αποτυχία του να παρουσιάσει σαφή στοιχεία ή ισχυρισμούς επί των πιο πάνω επηρεάζει την αξιοπιστία του. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του εναγομένου για την εξαγωγή ευρημάτων. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επιπλέον, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ενάγοντας καθόρισε στην Έκθεση Απαίτησής του ότι η απαίτησή του έγκειται στο ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να επιστρέψει το ποσό των € 2.269,25, το οποίο όφειλε να επιστρέψει δυνάμει των όρων της επίδικης σύμβασης. Επομένως αναδύεται η ανάγκη να εξεταστούν οι κρίσιμοι όροι της επίδικης σύμβασης. Από την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης, ήτοι τον όρο 5(i) της σύμβασης, ο εναγόμενος όφειλε να τηρεί τους όρους και τις προϋποθέσεις για χορήγηση επαγγελματικής άδειας παράκτιας αλιείας μικτής κλίμακας (Α και Β) για τα επόμενα πέντε χρόνια από την πληρωμή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 5(iii) της επίδικης σύμβασης, σε περίπτωση που ο εναγόμενος δεν διατηρούσε τις πιο πάνω προϋποθέσεις για περίοδο 5 ετών από την χρηματοδότηση, όφειλε να επιστρέψει κατ' αναλογίαν το ποσό που έλαβε. Σημειώνεται ότι η λήψη του συνόλου της προβλεπόμενης επιχορήγησης δεν έχει αμφισβητηθεί. Ήταν η βασική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου ότι η ερευνητική άδεια ισοδυναμεί με επαγγελματική άδεια, επειδή ο νόμος προνοεί μόνο για ερασιτεχνική και επαγγελματική άδεια. Επομένως, εισηγείται ο κ. Πολέος, επειδή η ερευνητική άδεια δεν είναι ερασιτεχνική εξομοιώνεται με επαγγελματική άδεια. Όμως, το ουσιώδες στην υπό κρίση υπόθεση είναι το εάν ο εναγόμενος κατείχε την άδεια που υποχρεούτο με βάση τη επίδικη συμφωνία. Επομένως, θα πρέπει να ερμηνευθούν οι σχετικοί όροι της επίδικης σύμβασης. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία κάποιας σύμβασης συγκεφαλαιώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 11/2013, ημερομηνίας 17.6.2021, ως ακολούθως: "Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή». Στην υπό κρίση υπόθεση η σύμβαση ήταν σαφής. Επέβαλλε τη διατήρηση προσόντων επαγγελματικής άδειας Α και Β. Αφ' ης στιγμής το λεκτικό των επίδικων όρων ήταν σαφές δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να κατέχει οποιαδήποτε επαγγελματική άδεια. Όφειλε να κατέχει τα προσόντα για λήψη άδειας Α και Β για όλη την πενταετία. Περαιτέρω, η μη κατοχή των σχετικών προσόντων προκύπτει από τη μη χορήγηση της σχετικής άδειας και τη μη κατοχή της. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος δεν προσέβαλε την απόφαση στην ιεραρχική προσφυγή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 5(iii) της επίδικης σύμβασης σε περίπτωση που η χρονική περίοδος συνεχούς χρήσης του χρηματοδοτούμενου εξοπλισμού είναι κάτω των 5 ετών ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέψει κατ' αναλογία ποσό σύμφωνα με τα χρόνια λειτουργίας. Σε σχέση με τον επίδικο όρο παρατηρώ ότι τίθεται η προϋπόθεση της επί 5 χρόνια συνεχούς χρήσης του εξοπλισμού ή κατοχής των προσόντων για λήψη επαγγελματικής άδειας. Επομένως, από την απλή γραμματική ερμηνεία του επίμαχου όρου, προκύπτει ότι αυτός αφορά συνεχή χρήση του εξοπλισμού ή τη συνεχή κατοχή των προσόντων για λήψη της επαγγελματικής άδειας. Έτσι, σε περίπτωση απώλειας των προσόντων για λήψη επαγγελματικής άδειας η πενταετία διακόπτεται και ο εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει το ποσό για τον υπολειπόμενο χρόνο. Συνακολούθα, δεν μπορούν να υπολογιστούν αθροιστικά τα έτη που ο εναγόμενος κατείχε άδεια, ως εισηγήθηκε ο συνήγορός του. Στα γεγονότα της παρούσας προκύπτει ότι ο εναγόμενος διατηρούσε τα προσόντα για λήψη επαγγελματικής άδειας παράκτιας Αλιείας Α και Β μόνο για δεκαέξι συνεχόμενους μήνες από τους συνολικά εξήντα μήνες που όφειλε να το πράττει. Στη βάση του πιο πάνω κατέληξε ο ενάγοντας ότι όφειλε να επιστρέψει το ποσό των € 2.244. Η ορθότητα του εν λόγω υπολογισμού δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η μη κατοχή των προσόντων ζήτημα που έχει κριθεί ανωτέρω. Πέραν του πιο πάνω ποσού ο ενάγοντας επέβαλε και επιτόκιο υπερημερίας 4.50%, ώστε το συνολικό αξιούμενο ποσό να οριστικοποιηθεί στις 9.1.2014 στο ποσό των € 2.269,25. Το πιο πάνω ποσό αξιώθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 9.102014. Σε σχέση με τη δυνατότητα επιβολής επιτοκίου υπερημερίας σχετικός είναι ο περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμος Ν.167(I)/2006. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω Νόμου το ύψος του δημοσίου επιτοκίου υπερημερίας, καθορίζεται τον Δεκέμβριο εκάστου έτους από τον Υπουργό Οικονομικών και δημοσιεύεται στην επίσημη εφημερίδα. Στην υπό κρίση υπόθεση, το ποσοστό του τόκου υπερημερίας επιβλήθηκε κατόπιν επίκλησης της ΚΔΠ 459/2013 που εκδόθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών. Η έκδοση ή η ύπαρξη της εν λόγω ΚΔΠ, δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς, προκύπτει ότι ο ενάγοντας στη βάση του νόμου επέβαλε τόκο υπερημερίας και επιπρόσθετα το ποσοστό αυτό καθορίστηκε στη βάση του ίδιου Νόμου. Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το αξιούμενο ποσό καθορίστηκε νομότυπα και ορθά. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωσή του. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω την ανταπαίτηση που ήγειρε εναγόμενος. Η ανταπαίτηση του εναγομένου Ο εναγόμενος στην Ανταπαίτησή του αξίωσε το ποσό των € 8.400 ως εύλογη αμοιβή (Quantum Meruit). Ο συνήγορος του στην αγόρευσή του στήριξε την σχετική αξίωση στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου κεφ. 149. Η εμβέλεια του άρθρου 70 έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεμελιακή είναι η απόφαση Ismini Kyriakou Hji Loizi and others v. Irini Ioana
(1963)2 CLR 11, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action namely (
  1. a)the act must be done lawfully; (
  2. b)for another person; (
  3. c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
  4. d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case. » Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η πράξη πρέπει να λαμβάνει κάποιο ωφέλημα από αυτή. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ο ενάγοντας προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος από τις πράξεις του εναγόμενου. Συνεπώς, η ανταπαίτηση κρίνεται απορριπτέα εξ αυτού του λόγου και μόνο. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω ο εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με τα κονδύλια που αξιοί ως αποζημιώσεις. Συνεπώς η σχετική αξίωση θα ήταν απορριπτέα και εξ αυτού του λόγου. Περαιτέρω, όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων, 1η έκδοση, τόμος Α, σελίδες 81-97, τα Δικαστήρια διαπιστώνουν στην πράξη τη συνομολόγηση της σύμβασης όχι με ανίχνευση των πραγματικών προθέσεων των μερών αλλά με τις εύλογες εντυπώσεις που αποκομίζει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής από τη συμπεριφορά των μερών. Στην καλά γνωστή αυθεντία Γεωργίου Eιρήνη ν. Kυπριακών Aερογραμμών Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 1794, κρίθηκε ότι αναγκαίο στοιχείο για τη συνομολόγηση νομικά δεσμευτικής σύμβασης είναι η ύπαρξη πρότασης από το ένα μέρος, η οποία γίνεται αποδεκτή από το άλλο. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που να οδηγεί τον οποιοδήποτε αντικειμενικό παρατηρητή στο ότι καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου για τη διεξαγωγή ερευνών. Ούτε έχει αποδειχθεί πως οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων υπέβαλε στον άλλο σαφή πρόταση για τη διεξαγωγή ερευνών που να έγινε αποδεκτή από τον άλλον. Συνολικά αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτησή του. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των € 2.269,25 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του εναγόμενου και υπέρ του ενάγοντα. Ενόψει της επιτυχίας της απαίτησης και της αποτυχίας της Ανταπαίτησης ένα σετ εξόδων να επιδικαστεί. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.