← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 834/2017, 21/1/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 834/2017, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A99 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 834/2017. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 21/01/2022. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κ. Καζαντζής. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Ο Κατήγορος, διώκει τον Κατηγορούμενο για το ποινικό αδίκημα της κλοπής από ενοικιαστή του Άρθρου 271 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154») [i]. 2. Η θέση που ο Κατήγορος έλαβε για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και τον σχηματισμό του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου για την ποινική του δίωξη, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος, μεταξύ της 01ης/10/2015 και της 29ης/01/2016, στην κοινότητα Εργάτες της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ ήταν ενοικιαστής λυόμενου υποστατικού στην οδό XXXXX (στο εξής καλούμενο «το Σπίτι»), έκλεψε: ένα πλυντήριο (μάρκας Ultra Vox, πέντε κιλών, χρώματος άσπρου) αξίας €250, ένα ψυγείο (μάρκας Beko DAS25020) αξίας €250 και μία άσπρη πλαστική καρέκλα αξίας €5 (στο εξής καλούμενα «τα Πράγματα»), όλα περιουσία του XXXXX Χατζηευθυμίου από τον Στρόβολο. 3. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κατά την ακρόαση της, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των: (
  2. i)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Κωνσταντίνου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν η Αστυνομικός του Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμιας, που εξέτασε για την Αστυνομία το επίδικο περιστατικό· (
  3. ii)XXXXX Χατζηευθυμίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν το θύμα της προαναφερόμενης, κατ' ισχυρισμό, παράνομης πράξης του Κατηγορουμένου· και (iii) XXXXX Μιχαήλ (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν γνωστός και σχετιζόταν με αμφότερος Κατηγορούμενο και ΜΚ2, πληροφορημένος ή και άμεσος μάρτυρας γεγονότων, σχετικών με τα επίδικα. 4. Ο Κατηγορούμενος, μετά από την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, ενόρκως, και για την υπόθεση του, προς υπεράσπιση του, δεν κάλεσε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. 5. Καθώς πρόκειται για ποινική δίκη, το βάρος ή η υποχρέωση απόδειξης της ενοχής του Κατηγορουμένου, τοποθετείται στον Κατήγορο. Αυτό το βάρος, βαρύνει τον Κατήγορο για κάθε στοιχείο ή ουσιώδες γεγονός που αποτελεί το ποινικό αδίκημά με το οποίο, ως προαναφέρθηκε, κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Αυτό το βάρος, κατά γενικό κανόνα [ii], δεν μεταφέρεται ποτέ στον κατηγορούμενο. Δεν υπήρχε, καμία απολύτως υποχρέωση για τον Κατηγορούμενο σε αυτή την υπόθεση, να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός ή ζήτημα που τέθηκε υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. [iii]. Δεν εναπόκειτο στον Κατηγορούμενο να αποδείξει την αθωότητα του, αλλά, βεβαίως, στον Κατήγορο να αποδείξει την ενοχή του. 6. Ένα κρίσιμο μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό που σημαίνει, είναι ότι, ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι είναι αθώο εκτός εάν και έως ότου ο Κατήγορος πείσει το Δικαστήριο για την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [iv]. 7. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, έχει δώσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν μεταβάλλει το βάρος απόδειξης. Ο Κατηγορούμενος, δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι αληθινή. Είναι ο Κατήγορος που έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ως εκδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν εύλογα να είναι αληθινοί. 8. Το Δικαστήριο, έχει βεβαίως την υποχρέωση, σε σχέση με αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων, Κατήγορος και Κατηγορούμενος, αντιστοίχως βασίζονται για την υπόθεση τους, να αναζητήσει την αλήθεια και να αποφασίσει ποιους θα αποδεχθεί, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται, αν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, και η ολοκληρωτική απόρριψης τους. Εντούτοις, είναι ουσιώδες και βασική αρχή δικαίου για να επισημανθεί, ότι, αποδοχή από το Δικαστήριο, μετά από σχετική εκτίμηση της μαρτυρίας από την οποία προκύπτουν αντιθετικοί ισχυρισμοί, της εκδοχής των γεγονότων που παρουσιάστηκαν από πλευράς Κατήγορου, δεν δικαιολογεί αυτομάτως και συμπέρασμα του περί ενοχής του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε κατά την ακρόαση ο Κατήγορος και μόνον, δεν αρκεί. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, εκτός εάν ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια και ακρίβεια αυτής της μαρτυρίας για τα επίδικα γεγονότα. Περαιτέρω, ακόμη και αν η μαρτυρία επί της οποίας ο Κατηγορούμενος βασίζεται δεν αποτιμηθεί θετικά από το Δικαστήριο, δηλαδή δεν γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ως αληθινή, το Δικαστήριο οφείλει να μην καταδικάσει τον Κατηγορούμενο αν αυτή η μαρτυρία για τα επίδικα γεγονότα, του δημιουργεί μια λογική αμφιβολία για την ενοχή του. [v]. 9. Ο Κατήγορος, δεν είχε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάθε γεγονότος υπό αμφισβήτηση. Ο Κατήγορος, είχε υποχρέωση να αποδείξει τα στοιχεία του ποινικού αδικήματος στην κατηγορία [vi]. Δηλαδή, ότι ο Κατηγορούμενος, ως και προαναφέρθηκε, μεταξύ της 01ης/10/2015 και της 29ης/01/2016, ενώ ήταν ενοικιαστής του εν λόγω Σπιτιού, έκλεψε τα επίδικα Πράγματα, όλα περιουσία του ΜΚ2. Με δεδομένο ότι στο αδίκημα της κλοπής από ενοικιαστή του Άρθρου 271 του Κεφ. 154, αν και είναι αδίκημα ξεχωριστό από το αδίκημα της κλοπής του Άρθρου 255 του Κεφ. 154, η έννοια της κλοπής κατά το Άρθρο 255 του Κεφ. 154, εμπεριέχεται, τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος υπό εξέταση είναι τα εξής [vii]: Πρώτον: Τα επίδικα Πράγματα, ήταν πράγματα που μπορούσαν να καταστούν αντικείμενο κλοπής. [viii]. Δεύτερον: Ότι, τα επίδικα Πράγματα, ήταν ιδιοκτησίας του ΜΚ2. [ix]. Τρίτον: Ότι, το εν λόγω Σπίτι, είχε ενοικιαστεί στον Κατηγορούμενο ή μισθωθεί από τον Κατηγορούμενο. Τέταρτον: Ότι, τα επίδικα Πράγματα, ήταν προσάρτημα στο εν λόγω Σπίτι ή κινητά που ενοικιάστηκαν στον Κατηγορούμενο για χρήση μαζί με το εν λόγω Σπίτι. [x]. Πέμπτον: Ότι, η αξία των επίδικων Πραγμάτων, υπερβαίνει τα €8. Έκτον: Ότι, υπήρξε κατοχή και αποκόμισης των επίδικων Πραγμάτων από τον Κατηγορούμενο, χωρίς την συναίνεση του ΜΚ2 ιδιοκτήτη τους. [xi]. Ήτοι, ότι ο Κατηγορούμενος, πράγματι μετακίνησε τα επίδικα Πράγματα από το χώρο τον οποίο αυτά κατείχαν ή με κάποια φυσική πράξη τα μεταχειρίστηκε [και εκτός του Σπιτιού], χωρίς την συναίνεση του ΜΚ2, ιδιοκτήτη τους. Και Έβδομον: Ότι, η απόκτησης από τον Κατηγορούμενο των επίδικων Πραγμάτων, έγινε με δόλιο τρόπο ή σκοπό και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη. Ήτοι, με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ΜΚ2, ιδιοκτήτη τους, μόνιμα από αυτά. Αυτά, είναι τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το ποινικό αδίκημα στην κατηγορία, και είναι αυτά τα γεγονότα που ο Κατήγορος είχε το βάρος απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 10. Η ικανοποίησης του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σημαίνει, για σκοπούς του Νόμου, βεβαιότητα από την μαρτυρία για τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος στο κατηγορητήριο. [xii]. Η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, συνεπάγεται απόρριψη κάθε λογικής υπόθεσης ή οποιασδήποτε εύλογης πιθανότητας, ασυμβίβαστης με την υπόθεση του Κατήγορου. Η αμφιβολία, ως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να είναι ευφάνταστη, ούτε ανόητη, αλλά λογική: «η βεβαιότητα η οποία αναζητείται στη δικαστική απόφαση, δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής» [xiii]. 11. Βεβαίως, η λειτουργία του Δικαστηρίου ως κριτή γεγονότων σε αυτή την υπόθεση, εκτείνεται πέρα από το να καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με το εάν διαπιστώνει ότι κάποιο συγκεκριμένο γεγονός έχει αποδειχθεί από την μαρτυρία. Η λειτουργία του Δικαστηρίου, επεκτείνεται επίσης και στην εξαγωγή, εύλογων υποθέσεων ή συμπερασμάτων από τα γεγονότα, που από την μαρτυρία το Δικαστήριο θεωρεί αποδεδειγμένα. Και αυτό, εφόσον, ελλείψει άμεσης μαρτυρίας για κάποια από τα επίδικα γεγονότα, η υπόθεσης του Κατήγορου, είναι προφανές, σε μεγάλο βαθμό, βασίζεται και σε περιστατική μαρτυρία. Δηλαδή, ο Κατήγορος, φαίνεται να βασίζει την υπόθεση του και σε μαρτυρία, που δεν είναι άμεσα αποδεικτική των επίδικων γεγονότων, αλλά ενδεικτική της ύπαρξης τους. Δεν είναι, βεβαίως, αναγκαίο, πρέπει να ξεκαθαριστεί, τα επίδικα γεγονότα σε μία υπόθεση, να αποδεικνύονται με άμεση μαρτυρία. Μπορούν να αποδεικνύονται: (α) με περιστατική μαρτυρία μόνον· (β) με άμεση μαρτυρία μόνον· ή (γ) από συνδυασμό άμεσης και περιστατικής μαρτυρίας. Δηλαδή, σε μία υπόθεση, τόσο η άμεση, όσο και η περιστατική μαρτυρία, αποτελούν νομικά αποδεκτή μαρτυρία, ίσης αποδεικτικής αξίας [xiv]. 12. Τέτοια συμπεράσματα γεγονότων από το Δικαστήριο, δηλαδή, ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου (δηλαδή, που να στηρίζουν την ενοχή του Κατηγορουμένου), μπορούν να συναχθούν από την άμεση μαρτυρία που προσκομίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Πρέπει να βασίζονται στην κοινή λογική και να προέρχονται, κατόπιν, βεβαίως, συλλογισμού, από συνδυασμό αποδεδειγμένων γεγονότων. Λόγω του ότι, σε μία ποινική υπόθεση, ως και προαναφέρθηκε, η ενοχή του Κατηγορουμένου, πρέπει να αποδειχθεί από τον Κατήγορο προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο οφείλει να είναι πολύ προσεχτικό, σχετικά με τα όποια συμπεράσματα συνάγει για τα επίδικα γεγονότα. Κάθε πιθανό συμπέρασμα, πρέπει να εξετάζεται ώστε να διασφαλίζεται ότι, το συμπέρασμα που τελικά συνάγεται, υπό τις περιστάσεις, είναι εύλογο και δικαιολογημένο. Για να είναι εύλογο και δικαιολογημένο για το Δικαστήριο να συνάγει κάποιο γεγονός, αυτό, πρέπει να στηρίζεται σε κάτι περισσότερο από απλή διαίσθηση ή και εικασία. Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει μία λογική και ορθολογιστική σύνδεση, μεταξύ των γεγονότων που από την αποδεκτή μαρτυρία αποδεικνύονται προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου και των συμπερασμάτων του από αυτή για τα επίδικα γεγονότα και τις περιβάλλουσες αυτών περιστάσεις. Δεν εναπόκειται, βεβαίως, στην υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, ως και προελέχθη, να αποδείξει ότι κάποιο συμπέρασμα, εκτός από αυτό της ενοχής του Κατηγορουμένου, συνάγεται από τα γεγονότα, ή να αποδείξει συγκεκριμένα γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν τέτοιο συμπέρασμα. Αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, να εξετάσει, οτιδήποτε προκύπτει από την μαρτυρία προς όφελος του Κατηγορουμένου. Συναφώς, το Δικαστήριο, κατά τον ίδιο τρόπο, ως προαναφέρθηκε, σε σχέση με την υπόθεση του Κατήγορου, μπορεί να εξάγει γεγονότα ευνοϊκά και για την υπεράσπιση του Κατηγορουμένου (δηλαδή, που να συνάδουν με την αθωότητα του). Σε μία τέτοια περίπτωση, δηλαδή, όπου συμπεράσματα γεγονότων από το Δικαστήριο, ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου, μπορούν να συναχθούν από την αποδεκτή μαρτυρία και, σε ότι αφορά τα ίδια περιστατικά, το ίδιο προκύπτει και σε ότι αφορά την υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο μπορεί να εξάγει γεγονότα ενοχοποιητικά του Κατηγορουμένου για το κατηγορητήριο του, μόνο όταν αυτά υπερνικούν κάθε άλλο ανταγωνιστικό συμπέρασμα προς όφελος του Κατηγορουμένου, ώστε να μην αφήνεται στο μυαλό του Δικαστηρίου καμία εύλογη αμφιβολία. 13. Όταν η υπόθεση του Κατήγορου βασίζεται ουσιαστικά σε περιστατική μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί από το Δικαστήριο στο κατηγορητήριο του, εκτός εάν ο Κατήγορος έχει αποκλείσει κάθε λογική υπόθεση που συνάδει με την αθωότητα του Κατηγορουμένου. Η ενοχή του Κατηγορουμένου, δεν μπορεί να είναι μόνο ένα λογικό συμπέρασμα, αλλά το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει υπό τις περιστάσεις [xv]. Βεβαίως, για να είναι λογική μια τέτοια υπόθεση, συνάδουσα με την αθωότητα του Κατηγορουμένου, πρέπει να βασίζεται σε κάτι περισσότερο από μία απλή εικασία. Ωστόσο, δεν εναπόκειται στον Κατηγορούμενο, ούτε να αποδείξει ότι κάποια υπόθεσης, άλλη από αυτή της ενοχής του, πρέπει να συναχθεί από την αποδεκτή μαρτυρία, ούτε να αποδείξει συγκεκριμένα γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν ένα τέτοιο συμπέρασμα. Εάν υπάρχει, οποιαδήποτε εύλογη υπόθεση που να συνάδει με την αθωότητα του Κατηγορουμένου, είναι καθήκον του Δικαστηρίου η αθώωσης του. Προτάσεις βεβαίως, οι προαναφερόμενες, που απλώς αντανακλούν την προαναφερόμενη θεμελιώδη αρχή, ότι, ο Κατήγορος, για να υπάρξει καταδίκη του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο στο κατηγορητήριο του, πρέπει η απόδειξης των γεγονότων που το στοιχειοθετούν από πλευράς του προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, να είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 14. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένου, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [xvi]. 15. Ο Κατηγορούμενος, δεν εντυπωσίασε θετικά το Δικαστήριο. Κρίνεται, από το Δικαστήριο, ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν κατέθεσε την αλήθεια για τα επίδικα γεγονότα και τις περιβάλλουσες αυτών περιστάσεις. Εντοπίζονται στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου, σε ότι αφορά ισχυρισμούς του για τα γεγονότα, έχοντας υπόψιν και τις θέσεις που υπέβαλε για αυτά στους προαναφερόμενους μάρτυρες κατηγορίας, αυτοαναιρέσεις, αντιφάσεις, ασάφειες, καθώς και παραλογισμοί, που, σε συνδυασμό με την κακή εντύπωση που ως μάρτυρας προκάλεσε στο Δικαστήριο, συντείνουν προς αυτό το συμπέρασμα. Ενδεικτικά, σε σχέση με τα προαναφερόμενα από το Δικαστήριο, είναι τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος, είναι προκύπτει παραδεκτό από αυτόν, στις 30/01/2016, στην Αστυνομία, μετά από επίστηση της προσοχής του από την ΜΚ1, ότι υπήρχε υποψία εναντίον του που παρείχε στην Αστυνομία εύλογη υποψία ότι ενεχόταν στην διάπραξη του προαναφερόμενου ποινικού αδικήματος, κατέθεσε για τα επίδικα γεγονότα τους ισχυρισμούς του. Βλ. το Τεκμήριο 3. Μάλιστα, ο Κατηγορούμενος, καταθέτοντας ενόρκως στο Δικαστήριο για την υπεράσπιση του, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την εν λόγω κατάθεση του στην Αστυνομία, υποστηρίζοντας, κατά τον τρόπο αυτό, ότι, οι ισχυρισμοί του σε αυτήν, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Μεταξύ άλλων, ο Κατηγορούμενος, στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε ότι, από το Σπίτι του ΜΚ2 έφυγε στις 04/01/2016, ότι ο ΜΚ2 γνώριζε για αυτό εκ των προτέρων και ότι, μάλιστα, λόγω τούτου, εκείνη την ημέρα, τηλεφώνησε στον ΜΚ2 και του ανέφερε ότι τα κλειδιά του Σπιτιού τα τοποθέτησε σε συγκεκριμένο κρυφό σημείο, που του αποκάλυψε, στην αυλή του. Αντεξεταζόμενος όμως, ο Κατηγορούμενος, υποστήριξε κάτι πολύ διαφορετικό, που είναι βεβαίως και αντιφατικό. Ότι, δηλαδή, στις 04/01/2016, αναζήτησε τον ΜΚ2 επειδή, αφενός, ήθελε να του αναφέρει ότι έφευγε από το Σπίτι και αφετέρου, για να του παραδώσει και τα κλειδιά του. Επειδή όμως, αυτό, δεν κατέστη δυνατόν, λόγω του ότι ο ΜΚ2 δεν του απαντούσε στις τηλεφωνικές του κλήσεις, απέστειλε σε αυτόν, μέσω τηλεφώνου, γραπτό μήνυμα, στο οποίο του ανέφερε ότι έφευγε από το Σπίτι και ότι το κλειδί θα το έβρισκε σε συγκεκριμένο κρυφό σημείο, που του αποκάλυψε, στην αυλή του. Θέσης, επισημαίνεται, του Κατηγορουμένου για τα γεγονότα κατά την αντεξέταση του, που όχι μόνο δεν συνάδει με τα όσα κατέθεσε στην Αστυνομία για τα επίδικα περιστατικά στις 30/01/2016 και με την κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν συνάδει και με την θέση που δια του συνηγόρου υπεράσπισης του ρητά και έντονα, έθεσε στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του, ότι δηλαδή, είχαν πράγματι για το προκείμενο τηλεφωνική επικοινωνία στις 04/01/2016. Ο Κατηγορούμενος, ενώ είναι προφανές από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του και θέσεις του για τα γεγονότα σε αυτή την υπόθεση, ότι, για την υπεράσπιση του στηρίχθηκε στο ότι, από το Σπίτι έφυγε σε συγκεκριμένη ημερομηνία (στις 04/01/2016), για να υποστηρίζει ότι αυτή απέχει κατά πολύ χρονικά από την ημερομηνία ανάκτησης της κατοχής του σπιτιού από τον ΜΚ2 στις 29/01/2016 (με ότι αυτό συνεπάγεται για την εξέλιξη των πραγμάτων, ως την ισχυρίστηκε). Και ενώ ο Κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου υπεράσπισης του, ήταν και πάλι ρητός και έντονος όταν έθετε αυτό του τον ισχυρισμό στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του, παρά και το γεγονός ότι ο ίδιος κατά την κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο είχε μόλις προηγουμένως επαναλάβει την θέση του αυτή, κατά την αντεξέταση του, τελικά, παρουσιάστηκε αβέβαιος σχετικά με το πότε πράγματι είναι η θέσης του ότι έφυγε από το Σπίτι. Αρχικά, αρνήθηκε ότι αυτό έγινε στις 04/01/2016, υποστηρίζοντας ότι έγινε στις 06/01/2016, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι δεν υπήρξε προηγούμενος ισχυρισμός του για τέτοιο συμβάν στις 04/01/2016. Και στην συνέχεια, όταν του υποδείχθηκε από την εκπρόσωπο του Κατήγορου η εν λόγω ανακολουθία στους ισχυρισμούς του, προσπάθησε να δικαιολογηθεί, λέγοντας ότι δεν ήταν βέβαιος πότε αυτό το γεγονός έλαβε χώρα, λόγω της παρόδου του χρόνου από τα επίδικα περιστατικά. Ο Κατηγορούμενος, για την εν λόγω απόφαση του να φύγει από το Σπίτι, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι, είχε ενημερώσει τον ΜΚ2, από τα μέσα, περίπου, του Δεκεμβρίου του έτους 2015, εμπλέκοντας μάλιστα στα σχετικά γεγονότα που ισχυρίστηκε και τον ΜΚ3, χωρίς να έχει καταθέσει την οποιαδήποτε τέτοια θέση του στην Αστυνομία στις 30/01/2018, ή και μεταγενέστερα κατά την κυρίως εξέταση του κατά την ακρόαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο και κυριότερα, χωρίς να έχει θέσει αυτήν στον ΜΚ3 κατά την αντεξέταση του για την δική του τοποθέτηση, όταν υπό τις περιστάσεις, αν αποτελούσε την πραγματικότητα, λογικό και αναμενόμενο ήταν ότι θα το έπραττε. Ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν σταθερός, ούτε και σε σχέση με τον ισχυρισμό του στην Αστυνομία στις 30/01/2016, ότι τα ενοίκια στο ΜΚ2 τα πλήρωσε στον ίδιο κατά την διάρκεια επισκέψεων του στο Σπίτι, εφόσον, κατά την αντεξέταση του, ισχυρίστηκε ότι, αυτά τα κατέβαλλε στον ΜΚ3 για τα δώσει στον ΜΚ2 και το έπραττε όταν συναντούσε τον ΜΚ3 εκτός του Σπιτιού και όχι στον ΜΚ2 προσωπικά. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν υποβλήθηκε ως θέση του Κατηγορουμένου στον ΜΚ3, κατά την αντεξέταση του από πλευράς του για να τοποθετηθεί, ούτε βεβαίως, και κυριότερα, στον ΜΚ2, για την όποια δική του θέση για το προκείμενο. Προβλημάτισε, βεβαίως, και καταληκτικά στιγμάτισε αρνητικά και την μαρτυρία του, οι θέσεις που δια του συνηγόρου υπεράσπισης του ο Κατηγορούμενος υπέβαλε στην ΜΚ1 κατά την αντεξέταση της, περί κακοπιστίας της λόγω μεροληψίας, σχετικά με την καταγγελία του από τον ΜΚ2, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος, είναι σημαντικό, δεν αμφισβήτησε απλά τους χειρισμούς της ΜΚ1 από απόψεως ορθότητας των ενεργειών, διαβημάτων ή παραλείψεων της κατά την διερεύνηση της υπόθεσης ως ανακριτής για την Αστυνομία, αλλά ως προαναφέρθηκε, έθεσε στο επίκεντρο, κατά την αντεξέταση της, την εντιμότητα της, καταλογίζοντας της αλλότρια κίνητρα (ήτοι, διαπλοκή της με τον ΜΚ2 ή με τον ΜΚ2 και κάποιο Αξιωματικό της Αστυνομίας «Μεμνή», για την στοιχειοθέτηση, κακόπιστα, ποινικής του δίωξης). Θέσεις του Κατηγορουμένου για τα γεγονότα προς την ΜΚ1, τις οποίες ο Κατηγορούμενος, καταθέτοντας στο Δικαστήριο ενόρκως, όχι μόνο δεν τις υποστήριξε, αλλά από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε κατά την ακρόαση της υπόθεσης, φάνηκε στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν καν δικές του για να μπορούσε να τις υιοθετήσει. 16. Ο ΜΚ2, βασικός μάρτυρας για την υπόθεση του Κατήγορου, έχει πείσει το Δικαστήριο, ότι οι ισχυρισμοί που κατέθεσε, τόσο στην Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, όσο και κατά την ακρόαση της από το Δικαστήριο, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο ΜΚ2, κατέθεσε στο Δικαστήριο του ισχυρισμούς του, σταθερά και με αυτοπεποίθηση, αυθόρμητα και ως κρίνεται από το Δικαστήριο, με ειλικρίνεια. Τα όσα γεγονότα υποστήριξε ο ΜΚ2, έχουν συνοχή, την απαιτούμενη λεπτομέρεια, χωρίς στους σχετικούς ισχυρισμούς του να εντοπίζονται, ουσιαστικές αυτοαναιρέσεις ή και αντιφάσεις, αμφιβολία ή και κενά, που θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία του. Η μαρτυρία του ΜΚ2, άλλωστε, σε κάποιες πτυχές της, υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3, οι οποίοι επίσης εντυπωσίασαν θετικά το Δικαστήριο ως μάρτυρες κατά την ακρόαση της υπόθεσης, και στην μαρτυρία των οποίων εντοπίζονται επίσης, τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά αξιοπιστίας. 17. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, η μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα, ενώ αυτή του Κατηγορουμένου απορρίπτεται. 18. Σύμφωνα με την άμεση μαρτυρία του ΜΚ2, την οποία ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε, αλλά μάλιστα συμφώνησε με τους σχετικούς ισχυρισμούς του ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου, τα στοιχεία του προαναφερόμενου ποινικού αδικήματος στην κατηγορία, ως αυτά προαναφέρθηκαν (στην παράγραφο 9 ανωτέρω), από ένα μέχρι και πέντε, πραγματικά εντοπίζονται. Για αυτή την κατάληξη του Δικαστηρίου, δεν χρειάζεται περαιτέρω αξιολόγηση της προαναφερόμενης μαρτυρίας. 19. Σχετικά με τα υπόλοιπα στοιχεία του προαναφερόμενου ποινικού αδικήματος στην κατηγορία, ως αυτά προαναφέρθηκαν (στην παράγραφο 9 ανωτέρω), από την αποδεκτή και αδιαμφησβήτητη μαρτυρία, διαπιστώνονται τα εξής γεγονότα. Ο ΜΚ2, μετά και το πέρας του Δεκεμβρίου του έτους 2015, αναζήτησε τον Κατηγορούμενο για να του καταβάλει το συμφωνημένο δεδουλευμένο για τον μήνα αυτό ενοίκιο. Ο Κατηγορούμενος, δεν ανταποκρίθηκε στις τηλεφωνικές κλήσεις του ΜΚ2 και όταν ο ΜΚ2 προσπάθησε να τον συναντήσει επισκεπτόμενος το Σπίτι, αυτό δεν κατέστη εφικτό γιατί δεν τον έβρισκε εκεί. Οι εν λόγω προσπάθειες του ΜΚ2 συνεχίστηκαν και επαναλήφθηκαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. [Η θέσης του Κατηγορουμένου, ότι ο ΜΚ2 ποτέ δεν του τηλεφώνησε για αυτό το σκοπό ή είχαν τηλεφωνική επικοινωνία κατά την περίοδο εκείνη, επειδή ο αριθμός τηλεφώνου που ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του στην Αστυνομία, XXXXX57, δεν είναι ορθός, δεν μπορεί, ως και προαναφέρθηκε, να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχάς, ο ΜΚ2, είχε κάθε λόγο να θέλει και να επιδιώκει την επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο, επειδή είναι λογικό θα ήθελε να πληρωθεί το ενοίκιο για το Σπίτι για τον μήνα Δεκέμβριο, ο οποίος είχε παρέλθει, στην βάση της συμφωνίας τους. Επίσης, ο ΜΚ2, καταγγέλλοντας την υπόθεση στην Αστυνομία στις 30/01/2016, στην Αστυνομία, σύμφωνα με την μαρτυρία του, αλλά και αυτή της ΜΚ1, παρουσίασε και το συμβόλαιο ενοικίασης, Τεκμήριο 2, το οποίο, στα στοιχεία του συμβαλλόμενου, για τον Κατηγορούμενο, αναγράφεται και ο αριθμός τηλεφώνου του. Εκεί, ο αριθμός τηλεφώνου του Κατηγορουμένου, αναγράφεται, σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου για το ποιος αυτός είναι, σωστά, ήτοι, XXXXX37, και δεν μπορεί να γίνεται βάσιμα λόγος ότι ο ΜΚ2 κατά τον ουσιώδη χρόνο καλούσε, είτε σε λανθασμένο αριθμό τηλεφώνου του Κατηγορουμένου ή ότι δεν είχε τον αριθμό τηλεφώνου του Κατηγορουμένου για να τον καλέσει, όταν και ο ίδιος ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο κατά την εξέταση του, ότι με τον MK2 είχαν κατά την περίοδο εκείνη και προηγουμένως τηλεφωνικές επικοινωνίες. Άλλωστε, το ζήτημα αυτό, με δεδομένα και τα στοιχεία που το Τεκμήριο 2 προσέφερε, ως προελέχθη, ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να το διευκρίνιζε με τον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του, αλλά τακτικά, κατά την κρίση του Διακστηρίου, δεν το έπραξε, για να επιχειρήσει την στήριξη ενός ισχυρισμού του για τα γεγονότα, ως και προαναφέρθηκε, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, για τους προαναφερόμενους λόγους, δεν γίνεται αποδεκτός.] Ο ΜΚ2, επειδή ακριβώς δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο τηλεφωνικά ή να τον συναντήσει στο Σπίτι ή αλλού για τον προαναφερόμενο σκοπό, ζήτησε από τον ΜΚ3, ο οποίος ήταν κοινός γνωστός τους και το πρόσωπο που μεσολάβησε για να προσέλθει με τον Κατηγορούμενο στην ενοικίαση του Σπιτιού, να τον αναζητήσει και αυτός για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ίδια κατάληξη όμως είχαν και οι προσπάθειες του ΜΚ3, στου οποίου τις τηλεφωνικές κλήσεις ο Κατηγορούμενος επίσης δεν ανταποκρινόταν. Είχε, στο μεταξύ, δοθεί από τον ΜΚ2, με τις συστάσεις και ενέργειες και του ΜΚ3, κάποιος χρόνος στον Κατηγορούμενο για να ανταποκριθεί στην πληρωμή του ενοικίου για τον Δεκέμβριο του έτους 2015, οπότε τα πράγματα οδηγήθηκαν περί τα τέλη του Ιανουαρίου του έτους 2016. Ο Κατηγορούμενος, που όπως υποστήριξε με την μαρτυρία του, εκείνη την περίοδο είχε κακά οικονομικά και δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις, όπως ήταν και η καταβολή του ενοικίου του για το Σπίτι, -μάλιστα, υποστήριξε περαιτέρω, «χρωστούσε [και] κάποια λεφτά, που έπρεπε να δώσει»-, συνάγεται από τα προαναφερόμενα αποδεκτά από την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 γεγονότα, απέφευγε, τόσο τον ΜΚ2, όσο και τον ΜΚ3 και την όποια επικοινωνία μαζί τους, για λόγους που αφορούσαν στην σχέση τους με το επίδικο Σπίτι και την ενοικίαση του. Ένας τέτοιος λόγος, θα μπορούσε να είναι τα οφειλόμενα από τον Κατηγορούμενο ενοίκια στον ΜΚ2. Λόγω της προαναφερόμενης εξέλιξης (δηλαδή, της αποτυχίας να υπάρξει επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο), ο ΜΚ3, στις 29/01/2016, αναγκάστηκε να επισκεφτεί το πατρικό σπίτι του Κατηγορουμένου, το οποίο γνώριζε γιατί υπήρξαν και παιδικοί φίλοι, επιδιώκοντας να συναντήσει τον Κατηγορούμενο ή και επικοινωνήσει μαζί του. Ο Κατηγορούμενος, δεν βρισκόταν εκεί, αλλά η μητέρα του, με την οποία ο ΜΚ3 είχε σχετική συζήτηση, τον πληροφόρησε ότι ο Κατηγορούμενος δεν διέμενε πλέον στο Σπίτι. Ο ΜΚ3, ακολούθως αποχώρησε από το μέρος, για να λάβει αργότερα γραπτό μήνυμα από τον Κατηγορούμενο, μέσω τηλεφώνου, -ο οποίος συνάγεται από τα γεγονότα που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΚ3, πρέπει να πληροφορήθηκε για το γεγονός της επίσκεψης του ΜΚ3 στο πατρικό του από την μητέρα του-, με το οποίο τον πληροφορούσε ότι το κλειδί για το Σπίτι, το άφησε κρυμμένο σε ένα συγκεκριμένο σημείο, που του αποκάλυψε, στην αυλή του Σπιτιού. Ακολούθως, την ίδια ημέρα, ο ΜΚ3, πληροφόρησε για το εν λόγω γεγονός τον ΜΚ2, ο οποίος αργότερα την ημέρα εκείνη, κατά το απόγευμα, μετέβη από τον Στρόβολο στον οποίο κατοικεί, στην κοινότητα Εργάτες όπου, ως προελέχθη, βρίσκεται το Σπίτι, και εισερχόμενος στην αυλή του από την πόρτα της περίφραξης, η οποία ήταν κλειστή αλλά ξεκλείδωτη, διαπίστωσε ότι, πράγματι το κλειδί ήταν κρυμμένο στην θέση που ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει στον ΜΚ3. Η πόρτα εισόδου του Σπιτιού ήταν κλειδωμένη και όταν ξεκλείδωσε με το εν λόγω κλειδί και εισήλθε στο εσωτερικό του, διαπίστωσε ότι, αν και όλα τα παράθυρα του ήταν ασφαλισμένα και γενικά δεν υπήρχε κανένα ίχνος παραβίασης στην πόρτα και τα παράθυρα, από το Σπίτι έλειπαν, δηλαδή κλάπηκαν, τα επίδικα Πράγματα. Και παλαιότερα, κατά την σύντομη περίοδο που ο Κατηγορούμενος κατείχε ως ενοικιαστής το Σπίτι, κλάπηκε περιουσία του ΜΚ2 από αυτό, κάποια κομπρεσέρ κλιματιστικών που ήταν προσαρτημένα εξωτερικά στο Σπίτι, περιστατικό που επίσης καταγγέλθηκε στην Αστυνομία και από τον ΜΚ2, χωρίς όμως να εντοπιστεί ο υπαίτιος. Ο ΜΚ2, είχε και τότε υποπτευθεί τον Κατηγορούμενο για την κλοπή της εν λόγω περιουσίας του, δεν είχε όμως κάποια πραγματική βάση για αυτή του η υποψία, για να τον καταγγείλει στην Αστυνομία, ο οποίος Κατηγορούμενος σχετικά με το συμβάν, του είχε απλώς αναφέρει ότι δεν το είχε καν αντιληφθεί. Ο ΜΚ2 τότε πρότρεψε, και ο Κατηγορούμενος το έπραξε, ο Κατηγορούμενος να κατάγγελλέ και αυτός την κλοπή στην Αστυνομία. Λόγω της διαπίστωσης του ότι κλάπηκαν τα επίδικα Πράγματα από το Σπίτι, ο ΜΚ2, την επόμενη ημέρα, 30/01/2016, το πρωί, κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία για να διερευνηθεί. Από πλευράς της Αστυνομίας, δια της ΜΚ1, το Σπίτι δεν εξετάστηκε κατά την διερεύνηση της καταγγελίας του ΜΚ2 από την Αστυνομία για το οτιδήποτε. Παραμένει άγνωστο, πότε ακριβώς ο Κατηγορούμενος έφυγε από το Σπίτι, κατά την προαναφερόμενη επίδικη χρονική περίοδο πριν τις 29/01/2016. Ο Κατηγορούμενος, στις 29/01/2016 όφειλε στον ΜΚ2 δεδουλεμένα ενοίκια, χρέος του το οποίο δεν του το εξόφλησε μέχρι και σήμερα. 20. Ως και προελέχθη, η ενοχή του Κατηγορουμένου, δεν μπορεί να είναι μόνο ένα λογικό συμπέρασμα, αλλά το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει υπό τις περιστάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα γεγονότα, μετά από συνεκτική αποτίμηση τους, η ενοχή του Κατηγορουμένου στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, λογικά, συμπεραίνεται. Είναι όμως ικανές οι προαναφερόμενες περιστάσεις, και πάλι συνεκτικά αποτιμώμενες, να δικαιολογήσουν, εύλογα, κάποιο άλλο συμπέρασμα, που να συνάδει με την αθωότητα του Κατηγορουμένου; Θα μπορούσε για παράδειγμα, από την ώρα που ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε το Σπίτι (όποτε και αυτό να έγινε, εφόσον δεν αμφισβητείτε ότι πράγματι έγινε), μέχρι και τις 29/01/2016 που ο ΜΚ2 ανέκτησε την κατοχή του και διαπίστωσε την κλοπή των επίδικων Πραγμάτων, αφής στιγμής η πόρτα της περίφραξης της αυλής του Σπιτιού ήταν κλειστή αλλά ξεκλείδωτη, σε οποιαδήποτε στιγμή στο μεταξύ, κάποιο άλλο πρόσωπο να διέρρηξε το Σπίτι, ακόμη και με χρήση του κλειδιού της πόρτας εισόδου του το οποίο να εντόπισε στο σημείο που ήταν κρυμμένο, και να έκλεψε τα επίδικα Πράγματα, τοποθετώντας στην συνέχεια και προτού φύγει το κλειδί της εισόδου του Σπιτιού, στο ίδιο σημείο όπου το βρήκε και στο οποίο στην συνέχεια εντοπίστηκε τελικά από τον ΜΚ2; Αυτό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι ένα σενάριο, εύλογο υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις. [Το πόσο πιθανόν αυτό το σενάριο είναι, υπό τις περιστάσεις, επισημαίνεται, δεν είναι παράγοντας που λαμβάνει υπόψιν το Δικαστήριο για το εξεταζόμενο ζήτημα, εφόσον, το κριτήριο για το προκείμενο είναι, κατά πόσο αυτό το σενάριο είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις να είναι πραγματικά δυνατόν]. Οι λόγοι, είναι οι εξής. Από το Σπίτι, είχαν κατά την περίοδο μέχρι και δύο μήνες πριν από τις 29/01/2016, δηλαδή, όχι πολύ πριν την διαπίστωση της κλοπής των επίδικων Πραγμάτων από το Σπίτι από τον ΜΚ2, κλαπεί από αυτό και κάποια κομπρεσέρ κλιματιστικών που ήταν προσαρτημένα εξωτερικά στο Σπίτι. Ο δράστης, τότε, παρά το γεγονός ότι η υπόθεση καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τους ΜΚ2 και Κατηγορούμενο, δεν εξιχνιάστηκε και παρέμεινε άγνωστος. Το σπίτι, σημειώνεται, δεν είναι εντός του πυρήνα της κοινότητας Εργατών, αλλά στην περιφέρεια της, εκατό μέτρα μακριά από το πλησιέστερο σπίτι. Το προαναφερόμενο περιστατικό της κλοπής των κομπρεσέρ κλιματιστικών από το Σπίτι, αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο στην κατάθεση του στην Αστυνομία που του ελήφθη από την ΜΚ1, ως προελέχθη, στις 30/01/2016, σε συνέχεια του ισχυρισμού του ότι αυτός δεν ευθύνεται για την κλοπή, επειδή, αφού, ως ισχυρίστηκε, κλείδωσε την πόρτα εισόδου του Σπιτιού και τοποθέτησε το κλειδί στο συγκεκριμένο κρυφό σημείο, -ένα όχι ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο κρυφό σημείο, αλλά και συνηθισμένο και προβλεπτό ως κρύπτη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου (που ας αναφερθεί ήταν, κατά την θέση του Κατηγορουμένου, «έξω από την πόρτα του Σπιτιού μέσα σε ένα πλαστικό κουτί που τζιμούνται μέσα οι κάττοι τσαι πουπάνω έβαλα ένα μαξιλάρι του καναπέ»)-, εγκατέλειψε το Σπίτι με τα επίδικα Πράγματα μέσα. Η ΜΚ1, ως το μέλος της Αστυνομίας που διερεύνησε για την Αστυνομία αυτή την υπόθεση, ως ποινικός ανακριτής, παρά και την αναφορά των προαναφερόμενων και από πλευράς ΜΚ2 κατά την καταγγελία του της υπόθεσης, δεν διερεύνησε καθόλου αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Αν και χωρίς αμφιβολία προς το Δικαστήριο, η ΜΚ1 δεν ενήργησε σε καμία περίπτωση κατά την εκτέλεση του προαναφερόμενου Αστυνομικού της καθήκοντος, κακόπιστα, ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, απλώς «διεκπεραιωτική». Σημειώνεται, ότι, την ίδια ημέρα που η ΜΚ1 δέχθηκε την καταγγελία από τον ΜΚ2 στις 30/01/2016 (μεταξύ 09:45 και 10:30), ανέκρινε τον Κατηγορούμενο (μεταξύ 14:37 και 15:10) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα (μεταξύ 15:20 και 15:30), χωρίς να προηγηθεί ή να ακολουθήσει κάποια άλλη ενέργεια της -και δη, επίσκεψη της στην σκηνή του εγκλήματος (για αυτοψία και εξέταση)-, πλην της έρευνας που με την συγκατάθεση του Κατηγορουμένου διεξήγαγε στα υποστατικά του στη κοινότητα Ψημολόφου (μεταξύ 14:10 και 14:30). Παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ2 ήταν πρώην μέλος στην Αστυνομία με υπηρεσία και ως ποινικός ανακριτής, η ΜΚ1 δεν θα έπρεπε να περιοριστεί στην κατάθεση του ότι δεν διαπίστωσε καμία παραβίαση στο Σπίτι, αγνοώντας ουσιαστικά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου. Όφειλε, η ΜΚ1, εφόσον επρόκειτο και για μία ιδιαίτερη σχέση, μεταξύ ΜΚ2 και Κατηγορούμενου, ιδιοκτήτη και [πρώην] ενοικιαστή, από την οποία από τις καταγγελλόμενες από τον ΜΚ2 περιστάσεις, πρόκυπτε και κάποια διαφορά τους με οικονομικό χαρακτήρα (οφειλόμενα ενοίκια), να ερευνούσε την προαναφερόμενη πτυχή των ισχυρισμών του Κατηγορουμένου. Το κρίσιμο ερώτημα για το Δικαστήριο για το προκείμενο, είναι κατά πόσο, από την διερεύνηση της σκηνής του εγκλήματος από την ΜΚ1, μπορούσε να προκύψει υλικό το οποίο θα ήταν ή θα μπορούσε να ήταν σχετικό με την διερεύνηση της υπόθεσης. Σχετικό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε αυτό το πλαίσιο, είναι οποιοδήποτε υλικό έχει κάποια σχέση με το υπό διερεύνηση ποινικό αδίκημα ή οποιοδήποτε πρόσωπο υπό διερεύνηση ή με τις περιρρέουσες περιστάσεις της υπόθεσης, εκτός και αν αυτό δεν είναι ικανό να έχει τον οποιοδήποτε αντίκτυπο στην υπόθεση. Συναφώς, κατά την διεξαγωγή των ερευνών, ο ανακριτής, οφείλει να ακολουθήσει όλες τις εύλογες γραμμές έρευνας, είτε αυτές κατευθύνονται προς ή μακριά από ένα συγκεκριμένο ύποπτο. Το τι είναι εύλογο σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται, προφανώς, από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε περίπτωσης. Βεβαίως, το προαναφερόμενο καθήκον του ανακριτή για διερεύνηση, είναι ξεκάθαρο, πρέπει να είναι ανάλογο των ζητημάτων που εμπλέκονται, έχοντας ως σχετικό παράγοντα για την διαπίστωση τους, μεταξύ άλλων, και τις πληροφορίες που παρέχει στον ανακριτή ο ύποπτος. Συναφώς, ο ανακριτής δεν είναι υποχρεωμένος να ενεργεί επί θεωρητικών σεναρίων. Πρέπει, για να έχει το προαναφερόμενο καθήκον για διερεύνηση, να υπάρχει κάποιος λόγος να πιστεύει ότι μπορεί να υπάρχει υλικό σχετικό με την διερεύνηση της υπόθεσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε. Οι πληροφορίες που αναγκάζουν τον ανακριτή να ενεργήσει προς την κατεύθυνση της διερεύνησης, μπορεί να προέρχονται από διάφορες πηγές, ακόμη και αν αυτές προέρχονται από τον ίδιο τον ύποπτο. [xvii]. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε μία υπόθεση όπου η υπόθεση του Κατήγορου, ως και προαναφέρθηκε, βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό, και σε περιστατική μαρτυρία, η μη διερεύνηση της σκηνής του εγκλήματος για αυτοψία και εξετάσεις [ενδεχομένως και σε επίπεδο δακτυλοσκοπίας και γενετικού υλικού, σε σχέση και με τον Κατηγορούμενο], στην βάση των προαναφερόμενων ισχυρισμών του Κατηγορουμένου, αφής στιγμής υπήρξε και προηγούμενο περιστατικό κλοπής στο Σπίτι στο πρόσφατο παρελθόν χωρίς να έχει βρεθεί ο δράστης [και χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί κατά πόσο αυτό έχει επηρεάσει την δικαιότητα της δίκης του Κατηγορουμένου, λόγω της τελικής κατάληξης στην υπόθεση], απολήγει, η ενοχή του Κατηγορουμένου να αποτελεί, ως και προαναφέρθηκε, μόνο ένα λογικό συμπέρασμα και όχι το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει υπό τις περιστάσεις. 21. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ο Κατήγορος, δεν έχει αποσείσει το νομικό βάρος που, ως προελέχθη, είχε σε αυτή την υπόθεση και ως εκ τούτου, βρίσκει τον Κατηγορούμενο, αθώο διάπραξης του αδικήματος της κλοπής από ενοικιαστή, του Άρθρου 271 του Κεφ. 154, ως αυτό του καταλογιζόταν από τον Κατήγορο στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, και τον απαλλάσσει. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σύμφωνα με το Άρθρο 271 του Κεφ. 154: «271. Αν αυτό που κλάπηκε είναι προσάρτημα σε ακίνητο ή κινητό που ενοικιάστηκε στον υπαίτιο για χρήση μαζί με την ενοικιασμένη κατοικία ή δωμάτιο, η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.». [ii] Στον προαναφερόμενο γενικό κανόνα, υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Νόμος, κάποτε, προβλέπει για ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο κατά την ακρόαση μιας υπόθεσης πρέπει να αποφασίσει και σε σχέση με τα οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του. Συναφώς, όταν η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος βαραίνει τον κατηγορούμενο, απ' αυτόν, δεν απαιτείται η απόδειξης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος, χρειάζεται μόνο να εξακριβώσει σε τι είναι, που, σε αυτό το πλαίσιο στηρίζεται, σε ένα χαμηλότερο επίπεδο απόδειξης από πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υποχρεούται να αποδείξει την υπόθεση του, μόνον στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δηλαδή, χρειάζεται μόνο να δείξει ότι είναι πιο πιθανό από ότι όχι αυτά που ισχυρίζεται να αποτελούν πραγματικότητα. Βλ. Ιωάννου, κ. α. ν Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [iii] Ο Κατηγορούμενος, δεν είχε, σε αυτή την υπόθεση, το νομικό βάρος απόδειξης οποιουδήποτε ζητήματος. Στο σύγγραμμα του I. Dennis, The Law of Evidence, 6η έκδοση, στις παραγράφους από 11-004 έως και 11-006 επεξηγούνται οι νομικές έννοιες νομικό βάρος απόδειξης και αποδεικτικό βάρος απόδειξης και η σημασία τους κατά την ακροαματική διαδικασία: «Two points encapsulate the difference between the legal and the evidential burden. When a judge is deciding whether an evidential burden has been discharged, he looks only at the evidence favouring the party who bears the evidential burden. The question for decision is whether the favourable evidence is sufficient by itself to raise an issue for the court to consider; the fact that there may be substantial other evidence contradicting the favourable evidence is immaterial at this stage. When a factfinder (judge, jury or bench of magistrates) is deciding whether a legal burden has been discharged, the factfinder looks at all the evidence adduced in the case. Thus the factfinder will take into account the evidence that first served to discharge the evidential burden plus any other evidence that tends to confirm or rebut it. The second point is that the discharge of an evidential burden does not involve a decision that any fact has been proved. All it signifies is that a question has been validly raised about the possible existence of a material fact; the decision is only that enough evidence has been adduced to justify a possible finding in favour of the party bearing the burden. It is therefore technical1y incorrect to refer to this burden as an "evidential burden of proof". The discharge of the legal burden occurs at a later stage in the trial, when the factfinder is required to decide on the existence or non-existence of facts whose possible existence is in issue. .When a party has discharged an evidential burden and raised an issue for the court to consider, there arises a tactical onus on the other party to respond with some rebutting evidence. There is no legal obligation to adduce (further) evidence on the issue, but the party against whom the evidence has been adduced increases the risk of losing on the issue if nothing is done to chal1enge the evidence. .». [iv] Ο Κατήγορος φέρει, ως και προελέχθη, αυτό που αποκαλείται, το νομικό βάρος απόδειξης. Αυτό, κατανέμεται βάσει κανόνων δικαίου και είναι καθορισμένο από την αρχή της εκδίκασης μιας υπόθεσης. Δεν μετατοπίζεται ποτέ κατά την ακρόαση της υπόθεσης. [v] «Liberato direction»: Βλ. Liberato v The Queen
(1985)159 CLR 507 (βλ. την απόφαση του Brennan J.) και De Silva v The Queen [2019] HCA 48. Αμφότερες αποφάσεις Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστραλίας. Στην υπόθεση R v Anderson
(2001)127 A Crim R 116 (Εφετείου Νέας Νότιας Ουαλίας Αυστραλίας), η εν λόγω οδηγία, διατυπώθηκε ως εξής στους ενόρκους -υιοθετήθηκε και στην Johnson v Western Australia
(2008)186 A Crim R 531 (Εφετείου Δυτικής Αυστραλίας)-: «First, if you believe the evidence of the accused, obviously you must acquit. Second, if you find difficulty in accepting the evidence of the accused, but think that it might be true, then you must acquit. Third, if you do not believe the accused, then you should put his testimony to one side. The question will remain; has the Crown, upon the basis of evidence that you do accept, proved the guilt of the accused beyond reasonable ground?». Οδηγία σχετιζόμενη με αρχή στο δίκαιο της απόδειξης, που αποτελεί νομολογία και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική, μεταξύ άλλων, είναι η υπόθεση Charitonos, a. o. v Republic
(1971)2 C.L.R. 40, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μία εκτενή ανάλυση του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459, για το προκείμενο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με μια έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), η αθώωση είναι αναπόφευκτη ...». [vi] Βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439. [vii] Βλ. για το προκείμενο και κατ' αναλογία, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44 και Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [viii] Σύμφωνα με το Άρθρο 255
(3)του Κεφ. 154: «Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.». [ix] Σύμφωνα με το Άρθρο 255
(2)(γ) του Κεφ. 154: «Ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.». [x] Βλ. τις πρόνοιες του Άρθρου 255
(3)του Κεφ. 154, ανωτέρω. [xi] Βλ., σχετικά, και τις πρόνοιες του Άρθρου 255
(2)[(α) και (β)] του Κεφ. 154: «
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.». [xii] Σε αντίθεση, βέβαια, με τα αποδεικτικά στοιχεία -που δεν είναι συστατικά των αδικημάτων-, που δεν απαιτείται η απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά απλά να έχουν καθαρά αποδειχθεί προτού θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα. [xiii] Βλ. Μαμαλικόπουλος ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 25/2014, κ. α., 20/09/2018. [xiv] Παφίτης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6626, 08/09/1999. [xv] Βλ. Αθηνής ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 4867, 14/02/1990. [xvi] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. [xvii] Βλ. R (on the application of Ebrahim) v Feltham Magistrates' Court and another; Mouat v Director of Public Prosecutions [2001] 1 All ER 831 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.