Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση της Tolkacheva, Αρ. αίτησης: 4/2019, 8/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. αίτησης: 4/2019 Αναφορικά με τον περί της Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 και Αναφορικά με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο 95/70 και Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση της ΧΧΧΧΧ Tolkacheva, από τη Ρωσία Εκζητούμενης 8 Απριλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Φλωρέντζου για Γενικό Εισαγγελέα Για την Εκζητούμενη: κ. Ανδρέου και κ. Στυλιανού για Πογιατζής & Ανδρέου ΔΕΠΕ Εκζητούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή. Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα των Ρωσικών αρχών για την έκδοση της Εκζητούμενης για να δικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο στη Ρωσική Ομοσπονδία για συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα που της καταλογίζονται. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης εξουσιοδότησε την έναρξη της διαδικασίας για την έκδοση της Εκζητούμενης στις 2.10.
- Στις 4.10.2019 εκδόθηκε εναντίον της Εκζητούμενης προσωρινό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε την ίδια μέρα οπόταν και Εκζητούμενη παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Έκτοτε παραμένει ελεύθερη υπό όρους εκκρεμούσης της εκδίκασης της Αίτησης. Η Αίτηση των Ρωσικών αρχών για έκδοση, υποβάλλεται δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (στο εξής η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση») που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο 95/1970 και των πρόσθετων Πρωτόκολλων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που κυρώθηκαν με τους Ν. 23/1979 και Ν. 17/1984, αντίστοιχα. Η Ρωσική Ομοσπονδία έχει επίσης κυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα από 9.3.
- Η προϋπάρχουσα Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Ν. 172/1986) έχει συμπληρωματικό και επικουρικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης[1]. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση και τα πρόσθετα Πρωτόκολλα, υπερισχύουν των διατάξεων του περί της Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου Ν.97/70, ο οποίος καθορίζει γενικά τη διαδικασία και προϋποθέσεις έκδοσης φυγόδικου[2]. Αυτά αναφορικά με το ρυθμιστικό πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ημερομηνίας 2.10.2019 (Τεκμήριο 2) οι Ρωσικές αρχές ζητούν την έκδοση της Εκζητούμενης ώστε αυτή: «να διωχθεί για το αδίκημα της απόπειρας απάτης κατά παράβαση των άρθρων 159
(4)και 30
(3)του Ποινικού Κώδικα [της Ρωσικής Ομοσπονδίας], δηλαδή, της με δόλο κλοπής και υπεξαίρεσης περιουσίας που ανήκει σε τρίτους, το οποίο διεπράχθη σε ιδιαίτερα ευρεία κλίμακα και με κατάχρηση εξουσίας και θέση ισχύος που όμως δεν ολοκληρώθηκε για λόγους που δεν αφορούν την ίδια, το οποίο κατηγορείται ότι διέπραξε κατά την περίοδο 11 Ιανουαρίου 2016 μέχρι 20 Ιουλίου 2016. Συγκεκριμένα, σύμφωνα πάντα με τα έγγραφα έκδοσης, κατά τους ουσιώδεις χρόνους η [Εκζητούμενη] ήταν η Ανώτερη Εκτελεστική Διευθύντρια και/ή η Γενική Διευθύντρια της εταιρείας «REMS» OJSC (εφεξής «η Εταιρεία») και, ως εκ τούτου, υπεύθυνη για τις διοικητικές, οργανωτικές και επιχειρησιακές λειτουργίες της Εταιρείας, αντικείμενο της οποίας ήταν η παροχή υπηρεσιών διαχείρισης. Κατά ή περί το χρονικό διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 2015-Ιουνίου 2016 η Εταιρεία συμβλήθηκε με ιδιοκτήτες διαμερισμάτων σε κτηριακές εγκαταστάσεις - σε συγκεκριμένες διευθύνσεις που καταγράφονται στα έγγραφα έκδοσης - στην πόλη Tula της Ρωσίας, για παροχή, έναντι αμοιβής, υπηρεσιών διαχείρισης των κτηρίων και την επιδιόρθωση των κοινόχρηστων χώρων. Οι Συμφωνίες αφορούσαν ειδικότερα τη συντήρηση, έλεγχο και επιδιόρθωση των ανελκυστήρων. Καθότι σε κάποιες από τις συγκεκριμένες κτηριακές εγκαταστάσεις που αναφέρονται στα έγγραφα απαιτείτο αξιολόγηση της καταλληλότητας των σχετικών Τεχνικών Κανονισμών, η [Εκζητούμενη], στα πλαίσια των εν λόγω Συμφωνιών και των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι των ιδιοκτητών, υπέγραψε κατά την περίοδο 11 Ιανουαρίου 2016 - 20 Ιουλίου 2016, εκ μέρους της Εταιρείας, συμφωνίες με την εταιρεία «Engineering and Technical Centre 'Lift Service' LLC» (εφεξής η «Lift Service LLC») στην οποία ανέθεσε την αξιολόγηση των ως άνω ανελκυστήρων. Ως η [Εκζητούμενη] γνώριζε, η αμοιβή της Lift Service LLC θα γινόταν με χρήματα των αντίστοιχων ιδιοκτητών που θα κατέβαλλαν μέσω της Εταιρείας. Σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, μετά την εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων που διεκπεραιώθηκαν την περίοδο 11 Ιανουαρίου 2016 - 20 Ιουλίου 2016, η Lift Service LLC εξέδωσε τιμολόγια συνολικού ύψους 832.000,00 ρωσικών ρουβλίων. Με δόλο και σκοπό την εξαπάτηση των εν λόγω ιδιοκτητών και τον προσωπικό αδικαιολόγητο πλουτισμό, η [Εκζητούμενη] κατά την χρονική περίοδο 11 Ιανουαρίου 2016 μέχρι Ιούλιο 2016, από τον χώρο εργασίας στον οποίο βρισκόταν στην οδό XXXXX 79, Κτήριο XXXXX, Γραφείο 2, XXXXX, καταχρώμενη τη θέση ισχύος που κατείχε ως Γενική Διευθύντρια της Εταιρείας, παραποίησε, μέσω υφιστάμενων της που δεν γνώριζαν τις δόλιες προθέσεις και στη συνέχεια παρουσίασε στους ιδιοκτήτες, με τον ίδιο τρόπο, παραφουσκωμένα τιμολόγια στα οποία είχε προσθέσει ψευδή ποσά, με αποτέλεσμα το συνολικό κόστος να ανέλθει σε 1.225.312,00 ρωσικά ρούβλια (ΕΥΡ 16.154,00) Επιπρόσθετα, κατά την περίοδο 11 Ιανουαρίου 2016 μέχρι Απρίλιο 2016, επίσης με οδηγίες της [Εκζητούμενης], υφιστάμενοι της που τελούσαν εν αγνοία των παράνομων προθέσεων της, πλαστογράφησαν αντίγραφα των πρακτικών των έκτακτων γενικών συνελεύσεων των προαναφερόμενων ιδιοκτητών, σύμφωνα με τα οποία οι τελευταίοι συμφώνησαν και ανέλαβαν την πληρωμή του κόστους αξιολόγησης των ανελκυστήρων. Οι δόλιες ενέργειες της [Εκζητούμενης], με στόχο την κλοπή και υπεξαίρεση χρημάτων δεν ολοκληρώθηκαν για λόγους που δεν αφορούν την ίδια καθότι η Υπηρεσία Ελέγχου Κρατικής Οίκηση της Περιοχής Tula εξέδωσε στις 14 Μαρτίου 2016 και στις 17 Μαΐου 2016, κατά της [Εκζητούμενης] ως Αν. Εκτελεστική Διευθύντρια της Εταιρείας, τα Διατάγματα με αρ. 443 και 834, αντίστοιχα, για παραβιάσεις καθοριζόμενων άρθρων του Κώδικα Στέγασης που διέταζαν ή ανάγκαζαν την Εταιρεία και/ή την [Εκζητούμενη] σε εξάλειψη των παραβάσεων και συμμόρφωση με τη νομοθεσία, με αποτέλεσμα τον τερματισμό του παράνομου σχεδίου της [Εκζητούμενης]. Ως εκ τούτου η [Εκζητούμενη] δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης, ήτοι της κλοπής και υπεξαίρεσης του ιδιαίτερα ευρέως κλίμακας ποσού των 1.225.312,00, ρωσικών ρουβλιών μέσω κατάχρησης θέσης ισχύος, πλαστογραφίας και δόλιας παροχής πλαστού εγγράφου, με αποτέλεσμα να κατηγορείται για απόπειρα.» Έχω παραθέσει αυτούσιο το πιο πάνω απόσπασμα από την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης για να δώσω μια εικόνα των ισχυριζόμενων γεγονότων πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Οι Ρωσικές αρχές ζητούν την έκδοση και παράδοση της Εκζητούμενης δυνάμει εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από Δικαστήριο της πόλης Tula στη Ρωσία, ημερομηνίας 20.10.2017 (μέρος του Τεκμηρίου 3). Η Εκζητούμενη δεν συναινεί στο αίτημα για έκδοση της. Προς υποστήριξη της ένστασης της έχει εγείρει αριθμό ζητημάτων στα πλαίσια της ακρόασης. Μεταξύ άλλων, είναι η θέση της Εκζητούμενης ότι: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12
(2)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και του άρθρου 7
(2)(α) του Ν. 97/70, γιατί η αίτηση βασίζετια σε ασαφή και σκιώδη γεγονότα και συμπεράσματα. (β) Το αίτημα για έκδοση γίνεται κακόπιστα, με αλλότρια κυρίως πολιτικά κίνητρα. Η ποινική δίωξη εναντίον της δεν είναι γνήσια αλλά πρόκειται για «κατά παραγγελία ποινική δίωξη» με σκοπό τον αποκλεισμό της από την πολιτική. (γ) Σε περίπτωση έκδοσης της θα παραβιαστούν ανθρώπινα δικαιώματα της που προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής «ΕΣΔΑ») και παραβιάζει το άρθρο 3 στη ΕΣΔΑ, ενώ οι εγγυήσεις που έχει παρέχει η Ρωσική Ομοσπονδία δεν είναι ικανοποιητικές. (δ) Δεν τηρείται ο κανόνας της διπλής εγκληματικότητας γιατί η συμπεριφορά που αποδίδεται στην Εκζητούμενη δεν συνιστά αδίκημα ούτε στη Ρωσία ούτε στη Δημοκρατία. (ε) Έχει αιτηθεί πολιτικό άσυλο στη Δημοκρατία και ενόψει του ότι το αίτημα της ακόμα να εξεταστεί εφαρμόζεται η αρχή «non refoulment». Παραδεκτά γεγονότα. Με σκοπό τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων, οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρουσίασαν στο Δικαστήριο κάποια γεγονότα που είναι κοινώς αποδεκτά και που κατέστησαν παραδεκτά για σκοπούς της διαδικασίας. Αφορούν κυρίως γεγονότα που προηγήθηκαν της έναρξης της ακρόασης της παρούσας Αίτησης. Συνοψίζω τα παραδεκτά αυτά γεγονότα, ως εξής: 1 Στις 15.1.2019 οι αρχές της Δημοκρατίας ενημερώθηκαν μέσω Interpol από τις Ρωσικές αρχές ότι η Εκζητούμενη θα παρίστατο στο Δικοινοτικό Γραφείο στις 22.1.2019 καθώς και ότι αυτή βρισκόταν στον κατάλογο καταζητούμενων προσώπων της Interpol από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας με σκοπό τη σύλληψη και έκδοση της στη Ρωσία. 2 Στις 22.1.2019 η Εκζητούμενη επισκέφθηκε το Δικοινοτικό Γραφείο για να διεκπεραιώσει εργασία μέσω της Ρωσικής Πρεσβείας. Εκεί συνελήφθηκε από μέλος του ΤΑΕ Λευκωσίας, κατόπιν προσωρινού εντάλματος σύλληψης, που είχε εκδοθεί εναντίον της. 3 Στις 23.1.2019 η Εκζητούμενη παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της Αίτησης Έκδοσης Φυγοδίκου αρ. 1/2019 που καταχωρήθηκε εναντίον της εκείνη την ημέρα. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης αυθημερόν από τη Δημοκρατία. 4 Την ίδια μέρα, αμέσως μετά την απόσυρση εκείνης της αίτησης, η Εκζητούμενη εξερχόμενη της αίθουσας του Δικαστηρίου συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία καθότι είχε εισέλθει στη Δημοκρατία από παράνομο λιμάνι και διέμενε στα κατεχόμενα. Αμέσως μετά τη σύλληψη της, η Εκζητούμενη αιτήθηκε προφορικά πολιτικό άσυλο στην αστυνομικό που τη συνέλαβε. 5 Μετά τη σύλληψη της, η Εκζητούμενη τέθηκε υπό κράτηση στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού και εναντίον της εξασφαλίστηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης. 6 Στις 26.1.2019 η Αστυνομία έλαβε γραπτώς το αίτημα της Εκζητούμενης για πολιτικό άσυλο. Το αίτημα αυτό δεν έχει ακόμα εξεταστεί. 7 Στις 7.2.2019 η Εκζητούμενη συνελήφθηκε με προσωρινό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε στις 6.2.2019 για σκοπούς έναρξης 2ης κατά σειρά αίτησης έκδοσης φυγόδικου υπ΄αριθμό 2/2019 που καταχωρήθηκε εναντίον της στις 8.2.
- 8 Στα πλαίσια της αίτησης έκδοσης φυγοδίκου 2/2019 η Εκζητούμενη αιτήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο με την αίτηση 45/2019, όπως της παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης certiorari για την ακύρωση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 6.2.2019 και για έκδοση εντάλματος prohibition με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία έκδοσης της, μέχρι περάτωσης της διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 9 Στις 29.3.2019, το Ανώτατο Δικαστήριο παραχώρησε άδεια για καταχώρηση αίτησης certiorari και εξέδωσε προνομιακό ένταλμα prohibition. 10 Ακολούθως καταχωρήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο η αίτηση 51/2019 για έκδοση εντάλματος certiorari με σκοπό ως ανωτέρω αναφέρεται. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 24.4.2019 και συνεχίστηκε η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδίκαζε την αίτηση έκδοσης φυγοδίκου 2/
- 11 Η Εκζητούμενη, εφεσίβαλε την απορριπτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.4.2019 με την Πολιτική Έφεση 151/
- Η έφεση εκδικάστηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο στις 6.9.2019, με σχετική απόφαση του, αποδέχτηκε την έφεση και εξέδωσε προνομοιακό ένταλμα certiorari ακυρώνοντας το προσωρινό ένταλμα σύλληψης με το οποίο είχε ξεκινήσει η διαδικασία έκδοσης 2/
- 12 Στις 19.9.2019, κατά την ακρόαση της αίτησης έκδοσης φυγοδίκου 2/2019 οι δικηγόροι της Εκζητούμενης εμφανίστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ζήτησαν και έλαβαν άδεια να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση της λόγω διαφωνιών που είχαν προκύψει στο χειρισμό της υπόθεσης. Αυθημερόν εμφανίστηκε άλλο δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε την εκπροσώπηση της Εκζητούμενης. Η υπόθεση αναβλήθηκε και επαναορίστηκε στις 4.10.
- 13 Στις 2.10.2019 ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης υπέγραψε νέα εξουσιοδότηση για την έκδοση της Εκζητούμενης, στη βάση της ίδιας υπόθεσης για την οποία είχε ζητηθεί η έκδοση της στη Ρωσική Ομοσπονδία με τις Αιτήσεις 1/2019 και 2/
- 14 Στις 4.10.2019 η Εκζητούμενη εμφανίστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της Αίτησης 2/
- Εκείνη τη δικάσιμο, η Αιτήτρια απέσυρε την Αίτηση 2/
- 15 Αυθημερόν, εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης της Εκζητούμενης, η οποία συνελήφθη και εν συνεχεία καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση 4/
- Μαρτυρία. Στα πλαίσια της ακρόασης η πλευρά της Αιτήτριας παρουσίασε στο Δικαστήριο 2 μάρτυρες. Προς υποστήριξη της έντασης στο αίτημα για έκδοση, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η ίδια η Εκζητούμενη και ακόμα 3 πρόσωπα. Πέραν από τη δια ζώσης μαρτυρία, κατά την ακρόαση παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μεγάλος αριθμός εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Πριν προχωρήσω περαιτέρω, να σημειώσω ότι κατά την ακροαματική διαδικασία έχω παρακολουθήσει όλους του μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου ενώ έχω μελετήσει και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Θα προχωρήσω σε μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί. Δεν αναπαράγω με λεπτομέρεια όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας, ούτε θα κάνω ειδική αναφορά σε όλα τα Τεκμήρια. Περιορίζομαι στα σημεία της μαρτυρίας και στα Τεκμήρια που έκρινα ιδιαίτερα σημαντικά για την απόφαση μου. XXXXX Χατζηπροδρόμου (ΜΑ1). Πρώτη μάρτυρας στη διαδικασία ήταν λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία χειρίζεται θέματα της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας. Οι αρμοδιότητες της περιλαμβάνουν την μελέτη και εξέταση των επίσημων εγγράφων έκδοσης που αποστέλλονται από την αιτούσα χώρα για σκοπούς ετοιμασίας της νενομισμένης εξουσιοδότησης. Εξήγησε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία και το Υπουργείο Δικαιοσύνης είναι ανεξάρτητα μέρη στην παρούσα διαδικασία και προωθούν απλά το αίτημα των Ρωσικών αρχών για έκδοση της Εκζητούμενης, στη βάση των συμβατικών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας. Η ΜΑ1 ανέφερε ότι η διαδικασία είχε ξεκινήσει μέσω της διπλωματικής οδού, με ρηματική διακοίνωση της Ρωσικής Πρεσβείας στη Λευκωσία ημερομηνίας 13.2.2019 που στάλθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με καλυπτική επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών ημερομηνίας 15.2.
- Εξήγησε ότι αφού παρέλαβε και μελέτησε τα στοιχεία, ακολούθησε αλληλογραφία (Τεκμήρια 5, 6 και 7) με τις Ρωσικές αρχές για λήψη διευκρινήσεων που αφορούσαν την περίπτωση της Εκζητούμενης. Η αλληλογραφία αυτή αφορούσε περαιτέρω λεπτομέρειες, επεξηγήσεις και ορθότερη μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα διαφόρων σημείων των εγγράφων που υποστηρίζουν το αίτημα για έκδοση (δέσμη, Τεκμήριο 8) Έχοντας ικανοποιηθεί ότι υπήρχε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου, προώθησε το αίτημα των Ρωσικών αρχών και ετοίμασε την προβλεπόμενη εξουσιοδότηση για υπογραφή από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Η εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 2) υπογράφτηκε στις 2.10.
- Στα πλαίσια της μαρτυρίας της, όπως έχω σημειώσει πιο πάνω, η ΜΑ1 παρουσίασε τα έγγραφα που είχαν αποσταλεί από τις Ρωσικές αρχές για σκοπούς του αιτήματος έκδοσης. Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν ως δέσμη, Τεκμήριο
- Μεταξύ των εγγράφων που συναποτελούν το Τεκμήριο 3 περιλαμβάνεται επιστολή των Ρωσικών αρχών ημερομηνίας 2.2019 που περιλαμβάνει τις ακόλουθες διαβεβαιώσεις: «The Prosecutor General's Office of the Russian Federation guarantees that this request for extradition does not serve the purpose of prosecuting the above person for political reasons, in connection with her race, religion, nationality or political opinions. A.E. Tolkacheva will be granted all possibilities for defense in the Russian Federation, including legal counselling, she will not be subjected to torture or inhuman or degrading treatment or punishment (Articles 3 and 6 of the Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms of 04.11.1950 as well as the relevant Conventions of the United nations Organisation, the Council of Europe and the Protocols thereto). [.] The Prosecutor General's Office of the Russian Federation guarantees that pursuant to Article 14 of the European Convention of Extradition of the 13.12.1957, A.E. Tolkacheva will be brought to justice and punished only for the offence for which her extradition is sought, and she will be free to leave the Russian territory after criminal prosecution or trial, or - if she is convicted - after having served her sentence. A.E.Tolkacheva, if extradited, will be kept in correctional facilities which comply with the standards set forth in the Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms of 04.11.1950 and the European Prison Rules of 11.01.2006 and the officers of the Cyprus Embassy in Russia will be allowed to visit her any time to be able to control the compliance with the guarantees set out in this request for extradition.» Στην Έκθεση Γεγονότων που αποτελεί επίσης μέρος του Τεκμηρίου 3, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «[Tolkacheva] was the Head and Sole Executive Body - CEO of Company 'REMS' OJSC [.] (REMS), i.e. a person having organizational, business and administrative and managerial functions in the company. In the period from February 2015 to June 2015, the owenrs of the premises of multi-family residential buildings located in the city of Tula, by virtue of general meetings of the owners held [.] selected [REMS] as a managing organization, therefore, [REMS] represented by [Tolkacheva] and owners of the premises of multi-family residential buildings have concluded agreements for management of multi-family residential buildings [.] Pursuant to the above management agreements [REMS] undertook to act in the interests of the owners of multi-family residential buildings, for a fee, provide services and perform maintenance and repair of common property in multi-family residential buildings, in particular, maintenance, inspection and repair or elevators. By virtue of her official duties [Tolkacheva] was aware that the multi-family residential buildings of Tula [.] operated by [REMS] in 2016, works are required to assess compliance of elevators with expired service life as per requirements of the Technical Regulations of the Customs Union 'Elevator Safety' and for that purpose agreements with the organization accredited to perform these works are required. At the same time [Tolkacheva] knew for sure that these works were paid from the money received by the management company from the owners of multi-family residential buildings as payment for the services and maintenance of common property in apartment buildings. In the period from January 11, 2016 to July 20, 2016, [Tolkacheva] as CEO of [REMS] signed agreements with a company accredited to perform works and assess compliance of elevators with expired service life as per requirements of the Technical Regulations of the Customs Union 'Elevator Safety' - Engineering and Technical Centre' 'Lift Service' LLC, represented by Director Safroshin O.V. to perform these works in the above multi-family residental buildings managed by [REMS]. On the grounds of these agreements, in the period form January 11, 2016 to July 20, 2016 - 'Engineering and Technical Centre' 'Lift Service' LLC preformed works to assess compliance [..] provided reports by the results of examination of the elevators [.] and [Tokacheva] signed certificates of acceptance of the works performed and 'Engineering and Technical Centre' 'Lift Service' LLC provided invoices for the total amount of 832,000 rubles. [Tolkacheva] acting as CEO of the management company [REMS] on the grounds of management agreements concluded with the owners of the premises of multi-family residential buildings was obligated to pay this money to 'Engineering and Technical Centre' 'Lift Service' LLC from the money received on the accounts of the management company from owners of multi-family residential buildings as payment for services and works on maintenance of common property in multi-family residential buildings. Later, in the period from January 11, 2016 to July 2016,- the investigation did not establish more precise timing and dates - [Tolkacheva] being at her place of employment [.], using her official position as a CEO of [REMS] via certain unidentified persons from the number of employees of the company headed by her who were not aware of the criminal intentions, entered obviously incorrect information about the accrual from the owners of the premises of multi-family residential buildings for the service 'assessing conformity of the elevators' in accounting documents for payment of utility services in an additional line, obviously overvaluing the cost of services rendered by 'Engineering and Technical Centre' 'Lift Service' LLC in accordance with the above agreements. After that unidentified persons from the number of employees of the management company who were not aware of criminal intentions of [Tolkacheva], in the period from January 11, 2016 to July 2016 - the investigation did not establish more precise timing and dates, provided the owners of the premises of multi-family residential buildings [.] with payment documents containing an illegal demand for payment of the service 'assessing conformity of the elevators' for the owners to pay for the services rendered by [REMS]. In addition in the period from January 11, 2016 to April 2016, the investigation did not establish more precise timing and dates, unidentified persons who were not aware of criminal intentions of [Tolkacheva] being in a place not established by the investigation, forged copies of minutes of the extraordinary general meetings of the owners of the premises of multi-family residential buildings at the above-mentioned addresses, held in the form of in person voting, pursuant to which the owners of the said premises undertook to pay for the works on assessment of conformity of the elevators which expired service life as per requirements of the Technical Regulations [.] Thus, in the period from January 11, 2016 to July 2016, the investigation did not establish more precise timing and dates, [Tolkacheva] being CEO of [REMS], that is, an official who performs administrative-economic and organization-management functions in the said organisation, realising socially dangerous nature of their action, foreseeing the onset of socially dangerous consequences in the form of causing property damage to the owners of the premises of multi-family residential buildings managed by the company that she headed, wishing it, deliberately, by deception, using its official position, committed actions to steal the money. But criminal actions of [Tolkacheva] aimed at embezellment of funds by deception [.] on a particularly large scale, using her official position, were not completed due to circumstances beyond her control, as on March 14, 2016 and May 17, 2016, the State Housing Inspectorate of Tula Region issued two Prescriptions No. 443 and Np. 834 (respectively) against [Tolkacheva] as a CEO of [REMS] on the violation of [the law] entailing termination of criminal actions of [Tolkacheva]. Thus [Tolkacheva] attempted a large- scale fraud, that is, misappropriation of other persons' property by deception, committed by a person using her official position, ie committing a crime under part 3 Article 30, Part 4 Article 159 of the Criminal Code of the Russian Federation.» Μέρος του Τεκμηρίου 3 που παρουσίασε η ΜΑ1 ήταν και το κατηγορητήριο που είχε αποσταλεί από τις Ρωσικές αρχές. Σε αυτό, ουσιαστικά επαναλαμβάνονται όσα καταγράφονται στην Έκθεση Γεγονότων. Εκεί γίνεται επίσης αναφορά στο ποσό των 1.225.312 ρουβλιών, ως το συνολικό ποσό που αφορούν τα αδικήματα και κατονομάζονται 2.217 πρόσωπα που ήταν τα ισχυριζόμενα θύματα. Μέρος του Τεκμηρίου 3 (έγγραφο υπό τον τίτλο «Resolution») είναι επίσης και το ένταλμα σύλληψης της Εκζητούμενης που είχε εκδοθεί από το District Court of Tula στις 20.10.
- Εκεί αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι το Δικαστήριο: «Resolved to: Choose pre-trial restriction for [Tolkacheva], accused of committing a crime [.], in the form of detention for a period of 2 (two) months 00 days, with detention on Federal State Institution Detention Unit SIZO-1 of Administration of the Federal Enforcement Service of Russia in Tula region, calculating the term of detention from the time of extradition of [Tolkacheva] to the Russian Federation or from the moment of her detention on the territory of the Russian Federation.» Αυτά είναι τα ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας της ΜΑ
- Η αντεξέταση της περιλάμβανε και ερωτήσεις για θέματα Ρωσικού δικαίου και Ρωσικής ποινικής διαδικασίας καθώς και την ουσία της συμπεριφοράς που καταλογίζεται στην Εκζητούμενη. Η ίδια όμως η μάρτυρας εξήγησε ότι δεν διαθέτει γνώσεις σε θέματα Ρωσικού δικαίου. Επομένως, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας της δεν έχει απασχολήσει περαιτέρω. XXXXX Κυριακίδης (ΜΑ2). Ο ΜΑ2 είναι ο προϊστάμενος της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και είχε παραπέμψει την παρούσα υπόθεση στη συνάδελφο του ΜΑ1 για περαιτέρω χειρισμό. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του παρουσίασε αλληλογραφία που είχε το Τμήμα του με τις Ρωσικές αρχές αναφορικά κυρίως με περαιτέρω διευκρινίσεις σε σχέση με το αίτημα για έκδοση της Εκζητούμενης (Τεκμήριο 11). Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις αυτές: «1.666 persons were recognised as victims in the criminal case. Providing a list of victims contradicts the requirements of the Criminal Procedure Legislation of the Russian Federation, since it may entail the disclosure of information that constitutes the secrecy of the investigation. The specific information on victims and witnesses at this stage of the preliminary investigation, the accused A. E. Tolkacheva can use to exert pressure on the latter, thereby preventing the establishment of the truth in the case. Evidence of involvement of A. E. Tolkacheva in the commission of the alleged crimes were examined by the authorities of the Prosecutor's Office of Tula region in the Russian Federation and judicial authorities during consideration of application for remand in custody and appended materials (victims' interrogation records, witnesses' interrogation records, protocols of searches, expert opinion) and found to be justified.» Πριν προχωρήσω, παρενθετικά επισημαίνω ότι, παρά την πιο πάνω θέση των Ρωσικών αρχών, στα αρχικά έγγραφα που είχαν αποσταλεί προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση (Τεκμήριο 3), περιλαμβάνεται ονομαστικός κατάλογος 2.217 προσώπων για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι ήταν τα θύματα της συμπεριφοράς για την οποία ζητείται η έκδοση. Εκζητούμενη (ΜΥ1). Η μαρτυρία της Εκζητούμενης ήταν μεγάλη σε έκταση και στα πλαίσια αυτής παρουσίασε και μεγάλο αριθμό εγγράφων που έγιναν Τεκμήρια. Δεν θα αναπαράγω με λεπτομέρεια το σύνολο της μαρτυρίας της. Επικεντρώνομαι μόνο στα πιο ουσιαστικά σημεία. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην πολιτική της δράση και πορεία στην Tula και στους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι έχει υποκινηθεί η ποινική δίωξη εναντίον της με απώτερο σκοπό την πολιτική της εξόντωση. Ξεκίνησε αναφέροντας ότι διαθέτει τρία διπλώματα ανώτατης εκπαίδευσης, δασκάλου χημείας & βιολογίας, δικηγόρου και διοικητή 'δημόσιας και δημοτικής διοίκησης' (σχετικό το Τεκμήριο 12.1). Συνέχισε λέγοντας ότι ήταν πολιτευόμενο πρόσωπο και ασχολείτο ενεργά με την πολιτική. Σχετικά με την πολιτική της δράση και προφίλ είναι τα Τεκμήρια 12.2-12.7, 12.54, 13.15, 13.16). Συγκεκριμένα, μεταξύ 2002-2005 ήταν βουλευτής της Δούμας της περιφέρειας Tula. Την περίοδο 2005-2007 ήταν βοηθός του βουλευτή της Κρατικής Δούμας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ταυτόχρονα ήταν επικεφαλής του περιφερειακού κλάδου της Tula του πολιτικού κόμματος «Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσσίας» που είναι το επίσημο κόμμα της αντιπολίτευσης στη Ρωσική Ομοσπονδία. Την περίοδο μεταξύ 2010-2014 εκλέχθηκε ξανά βουλευτής της Δούμας της περιφέρειας της Tula. Μεταξύ 2010-2011 ήταν δήμαρχος της πόλης Tula, δηλαδή η υψηλότερη πολιτική προσωπικότητα της πόλης, με πληθυσμό άνω των 500.
- Την περίοδο από 2014-2017 ηγήθηκε του περιφερειακού γραφείου της ρωσικής δημόσιας οργάνωσης «Επιχειρηματική Ρωσσία» για την προώθηση την επιχειρήσεων και για την καταπολέμηση της διαφθοράς των δημοτικών αρχών και αρχών επιβολής του νόμου (Τεκμήριο 12.8). Ανέφερε ότι απολάμβανε δημοτικότητας ως πολιτικός όμως πρόσθεσε ότι για την πολιτική της δράση είχε δεχτεί συχνά επιθέσεις ενώ το 2011 το όχημα της ήταν αντικείμενο εμπρησμού χωρίς να έχουν εντοπιστεί οι ένοχοι (σχετικό το Τεκμήριο 12.7). Συνέχισε λέγοντας ότι στις 25.12.2014 προσλήφθηκε ως Γενικός Διευθυντής της εταιρείας OJSC REMS που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης κοινόκτητων οικοδομών. Οι αρμοδιότητες της καθορίζονταν από τη σύμβαση εργοδότησης της (Τεκμήρια 12.9 και 12.10) και δεν περιλάμβαναν τη σύνταξη αποδείξεων πληρωμής για της υπηρεσίες που παρείχε η εταιρεία, ούτε η καταχώρηση οποιωνδήποτε πληροφοριών στις αποδείξεις αυτές. Υποστήριξε ότι η διοίκηση της εταιρείας ήταν επιτυχημένη και ανέφερε ότι τον Φεβρουάριο 2016 το Ρωσικό Business Journal αναγνώρισε την OJSC REMS, υπό τη δική της ηγεσία, ως την «Καλύτερη εταιρεία διαχείρισης». Συμπεριλήφθηκε επίσης στον κατάλογο των «100 ατόμων με επιρροή στην περιφέρεια Tula». Την περίοδο εκείνη η εταιρεία είχε περί τους 500 εργοδοτούμενους και ήταν υπό τη διαχείριση της περισσότερες από 220 πολυκατοικίες (Τεκμήριο 12.12). Εξέφρασε τη θέση της ότι η δίωξη της από τις Ρωσικές αρχές έχει πολιτικά κίνητρα. Ανέφερε ότι περί τις αρχές 2016 ανακοινώθηκε ότι στις 18.9.2016 θα γίνονταν εκλογές για την Κρατική Δούμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας που θα διεξάγονταν με βάση το «μεικτό σύστημα». Δηλαδή θα δινόταν η δυνατότητα σε ανεξάρτητους υποψήφιους να εκλεγούν στην Κρατική Δούμα. Ήταν η πρώτη φορά από το 2003 που δινόταν αυτή η δυνατότητα. Η ίδια αποφάσισε να κατέλθει ως ανεξάρτητη υποψήφια στις εκλογές. Ακολούθως, την άνοιξη του 2016, συνάντησε τον Πρόεδρο της κυβέρνησης της περιφέρειας Τούλα, κ. Adrianov, και τον ενημέρωσε για την πρόθεση της να συμμετάσχει στις εκλογές ως ανεξάρτητος υποψήφιος. Τα μέλη της κυβέρνησης της περιφέρειας Τούλα, συμπεριλαμβανομένου του κ. Adrianov, αντιτάχθηκαν έντονα στη συμμετοχή της στις εκλογές καθώς, εάν εκλεγόταν ως ανεξάρτητη, αυτό θα μπορούσε να αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες. Υποστήριξε ότι επειδή η πρόθεση της αυτή τους ενόχλησε και θεωρήθηκε ως επικίνδυνη από την κυβέρνηση, ενορχηστρώθηκε η ποινική διαδικασία εναντίον της. Σύμφωνα με την Εκζητούμενη: «υπάρχει μια απομίμηση δημοκρατίας στη Ρωσική Ομοσπονδία. Ολοι οι ανταγωνιστές της τρέχουσας κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος 'Ενωμένη Ρωσία' αποβάλλονται από την πολιτική ζωή με διάφορους τρόπους. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος αντιμετώπισης ανεξάρτητων πολιτικών ή αντιπολιτευόμενων πολιτικών είναι να κινήσει ποινική διαδικασία και να φυλακίσει ένα αντίπαλο. Τα πιο διάσημα παραδείγματα είναι ο Χοντροφσκι, ο Μαγκίτσκι, ο Ναβάλνι κλπ.» Υποστήριξε ότι όλο το σύστημα διέπειται από διαπλοκή και ελέγχεται από το κυβερνών κόμμα και παρουσίασε αντίγραφο έρευνας του Transparency International όπου καταγράφονται σχετικά ευρήματα (Τεκμήριο 12.13). Υποστήριξε επίσης ότι η προσπάθεια εξόντωσης της έγινε γιατί: «ασχολήθηκα ενεργά με την πολιτική και τη δημόσια ζωή, επέκρινα επανειλημμένα τους εκπροσώπους των αρχών, και η δίωξη μου από τις αρχές έγινε προκειμένου να περιορίσουν τις ευκαιρίες μου να συμμετάσχω στη δημόσια ζωή με την παραβίαση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυούνται το διεθνές δίκαιο, δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο από πολιτική καταστολή». Να σημειώσω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Εκζητούμενης αφορούσε την ουσία των αδικημάτων για τα οποία ζητείται η έκδοση της. (Σχετικά μεταξύ άλλων τα Τεκμήρια 12.23-12.38, 12.50-12.54 που παρουσίασε). Αναφέρθηκε στα γεγονότα που αφορούν και περιβάλλουν, κατά την ίδια, την έναρξη της ποινικής διερεύνησης εναντίον της και παρουσίασε σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια (Τεκμήρια 12.14-12.19). Όπως εξηγώ πιο κάτω, το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εξετάσει τη μαρτυρία που επικαλούνται οι Ρωσικές αρχές και να καταλήξει σε συμπέρασμα εάν η μαρτυρία αυτή στοιχειοθετεί τη διάπραξη αδικήματος με βάσει το Ρωσικό δίκαιο. Συνεπώς, οι σχετικές αναφορές της Εκζητούμενης με έχουν απασχολήσει μόνο στο βαθμό που η ίδια ισχυρίζεται ότι δείχνουν ότι τα κίνητρα για την ποινική της δίωξη είναι πολιτικής φύσης και στο βαθμό που είναι σχετικά με τη θέση της ότι εάν εκδοθεί θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση. Με αυτή τη διευκρίνιση παραθέτω συνοπτικά τα όσα η Εκζητούμενη υποστήριξε. Ανέφερε ότι αφού ενημέρωσε τον κ. Adrianov για την πρόθεση της να κατέλθει ως ανεξάρτητη υποψήφια στις εκλογές, αυτός στις 30.5.2016 υπέβαλε αίτηση στην αστυνομία για διενέργεια ελέγχου των οικονομικών δραστηριοτήτων της εταιρείας REMS της οποίας εκείνη ήταν η μοναδική γενική διευθύντρια. Η θέση της είναι ότι η έναρξη της ποινικής διαδικασίας έγινε αντικανονικά αφού μόνο με παράπονό κάποιου από τα κατ' ισχυρισμό θύματα θα μπορούσε να ξεκινήσει η διερεύνηση και όχι κατόπιν αιτήματος του κ. Adrianov. Σύμφωνα με την Εκζητούμενη, η αστυνομία ακολουθώντας τις οδηγίες του κ. Adrianov, ξεκίνησε μια σειρά από έρευνες και κατασχέσεις ηλεκτρονικών μέσων στην εταιρεία REMS. Ερευνήθηκαν επίσης οι κατοικίες της Εκζητούμενης και υπαλλήλων της REMS καθώς και η κατοικία της μητέρας της. Ισχυρίζεται ότι παράλληλα ξεκίνησε στα περιφερειακά ΜΜΕ μια εκστρατεία δυσφήμισης της ίδιας και της εταιρείας REMS με σκοπό τη δημιουργία αρνητικής εικόνας μεταξύ των ψηφοφόρων και του γενικού πληθυσμού της περιφέρειας Τula για την ίδια. Μεταξύ των διαφόρων διαμαρτυριών και διαβημάτων της, απέστειλε επιστολή μέσω του δικηγόρου της προς τις ανακριτικές αρχές με την οποία παραπονείτο για παραβίαση των δικαιωμάτων της. Η απάντηση που έλαβε στις 23.9.2016 από τη Ρωσική αστυνομία ήταν ότι οι έρευνες γίνονταν στο πλαίσιο της προκαταρτικής επαλήθευσης της αίτησης του Προέδρου της κυβέρνησης κ. Adrianov. Στην απάντηση αναφερόταν επίσης ότι η ίδια δεν ήταν ενδιαφερόμενο πρόσωπο στην υπόθεση και επομένως δεν μπορούσε να παραπονείται για παραβίαση των δικαιωμάτων της. Συγκεκριμένα, η θέση των ανακριτικών αρχών ήταν ότι η έρευνα αφορούσε την εταιρεία REMS και όχι την ίδια προσωπικά (σχετικό το Τεκμήριο 12.19). Αυτά τα γεγονότα και το όλο κλίμα που είχε δημιουργηθεί, σύμφωνα με την Εκζητούμενη, επιβάρυναν τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Περιγράφοντας τα προβλήματα υγείας της, αναφέρθηκε σε δερματική πάθηση και καρδιολογικά προβλήματα. Ανέφερε ότι το άγχος είναι επιβαρρυντικό για τη δερματική της πάθηση και αυτός ήταν ο λόγος που, μετά και από τη συμβουλή των ιατρών της, αποφάσισε να εγκαταλείψει την Ρωσία και την ενασχόληση της με την πολιτική. Έφυγε από τη Ρωσία τον Σεπτέμβριο 2016 έχοντας την εντύπωση, όπως είχε ενημερωθεί γραπτώς στις 23.9.2016 από τη Ρωσική αστυνομία (Τεκμήριο 12.19), ότι δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία εναντίον της. Κατέληξε στην Κερύνεια γιατί η συμβουλή των γιατρών της είναι να βρίσκεται σε ζεστό κλίμα, κοντά σε θάλασσα, ενώ για κάποια διαστήματα πριν βρέθηκε και σε άλλες χώρες με αντίστοιχο κλίμα, όπως Ελλάδα και Αζερπαιζάν. Σχετικά με την κατάσταση της υγείας της η μάρτυρας παρουσίασε δέσμη ιατρικών πιστοποιητικών Τεκμήριο 12.
- Η δέσμη του Τεκμηρίου 12.55 περιλαμβάνει ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 8.2.2021 του Δρ. XXXXX Σουτζή του Mediterranean Hospital of Cyprus, σύμφωνα με το οποίο, η Εκζητούμενη: «εξετάστηκε στα ιατρεία του Mediterranean Hospital, πάσχουσα από επεισόδια απώλειας συνείδησης, με συνοδά επιληπτικά φαινόμενα. Η ασθενής υποβλήθηκε σε κλινικοεργαστηριακό έλεγχο. Εδώθησαν οδηγίες. Χρήζει αυστηρή ανάπαυση κατ' οίκον και κλινοστατισμό. Αποφυγή σωματικής και ψυχολογικής κόπωσης. Αποφυγή χειροκαντικής εργασίας και ταξιδιών.» Η δέσμη περιλαμβάνει επίσης ιατρικό πιστοποιητικό της Dr XXXXX Lopandina ημερομηνίας 26.1.2021 όπου αναφέρoνται τα εξής: «Diagnosis: Psoriasis, severe; complicated psoriatic arthritis. Symptoms: The patient [Tolkacheva] as been observed and treated in my clinic since 09/03/2019 until 26/01/
- On the skin of the body, limbs, scalp were found multiple papules from 5mm up to 20cm in size. Aching pain in the small joints of the limbs and difficulty in walking. Recommended: 1) Avoid all kinds of overexertion and stress. 2) Βe under the influence of the Mediterranean climate and constant solar inspiration. 3) Do not overcool and eat high quality organic food rich in vitamins and minerals. 4) Take a complex of vitamins (groups B, B, C) and minerals (zinc, copper, magnesium, calcium), omega 3, antioxidants. 5) Non-steroid anti-inflamatory joint creams IBUGEl, Ibuprofen 400 mg daily for 2 weeks. 6) Apply cream with mometasone to the areas of rashes 2 times a day.» H δέσμη περιλαμβάνει επίσης πιστοποιητικό ημερομηνίας 3.2.2021 του Δρ XXXXX Χατζηπαπά στην κλινική Λητώ που αναφέρει ότι: «This is to certify that the above patient consulted me on the 3/2/2021, suffering from metrorrhagia. She was given treatment to raise her haemoglobin and come back for operation.» Περιλαμβάνεται, τέλος, πιστοποιητικό του καρδιολόγου XXXXX Μιχαλολιάκου, του Mediterranean Hospital of Cyprus ημερομηνίας 2.4.2019 που αναφέρει μεταξύ άλλων: «The above named patient visited the Emergency Department of the Mediterranean Hospital of Cyprus due to chest discomfort. She is diagnosed with SVT (supraventricular tachycardia) which was treated successfully with Adenosine i.v. Due to the fact that this was the first episode of supraventricular tachycardia for the patient, she is admitted at the Cardiac Care unit in order to be monitored and the required investigation to be performed.» Επανερχόμενη στα γεγονότα, η Εκζητούμενη επανέλαβε ότι ούτε η ίδια αλλά ούτε οι δικηγόροι της γνώριζαν για την έκδοση του κατηγορητηρίου εναντίον της. Σε κατοπινό στάδιο, σύμφωνα με την Εκζητούμενη, και ενώ η ίδια δεν βρισκόταν πλεόν στην Ρωσία, ενημερώθηκε ότι η αστυνομία είχε κινήσει 6 ποινικές υποθέσεις. Από αυτές, οι 5 υποθέσεις ήταν εναντίον αγνώστων προσώπων. Οι 5 υποθέσεις ξεκίνησαν στις 13.7.2016, 17.8.2016, 19.8.2016, 20.8.2016 και 30.8.2016, αντίστοιχα. Η 6η υπόθεση που αφορούσε την ίδια και ξεκίνησε στις 30.8.
- Στις 31.8.2016, οι υπόλοιπες 5 υποθέσεις συνενώθηκαν με τη δική της και συνδυάστηκαν σε μια υπόθεση με αριθμό 55-1-335-2016 (Τεκμήριο 12.21). Παράλληλα, την 1.9.2016 το Ρωσικό Δικαστήριο παγοποίησε την ακίνητη περιουσία της συνολικής αξίας 110.767.417,60 ρουβλιών, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία να συμμετάσχει στη διαδικασία η ίδια ή οι δικηγόροι της (Σχετικό το Τεκμήριο 12.20). Διαφωνεί με τη θέση των ρωσικών αρχών ότι η παγοποίηση έγινε για να εξασφαλιστεί η ικανοποίηση οποιουδήποτε προστίμου ή αποζημίωσης διαταχθεί να πληρώσει. Σύμφωνα με την Εκζητούμενη, στα πλαίσια εξασφάλισης του διατάγματος παγοποίησης της περιουσίας της, είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο έγγραφο από την κρατική αρχή εγγραφής ακίνητης περιουσίας ημερομηνίας 16.8.2016, δηλαδή με ημερομηνία προγενέστερη της έναρξης της ποινικής υπόθεσης εναντίον της. Αυτό, κατά την ίδια, δείχνει κακοπιστία από την πλευρά των διωκτικών αρχών και ότι είχαν ως μοναδικό σκοπό την παγοποίηση της περιουσίας της. Σε σχέση με το διάταγμα παγοποίησης σημειώνει επίσης ότι αφορά την παγοποίηση ολόκληρης της περιουσίας της που είχε αξία πολλαπλάσια από το ποσό του αδικήματος που της αποδίδεται. Αυτό, εισηγείται, είναι πρόσθετη ένδειξη κακοπιστίας. Σύμφωνα με την Εκζητούμενη, ενώ διέμενε στην Κερύνεια, τον Νοέμβριο 2018 υπέβαλε αίτηση στην Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας για ανανέωση του διαβατηρίου της. Για την παραλαβή του διαβατηρίου κλήθηκε να μεταβεί στο δικοινοτικό γραφείο εντός της ουδέτερης ζώνης στις 21.1.
- Κατά τη μετάβαση της εκεί, κλήθηκε από μέλη της Αστυνομίας και τους ακολούθησε στις ελεύθερες περιοχές όπου αμέσως μετά συνελήφθηκε. Προσθέτει ότι, παρά τις εκκλήσεις των δικηγόρων της, το Ρωσικό της διαβατήριο δεν έχει ακόμα ανανεωθεί με τη Ρωσική πρεσβεία να επικαλείται ότι εκκρεμεί εναντίον της ποινική υπόθεση στη Ρωσία (Τεκμήριο 13.11). Επιστολές των δικηγόρων της προς την Πρεσβεία με τις οποίες διαμαρτύρονται ότι αυτό είναι παράνομο και ζητούν να ενημερωθούν για τη νομοθετική διάταξη που προβλέπει ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκκρεμεί ποινική υπόθεση δεν δικαιούται σε διαβατήριο, παραμένουν αναπάντητες. Επανέλαβε τη θέση της ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται εναντίον της για να μην αποτελεί κίνδυνο στην επικράτηση πολιτικών της αντιπάλων στην Tula και ότι συνιστά μια μεθοδευμένη προσπάθεια να εξουδετερωθεί πολιτικά. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της, τέθηκε στην Εκζητούμενη ότι το γεγονός ότι ουδέποτε κατήλθε ως υποψήφια στις εκλογές του 2016 αναιρούσε το επιχείρημα της περί πολιτικών κινήτρων για τη δίωξη της, αφού εκ των πραγμάτων δεν συνιστούσε απειλή για τους αντίπαλους πολιτικούς παράγοντες. Η Εκζητούμενη διαφώνησε με την ερμηνεία αυτή. Εξήγησε ότι έπρεπε να συλλέξει αριθμό υπογραφών πριν να έχει το δικαίωμα να υποβάλει ανεξάρτητη υποψηφιότητα. Ένεκα των νομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο και της επιδείνωσης της υγείας της, δεν ήταν σε θέση να αφιερώσει χρόνο και κόπο στη συλλογή των προβλεπόμενων υπογραφών και γι' αυτό δεν έβαλε υποψηφιότητα. Επέμενε πως όταν έφυγε από τη Ρωσία δεν γνώριζε για τη διαδικασία εναντίον της. Επανέλαβε ότι οι δικηγόροι της είχαν αποστείλει επιστολή προς τις Ρωσικές αρχές και η απάντηση που είχαν λάβει από την αστυνομία, ημερομηνίας 23.9.2016 ήταν ότι καμία ποινική δίωξη υπήρχε αναφορικά με την ίδια (σχετικό το Τεκμήριο 12.19). Το 2016, συνέχισε, γνώριζε ότι υπήρχαν ποινικές υποθέσεις σχετικά με άγνωστά πρόσωπα. Αργότερα ενημερώθηκε ότι μια ποινική υπόθεση αφορούσε την ίδια προσωπικά ενώ είχε ήδη φύγει από τη Ρωσία. Η Εκζητούμενη στη μαρτυρία της αναφέρεται και σε ζητήματα Ρωσικού δικαίου που, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που επικαλείται, ισχυρίζεται ότι δείχνουν ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν. Σε σχέση με αυτό το μέρος της μαρτυρίας σημειώνω ότι είναι εκτός των πλαισίων της παρούσας διαδικασίας να αποφασίσω επί θέματα ουσιαστικού Ρωσικού δικαίου. Κατά την αντεξέταση τέθηκε στην Εκζητούμενη ότι ο λόγος που είχε εγκαταλείψει τη Ρωσία και τελικά κατέληξε να διαμένει στην κατεχόμενη Κύπρο είναι γιατί γνώριζε για τις διαδικασίες εναντίον της και επέλεξε τις κατεχόμενες περιοχές γιατί δεν θα μπορούσε να εκδοθεί στη Ρωσία από τα κατεχόμενα. Η Εκζητούμενη διαφώνησε. Επέμενε ότι οι μετακινήσεις της, τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αζερμπαϊτζάν και σε άλλες χώρες προηγουμένως είχαν σχέση με τις συστάσεις των γιατρών της για τη διαχείριση της υγείας της. Πρόσθεσε ότι επέλεξε να μείνει στα κατεχόμενα γιατί της είχαν παραχωρήσει την κατοικία τους κάποιοι γνωστοί. Η συνήγορος της Αιτήτριας, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβήτησε τα προβλήματα υγείας που επικαλέστηκε η Εκζητούμενη. Ουσιαστικά τέθηκε στην Εκζητούμενη ότι η ενασχόληση της με την πολιτική, που είναι εκ της φύσεως της στρεσογόνα ενασχόληση, δεν συνάδει με τη θέση της ότι το άγχος επιβάρυνε την κατάσταση της υγείας της. Η Εκζητούμενη διαφώνησε. Εξήγησε ότι το πρόβλημα υγείας της: «είναι εσωτερική ασθένεια η οποία προέρχεται από το άγχος και είναι κάτι το οποίο φαίνεται και από αυτά που δεν φαίνονταν είναι νευρολογική ασθένεια. Και οι συστάσεις των γιατρών μου ήταν να είμαι ήσυχη, σε ζεστό κλίμα, σε θάλασσα και να κάνω ειδικές διαδικασίες οι οποίες είναι καλές για το δέρμα μου, κάτι το οποίο έκανα και στο Αζερμπαϊτζάν.» Αυτή ήταν, συνοπτικά, η μαρτυρία της Εκζητούμενης. XXXXX Tolkachev (ΜΥ2). Ο 2ος μάρτυρας για την πλευρά της Εκζητούμενης ήταν ο σύζυγος της. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι έχει πτυχίο νομικής (Τεκμήριο 13.1) και από το 1999 μέχρι το 2010 εργάστηκε στο Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων της Περιφέρειας Tula του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως ανακριτής και επιχειρησιακός επίτροπος του τμήματος ποινικών ερευνών. Έκτοτε έχει συνταξιοδοτηθεί (Τεκμήριο 13.2) Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΥ2 παρουσίασε επιπρόσθετα ιατρικά πιστοποιητικά σε σχέση με τα αναφερόμενα προβλήματα υγείας της Εκζητούμενης (Τεκμήρια 13.
- και 13.9). Το Τεκμήριο 13.8 είναι ιατρικό πιστοποιητικό από το Τμήμα Νευρολογίας του Νοσοκομείου της Tula όπου καταγράφεται ως κλινική διάγνωση: «ψωριακή πολυαρθροίτιδα με βλάβη στις αρθρώσεις του καρπού, μετακαρφαγγειακές αρθρώσεις, εγγύς ενδοφαγγειακές αρθρώσεις, αρθρώσεις γονάτου (αρθρίτιδα)». Καταγράφεται επίσης ως κλινική διάγνωση «χρόνια πυελονεφρίτιδα». Το πιστοποιητικό περιλαμβάνει λεπτομερή καταγραφή του ιστορικού, συμπτωμάτων, και γίνονται συστάσεις για διαχείριση των συμπτωμάτων και του πόνου. Το Τεκμήριο 13.
- είναι ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 6.9.2016 από δημόσιο θεραπευτήριο της πόλης Tula, όπου αναφέρεται ότι η Εκζητούμενη είχε νοσηλευτεί για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε την περίοδο από 26.8.2016 μέχρι 6.9.
- Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε και εξήγησε πως ο ίδιος βιώσε το άγχος και πίεση που αισθανόταν η σύζυγος του πριν φύγουν από τη Ρωσία. Εξήγησε ότι τα όσα είχαν προηγηθεί τους οδήγησαν στην απόφαση να μετοικήσουν στο εξωτερικό και αναφέρθηκε ειδικότερα σε «μια κατάσταση που δεν σου δίνει το δικαίωμα να νιώσεις ελεύθερος». Πρόσθεσε ότι: «όταν δήλωσε την επιθυμία της να κατεβεί στις εκλογές στη Δούμα, από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο έγιναν 33 έρευνες στο σπίτι μας, στο σπίτι των παιδιών μας [.] Είχε χρόνια ασθένεια και η οποία με αυτή την παράνομη ποινική δίωξη χειροτέρεψε [.].» Έφυγαν από τη Ρωσία κυρίως προσδοκώντας ότι θα μειωθεί το άγχος που αισθανόταν και βελτιωνόταν η κατάσταση της υγείας της. Ο ΜΥ2 ανέφερε επίσης ότι είναι ιδιοκτήτης διαμερίσματος σε ένα από τα κτιριακά συγκροτήματα που αφορά η ποινική υπόθεση εναντίον της συζύγου του. Υποστήριξε ότι σε εκείνο το κτιριακό συγκρότημα είχε πραγματοποιηθεί γενική συνέλευση ιδιοκτητών και εγκρίθηκε η καταβολή της πληρωμής για την εργασία των ανελκυστήρων. Συνεπώς, υποστήριξε ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των Ρωσικών αρχών ότι είχαν πλαστογραφηθεί πρακτικά γενικών συνελεύσεων. Επιπρόσθετα, ο ΜΥ2 επιβεβαίωσε την ενεργή εμπλοκή της συζύγου του στην πολιτική ζωή της Tula και αναφέρθηκε στην έντονη κριτική της για τη διαφθορά του τότε νομάρχη κ. Ντούντκα. Έδωσε ως παράδειγμα την άρνηση της συζύγου του ως Δημάρχου να υπογράψει απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας της Tula ως εξασφάλιση για λήψη δανείου που η ίδια θεωρούσε ότι δεν θα μπορούσε να αποπληρωθεί. Η σύζυγος του είχε κρατήσει αυτή τη στάση γιατί θεωρούσε ότι η πρόθεση υποθήκευσης της περιουσίας της πόλης ήταν εσκεμμένη κίνηση διαφθοράς που είχε σκοπό η περιουσία της πόλης να καταλήξει σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Ένεκα της στάσης της αυτής, ο ΜΥ2 υποστήριξε ότι η σύζυγος του αναγκάστηκε σε παραίτηση. Πρόσθεσε ότι αργότερα ο Νομάρχης κ. Ντούντκα παύθηκε από τη θέση του και καταδικάστηκε για διαφθορά. Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε επίσης στην απόφαση της συζύγου του όπως στις εκλογές του 2016 κατέλθει ως ανεξάρτητη υποψήφια και όσα ακολούθησαν με τον κ. Adrianov. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, κατά τον χρόνο μετοίκησης τους στο εξωτερικό, η σύζυγος του δεν είχε κληθεί από τις ανακριτικές αρχές για να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, ούτε ειδοποιήθηκε ή γνώριζε ότι θα κινηθεί ποινική δίωξη εναντίον της. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, τον Ιανουάριο 2018, δηλαδή μετά την έκδοση του κατηγορητηρίου και του εντάλματος σύλληψης εναντίον της συζύγου του για το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση της, ο ίδιος κινήθηκε νομικά εναντίον της REMS στο Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο σχετικά με την επιπρόσθετη χρέωση που κατέβαλε για τις υπηρεσίες που αφορούσαν τον ανελκυστήρα συγκροτήματος όπου διατηρεί διαμέρισμα. Το συγκρότημα αυτό είναι ένα από εκείνα τα συγκροτήματα που διαχειριζόταν η REMS και αφορά η ποινική υπόθεση. Η χρέωση για την οποία διαμαρτυρήθηκε περιλαμβανόταν στις χρεώσεις της ποινικής υπόθεσης. Το Διαιτητικό Δικαστήριο απόρριψε την αίτηση του κρίνοντας τις επίδικες χρεώσεις νόμιμες. Μετά από την εξέλιξη αυτή, ο ΜΥ2 κατέθεσε ότι ενημέρωσε προσωπικά την ανακριτή της υπόθεσης κα Charkina για την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Αυτή του αποκρίθηκε ότι εάν το ζήτημα επιλυθεί «από ψηλά» τότε ολόκληρη η ποινική υπόθεση θα σταματήσει αμέσως. Του ανέφερε ότι η υπόθεση ήταν πολιτικά υποκινημένη με εντολή που είχε δοθεί από τη διοίκηση της Tula και ότι για την ποινική δίωξη προσωπικά υπεύθυνος είναι ο περιφερειακός Εισαγγελέας, στρατηγός κ. Κοζλόβ. XXXXX XXXXX Vyacheslavovivh (ΜΥ3). Ο 3ος μάρτυρας για την πλευρά της Εκζητούμενης ήταν ο δικηγόρος της στη Ρωσία. Πρόσθεσε ότι είναι δικηγόρος της Ομάδας Νομικής Συμμαχίας του Ομοσπονδιακού Δικηγορικού Συλλόγου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Tula και είναι και διαμεσολαβητής-mediator (Τεκμήρια 14.1 και 14.2). Μεταξύ 1997-2007 εργάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων της Tula, ως ανακριτής στο Κλιμάκιο του Οικονομικού εγκλήματος. Παράλληλα με την εργασία του, αποφοίτησε το 2006 από την Ακαδημία Ασφαλείας της Μόσχας με πτυχίο νομικής. Από 2007-15.1.2011 εργάστηκε στις εισαγγελικές αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Από τις 15.1.11 μέχρι 20.12.15, εργάστηκε ως επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας στο Τμήμα της ανακριτικής επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας που ασχολείται με τη διερεύνηση σοβαρών εγκλημάτων και εγκλημάτων που διαπράττονται από μέλη της αστυνομίας. Αφυπηρέτησε στις 20.12.2015 και ακολούθως, στις 25.12.2015, απέκτησε άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος ως ιδιώτης δικηγόρος. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στις υποθέσεις που αντιμετωπίζει η Εκζητούμενη και στις δικές του ενέργειες ως δικηγόρος της. Υποστήριξε ότι υπήρξε αντικανονικότητα στην έναρξη, διερεύνηση και προώθηση της ποινικής υπόθεσης που αντιμετωπίζει η Εκζητούμενη. Μεταξύ των σημείων όπου, κατά τη θέση του, διαπιστώνεται αντικανονικότητα είναι το ότι περί τα 500 πρόσωπα που παρουσιάζονται ως θύματα της συμπεριφοράς που αποδίδεται στην Εκζητούμενη είτε δεν ήταν ιδιοκτήτες στα επίδικα ακίνητα είτε είχαν αποβιώσει κατά τον χρόνο τέλεσης τους (σχετικά τα Τεκμήρια 14.10, 12.51, 12.52, 12.46). Σημείωσε ότι ενώ στα αρχικά έγγραφα που είχαν αποσταλεί για σκοπούς του αιτήματος έκδοσης, οι Ρωσικές αρχές αναφέρονται ονομαστικά σε 2.217 θύματα, με τις διευκρινίσεις που στάλθηκαν μεταγενέστερα γίνεται πλέον αναφορά σε 1.666 θύματα (σχετικό το Τεκμήριο 11). Ο ΜΥ3 αναφέρθηκε και στην απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί στην αίτηση του συζύγου της Εκζητούμενης (Τεκμήριο 12.34). Σημειώνει ότι με εκείνη την απόφαση το Διαιτητικό Δικαστήριο ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη νομιμότητα και εγκυρότητα των χρεώσεων που αποτελούν το αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας. Πρόσθεσε ότι για να ασκηθεί ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 159
(4)του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα για το οποίο κατηγορείται η Εκζητούμενη, απαιτείται παράπονο από άτομο που είναι θύμα και το οποίο έχει υποστεί ζημιά πέραν των 1.000.000 ρουβλιών ή έστω απόπειρα να ζημιωθεί με το ποσό αυτό. Σημειώνει ότι η ποινική υπόθεση εναντίον της Εκζητούμενης αφορά απόπειρα για συνολικό ποσό 1.225.312 ρουβλιών (περί τις €16.000) με κατ' ισχυρισμό 2.217 θύματα. Αναλογεί δηλαδή ποσό περί των 552,70 ρουβλιών (€6 περίπου) ανά ισχυριζόμενο θύμα. Υποστήριξε ότι η έκδοση του διατάγματος παγοποίησης της περιουσίας της Εκζητούμενης επίσης πάσχει. Σημείωσε ότι η περιουσία που παγοποιήθηκε έχει πολλαπλάσια αξία από το ποσό του κατηγορητηρίου καθώς και ότι αυτό εκδόθηκε με βάσει μαρτυρία από την κρατική αρχή εγγραφής ακίνητης περιουσίας προγενέστερης της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης. Περιγράφει τις ενέργειες αυτές ως παράνομες και καταχρηστικές από την πλευρά των Ρωσικών αρχών. Πρόσθεσε ότι η Εκζητούμενη είχε, με παράνομο τρόπο, στερηθεί της δυνατότητας να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Πρόσθεσε επίσης πως όταν είχε αποταθεί προς τις Ρωσικές αρχές ζητώντας την ακύρωση του διατάγματος παγοποίησης της περιουσίας της Εκζητούμενης, ενημερώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι πέραν της υπόθεσης για την οποία ζητείται η έκδοση της, εκκρεμούν εναντίον της άλλες δύο ποινικές υποθέσεις (σχετικό το Τεκμήριο 12.44). Αυτό, εισηγείται, είναι ένδειξη ότι οι Ρωσικές αρχές δεν έχουν πρόθεση να τηρήσουν τη δέσμευση που ανέλαβαν όπως σε περίπτωση έκδοσης της Εκζητούμενης να μην τη διώξουν για άλλα αδικήματα πέραν αυτά της έκδοσης. Σύμφωνα με τον ΜΥ3 το κατηγορητήριο για το οποίο έχει εκδοθεί το Ρωσικό ένταλμα σύλληψης της Εκζητούμενης, έχει στο μεταξύ ακυρωθεί από τις Ρωσικές αρχές. Η θέση του είναι ότι ακυρώθηκε όταν οι Ρωσικές αρχές διαπίστωσαν κατόπιν δικής του επισήμανσης ότι πρόσωπα που καταγράφονται εκεί ως παραπονούμενοι είχαν ήδη αποβιώσει κατά τον ισχυριζόμενο χρόνο τέλεσης των αδικημάτων (σχετικό το Τεκμήριο 12.37). Σύμφωνα με τον ΜΥ3, η ακύρωση του πρώτου κατηγορητηρίου συμπαρέσυρε και το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε με βάση αυτό και ότι αυτό είναι κάτι που δεν θεραπεύεται από την έκδοση του μεταγενέστρου κατηγορητηρίου. Κατά τον ΜΥ3, το αποτέλεσμα είναι ότι δεν υπάρχει σήμερα σε ισχύ έγκυρο ένταλμα σύλληψης εναντίον της Εκζητούμενης. Ο ΜΥ3 υποστήριξε επίσης ότι οι Δικαστικές, Εισαγγελικές και Αστυνομικές αρχές στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν είναι ανεξάρτητα όργανα γιατί οι προϊστάμενοι τους διορίζονται και παύονται απευθείας από τον Πρόεδρο και εξυπηρετούν τα εκάστοτε συμφέροντα της κυβέρνησης. Επίσης, στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΥ3 αναφέρθηκε στις συνθήκες κράτησης στη Ρωσία, περιγράφοντας τις ως απάνθρωπες. Αναφέρθηκε σε αριθμό αποφάσεων του ΕΔΑΔ όπου διατυπώνονται σχετικά ευρήματα. Στάθηκε ιδιαίτερα στον χώρο κράτησης της Εκζητούμενης σε περίπτωση έκδοσης της. Σημείωσε ότι στις 20.10.2017 το Ρωσικό Δικαστήριο είχε αποφασίσει την κράτηση της Εκζητούμενης καθορίζοντας ως χώρο κράτησης το Ομοσπονδιακό Κρατικό Ίδρυμα 1ο Κέντρο Προδικαστικής Κράτησης στη Διεύθυνσης της περιφέρειας Tula της Ομοσπονδιακής Σωφρονιστικής Υπηρεσίας. Αυτό καταγράφεται στο Ρωσικό ένταλμα σύλληψης της Εκζητούμενης (μέρος Τεκμηρίου 3). Ο ΜΥ3 αναφέρθηκε στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής «ΕΔΔΑ»), Shcherbakov v Russia, Application No. 23939/02 (Strasburg 17.VI.2010) και Shcherbakov v Russia (No. 2), Αpplication Νo. 34959/07, ημερομηνίας 24.10.
- Οι αποφάσεις αυτές, σύμφωνα με τον ΜΥ3 αφορούν το ίδιο σωφρονιστικό ίδρυμα στο οποίο θα κρατηθεί η Εκζητούμενη. Στην 1η απόφαση, σύμφωνα με τον ΜΥ3, αποφασίστηκε ότι η κατάσταση στο εν λόγω κέντρο ήταν φρικτή, λόγω υπερπληθυσμού, αφού έκαστος κρατούμενος είχε προσωπικό χώρο 1,1τ.μ. και οι κρατούμενοι κοιμούνταν με τη σειρά. Στη 2η απόφαση, το ΕΔΔΑ είχε σημειώσει ότι ο ελάχιστος προσωπικός χώρος που δύναται να παραχωρείται σε κάθε κρατούμενο πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 τ.μ. Όμως, με βάση τα στοιχεία που είχε παρουσιάσει στο ΕΔΔΑ η Ρωσική Ομοσπονδία, στο εν λόγω κέντρο κράτησης κάθε κρατούμενος είχε λιγότερο από 3 τ.μ. προσωπικό χώρο, ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που ο προσωπικός χώρος ήταν μόλις 1,63 τ.μ. Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ είχε σημειώσει ότι έκαστος κρατούμενος δικαιούτο μόνο μια ώρα άσκηση, ημερησίως και 15' για μπάνιο, εβδομαδιαίως. Οι διαπιστώσεις που καταγράφονται στις αποφάσεις αυτές, εισηγείται ο ΜΥ3, δείχνουν ότι σε περίπτωση έκδοσης της Εκζητούμενης αυτή θα κρατηθεί σε συνθήκες που ισοδυναμούν με ταπεινωτική και εξευτελιστική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Πρόσθεσε ότι διαβιεί και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην Tula, όπου επισκέπτεται συχνά κρατούμενους στο συγκεκριμένο κέντρο κράτησης. Ένεκα αυτού γνωρίζει ότι δεν έχει επέλθει οποιαδήποτε βελτίωση στις συνθήκες κράτησης από την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων μέχρι σήμερα. Αντίθετα υποστήριξε, ίσως είναι χειρότερες. Ανέφερε ότι το κτίριο είναι πολύ παλαιό και χρονολογείται από τον καιρό της Αικατερίνης Β', ότι η πρακτική είναι οι γυναίκες που βρίσκονται εκεί να πλένονται 2 φορές τη βδομάδα και ότι τα αποχωρητήρια βρίσκονται στα κελιά χωρίς χωριστή πόρτα ενώ δικαίωμα προαυλισμού υπάρχει για 1 ώρα κάθε 24ωρο. XXXXX Pogosian (ΜΥ4). Ο τελευταίος μάρτυρας ήταν επίσης δικηγόρος Ρωσικής καταγωγής, που συμβουλεύει την Εκζητούμενη στην Κύπρο. Κατέθεσε ότι η μια θυγατέρα της Εκζητούμενης έχει αποταθεί στον ίδιο για εξασφάλιση άδειας παραμονής για την ίδια και τη θυγατέρα της, διαδικασία η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κράτησης στις φυλακές στην Ρωσία τις οποίες περίγραψε ως απάνθρωπες. Είπε ότι η γνώση του προέρχεται από την επαγγελματική του ιδιότητα αλλά και από συγγενικό του πρόσωπο, το οποίο κατονόμασε, που έτυχε να εκτίσει ποινή φυλάκισης στη Ρωσία και το οποίο του περιέγραψε πόσο άσχημες είναι οι συνθήκες. Αγορεύσεις συνηγόρων. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία με έχουν παραπέμψει. Πολύ συνοπτικά, ο συνήγορος της Εκζητούμενης εισηγήθηκε ότι στα πλαίσια της ακρόασης η πλευρά της απεκάλυψε πλήρως και εξαρχής τα σημεία επί των οποίων θα βάσιζε την ένσταση στο αίτημα για έκδοση της. Αυτό, συνέχισε, έδωσε κάθε ευκαιρία στην άλλη πλευρά να παρουσιάσει μαρτυρία ή στοιχεία από την αιτούσα χώρα ώστε να αντικρούσουν τις θέσεις της Εκζητούμενης, πράγμα που δεν έγινε. Υποστήριξε ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της Εκζητούμενης πρέπει να γίνει αποδεκτή και ότι, στη βάση αυτής, το αίτημα για έκδοση πρέπει να απορριφθεί. Η συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για έκδοση της Εκζητούμενης. Εισηγήθηκε επίσης ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η άλλη πλευρά είναι άσχετη με τα προς απόφαση ζητήματα, και δεν τεκμηριώνει κάποιο ικανό λόγο για άρνηση του αιτήματος για έκδοση. Αξιολόγηση. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχω κατά νου ότι σε διαδικασίες όπως η παρούσα, η προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου πρέπει να έχει ως βάση την αρχή της αβροφροσύνης[3]. Τα προς απόφαση ζητήματα αφορούν διακρατικές σχέσεις ενώ η ουσία μιας διαδικασία έκδοσης φυγόδικου είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος, τηρουμένων των εχέγγυων που παρέχουν οι συνθήκες και η εσωτερική νομοθεσία. ΜΑ
- Ξεκινώντας από τη ΜΑ1, σημειώνω ότι άφησε θετική εντύπωση. Εξήγησε με σαφήνεια τη δική της εμπλοκή στην υπόθεση και τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Παρουσίασε τα σχετικά με τη διαδικασία έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της. Από την πλευρά της Εκζητούμενης, δεν διέκρινα να αμφισβητηθεί η αλήθεια της μαρτυρίας της ΜΑ1 ή η αξιοπιστία της. Η αντεξέταση της μάλλον σκοπό είχε την παροχή διευκρινίσεων σε σχέση με τις ενέργειες της και το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε. Η αναζήτηση διευκρινίσεων είναι καθ' όλα επιτρεπτή και εντός των πλαισίων των καθηκόντων της. Δήλωσε όμως ρητά η μάρτυρας ότι δεν διαθέτει οποιεσδήποτε γνώσεις σε θέματα Ρωσικού δικαίου και δεν είναι αρμόδια να εκφέρει οποιαδήποτε άποψη επί αυτού. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστη. Θα χαρακτήριζα τη μαρτυρία της ως τυπικής φύσεως καθώς κατέθεσε τα έγγραφα που κατείχε στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της. Θεωρώ ότι η σημασία της μαρτυρίας της περιορίζεται στα έγγραφα που παρουσίασε. ΜΑ
- Τα όσα έχω αναφέρει για τη ΜΑ1 ισχύουν και για τον ΜΑ
- Θα χαρακτήριζα επίσης ως διαδικαστική τη μαρτυρία του, αφού ουσιαστικά περιορίστηκε στην περιγραφή των ενεργειών του για την προώθηση της διαδικασίας έκδοσης στο Δικαστήριο και παρουσίασε αλληλογραφία που αντάλλαξε το Τμήμα του με τις Ρωσικές αρχές. Η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Εκζητούμενης και την θεωρώ επίσης δεδομένη. Όπως και στην περίπτωση της ΜΑ1, η χρησιμότητα της μαρτυρίας του αφορά την αλληλογραφία με τις θέσεις των Ρωσικών αρχών που παρουσίασε, Τεκμήριο
- Εκζητούμενη. Προχωρώ στη αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εκζητούμενης. Παρενθετικά σημειώνω ότι μέρος της μαρτυρίας της αφορούσε θέματα που έχουν σχέση με την ουσία της υπεράσπισης που προβάλλει στην ποινική υπόθεση για την οποία ζητείται η έκδοση της. Δέχομαι ότι αισθάνεται έντονα για τις θέσεις της, όμως το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην ουσία της μαρτυρίας ή της υπεράσπισης της. Αυτά αποτελούν ζητήματα που θα μπορούσαν να τεθούν μόνο ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου. Έχω εξετάσει τον τρόπο που η Εκζητούμενη κατέθεσε στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, στην κυρίως εξέταση και κατά την αντεξέταση, το περιεχόμενο, πειστικότητα και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας της. Η εντύπωση που αποκόμισα ήταν θετική. Να προσθέσω εδώ ότι σχεδόν για την κάθε αναφορά της σε γεγονός η Εκζητούμενη παρουσίαζε και έγγραφο που να υποστηρίζει τα όσα κατέθετε. Θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής στην περιγραφή της πολιτικής και επαγγελματικής της πορείας μέχρι το
- Όλα όσα έχει αναφέρει υποστηρίζονται από έγγραφα που παρουσίασε ως Τεκμήρια. Το ίδιο ειλικρινής θεωρώ πως ήταν και στα όσα ανέφερε σε σχέση με την πρόθεση της να κατέλθει ως ανεξάρτητη υποψήφια στις εκλογές του 2016, στο κλίμα που δημιουργήθηκε τότε εναντίον της και τα όσα συνεπακόλουθα αντιμετώπισε. Αναφορικά με τα θέματα της υγείας της, η εντύπωση που άφησε ήταν ότι κατέθετε την αλήθεια, χωρίς υπερβολές και στρεβλώσεις. Εξετάζοντας το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που παρουσίασε η ίδια και ο σύζυγος της ΜΥ2, διαπιστώνω ότι συνάδει με τα όσα η ίδια κατέθεσε περιγράφοντας τα προβλήματα της. Η συνήγορος της Αιτήτριας, αντεξετάζοντας την Εκζητούμενη προώθησε τη θέση ότι η ενασχόληση με την πολιτική προϋποθέτει ένα βαθμό έκθεσης σε έλεγχο και κριτική, ακόμα και κακόπιστη κριτική, και ότι είναι μια ενασχόληση στρεσογόνα, με πολλές απαιτήσεις. Θεωρώ όμως ότι η Εκζητούμενη ήταν πειστική όταν περιέγραψε ουσιαστικά ότι αυτές οι απαιτήσεις ήταν διαχειρίσιμες αλλά και περιγράφοντας επίσης πόσο διαφορετικό ήταν το άγχος και πίεση που αισθανόταν όταν αντιλήφθηκε τις κακόβουλες, όπως η ίδια θεωρεί, ενέργειες πολιτικής αποδόμησης και εξουδετέρωσης της. Να σημειώσω επί αυτού ότι πέραν από την γενική αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση των θεμάτων υγείας που προβάλλει η Εκζητούμενη, δεν έχει παρουσιαστεί άλλη διιστάμενη μαρτυρία που να αντικρούει ή να θέτει σε αμφισβήτηση ότι πράγματι αντιμετωπίζει τα συγκεκριμένα προβλήματα υγείας, τους παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της υγείας της και την προτεινόμενη αντιμετώπιση που της εισηγήθηκαν οι ιατροί της και ακολουθεί. Ούτε έχω διακρίνει κάποιο ουσιαστικό επιχείρημα που να θέτει σε αμφισβήτηση τα όσα καταγράφουν οι διάφοροι γιατροί στα ιατρικά πιστοποιητικά. Αυτό ισχύει και για το περιεχόμενο των υπόλοιπων εγγράφων που παρουσίασε η Εκζητούμενη και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Δηλαδή, πέραν από τη γενική αμφισβήτηση της εκδοχής της στα πλαίσια της αντεξέτασης, δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ή οποιοδήποτε στοιχείο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι αντικρούει το περιεχόμενο των εγγράφων. Καταληκτικά, ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η Εκζητούμενη ήταν αξιόπιστη μάρτυρας. Αποδέχομαι τις πράξεις, βιώματα και ενέργειες της όπως τα έχει καταθέσει και έχω περιγράψει πιο πάνω στη σύνοψη της μαρτυρίας της. Αυτά συνιστούν και δικά μου ευρήματα. Όπου εκφράζει απόψεις, συμπεράσματα ή άλλες υποκειμενικές θέσεις, αυτά παραμένουν δικές τις θέσεις και τις αντιμετωπίζω ως τέτοιες και όχι ως γεγονότα. ΜΥ
- Ο σύζυγος της Εκζητούμενης επίσης άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Σε σημεία της μαρτυρίας του ήταν εμφανής η, λογική θεωρώ, αγωνία του να προστατεύσει την Εκζητούμενη. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτή του η αγωνία και επιθυμία τον οδήγησε σε επί σκοπού παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή παραποίηση της αλήθειας, όπως ισχυρίστηκε η συνήγορος της Αιτήτριας. Έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα στο εδώλιο και έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο των απαντήσεων του σε συνάρτηση με τα έγγραφα που παρουσίασε, θεωρώ ότι η πρόθεση του ήταν να διαφωτίσει για τα γεγονότα που γνώριζε, όπως ο ίδιος τα είχε αντιληφθεί από τη δική του πλευρά. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και στο βαθμό που αφορά σε γεγονότα, γίνεται αποδεκτή. Στα σημεία όπου εξέφρασε δικές του, υποκειμενικές θέσεις, αντιλήψεις ή απόψεις, αυτές παραμένουν ως τέτοιες. ΜΥ
- Ο ΜΥ3 παρουσιάστηκε από την πλευρά της Εκζητούμενης ως εμπειρογνώμονάς σε θέματα Ρωσικού δικαίου. Η ιδιότητα και εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν και, έχοντας λάβει υπόψη την πείρα, επαγγελματικά και ακαδημαϊκά του προσόντα, κρίνω ότι είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα της ειδικότητας του[4]. Όσον αφορά τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, το Δικαστήριο μπορεί να την αποδεκτεί εν όλω ή εν μέρει ή και καθόλου και η μαρτυρία του υπόκειται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης ως οι μάρτυρες γεγονότων[5]. Δέχομαι ότι ενόψει του χειρισμού υποθέσεων που αφορούν κρατούμενους στο σωφρονιστικό ίδρυμα που προτίθεται να κρατηθεί η Εκζητούμενη (ως καθορίζεται στο ένταλμα σύλληψης της, Τεκμήριο 3), ο ΜΥ3 ήταν σε θέση να γνωρίζει και να καταθέσει σε σχέση με ζητήματα κρατουμένων στο συγκεκριμένο σωφρονιστικό ίδρυμα. Να σημειώσω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί άλλη, αντίθετη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης αναφορικά με θέματα Ρωσικού δικαίου. Θεωρώ ότι επιδίωξε να διαφωτίσει το Δικαστήριο στα θέματα για τα οποία ρωτήθηκε και που εμπίπτουν στην εμπειρογνωμοσύνη του. Απαντούσε εμπεριστατωμένα, με συνοχή και αμεσότητα και εξηγούσε με σαφήνεια τις θέσεις του. Σημειώνω ότι σε σχέση με ζητήματα μαρτυρίας που αφορούν την ποινική υπόθεση που αντιμετωπίζει η Εκζητούμενη στη Ρωσία, υπήρξε υποκειμενικότητα. Αν και δεν επιδρά στην αξιοπιστία του αυτό, οι απόψεις του αναφορικά με τη δύναμη της υπόθεσης εναντίον της Εκζητούμενης δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επίλυσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στην παρούσα απόφαση μου, δεν θα επεκταθώ σε ευρήματα για θέματα ουσιαστικού δικαίου της Ρωσίας. Αυτό είναι εκτός του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας. Αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΥ3 ως αξιόπιστη, τόσο σε σχέση με τα γεγονότα που γνωρίζει, για τις δικές του ενέργειες και βιώματα καθώς και για άλλα ζητήματα στα οποία ειδική μνεία γίνεται στην πορεία. ΜΥ
- Ο ΜΥ4 ήταν επίσης, θεωρώ, αξιόπιστος μάρτυρας. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε σε πρόσφατα γεγονότα, που αν και τα αποδέχομαι, δεν αφορούν άμεσα τα επίδικα ζητήματα της παρούσας διαδικασίας. Οι αναφορές του στο σωφρονιστικό ίδρυμα που σκοπείται να κρατηθεί η Εκζητούμενη σε περίπτωση έκδοσης της, αν και αξιόπιστες δεν κρίνονται ιδιαίτερα βοηθητικές αφού θα τις χαρακτήριζα μάλλον γενικές. Δεν διέκρινα ότι η μαρτυρία του επί αυτού του ζητήματος χαρακτηριζόταν από την αναγκαία ειδικότητα, λεπτομέρεια και θετικότητα ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση για συγκεκριμένα ευρήματα. Τεκμήρια/Ιατρικά πιστοποιητικά. Στα πλαίσια της ακρόασης παρουσιάστηκε μεγάλος αριθμός εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Παρά την αμφισβήτηση σημείων που αφορούσαν την ουσία ή ορθότητα του περιεχόμενου των εγγράφων αυτών, δεν διέκρινα οποιοδήποτε πλευρά να αμφισβητεί ότι τα έγγραφα είχαν συνταχθεί/εκδοθεί από τα πρόσωπα/όργανα που παρουσιάζονται στην όψη εκάστου ως συντάχτης ή εκδότης. Επίσης δεν διέκρινα οποιαδήποτε πλευρά να αμφισβητεί την ύπαρξη του εγγράφου ή να εισηγείται ότι έχει παραποιηθεί το περιεχόμενο εγγράφου. Συνεπώς, σε ότι αφορά τα διάφορα έγγραφα, αποδέχομαι ότι εκδόθηκαν / συντάθηκαν από τους φερόμενους στην όψη εκάστου ως εκδότη / συντάχτη, με το αυτό περιεχόμενο. Πριν ολοκληρώσω αυτή την ενότητα, σημειώνω τα εξής αναφορικά με τα ιατρικά πιστοποιητικά που έχει παρουσιάσει η πλευρά της Εκζητούμενης. Κάποια παρουσιάστηκαν από την ίδια ενώ άλλα από το σύζυγο της. Σε σχέση με αυτά που παρουσίασε ο σύζυγος της, συμφωνώ με τη συνήγορο της Αιτήτριας ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου τους η Εκζητούμενη. Αυτό είναι κάτι που έχω προσμετρήσει κατά την αξιολόγηση τους. Θεωρώ όμως ότι δεν θα ήταν ορθό να τα αγνοήσω ως μαρτυρία ως εισηγήθηκε η συνήγορος της Αιτήτριας. Τα όσα η Εκζητούμενη ανέφερε κατά τη δική της μαρτυρία σε σχέση με τα ιατρικά της προβλήματα συνάδουν με το περιεχόμενο των ιατρικών αυτών πιστοποιητικών. Οι θέσεις της εκφράστηκαν κατά τη μαρτυρία της και αντεξέταστηκε επί μακρόν σε σχέση με τις θέσεις αυτές. Τα δύο ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε ο σύζυγος της δεν μεταβάλλουν την εικόνα που η ίδια κατέθεσε. Ευρήματα. Από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, προκύπτει ένα πλέγμα γεγονότων που συνθέτει το υπόβαθρο του αιτήματος για έκδοση της Εκζητούμενης και των δεδομένων που επικαλείται η πλευρά της Εκζητούμενης ζητώντας την απόρριψη του αιτήματος. Δεν θα επαναλάβω τα όσα έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω. Θα περιοριστώ να σημειώσω ότι η μαρτυρία που έγινε δεκτή ως αξιόπιστη, στο βαθμό και έκταση που έχω σημειώσει κατά την αξιολόγηση έκαστου μάρτυρα συνιστά και τα δικά μου ευρήματα. Τα ευρήματα αυτά είναι επιπρόσθετα των γεγονότων που κατέστησαν παραδεκτά για σκοπούς της διαδικασίας. Ανάλυση. Παραμένει να αποφασιστεί εάν τα ευρήματα μου αναφορικά με τα γεγονότα και το σύνολο των στοιχείων και εγγράφων που έχει τεθεί ενώπιον μου οδηγούν στο ότι το αίτημα των Ρωσικών αρχών για έκδοση της Εκζητούμενης πρέπει να ικανοποιηθεί ή να απορριφθεί. Γενικό πλαίσιο. Το νομοθετικό πλαίσιο για έκδοση φυγοδίκων έχει σκοπό να εμποδίσει πρόσωπο που διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα από το να βρει άσυλο σε άλλη και έτσι να αποφύγει την τιμωρία. Πρόκειται για νομοθεσία υψίστης σπουδαιότητας για την απονομή της δικαιοσύνης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας των χωρών. Η διαδικασία έκδοσης βασίζεται σε διεθνείς υποχρεώσεις που προέρχονται από αμοιβαίες συμφωνίες. Οι συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας ημεδαπού δικαίου αλλά επιβάλλεται η φιλελεύθερη ερμηνεία τους για προώθηση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν, δηλαδή στην καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα[6]. Οι προϋποθέσεις για ικανοποίηση αιτήματος για έκδοση φυγόδικου καθορίζονται από το άρθρο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 του 2ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που προνοεί τα εξής: «
- Η αίτηση θα διατυπώνεται γραπτώς και θα απευθύνεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του αιτούντος Μέρους προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση πάραυτα, η χρησιμοποίηση της διπλωματικής οδού δεν αποκλείεται. Άλλα μέσα επικοινωνίας μπορούν να συμφωνηθούν απ' ευθείας μεταξύ δύο ή περισσότερων Μερών.
- Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: (α) το πρωτόκολλον ή επίσημον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδομένης κατά τας τύπους τους καθοριζόμενους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους. (β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και αι παραπομπαί εις τα νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνονται κατά το δυνατόν ακριβέστερον. (γ) αντίγραφον των κατ' εφαρμογή διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητούμενου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυνάμενη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, έκδοση επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση αδικημάτων για τα οποία προνοείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 1ος έτους. Αυτή είναι μια επιπλέον προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί για να δύναται να επιτραπεί η έκδοση. Παράλληλα, για να νομιμοποιείται το Δικαστήριο να ικανοποιήσει αίτημα έκδοσης φυγόδικου πρέπει να πληρούνται και οι προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 5
(1)του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου Ν. 97/70, δηλαδή πρέπει το αίτημα για έκδοση να αφορά αδίκημα για το οποίο να μπορεί να επιτραπεί η έκδοση. Η εν λόγω διάταξη προνοεί τα εξής: «5.-
(1)Διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς Νόμoυ, τo αδίκημα, δι' o πρόσωπov τι διώκεται ή κατεδικάσθη εις Κράτoς συvάψαv συvθήκηv εκδόσεως μετά της Δημoκρατίας ή εις καθωρισμέvηv χώραv της Κoιvoπoλιτείας, λoγίζεται ως αδίκημα, δι' o δύvαται vα χωρήση έκδoσις, εάv- (α) εv μεv τη περιπτώσει αδικήματoς κατά τηv voμoθεσίαv Κράτoυς, συvάψαvτoς συvθήκηv εκδόσεως μετά της Δημoκρατίας, πρovoήται εv τη συvθήκη εκδόσεως· (β) εv δε τη περιπτώσει αδικήματoς κατά τηv voμoθεσίαv καθωρισμέvης χώρας της Κoιvoπoλιτείας, είvαι αδίκημα όπερ, oπωσδήπoτε περιγραφόμεvov εv τη τoιαύτη voμoθεσία, εμπίπτη εv oιαδήπoτε κατηγoρία αδικημάτωv εκτιθεμέvη εις τo συvημμέvov τω παρόvτι Νόμω Παράρτημα, και τιμωρήται δυvάμει της τoιαύτης voμoθεσίας, διά πoιvής φυλακίσεως δώδεκα τoυλάχιστov μηvώv ή διά μείζovoς τoιαύτης· (γ) εv πάση περιπτώσει, η συvιστώσα τo αδίκημα πράξις ή παράλειψις ή ισoδύvαμoς πράξις ή παράλειψις, θα απετέλει αδίκημα κατά τηv voμoθεσίαv της Δημoκρατίας εάv ελάμβαvε χώραv εvτός της Δημoκρατίας ή, πρoκειμέvoυ περί αδικήματoς υπoκειμέvoυ εις τηv δικαιoδoσίαv της Δημoκρατίας, και διαπραχθέvτoς εκτός της εδαφικής επικρατείας αυτής, εάv ελάμβαvε χώραv εκτός της εδαφικής επικρατείας της Δημoκρατίας υπό αvαλόγoυς περιστάσεις.» Η Ρωσική Ομοσπονδία δεν ανήκει στην Κοινοπολιτεία και επομένως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5
(1)(β) πιο πάνω. Παραμένουν οι διατάξεις του άρθρου 5
(1)(α) και 5
(1)(γ). Συνεπώς, κατ' αρχήν το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει εάν έχουν παρουσιαστεί τα δικαιολογητικά στοιχεία που προνοούνται στο άρθρο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και ότι το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση πληροί τα κριτήρια του άρθρου 2
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης[7]. Εάν η απάντησε σε αυτά τα ερωτήματα είναι θετική, ακολούθως το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις και του άρθρου 5 του Ν. 95/1970. Τέλος, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο εμποδίζεται η έκδοση του εκζητούμενου προσώπου για λόγο που αναγνωρίζει ο νόμος ή η νομολογία. Στην υπό κρίση περίπτωση, προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση, η αιτούσα χώρα έχει υποβάλει αρχικά διάφορα έγγραφα για να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας καθώς επίσης και διάφορα έγγραφα που στάλθηκαν μεταγενέστερα υπό τη μορφή διευκρινίσεων ή πρόσθετων πληροφοριών (Τεκμήρια 1, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11). Άρθρο 12
(1)Ευρωπαϊκής Σύμβασης/Υποβολή αιτήματος. Σε ότι αφορά την πρώτη προϋπόθεση, από τα ενώπιον μου στοιχεία διαπιστώνω συμμόρφωση με το άρθρο 12
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Ειδικότερα, η ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας διαβιβάστηκε δια της διπλωματικής οδού στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Μέσω της διπλωματικής οδού αποστάλθηκαν και τα υπόλοιπα έγγραφα. Άρθρο 12
(2)(α) Ευρωπαϊκής Σύμβασης/Ένταλμα σύλληψης αιτούσας χώρας. Στα έγγραφα που έχουν αποσταλεί από την Ρωσική Ομοσπονδία συμπεριλαμβάνεται ένταλμα σύλληψης της Εκζητούμενης, ημερομηνίας 20.10.2017 εκδομένο από Ρωσικό Δικαστήριο (μέρος Τεκμηρίου 3). Δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της Εκζητούμενης η ύπαρξη του Ρωσικού εντάλματος σύλληψης. Αυτό που έχει αμφισβητηθεί στα πλαίσια της ακρόασης είναι η εγκυρότητα του εγγράφου αυτού. Αποφασίζοντας κατά πόσο ένα έγγραφο που έχει παρουσιαστεί ως ένταλμα σύλληψης, μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ότι αποτελεί το απαιτούμενο από το άρθρο 12
(2)(α) «ένταλμα» το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το έγγραφο και να προσεγγίσει την σχετική διάταξη της νομοθεσίας περί εκδόσεως υπό το πρίσμα που έχει ήδη επεξηγηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της Εκζητούμενης υποστήριξε ότι δεν έχει παρουσιαστεί έγγραφο που να μπορεί θα θεωρηθεί ως «ένταλμα σύλληψης» προς ικανοποίηση της αντίστοιχης προϋπόθεσης του άρθρου 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Ο συνήγορος της Εκζητούμενης, στην αγόρευση του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του εγγράφου που κατά την Αιτήτρια συνιστά το ένταλμα σύλληψης. Σημείωσε ότι, όπως αναγράφεται σε αυτό, συνδέεται με κατηγορητήριο ημερομηνίας 24.7.2017 (βλ. σελίδα 3, τελευταία παράγραφος του εγγράφου, Τεκμήριο 3). Σημειώνει επίσης ότι η αιτούσα χώρα έχει αποστείλει κατηγορητήριο ημερομηνίας 4.7.2018 (μέρος του Τεκμηρίου 3). Σύμφωνα με το συνήγορο στης Εκζητούμενης, φαίνεται ότι το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε στη βάση ενός κατηγορητηρίου που είχε εκδοθεί στις 24.7.
- Στη συνέχεια εκείνο το κατηγορητήριο αντικαταστάθηκε από άλλο που εκδόθηκε στις 4.7.
- Όμως δεν εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης. Με βάση αυτό, ο συνήγορος υποστήριξε ότι το ένταλμα σύλληψης «έχει ακυρωθεί και/ή έπαψε να βρίσκεται σε ισχύ με την έκδοση του [νέου] κατηγορητηρίου». Είναι η θέση του ότι η αιτούσα χώρα όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία ή στοιχεία που να αντικρούει το επιχείρημα του αυτό. Όπως αναφέρει στην τελική του αγόρευση «σύμφωνα με τη φυσιολογική σειρά των εν λόγω νομικών διαδικασιών, όπως αυτή σκιαγραφείται από το ίδιο το κατ' ισχυρισμό ένταλμα, μετά την έκδοση του κατηγορητηρίου ημερ. 04/07/2018, θα έπρεπε να ακολουθήσει η έκδοση νέου εντάλματος σύλληψης, το οποίο θα έπρεπε να αποσταλεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως το έγγραφο που απαιτείται προς ικανοποίηση του άρθρου 12
(2)(α)». Θέση της συνηγόρου της Αιτήτριας είναι διαφορετική. Υποστήριξε ότι αυτό είναι ζήτημα το οποίο αφορά τα Ρωσικά Δικαστήρια και ότι ο τρόπος έκδοσης ή το λεκτικό ενταλμάτων σύλληψης δεν αφορά το παρόν Δικαστήριο[8]. Έχω εξετάσει τα επιχειρήματα του συνηγόρου της Εκζητούμενης όμως καταλήγω ότι δεν μπορώ να τα δεχτώ. Θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφασίσει για την εγκυρότητα ενός αλλοδαπού εντάλματος σύλληψης. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι για να ικανοποιηθεί η αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 12
(2)(α), είναι αρκετό να παρουσιαστεί έγγραφο που να φαίνεται στην όψη του ότι συνιστά διαταγή όπως το υπό αναφορά πρόσωπο τεθεί υπό κράτηση για συγκεκριμένα αδικήματα. Το έγγραφο που περιλαμβάνεται στη δέσμη του Τεκμηρίου 3 υπό τον τίτλο «Resolution» φαίνεται να ικανοποιεί αυτά τα κριτήρια και έχει αποσταλεί προς τις Κυπριακές αρχές ως αποτελούν το Ρωσικό ένταλμα σύλληψης. Καταλήγω επομένως ότι η αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 12
(2)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης πληρείται. Άρθρο 12
(2)(β) Ευρωπαϊκής Σύμβασης/Έκθεση Γεγονότων. Αναφορικά με την προβλεπόμενη στο άρθρο 12
(2)(β) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης έκθεση των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην Kolesnikov
(2008)1 A AAΔ 601: «Η προσαγωγή της προβλεπόμενης από το άρθρο 12
(2)(β) της Σύμβασης έκθεσης των πράξεων, αποβλέπει στη σαφή πληροφόρηση τόσο του ιδίου του εκζητούμενου προσώπου όσο και των αρχών της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, περί των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του συγκεκριμένου προσώπου. Η γενικόλογη αναφορά σε γεγονότα και σε χαρακτηρισμούς των πράξεων δεν είναι αρκετή και δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη από το νόμο προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Η έκθεση των πράξεων ερμηνεύεται ότι σημαίνει τη σαφή περιγραφή των γεγονότων που αν αποδειχθούν, θα συνιστούν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αντιστοιχούν στον 'κατά νόμο χαρακτηρισμό' (των πράξεων), στοιχείο το οποίο συνιστά χωριστή και αυτοτελή προϋπόθεση του Άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης (ανωτέρα). Η προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκων. Η μη προσαγωγή του συγκεκριμένου αυτού στοιχείου, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασης του από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται για σκοπούς έκδοσης αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης.» Ο Νόμος δεν δημιουργεί υποχρέωση όπως η αιτούσα χώρα συγκεντρώσει όλα τα γεγονότα σε ένα μόνο τυποποιημένο έγγραφο. Επιτρέπεται να γίνεται παραπομπή σε άλλο έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει συμπληρωματικούς ισχυρισμούς. Στην Kotlyarenko
(2010)1 Γ ΑΑΔ 1427, αποφασίστηκε ότι η ύπαρξη δύο Εκθέσεων γεγονότων (αρχικής και συμπληρωματικής) δεν είναι κάτι μεμπτό. Στην προκειμένη περίπτωση είχε αρχικά αποσταλεί από τις Ρωσικές αρχές η έκθεση γεγονότων που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 3 καθώς και αντίγραφα των Ρωσικών νομοθετικών διατάξεων από όπου προκύπτουν τα αδικήματα που αποδίδονται στην Εκζητούμενη. Σε μεταγενέστερο στάδιο στάλθηκαν περαιτέρω πληροφορίες και κάποιες διευκρινίσεις. Το ουσιαστικό κριτήριο για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης είναι κατά πόσο ο τρόπος που καταγράφονται οι ισχυρισμοί της αιτήτριας χώρας επιτρέπει τον ασφαλή προσδιορισμό της συμπεριφοράς που αποδίδεται στον εκζητούμενο και που θεωρείται ποινικά επιλήψιμη από τη νομοθεσία της αιτούσας χώρα. Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος της Εκζητούμενης εισηγήθηκε ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Γεγονότων είναι ανεπαρκείς και αόριστες. Σημείωσε, ως παράδειγμα, την αναφορά ότι η Εκζητούμενη έδρασε μέσω υπαλλήλων της οι οποίοι δεν εντοπίστηκαν από την έρευνα και οι οποίοι δεν γνώριζαν τις δόλιες προθέσεις της. Εισηγήθηκε επίσης ότι υπάρχει ασάφεια και γιατί δεν προσδιορίζεται ακριβώς ο χρόνος κατά τον οποίο συντελέστηκαν τα αδικήματα. Τα έγγραφα αναφέρουν ότι τα αδικήματα συντελέστηκαν μεταξύ 11.1.2016 και Ιουλίου 2016 όμως «the investigation did not establish more precise timing and dates». Η θέση του είναι ότι αυτή η παράλειψη δεν είναι τυχαία αλλά υπάρχει επί σκοπού ώστε να στερήσει στην Εκζητούμενη τη δυνατότητα να παρουσιάσει στοιχεία ότι δεν βρισκόταν στον επίδικο τόπο κατά τον επίδικο χρόνο. Ο συνήγορος της Εκζητούμενης εισηγήθηκε ότι τα ελαττώματα αυτά δεν διορθώνονται από τα υπόλοιπα έγγραφα που συνοδεύουν το αίτημα για έκδοση. Συνεπώς, εισηγείται, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αιτούσα χώρα έχει καθορίσει επακριβώς τις πράξεις για τις οποίες ζητά την έκδοση της Εκζητούμενης, ως επιτάσσει το άρθρο 12
(2)(β). Δεν συμφωνώ με την εισήγηση αυτή. Το παρόν Δικαστήριο δεν είναι εκδικάζον Δικαστήριο και, συνεπώς, δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς διάγνωσης της ενοχής ή της αθωότητας του εκζητούμενου στην αιτήτρια χώρα[9]. Είναι αποκρυσταλλωμένο στη νομολογία ότι τα γεγονότα, όπως εκτίθενται στην Έκθεση Γεγονότων και στα δικαιολογητικά έγγραφα που τη συνοδεύουν αλλά και ο αλλοδαπός νόμος της αιτούσας χώρας είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο και δεν παρέχεται η ευχέρεια για αμφισβήτηση τους. Η απόδειξη των γεγονότων αυτών καθώς και η απόδειξη οποιασδήποτε υπεράσπισης τυχόν προβληθεί από την πλευρά του εκζητούμενου, είναι θέματα που αφορούν τα Δικαστήρια της αιτούσας χώρας[10]. Στην προκειμένη περίπτωση, στα στοιχεία που απέστειλε η αιτούσα χώρα περιλαμβάνουν αναφορές σε γεγονότα που, κατά τα γραφόμενα, συνιστούν ποινικά αδικήματα με βάση συγκεκριμένες διατάξεις του Ρωσικού δικαίου. Παρέχονται αντίγραφα των εν λόγω διατάξεων. Καταλήγω επομένως ότι και αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Άρθρο 12
(2)(γ) Ευρωπαϊκής Σϋμβασης/Αντίγραφα νομοθεσίας & Ταυτότητα Εκζητούμενου. Αυτό το ζήτημα δεν είναι επίδικο. Στη δέσμη του Τεκμηρίου 3 περιλαμβάνονται αντίγραφα των Ρωσικών νομοθετικών διατάξεων που επικαλείται η αιτούσα χώρα για τα αδικήματα που αποδίδει στην Εκζητούμενη. Αυτό είναι κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπρόσθετα, σε κανένα στάδιο αμφισβητήθηκε ότι η Εκζητούμενη ενώπιον μου είναι το πρόσωπο του οποίου οι Ρωσικές αρχές επιδιώκουν την έκδοση. Αντίθετα, κατά τη μαρτυρία της η ίδια η Εκζητούμενη δήλωσε ότι είναι το πρόσωπο που αφορά η παρούσα διαδικασία και το αίτημα των Ρωσικών αρχών. Επιπλέον από τα ενώπιον μου στοιχεία, και ειδικότερα από τις πληροφορίες του Τεκμηρίου 3, έχω ικανοποιηθεί ότι πληρείται αυτή η προϋπόθεση. Άρθρο 2
(1)Ευρωπαϊκής Σύμβασης / Προβλεπόμενη ποινή. Κρίνω ότι τα ενώπιον μου δεδομένα ικανοποιούν την προϋπόθεση αυτή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει προσκομίσει η αιτούσα χώρα προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση, τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται η Εκζητούμενη τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια. Έχω σημειώσει ότι, στα πλαίσια της μαρτυρίας κυρίως του ΜΥ3, προωθήθηκε η θέση ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων δεν είναι ικανά να υποστηρίξουν τις κατηγορίες και ότι δεν περιγράφεται συμπεριφορά που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή πέραν του 1ος έτους. Η εξέταση αυτού του επιχειρήματος, θεωρώ ότι εκφεύγει του πλαισίου αυτής της διαδικασίας. Για να διαμορφώσω κρίση σε σχέση με αυτό το επιχείρημα θα έπρεπε να εξετάσω σε βάθος τη μαρτυρία και να καταλήξω σε συμπεράσματα για ζητήματα ουσιαστικού Ρωσικού δικαίου. Άρθρο 5
(1)(α)/αδίκημα που προνοείται στη Διμερή Συμφωνία. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση της Εκζητούμενης προβλέπονται από τη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Ν. 172/86). Άρθρο 5
(1)(γ)/Διπλή εγκληματικότητα (double criminality rule). Για να δύναται το Δικαστήριο να διατάξει έκδοση, πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τα γεγονότα που επικαλείται η αιτούσα χώρα, στοιχειοθετούν και αδίκημα με βάση το Κυπριακό Δίκαιο. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση, το Δικαστήριο ανατρέχει στην Έκθεση Γεγονότων και τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα για να διερευνήσει εάν αποκαλύπτουν επιλήψιμη συμπεριφορά εκ της οποίας να αναγνωρίζεται ποινικό αδίκημα με βάση την Κυπριακή νομοθεσία. Όπως έχω ήδη σημειώσει, το παρόν Δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσο η συμπεριφορά που καταλογίζεται στην Εκζητούμενη συνιστά αδίκημα κατά το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αυτό το ζήτημα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αρμόδιων αρχών της αιτήτριας χώρας. Συνεπώς, η θέση που εκφράζεται στην Έκθεση Γεγονότων και έγγραφα που τη συνοδεύουν ότι η συμπεριφορά που εκεί καταγράφεται θεωρείται αδίκημα με βάση το Ρωσικό δίκαιο, θεωρείται δεδομένη. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει ταύτιση των ποινικών αδικημάτων στις δύο χώρες. Αυτό που απαιτείται είναι από την ίδια συμπεριφορά να στοιχειοθετείται η διάπραξη αδικήματος τόσο στην αιτούσα χώρα όσο και στην χώρα που θα προβεί στην έκδοση[11]. Έχω παραθέσει, αυτούσιο σχεδόν, πιο πάνω το περιεχόμενο της Έκθεσης Γεγονότων που έχει αποσταλεί από τις Ρωσικές αρχές. Έχω επίσης αναφερθεί και στα υπόλοιπα συνοδευτικά έγγραφα. Περαιτέρω, έχω παραθέσει, αυτούσιο σχεδόν, το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης του Υπουργού Δικαιοσύνης[12]. Σύμφωνα με την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Τεκμήριο 2, η συμπεριφορά που περιγράφει η αιτούσα χώρα τιμωρείται επίσης ποινικά στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα (ψευδή παράσταση), του άρθρου 298
(2)του Ποινικού Κώδικα (απόπειρα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, των άρθρων 300, 367 του Ποινικού Κώδικα (απόπειρα απάτης), του άρθρου 333(α)(β)(γ) του Ποινικού Κώδικα (καταρτισμό πλαστού εγγράφου) και του άρθρου 373 του περί Εταιρειών Νόμου (ψεύτικη δήλωση εγγράφου). Στην αγόρευση του, ο συνήγορος της Εκζητούμενης εξηγεί ότι διαφωνεί ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στην Εκζητούμενη συνιστά τα αδικήματα που αναγράφονται στην εξουσιοδότηση σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο. Ασφαλώς δεν αναμένεται ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στην Εκζητούμενη θα στοιχειοθετήσει, στο μέτρο απόδειξης ποινικού δικαίου, τη διάπραξη αδικημάτων στη Δημοκρατία. Οι αναφορές σε αυτή τη συμπεριφορά προσεγγίζονται μόνο για να διαπιστωθεί εάν έχουν εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν έρεισμα, σαν θέμα λογικής, που να μπορεί να παραπέμπουν στη διάπραξη αδικημάτων. Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο της Έκθεσης Γεγονότων και τα υπόλοιπα στοιχεία που έχουν αποστείλει οι Ρωσικές αρχές, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η συμπεριφορά που περιγράφουν στοιχειοθετεί αδίκημα με βάση το Κυπριακό δίκαιο. Διαπιστώνω ότι το περιεχόμενο της Έκθεσης Γεγονότων δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες πράξεις που να αποδίδονται στην Εκζητούμενη. Η εικόνα αυτή δεν αλλάζει ούτε από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα υπόλοιπα έγγραφα και διευκρινίσεις των Ρωσικών αρχών. Συνοψίζοντας την εικόνα που αναδύεται από τα διάφορα έγγραφα, διαφαίνεται ότι η απόπειρα που αποδίδεται στην Εκζητούμενη συνίστατο στο ότι υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της εταιρείας REMS επιχείρησε να εισπράξει η εταιρεία REMS συνολικό ποσό περί τις €16.000 από περίπου 2.200 πρόσωπα, ή 1.666 πρόσωπα όπως διευκρινίστηκε ακολούθως. Η θέση των Ρωσικών αρχών είναι ότι είχαν «παραφουσκωθεί» τιμολόγια από άγνωστους υπαλλήλους της εταιρείας REMS, οι οποίοι ενήργησαν εν αγνοία τους για τις δόλιες προθέσεις της Εκζητούμενης. Παράλληλα είχαν πλαστογραφηθεί, επίσης από άγνωστους υπάλληλους, εν αγοία τους ξανά για τις δόλιες προθέσεις της Εκζητούμενης, τα πρακτικά γενικών συνελεύσεων των ιδιοκτητών κτηριακών συγκροτημάτων ώστε να φαίνεται ότι εγκρίθηκαν τα ποσά. Όμως καμία αναφορά υπάρχει ότι η ίδια η Εκζητούμενη προέβη σε κάποια ενέργεια ή έχει συγκεκριμένη εμπλοκή με τα γεγονότα που οι αρχές επικαλούνται ώστε να εμπλέκεται ως αυτουργός ή συναυτουργός της εταιρείας REMS. Δεν αποδίδονται στην Εκζητούμενη συγκεκριμένες πράξεις, ενέργειες ή παραλήψεις, ούτε παραινέσεις προς τους άγνωστους υπαλλήλους να διενεργήσουν οποιεσδήποτε πράξεις εκείνοι. Επιπρόσθετα, πουθενά στην Έκθεση Γεγονότων και στις διευκρινίσεις υπάρχει μαρτυρία, ισχυρισμός ή αναφορά ότι η Εκζητούμενη είχε ενεργήσει για δικό της όφελος. Ούτε οποιαδήποτε μαρτυρία υπάρχει που να εισηγείται ή από την οποία θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η Εκζητούμενη θα είχε προσωπικό όφελος από την συμπεριφορά που της αποδίδεται, είτε έμμεσα είτε άμεσα. Στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Τεκμήριο 2, αναγράφεται ότι η Εκζητούμενη ενήργησε «με σκοπό την εξαπάτηση των εν λόγω ιδιοκτητών και τον προσωπικό αδικαιολόγητο πλουτισμό». Αντίστοιχη αναφορά για προσωπικό πλουτισμό δεν εντοπίζεται ούτε στην Έκθεση Γεγονότων ούτε σε οποιοδήποτε άλλο από τα συνοδευτικά έγγραφα. Οι αναφορές που λήφθηκαν από την αιτούσα χώρα είναι ότι η Εκζητούμενη ήταν Γενική Διευθύντρια της εταιρείας όμως κανένα στοιχείο ή ένδειξη παρουσιάστηκε που να δείχνει ότι είχε σχέση με την ιδιοκτησία της εταιρείας ή άλλο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να αποκομίσει η ίδια όφελος εάν η εταιρεία εισέπραττε τα ποσά που κατ' ισχυρισμό αποπειράθηκε να εισπράξει. Η εκδοχή της Εκζητούμενης είναι ότι είχε προσληφθεί στη βάση συμφωνίας (Τεκμήριο 12.9) όπου αναφέρεται ότι η αμοιβή για τις υπηρεσίες της θα είναι καθορισμένος μηνιαίος μισθός (παράγραφος 2 της συμφωνίας) ενώ αναγράφεται επίσης το όνομα τρίτου προσώπου που περιγράφεται ως ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας (παράγραφος 1.1 της συμφωνίας). Συνεπώς κανένα στοιχείο υπάρχει ότι η Εκζητούμενη ήταν εκ των ιδιοκτητών της εταιρείας. Η αναφορά μου αυτή στη μαρτυρία και το έγγραφο που παρουσίασε η Εκζητούμενη γίνεται ουσιαστικά για σκοπούς πληρότητας. Δεν έχω αντιπαραβάλει τις δύο εκδοχές, της αιτούσας χώρας και της Εκζητούμενης, και δεν έχω υπεισέλθει στη μαρτυρία και ενώπιον μου πέραν του περιορισμένου βαθμού που απαιτείται και επιτρέπεται για την παρούσα διαδικασία. Όμως, από τα στοιχεία που έχει προσκομίσει η αιτούσα χώρα, δεν διακρίνω ποιο όφελος προσπορίστηκε ή αποπειράθηκε να προσποριστεί η Εκζητούμενη. Δεν φαίνεται να αποδίδεται στην Εκζητούμενη κάποια συγκεκριμένη πράξη ή ενέργεια ή κάποιος συγκεκριμένος ρόλος στην όλη διεργασία που περιγράφεται στην Έκθεση Γεγονότων και λοιπά έγγραφα, πέραν του ότι ήταν η εκτελεστική διευθύντρια της εταιρείας. Ποια ακριβώς συμπεριφορά, ενέργειες, παραλείψεις ή προθέσεις αποδίδονται στην Εκζητούμενη; Πως ενήργησε; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα που επιδίωκε; Ποιο θα ήταν το επιδιωκόμενο όφελος και πως θα προσποριζόνταν το όφελος αυτό; Τα αδικήματα του ημεδαπού δικαίου που αναγράφονται στην εξουσιοδότηση είναι αδικήματα που για να στοιχειοθετηθούν απαιτείται ένοχη πράξη (actus reus) και ένοχη πρόθεση (mens rea) από μέρους τους κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση αναφορές σε συγκεκριμένες πράξεις που αποδίδονται στην Εκζητούμενη δεν υπάρχουν. Ούτε υπάρχουν στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα, έστω εξ όψεως, για την ύπαρξη πρόθεσης. Ούτε διαπιστώνω ότι τα στοιχεία παραπέμπουν σε διάπραξη αδικημάτων άλλων από εκείνων που περιλαμβάνονται στην εξουσιοδότηση. Η διεργασία ανίχνευσης της διπλής εγκληματικότητας δεν επιτρέπεται να μετατραπεί σε μια καθαρά θεωρητική, συλλογιστική διεργασία. Για να ικανοποιηθεί η συγκεκριμένη προϋπόθεση, πρέπει το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του συγκεκριμένα στοιχεία και ενδείξεις. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι τα ενώπιον μου στοιχεία ούτε εξ όψεως στοιχειοθετούν τη διάπραξη αδικήματος στη Δημοκρατία. Αυτή μου η κατάληξη ουσιαστικά καθορίζει το αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας. Άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Θα προχωρήσω όμως να εξετάσω ακόμα ένα ζήτημα που έχει εγείρει η πλευρά της Εκζητούμενης και για το οποίο εισηγείται ότι θα πρέπει να απορριφθεί το αίτημα των Ρωσικών αρχών. Η θέση της Εκζητούμενης είναι ότι εάν εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να υποβληθεί σε απάνθρωπη μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ: «Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς.» Ουσιαστικά, η διάταξη αυτή απαγορεύει την διαμεταγωγή προσώπου σε χώρα όπου υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση. Όπως επεξηγήθηκε στην Soering v UK, Application no. 14038/88, ημερομηνίας 7.7.1989, απόφαση κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Σύμβασης να εκδώσει εκζητούμενο ενδέχεται να συνιστά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί κακομεταχείριση στην αιτούσα χώρα. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όπου ένας εκζητούμενος εγείρει τέτοιο ζήτημα, έχει το βάρος να τον αποδείξει. Όταν παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία από την πλευρά του εκζητούμενου προσώπου, τότε το βάρος μετατίθεται στην αιτούσα χώρα να εξαλείψει την αμφιβολία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του ΕΔΔΑ Saadi v Italy, Application No. 37201/06, ημερομηνίας 28.2.2008: «
- However, the expulsion by a Contracting State may give rise to an issue under art 3, hence engage the responsibility of that state under the Convention where substantial grounds have been shown for believing that the person concerned, if deported, faces a real risk of being subjected to treatment contrary to art.
- In such a case art 3 implies an obligation not to deport the person in question to that country [.]
- In determining whether substantial grounds have been shown for believing that there is a real risk of treatment incompatible with art 3, the Court will take as its basis all the material placed before it or, if necessary, material obtained proprio motu [.]. In cases such as the present the Court's examination of the existence of a real risk must necessarily be a rigorous one [.]
- It is in principle for the applicant to adduce evidence capable of proving that there are substantial grounds for believing that, if the measure complained of were to be implemented, he would be exposed to a real risk of being subjected to treatment contrary to art 3 [.]. Where such evidence is adduced, it is for the Government to dispel any doubts about it.
- In order to determine whether there is a risk of ill-treatment, the Court must examine the foreseeable consequences of sending the applicant to the receiving country, bearing in mind the general situation there and his personal circumstances [.]» Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ως προς την ύπαρξη βάσιμων λόγων ότι θα υπάρξει παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, τότε είναι υπόχρεο να μην προχωρήσει στην έκδοση του εκζητούμενου[13]. Αναφορικά με το μέτρο απόδειξης τέτοιων βάσιμων λόγων (substantial grounds), σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση AS & DD (Libya) v Secretary of State for the Home Department & Anor [2008] EWCA Civ 289: «.the requirement that there must be substantial grounds for believing that there would be a real risk of ill-treatment contrary to article 3, means no more than that there must be a proper evidential basis for concluding that there was such a real risk. This is made clear in Saadi v Italy, which is a decision of the Grand Chamber of the ECtHR, application 37201/06.» Ο ουσιώδης χρόνος εκτίμησης του κινδύνου κακομεταχείρισης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο το Δικαστήριο εξετάζει το αίτημα[14]. Πρόκειται για ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να αποφασιστεί με αναφορά σε όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΔΑ, κατά την εξέταση του το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του αναφορικά με τις συνθήκες και το περιβάλλον στο οποίο θα κρατηθεί ο εκζητούμενος σε περίπτωση έκδοσης του. Παράβαση του άρθρου 3 μπορεί να διαπιστωθεί και στις περιπτώσεις που προβάλλεται η θέση ότι ο εκζητούμενος αντιμετωπίζει ιατρικό πρόβλημα και θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή, ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, με αποτέλεσμα την έντονη ταλαιπωρία (intense suffering) ή τη σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του, λόγω έλλειψης κατάλληλης θεραπείας στην αιτούσα χώρα ή λόγω αδυναμίας πρόσβασης σε τέτοια θεραπεία[15]. Προσεγγίζοντας αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και να προσμετρήσει την ύπαρξη οποιωνδήποτε διπλωματικών εγγυήσεων από την αιτούσα χώρα[16]. Το ουσιαστικό είναι κατά πόσο οι διαβεβαιώσεις ή εγγυήσεις που δίνονται είναι τέτοιες που να μετριάζουν τον σχετικό κίνδυνο. Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Γ.Ε. ν Solinova, Πολιτική Έφεση 31/2020, ημερομηνίας 23.12.2020: «Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει τη γενική κατάσταση αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα στην αιτούσα χώρα και τα ειδικά χαρακτηριστικά του εκζητούμενου. Εξετάζει επίσης και την ποιότητα των διαβεβαιώσεων και κατά πόσο υπό το φως των πρακτικών της αιτούσας χώρας μπορεί να στηριχθεί σε αυτές. Σχετικοί παράγοντας αποτελούν, μεταξύ άλλων, κατά πόσο οι διαβεβαιώσεις είναι συγκεκριμένες ή γενικές και αόριστες, ποιος τις έδωσε και αν το πρόσωπο αυτό δεσμεύει την αιτούσα χώρα και, κατά πόσο αφορούν σε μεταχείριση η οποία είναι νόμιμη ή παράνομη στη χώρα αυτή.» Επί του πρακτέου, στην απουσία ξεκάθαρης, συγκροτημένης και πειστικής μαρτυρίας, τεκμαίρεται ότι ένα κράτος μέλος της ΕΣΔΑ θα τηρήσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με τις διαβεβαιώσεις που δίδει. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται όταν το ΕΔΔΑ έχει εκδώσει «πιλοτική απόφαση» εναντίον της αιτούσας χώρας, με την οποία διαπιστώνονται συστημικά ή λειτουργικά προβλήματα ευρύτερης σημασίας. Όπως επεξηγήθηκε στην Shmatko v Russian Federation [2018] EWHC 3534: «
- The practice of giving assurances in cases of this kind derives from leading cases in the jurisprudence of the European Court of Human Rights (ECtHR). The starting point is a presumption that any Member State of the Council of Europe is able and willing to fulfil its obligations under the Convention in the absence of clear, cogent and compelling evidence to the contrary [.]. The presumption is rebutted when the ECtHR has issued a pilot judgement against the requesting state identifying systemic or structural problems of wider significance. [.]
- Where a pilot judgement has been given the requesting state may, nevertheless, adduce evidence that there is no real risk of the detainee's Article 3 rights being violated. It may produce evidence that the systemic problem or problems identified in the pilot judgement have been dealt with by improvements in prison conditions, or it may give assurances that if the fugitive is returned he will be kept in particular prisons which do not suffer form the defects identified in the pilot judgement.» Για την περίπτωση της Ρωσίας, το ΕΔΔΑ έχει εκδώσει πιλοτική απόφαση. Πρόκειται για την Ananyev v Russia, Applications nos. 42525/07 and 60800/08, ημερομηνίας 10.1.
- Στην υπόθεση εκείνη εξετάστηκε ισχυρισμός για παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ λόγω υπερπληθυσμού στα κρατητήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Εκεί, λέχθηκαν τα εξής: «
- The Court reiterates that art 3 of the Convention enshrines one of the most fundamental values of a democratic society. It prohibits in absolute terms torture or inhuman or degrading treatment or punishment, irrespective of the circumstances and the victim's behaviour [.] Ill treatment must attain a minimum level of severity of it is to fall within the scope of art.
- The assessment of this minimum is relative; it depends on all the circumstances of the case, such as the duration of the treatment, its physical and mental effects and, in some cases, the sex, age and state of health of the victim [.]
- Ill treatment that attains such a minimum level of severity usually involves actual bodily injury or intense physical or mental suffering. However, even in the absence of these, where treatment humiliates or debases an individual, showing a lack of respect for or diminishing his or her human dignity, or arouses feelings of fear, anguish or inferiority capable of breaking an individual's moral and physical resistance, it may be characterized as degrading and also fall within the prohibition of art. 3.» Στην ίδια υπόθεση είχε επισημανθεί ότι η κράτηση ενός προσώπου για περισσότερες από λίγες μέρες σε χώρο μικρότερο από 3τ.μ. ενδέχεται να συνιστά κακομεταχείριση. Επιπρόσθετα, η κατάσταση της υγείας ενός εκζητούμενου μπορεί να αποτελέσει λόγο για τη μη έκδοση του εφόσον καταδειχθεί ότι δεν θα λάβει επαρκή ιατρική φροντίδα σε περίπτωση έκδοσης του. Όπως αναφέρθηκε στην Aswat v UK, Application No. 17299/12 ημερομηνίας 16.4.2013: «
- On many occasions the Court has held that the detention of a person who is ill may raise issues under Article 3 of the Convention and that the lack of appropriate medical care may amount to treatment contrary to that provision [..] There are three particular elements to be considered in relation to the compatibility of an applicant's health with his stay in detention (a) the medical condition of the prisoner, (b) the adequacy of the medical assistance and care provided in detention, and (c) the advisability of maintaining the detention measure in view of the state of health of an applicant.» Επανέρχομαι στην υπό κρίση περίπτωση. Η Εκζητούμενη υποστηρίζει ότι σε περίπτωση έκδοσης της θα υποστεί κακομεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Επικαλείται, κατά πρώτον, τις συνθήκες στο σωφρονιστικό ίδρυμα που θα κρατηθεί και, κατά δεύτερον, τα προβλήματα υγείας της. Σύμφωνα με το Ρωσικό ένταλμα σύλληψης της Εκζητούμενης (τελευταία παράγραφος εντάλματος σύλληψης, Τεκμηρίου 3), αυτή θα κρατηθεί στο Ομοσπονδιακό Κρατικό Ίδρυμα 10 Κέντρο Προδικαστικής Κράτησης της Διεύθυνσης της περιφέρειας Tula της Ομοσπονδιακής Σωφρονιστικής Υπηρεσίας. Πιο πάνω έχω αναφερθεί σε δύο αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις οποίες παρέπεμψε ο ΜΥ3 στα πλαίσια της μαρτυρίας του. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν ακριβώς το συγκεκριμένο κέντρο κράτησης όπου έχει αποφασιστεί ότι θα κρατηθεί η Εκζητούμενη. Έχω καταγράψει πιο πάνω τις επισημάνσεις του ΕΔΔΑ αναφορικά με το εν λόγω κέντρο κράτησης. Επιπλέον, έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη η μαρτυρία του ΜΥ3 ότι από την έκδοση των αποφάσεων αυτών, δεν έχει υπάρξει οποιαδήποτε βελτίωση στις συνθήκες στο εν λόγω κέντρο. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι αυτά στοιχειοθείται βάσιμος λόγος να πιστεύεται ότι με την έκδοση και την επακόλουθη κράτηση της Εκζητούμενης στο συγκεκριμένο κέντρο, αυτή θα υποστεί μεταχείριση που προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Ενόψει αυτού, ακολουθώντας την Saadi (ανωτέρω), η αιτούσα χώρα έχει πλέον το βάρος να εξαλείψει την αμφιβολία. Σε σχέση με τα προβλήματα υγείας της Εκζητούμενης, έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη η μαρτυρία της στην οποία περιέγραψε τα συμπτώματα, επιβαρυντικούς παράγοντες, απαιτούμενες θεραπείες ενώ έχω αποδεχτεί και το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που έχουν παρουσιαστεί. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους των Ρωσικών αρχών μετά τη μαρτυρία για την κατάσταση της υγείας της Εκζητούμενης. Ο συνήγορος της Εκζητούμενης εισηγείται ότι εφόσον οι Ρωσικές αρχές είχαν ενημερωθεί για τις υπερασπίσεις που θα πρόβαλλε η Εκζητούμενη, ενόψει και της πιλοτικής απόφασης Ananyev (ανωτέρω), όφειλαν να παρέχουν επιπρόσθετες διασφαλίσεις σε σχέση με το χώρο κράτησης της Εκζητούμενης και τη δυνατότητα παροχής ιατρικής βοήθειας. Οι Ρωσικές αρχές έχουν δώσει κάποιες διαβεβαιώσεις που περιλαμβάνονται στην δέσμη του Τεκμηρίου
- Έχω παραθέσει αυτούσιο πιο πάνω το σχετικό απόσπασμα από την επιστολή τους, στο οποίο παραπέμπω. Εξετάζοντας το περιεχόμενο των διαβεβαιώσεων αυτών, θα τις χαρακτήριζα γενικές και αόριστες. Συγκεκριμένα, εκεί αναφέρεται ότι η Εκζητούμενη: «.will not be subjected to torture or inhuman or degrading treatment or punishment (Articles 3 and 6 of the Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms of 04.11.1950 as well as the relevant Conventions of the United Nations, the Council of Europe and the Protocols thereto). [.] .will be kept in correctional facilities which comply with the standards set forth in the Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms of 04.11.1950 and the European Prison Rules of 11.01.2006.» Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης ώστε να υπάρχει ένδειξη ότι οι επισημάνσεις που ακολούθησαν την πιλοτική απόφαση Ananyev (ανωτέρω) έχουν αντιμετωπισθεί. Καμία συγκεκριμένη αναφορά σε θέματα υπερπληθυσμού, προσωπικού χώρου, προαυλισμού, συνθηκών υγιεινής. Καμία επίσης αναφορά υπάρχει ή έχει δοθεί σε σχέση με τις ιδιαίτερες ανάγκες της Εκζητούμενης για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Πέραν και επιπρόσθετα αυτών των διαπιστώσεων, υπάρχει και άλλη, πιο ουσιαστική επιφύλαξη του Δικαστηρίου. Εξηγώντας τη θέση μου, ξεκινώ με ένα απόσπασμα από την απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Othman v UK, Αpplication no. 8139/09 ημερομηνίας 17.1.2012: «
- In assessing the practical application of assurances and determining what weight is to be given to them, the preliminary question is whether the general human rights situation in the receiving state excludes accepting any assurances whatsoever. However, it will only be in rare cases that the general situation in a country will mean that no weight at all can be given to assurances [.]
- More usually, the Court will assess first, the quality of assurances given and, second, whether in light of the receiving State's practices they can be relied upon. In doing so, the Court will have regard, inter alia to the following factors: [.] (b) whether the assurances are specific or are general and vague [.] (iv) whether they have been given by a Contracting State [.] (viii) whether compliance with the assurances can be objectively verified through diplomatic or other monitoring mechanisms, including providing unfettered access to the applicant's lawyers [.] (ix) whether there is an effective system of protection against torture in the receiving State including whether it is willing to cooperate with international monitoring mechanisms (including international human rights) and whether it is willing to investigate allegations of torture and to punish those responsible) [.]» Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι στους παράγοντες που πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο αποφασίζοντας κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στις διαβεβαιώσεις που δίνονται από την αιτούσα χώρα περιλαμβάνεται και το κατά πόσο η αιτούσα χώρα είναι συμβαλλόμενο μέρος της ΕΣΔΑ και κατά πόσο είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με διεθνείς οργανισμούς επιτήρησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στην προκειμένη περίπτωση (μέρος Τεκμηρίου 3), οι Ρωσικές αρχές δηλώνουν ότι η Εκζητούμενη δεν θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και σε συμμόρφωση με τις αρχές του Συμβουλίου της Ευρώπης. Δηλώνουν επίσης ότι ο χώρος κράτησης της θα πληροί τις προϋποθέσεις της ΕΣΔΑ. Έχω παραθέσει τα αποσπάσματα της επιστολής πιο πάνω. Ο ουσιώδης χρόνος που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την επάρκεια και βαρύτητα των διαβεβαιώσεων είναι ο χρόνος που αποφασίζει εάν θα διατάξει ή όχι την έκδοση. Δηλαδή, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα που έχει ενώπιον του, όπως έχουν διαμορφωθεί, σήμερα. Η ΕΣΔΑ είναι μια διεθνής συνθήκη δια της οποίας τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης ανέλαβαν την υποχρέωση να διασφαλίζουν βασικά ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα όλων των προσώπων που βρίσκονται εντός της επικράτειας τους. Το ΕΔΔΑ συστάθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους ΙΙ της ΕΣΔΑ με τον ειδικό σκοπό να διασφαλίσει τον σεβασμό των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ΕΣΔΑ για τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Η Ρωσική Ομοσπονδία είχε προσυπογράψει την ΕΣΔΑ στις 28.2.1996 και την υιοθέτησε στο εσωτερικό της δίκαιο στις 5.5.
- Ένεκα των πρόσφατων γεγονότων στην Ουκρανία, στις 15.3.2022 η Κοινοβουλευτική Συνέλευση (Parliamentary Assembly) του Συμβουλίου της Ευρώπης ομόφωνα υιοθέτησε την Γνώμη Αρ. 300 (Opinion Νο. 300) που προνοεί ότι η Ρωσική Ομοσπονδία δεν μπορούσε πλέον να είναι κράτος μέλος του οργανισμού. Την ίδια μέρα, το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε το Συμβούλιο της Ευρώπης ότι αποχωρεί από τον οργανισμό. Στις 16.3.2022, η Επιτροπή Υπουργών (Committee of Ministers) του Συμβουλίου της Ευρώπης αποφάσισε, στο πλαίσιο διαδικασίας που είχε ξεκίνησε βάσει του άρθρου 8 του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης, ότι η Ρωσική Ομοσπονδία παύει να είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης με ισχύ από εκείνη την ημέρα. Στις 22.3.2022, η Ολομέλεια του ΕΔΔΑ στη βάση του άρθρου 58 της ΕΣΔΑ, μεταξύ άλλων, ανακοίνωσε ότι (declared that): «
- The Russian Federation ceases to be a High Contracting Party to the Convention on 16 September
- The Court remains competent to deal with applications directed against the Russian Federation in relation to acts of omissions capable of constituting a violation of the Convention provided that they occurred until 16 September
- The suspension of the examination of all applications against the Russian Federation pursuant to the decision of the President of the Court of 16 March 2022 is lifted with immediate effect.
- The present Resolution is without prejudice to the consideration of any legal issue, related to the consequences of the cessation of the Russian Federation's membership to the Council of Europe, which may arise in the exercise by the Court of its competence under the Convention to consider cases brought before it.» Ακολούθως, στις 23.3.2022, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έλαβε συγκεκριμένες αποφάσεις αναφορικά με τις νομικές και οικονομικές επιπτώσεις της αποχώρησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας από το Συμβούλιο της Ευρώπης (Council of Ministers Resolution CM/Res
(2022)3 on legal and financial consequences of the cessation of membership of the Russian Federation in the Council of Europe). Σε αυτές τις αποφάσεις περιλαμβάνεται και η απόφαση για τερματισμό της συμμετοχής της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως Συμβαλλόμενο Μέρος της ΕΣΔΑ από 1.9.2022, ως η απόφαση της Ολομέλειας του ΕΔΔA. Τα πιο πάνω συνιστούν δικαστική γνώση. Επανέρχομαι στην απόφαση Othman (ανωτέρω). Ακολουθώντας το σκεπτικό του αποσπάσματος της απόφασης που έχω παραθέσει πιο πάνω, όταν το Δικαστήριο αξιολογεί τις διαβεβαιώσεις που έχουν δοθεί από την αιτούσα χώρα και όταν αποφασίζει τη βαρύτητα που πρέπει να τους αποδώσει πρέπει να λάβει πρώτα υπόψη τη γενική κατάσταση σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα στην χώρα εκείνη. Στην παρούσα περίπτωση, υπάρχει το δεδομένο της έκδοσης από το ΕΔΔΑ της πιλοτικής απόφασης Ananyev (ανωτέρω) σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης στην Ρωσία, σε συνάρτηση με τις διαπιστώσεις αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης στο κέντρο όπου προτίθεται να κρατηθεί η Εκζητούμενη. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνω υπόψη. Περαιτέρω το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την ποιότητα των διαβεβαιώσεων που έχουν δοθεί και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στην τήρηση των διαβεβαιώσεων αυτών. Το ΕΔΔΑ, στην Othman (ανωτέρω) παραθέτει αριθμό παραγόντων που είναι σχετικοί με αυτή την διεργασία. Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν το κατά πόσο οι διαβεβαιώσεις είναι γενικές και αόριστες ή αν είναι συγκεκριμένες και ειδικές για το υπό αναφορά εκζητούμενο πρόσωπο. Έχω ήδη εξετάσει και καταλήξει επί αυτού του ζητήματος. Πρέπει επίσης το Δικαστήριο να προσμετρήσει κατά πόσο οι διαβεβαιώσεις δίνονται από Συμβαλλόμενο Μέρος της ΕΣΔΑ, εάν υπάρχει ένα αποτελεσματικό σύστημα προστασίας από απάνθρωπη μεταχείριση στην αιτούσα χώρα και κατά πόσο η χώρα αυτή είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με διεθνείς οργανισμούς επιτήρησης της προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αποπομπή της Ρωσικής Ομοσπονδίας από το Συμβούλιο της Ευρώπης και η απώλεια της ιδιότητας του Συμβαλλόμενου Μέρους της ΕΣΔΑ είναι σημαντικές εξελίξεις γιατί έχουν άμεσες και καταλυτικές συνέπειες. Οι Ρώσσοι υπήκοοι δεν θα έχουν πλέον το δικαίωμα προσφυγής στο ΕΔΔΑ. Επιπρόσθετα, ούτε το ΕΔΔΑ ούτε το Συμβούλιο της Ευρώπης θα έχουν τη δυνατότητα να επιβλέπουν την εφαρμογή της ΕΣΔΑ στην Ρωσική επικράτεια. Τέλος, δεν θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα υποβολής συστάσεων προς τη Ρωσία ή εποπτείας της εφαρμογής αποφάσεων του ΕΔΑΔ. Στην επιστολή των Ρωσικών αρχών με τις διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί, οι Ρωσικές αρχές επικαλούνται ότι η Ρωσική Ομοσπονδία είναι Συμβαλλόμενο μέρος της ΕΣΔΑ και ότι είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης για να δείξουν την επάρκεια των διαβεβαιώσεων. Αυτές οι δικλίδες ασφαλείας πλέον δεν υφίστανται. Συγκεφαλαιώνοντας, τα στοιχεία και δεδομένα που έχω ενώπιον μου δεν μου επιτρέπουν να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι οι Ρωσικές αρχές θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Δεν μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω ότι σε περίπτωση έκδοσης της Εκζητούμενης αυτή δεν θα υποστεί μεταχείριση που προσκρούει στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Αντίθετα, κρίνω ότι σε περίπτωση έκδοσης της Εκζητούμενης στην Ρωσική Ομοσπονδία, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι υπάρχει κίνδυνος καταστρατήγησης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων της. Τα ενώπιον μου στοιχεία δεν ακυρώνουν ούτε μετριάζουν αυτόν τον κίνδυνο. Λοιποί λόγοι ένστασης. Η πλευρά της Εκζητούμενης έχει εγείρει και άλλους λόγους ένστασης. Τα όσα όμως έχω αναφέρει και εξηγήσει πιο πάνω είναι καθοριστικά για το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να προχωρήσω στην εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης που έχουν εγερθεί. Κατάληξη. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι το αίτημα των Ρωσικών Αρχών για έκδοση της Εκζητούμενης δεν μπορεί να επιτραπεί. Συνακόλουθα, το αίτημα απορρίπτεται. Όλοι οι όροι που είχαν τεθεί προς εξασφάλιση της παρουσίας της Εκζητούμενης στο Δικαστήριο, ακυρώνονται. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 28, Ν. 95/70, Grishanenko
(2011)1 Γ ΑΑΔ 2179 [2] Άρθα 9
(5)(γ) και 13
(3), Ν. 97/70 [3] Γ.Ε. ν Shimkevich, Πολιτική Έφεση 235/2012, ημερομηνίας 30.3.3017 [4] Evangelou a.o. v Ambizas a.o.
(1982)1 CLR 41 [5] Philippoy v Odysseos
(1989)1 CLR, Andreas Anastassiades v R
(1977)2 CLR 97 [6] Hachem ν Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 ΑΑΔ 191. [7] Re Mechanov
(2003)1 A AAΔ 217 [8] Makushin
(2012)1 Α ΑΑΔ 567, Sergeena (Aρ. 1)
(2012)1 Β ΑΑΔ 1373 [9] Re Hakam Qasem Hussein Badar
(2004)1 ΑΑΔ 1625. [10] Makushin (ανωτέρω), Re Evans [1994] 1 WLR 1006, Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 Β ΑΑΔ 1228. [11] Gani v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, Hachem (ανωτέρω), Syray
(2011)1 Α ΑΑΔ 453, Kotlyarenko v Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2011)1 Α ΑΑΔ 505, Λουκά
(2012)1 Α ΑΑΔ 1827. [12] Petrov
(1996)1 ΑΑΔ 535, Efimov
(2009)1 Α ΑΑΔ 326 [13] Ahmad v UK, Applications Nos. 24027/07, 11949/08, 36742/08, 66911/09 and 67354/09, ημερομηνίας 10.4.2012, Saadi (ανωτέρω). [14] Chahal v UK
(1996)23 EHRR 413, Γ.Ε. ν Solinova, Πολιτική Έφεση 31/2020, ημερομηνίας 23.12.2020. [15] Paposhvili v Belgium [2017] Imm AR 867 [16] Chanal v UK, Application no. 22414/93, ημερομηνίας 15.11.1996 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο