← Κύπρος

CRC-EA FINANCE LTD ν. ΚΤΩΡΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 2867/2020, 3/3/2022

CRC-EA FINANCE LTD ν. ΚΤΩΡΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 2867/2020, 3/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A111 Αρ. Αγωγής: 2867/2020 Μεταξύ: CRC-EA FINANCE LTD από Χόνγκ Κονγκ Ενάγουσας και XXXXX ΚΤΩΡΙΔΗ Εναγομένου Αίτηση ημερ. 10.2.2021 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2022 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Κωνσταντίνος Πασιαρδής Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κος Μιχάλης Χατζηνέστωρος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα το Χόνγκ Κονγκ και διεξάγει εργασίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Ο εναγόμενος είναι Κύπριος πολίτης, επιχειρηματίας και ένας από τους Διευθυντές και κατά πλειοψηφία μέτοχος της Αγγλικής εταιρείας EuroAsia Interconnector PLC. Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα αιτείται από τον εναγόμενο το ποσόν των €4.280.000. Η απαίτηση βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση από τον εναγόμενο γραπτής συμφωνίας ημ. 22.6.2020, την οποία υπέγραψε με την ενάγουσα, για εξαγορά μετοχών της EuroAsia Interconnector PLC. Είναι η θέση της ενάγουσας ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης αλλά και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ότι ο εναγόμενος παρέβηκε συμβατική ρήτρα που εξάσκησε η ενάγουσα για εξαγορά 5.000.000 μετοχών της πιο πάνω εταιρείας, στην τιμή των €4.280.000. Η παρούσα αίτηση Μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο, ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την οποία η ενάγουσα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου δυνάμει της Δ.18. Την αίτηση συνοδεύουν 2 ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη από τον διευθυντή της ενάγουσας κο XXXXX Devlin από τις Η.Π.Α και η δεύτερη από τον κο XXXXX Κούρου Λοϊζίδη, δικηγόρο στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Ο κος XXXXX Devlin ορκίστηκε στις 13.1.2021 ενώπιον της Κυπριακής Πρεσβείας που βρίσκεται στην Ουάσιγκτον στις Η.Π.Α. Στην ένορκη δήλωση του κου Devlin αναφέρεται ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 2.6.2019 (SPA 1) μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου καθώς και άλλων προσώπων, η ενάγουσα απέκτησε 5.000.000 μετοχές στην εταιρεία EuroAsia. Η εν λόγω συμφωνία περιείχε μεταξύ άλλων όρους, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα να ζητήσει από τον εναγόμενο να εξαγοράσει τις μετοχές που απέκτησε στην EuroAsia, νοουμένου ότι αυτό θα πραγματοποιείτο εντός ορισμένου χρονικού πλαισίου. Μέτοχος της EuroAsia ήταν και ο διευθυντής της ενάγουσας XXXXX Devlin , ο οποίος επίσης συνήψε στις 27.6.2019 με τον εναγόμενο, Συμφωνία Δικαιώματος Αγοράς Μετοχών, δυνάμει της οποίας απέκτησε το δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές που κατείχε στην Euroasia προς τον εναγόμενο, εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου (SPA 2). Είναι η θέση του ομνύοντος ότι μετά την άσκηση των δικαιωμάτων εξαγοράς τόσο από την ενάγουσα όσο και από τον διευθυντή της, ο εναγόμενος δεν προέβη στην καταβολή των συμφωνηθέντων ποσών. Ακολούθησαν συζητήσεις για τον τρόπο που θα ολοκληρωνόταν η καταβολή του ποσού εξαγοράς των μετοχών και η μεταφορά αυτών στον εναγόμενο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατόπιν των πιο πάνω συζητήσεων, συμφωνήθηκε η σύναψη μιας τρίτης συμφωνίας για την υλοποίηση της εξαγοράς των μετοχών ημ. 22.6.2020 (SPA 3). Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα καταβολής των συμφωνηθέντων ποσών τόσο στην ενάγουσα όσον και στον διευθυντή της. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος εξαγοράσει 6,000,000 μετοχές για το συνολικό ποσό των €5,350,000 ως ακολούθως: · Ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στον διευθυντή προσωπικά το ποσό των €1.070.000 για την εξαγορά των μετοχών που κατείχε στην EuroAsia και ότι ταυτόχρονα θα παρέδιδε ένα μεταβιβαστικό έγγραφο δεόντως υπογεγραμμένο και · Ο εναγόμενος θα κατέβαλλε το ποσό των €4.280.000 στην αιτήτρια για την εξαγορά των μετοχών της , σε δύο δόσεις. Η πρώτη δόση για το ποσό των €1.070.000 θα ήταν καταβλητέα εντός 3 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και η δεύτερη δόση για το ποσό των €3.210.000 θα καταβαλλόταν στην αιτήτρια έως και 90 ημέρες από την υπογραφή. Η ενάγουσα θα παρέδιδε ταυτόχρονα μεταβιβαστικά έγγραφα δεόντως υπογεγραμμένα. Ο εναγόμενος, κατά ή περί την 29/06/2020 προέβη στην καταβολή του ποσού των €1,070,000 μέσω τραπεζικού εμβάσματος και συμπληρώθηκαν τα σχετικά μεταβιβαστικά έγγραφα που απαιτούνταν για την μεταφορά των μετοχών από τον Διευθυντή της ενάγουσας XXXXX Devlin στον εναγόμενο. Μετά την καταβολή του πιο πάνω ποσού των €1,070,000 στις 29.62020, ο εναγόμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή στην ενάγουσα ως υποχρεούτο βάσει της πιο πάνω σύμβασης. Κατά την επικοινωνία του ομνύοντα με τον εναγόμενο, αυτός ουδέποτε αμφισβήτησε ή αρνήθηκε ότι οφείλει προς την ενάγουσα το ποσό που προνοούσε η εν λόγω συμφωνία. Περαιτέρω, η αναζήτηση παράτασης της πληρωμής από τον εναγόμενο σήμαινε πως γνώριζε ότι ενείχε την υποχρέωση να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η ενάγουσα ήταν και είναι έτοιμη να προβεί στην άμεση συμπλήρωση των μεταβιβαστικών εγγράφων, μόλις της καταβληθεί το συμφωνηθέν ποσό κάτι το οποίο είναι σε γνώση του εναγόμενου. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι με βάση τις πρόνοιες της τρίτης συμφωνίας ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα και να πάρει τις μετοχές της ενάγουσας. Όπως συμβουλεύεται από τους συνηγόρους του, με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε ένα καθαρό χρέος του εναγόμενου προς την ενάγουσα. Ο εναγόμενος όμως μέχρι σήμερα παραλείπει να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό προς την ενάγουσα. Η πιο πάνω συμπεριφορά και οι πράξεις του εναγόμενου συνιστούν κατά τον ομνύοντα ουσιώδη παράβαση της σύμβασης. Ο ομνύοντας συμβουλεύεται επίσης από τους δικηγόρους του ότι ο εναγόμενος, στερείται οποιασδήποτε υπεράσπισης σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας. Αντιθέτως έχει καταχωρήσει εμφάνιση απλά και μόνο για να καθυστερήσει την έκβαση της παρούσας αγωγής και εν πάση περιπτώσει για να ταλαιπωρήσει και για να καθυστερήσει την ενάγουσα από του να εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του. Ως εκ τούτου θα πρέπει κατά τον ομνύοντα το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία προς όφελος της ενάγουσας και να εκδώσει στο παρόν στάδιο συνοπτική απόφαση εναντίον του εναγόμενου, ως οι αξιώσεις στο οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου Λοϊζίδη, αναφέρεται ότι ο λόγος που η ένορκη δήλωση Devlin δεν έγινε στην Κύπρο, ήταν γιατί ο ομνύων διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να ταξιδέψει για να ορκιστεί την παρούσα ένορκη δήλωση λόγω ειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων, αλλά και ως αποτέλεσμα των ταξιδιωτικών περιορισμών και των υπόλοιπων περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν παγκοσμίως ενόψει της πανδημίας Covid-19. Ο ενόρκως δηλών πρόσθεσε ότι από την ημέρα κατά την οποία ο κος Devlin ορκίστηκε την εν λόγω ένορκη δήλωση, όπως τον πληροφόρησε ο ίδιος δεν έλαβε χώρα οποιοδήποτε γεγονός, το οποίο να αλλοιώνει τα όσα έχει αναφέρει. Αναφέρεται τέλος ότι έγινε από τους συνηγόρους της ενάγουσας κατόπιν εντολής της, η πληρωμή του τέλους χαρτοσήμανσης της συμφωνίας ημερομηνίας 22.62020 (Τεκμήριο 4 Ε/Δ Devlin) στο Τμήμα Φορολογίας και ο λειτουργός εκεί προέβηκε στη σχετική δέουσα σφράγιση που επιβεβαιώνει την καταβολή του ποσού των €12,792 ως τέλος χαρτοσήμανσης στον Έφορο Τελών Χαρτοσήμων. Η ειδοποίηση ένστασης Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην έκδοση συνοπτικής απόφασης . Στους λόγους ένστασης αναφέρονται τα πιο κάτω: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης 2. Οι ισχυρισμοί που υποστηρίζουν την Αίτηση είναι ανυπόστατοι, γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. 3. Ο Καθ΄ ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση τόσο επί της ουσίας όσο και επί νομικών θεμάτων καθώς και ανταπαίτηση, τα οποία θα πρέπει να του επιτραπεί να προβάλει στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. 4. Ο Καθ΄ ου η αίτηση αμφισβητεί επί της ουσίας το δικαίωμα της Αιτήτριας στις αιτούμενες θεραπείες της Αγωγής και την ορθότητα των απαιτήσεων της. 5. Ο Καθ΄ ου η αίτηση αμφισβητεί τους ισχυρισμούς επί των οποίων βασίζεται η απαίτηση. 6. Οι ισχυρισμοί που υποστηρίζουν την απαίτηση είναι ανυπόστατοι, γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. 7. Η Αιτήτρια σκοπίμως αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα. 8. Η Αιτήτρια παρουσιάζει μόνο μέρος των ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων και παραπλανεί το Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και το πραγματικό περιεχόμενο και νόημα των εγγράφων. 9. Η Αίτηση στηρίζεται σε ανεπαρκή μαρτυρία και/ή μη αποδεκτή μαρτυρία. 10. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καμία αιτία αγωγής εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου. Σε αυτήν, επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε υπέγραψε την συμφωνία ημερ. 22.6.2020 στην οποία η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της και η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης για συνοπτική απόφαση. Υποδεικνύει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει την υπογραφή του αλλά φέρει μόνο υπογραφές για την αιτήτρια και τον ίδιο τον Michael Devlin. Είναι επίσης προφανές από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 ότι πρόκειται για πρόχειρο έγγραφο - προσχέδιο συμφωνίας. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, ο εναγόμενος επισημαίνει ότι στο εν λόγω έγγραφο υπάρχουν ασυμπλήρωτα σημεία και άλλα που συμπληρώθηκαν δια χειρός χωρίς μονογραφή. Περαιτέρω στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 4 στο σημείο όπου τα δυο μέρη θα έπρεπε να θέσουν την υπογραφή τους δεν φαίνεται πουθενά η δική του υπογραφή. Ο εναγόμενος απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό της ενάγουσας και του XXXXX Devlin ότι υπήρξε από μέρους του παράβαση της ισχυριζόμενης συμφωνίας με φερόμενη ως ημερομηνία την 22.6.2020 για τον λόγο ότι ουδέποτε συνήφθη τέτοια συμφωνία και ως εκ τούτου, ουδέποτε δημιουργήθηκαν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις βάσει αυτής, ώστε να τίθεται ζήτημα παράβασης τους. Αναφορικά με το περιεχόμενο της πρώτης συμφωνίας εξαγοράς μετοχών ("SPA1"), ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτή δεν είναι σε ισχύ . Εν πάση περίπτωσή, ασχέτως της ισχύος ή εγκυρότητας της συμφωνίας SPA1, κατά τον ουσιώδη χρόνο η συναντίληψη και πρόθεση των μερών της συμφωνίας ήταν ότι θα μεταβίβαζε 5.000.000 μετοχές της EUROASIA INTERCONNECTOR PLC ονομαστικής αξίας €1 έκαστη στην ενάγουσα και 20,000,000 μετοχές της EUROASIA INTERCONNECTOR PLC ονομαστικής αξίας €1 στην CHINA RAILWAY 12TH BUREAU INTERNATIONAL ENGINEERING CO LTD. Στις 19.6.19 μεταβίβασε 5,000,000 μετοχές της EUROASIA INTERCONNECTOR PLC ονομαστικής αξίας €1 έκαστη στην ενάγουσα. Ενώ η ενάγουσα ανέλαβε υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των €5.000.000 για την αγορά των εν λόγω μετοχών, του κατέβαλε μόνο το ποσό των €4.000.000. Ως εκ τούτου του οφείλει το ποσό του €1.000.000 για την αγορά των εν λόγω μετοχών το οποίο ποσό μέχρι σήμερα αρνείται να καταβάλει, κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας και επί τούτου ο εναγόμενος έχει ανταπαίτηση από την ενάγουσα. Αναφορικά με την συμφωνία ημερομηνίας 27.6.2019 ("SPA2"), είναι η θέση του εναγομένου ότι οι όροι της έχουν πλήρως εκπληρωθεί και η εν λόγω συμφωνία έπαψε να βρίσκεται σε ισχύ. Περαιτέρω, σε σχέση με τα μηνύματα (τεκμ.3) και τους σχετικούς ισχυρισμούς του XXXXX Devlin στην ένορκη δήλωση της αίτησης, είναι η θέση του εναγομένου ότι παρουσιάζονται τα εν λόγω μηνύματα του αποσπασματικά και εκτός του πλαισίου σε μια προφανή προσπάθεια να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Η συμφωνία στην οποία αναφέρεται στο μήνυμα το οποίο παραθέτει ο XXXXX Devlin (SPA 1) προϋπέθετε την πλήρη υλοποίηση της συμφωνίας ημερ. 2/6/2019 (SPA 1) από μέρους της ενάγουσας δηλαδή την καταβολή ολόκληρου του συμφωνηθέντος τιμήματος και όχι μόνο μέρος του. Επίσης προϋπόθετε την εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας από όλα τα μέρη της. Εν πάση περιπτώσει ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία με φερόμενη ως ημερομηνία την 22.6.2020 (SPA3). Άλλωστε δεν θα μπορούσε να υπογράψει τέτοιο έγγραφο διότι προέβλεπε ότι θα αναλάμβανε να εξαγοράσει μετοχές από την ενάγουσα τις οποίες ο ίδιος είχε πουλήσει στην ενάγουσα, και τις οποίες όμως δεν του είχε εξοφλήσει. Ο εναγόμενος παραδέχεται στην συνέχεια, μόνο την πληρωμή από μέρους του προς τον XXXXX Devlin, του ποσού του €1.070.000. Όμως, η εν λόγω πληρωμή έγινε δυνάμει της συμφωνίας SPA 2 και όχι της ισχυριζόμενης συμφωνίας με φερόμενη ως ημερομηνία την 22/6/2020 (SPA 3) όπως ο XXXXX Devlin ισχυρίζεται. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερ. 27/6/2019, ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να αγοράσει τις μετοχές εντός 12 μηνών από την ημερομηνία σύναψης της εν λόγω συμφωνίας, το οποίο έπραξε και γι' αυτό το λόγο ο XXXXX Devlin υπέγραψε και του έστειλε το μεταβιβαστικό έγγραφο (τεκμ.6) με ημερομηνία 24.6.2020. Αναφορικά με τα μηνύματα που παρουσιάζονται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Devlin (τεκμ. 7 και 8), αυτά παρουσιάζονται κατά τον εναγόμενο και πάλι αποσπασματικά σε μια προφανή προσπάθεια να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, τα εν λόγω μηνύματα καμία αναφορά η παραδοχή του δεν περιέχουν ότι οφείλει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό. Εν πάση περιπτώσει η θέση του εναγομένου ανέκαθεν ήταν ότι η ενάγουσα θα πρέπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 2/6/2019, δηλαδή να του καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό για τις μετοχές που της έχει πουλήσει και το οποίο ποσόν αιτείται με την ανταπαίτηση του. Ο εναγόμενος αναφέρει στην συνέχεια ότι εξ' όσων τυγχάνει νομικής συμβουλής η αιτία αγωγής της ενάγουσας είναι νομικά ανυπόστατη καθώς ουδέποτε ο ίδιος συμφώνησε ούτε υπέγραψε την κατ' ισχυρισμό συμφωνία επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αγωγή. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να εκδοθεί συνοπτική απόφαση χωρίς να μπορέσει να ακουσθεί και χωρίς να του δοθεί δικαίωμα να παραθέσει μαρτυρία για να αμφισβητήσει τις αξιώσεις της ενάγουσας και να διεκδικήσει την ανταπαίτηση του. Ο εναγόμενος αναφέρει ότι εξ' όσων τυγχάνει νομικής συμβουλής, έχει καλή υπεράσπιση τόσον επί των πραγματικών γεγονότων όσον και επί νομικών θεμάτων. Εν πάση περιπτώσει όπως έχουν τα πράγματα η ενάγουσα δεν αποδεικνύει, ούτε έχει καθαρή και αναντίλεκτη αξίωση. Αντιθέτως, είναι πρόδηλο κατά τον εναγόμενο ότι τα θέματα που εγείρονται από την υπεράσπιση είναι σοβαρά και υπαρκτά και θα πρέπει να προχωρήσουν σε εκδίκαση. Υπάρχει επί του προκειμένου σοβαρή διαφωνία σε θέματα γεγονότων και τέλος, εγείρονται σοβαρά νομικά ζητήματα τα οποία χρειάζονται λεπτομερή εξέταση στο κατάλληλο στάδιο που είναι αυτό της κανονικής δίκης, όπου θα δοθεί η ευκαιρία στους διάδικους να προβάλουν και να εξηγήσουν με κάθε λεπτομέρεια τις θέσεις τους βοηθώντας έτσι και το Δικαστήριο να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. Ο εναγόμενος αναφέρει τέλος ότι εξ' όσων τυγχάνει νομικής συμβουλής, στην παρούσα αίτηση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και είναι ως εκ τούτου ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση απορριφθεί προκειμένου να μην αποστερηθεί ο ίδιος του δικαιώματος να προβάλει την πιο πάνω υπεράσπιση του και να διεκδικήσει την ανταπαίτηση του εναντίον της ενάγουσας. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 Θ1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως ακολούθως: "1 - (
  2. a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend." Από την διατύπωση της Δ.18 Θ1 (α) προκύπτει ότι: 1. Ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. Πρέπει επίσης να συνοδεύει την αίτηση του από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. 2. Στην ένορκη δήλωση του, ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ' όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Σταυρινίδης ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S. [1972] 1 AAΔ 130). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο, την δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. (Βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ [1997] 1 Α.Α.Δ. 782). 3. Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. H συνοπτική απόφαση (summary judgement) θα πρέπει να εκδίδεται με πολύ φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπιστεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (βλ. Annual Practice

(1958)σελ. 243). Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ιδωθεί και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Η ιδιαίτερη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: " Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 AAΔ.879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Για τους πιο πάνω λόγους, η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Σχετική είναι η απόφαση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, στην οποία παρατέθηκε στην σελ.789, το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Simon and Co v. Palmers Store
(1912)1 ΚΒ 259, 266: "Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial such as procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the order" Σχετική είναι επίσης η απόφαση Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή, το οποίο υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ 977: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης συνοπτικής απόφασης πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Σε ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.39 Θ.2, αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών σε αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά (βλ. Stavrinides - ανωτέρω- σελ. 166 - 167). Επίσης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Ακόμα, γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς την συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική. Βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18. (Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 1168). Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Cooperatives Industrial
(1982)1 CLR 897). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύει το βάσιμο τις υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Στην απόφαση Ch Aresti Estates Ltd κ.α. Ν. Loucas Kyprianou Co Enterprises Ltd, Πολ. Έφεση 68/11, ημερ. 21/10/2016, λέχθηκαν τα εξής επί του θέματος: «Σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ένας εναγόμενος θα πρέπει να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες για να λάβει άδεια προς υπεράσπιση, έχοντας βεβαίως πάντοτε υπόψη ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να χρησιμοποιεί την ταχεία διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18, πρέπει να ασκείται με φειδώ όπου τα όσα προτείνονται από την ένσταση δεν αφήνουν περιθώρια νόμιμης υπεράσπισης» Στην ίδια απόφαση Ch Aresti Estates (ανωτέρω), λέχθηκε ταυτόχρονα ότι οποιαδήποτε ανταπαίτηση του εναγομένου που δεν επηρεάζει την αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία δεν συνιστά υπεράσπιση στην αγωγή για σκοπούς της Δ.18. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία διέταξε συνοπτική απόφαση για έξωση των εναγομένων λόγω μη πληρωμής οφειλόμενων ενοικίων. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « Η όποια ενδεχόμενη απαίτηση των ιδίων των εφεσειόντων θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο ανταπαίτησης, ή χωριστής αγωγής, αλλά δεν επηρέαζαν το δικαίωμα των εναγόντων σε συνοπτική απόφαση.» Έχει εντούτοις νομολογηθεί ότι αν και η ανταπαίτηση θεωρείται ως ξεχωριστή αγωγή (cross action), για τους σκοπούς της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μπορεί κάτω υπό προϋποθέσεις να λογιστεί ως υπεράσπιση, χωρίς να ανατρέπεται η αρχή που καθιέρωσε η υπόθεση Ch Aresti Estates (ανωτέρω). Ωστόσο για να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για έγερση ανταπαίτησης σε αίτημα για συνοπτική απόφαση, θα πρέπει αυτή να πληροί ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφονται στην απόφαση Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1Α Α.Α.Δ 22 ως ακολούθως: «Είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται καλή τη πίστη ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (βλέπεː Morgan & Son Ltd. V S. Martin Johnson & Co.
(1949)1 K.B. 107. Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action), αλλά για τους σκοπούς της Διαταγής 18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (βλέπεː Zoedone Co. V Barrett
(1982)26 S.J. 657) » Στην πολύ πρόσφατη απόφαση L.P. Loukaides Ltd ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας, Πολ. Έφεση Ε211/14 ημ. 22.2.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την προβολή ανταπαίτησης σε αίτημα για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18. Παρατέθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Subotic v. Στυλιανίδη (ανωτέρω), και επιπλέον με παραπομπή στην υπόθεση Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1Α A.A.Δ. 376, 380, τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι στις περιπτώσεις όπου εγείρεται καλόπιστη ανταπαίτηση που προκύπτει από τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται ολόκληρη ή μέρος της απαίτησης. Τονίστηκε εντούτοις από το Εφετείο στην υπόθεση L.P. Loukaides Ltd ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας (ανωτέρω) ότι κάθε περίπτωση αίτημα συνοπτικής απόφασης κρίνεται με τα ιδιαίτερα του περιστατικά. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « Όπως και να έχουν τα πράγματα, οφείλουμε να καταγράψουμε πως όσα εκφράστηκαν στην Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, διόλου δεν αμβλύνουν την εμπεδωμένη αρχή ότι η κάθε περίπτωση αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης ενδείκνυται όπως αντιμετωπίζεται εξατομικευμένα και κατά τα όσα το περιστοιχίζουν, μακριά από αφορισμούς και αγκυλώσεις (βλ. Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Δημητράκης Γ. Συκοπετρίτης Λίμιτεδ, Π.Ε. Ε214/19, ημ. 29.9.21). Παρεμβάλλουμε, πως ο δικαστικός λόγος στην Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, δεν πρέπει να προτάσσεται ως άτεγκτη αρχή δικαίου οριζόντιας εφαρμογής σε κάθε υπόθεση αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης όπου προβάλλεται ανταξίωση.» Πρέπει επιπλέον ταυτόχρονα να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ 817). Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι επίσης η απόφαση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 Α.Α.Δ 418, 423, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή." Η αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσόν, πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Annual Practice
(1958)σελ. 264, παρ. "Question of fact"). Συμπεράσματα Σε σχέση με τις προδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1(α), κρίνω ότι αυτές έχουν αποδειχθεί από την ενάγουσα. Έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος κατέθεσε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι ο ομνύων XXXXX Devlin στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Πρόκειται για τον διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος γνωρίζει καλά τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση στην παρούσα αγωγή. Αυτό γιατί είναι το πρόσωπο που είχε συνάψει τις κατ' ισχυρισμό συμβάσεις με τον εναγόμενο και συμμετείχε στις διαβουλεύσεις μαζί του εκ μέρους της ενάγουσας, σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της αίτησης επιβεβαιώνεται η αιτία αγωγής. Επισυνάπτονται επί του προκειμένου, τόσον οι τρεις κατ' ισχυρισμό συμβάσεις (SPA) αλλά και σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τις επίδικες συναλλαγές που αφορούν τις μετοχές της Αγγλικής εταιρείας EuroAsia Interconnector PLC. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει συμμορφωθεί με τις προδικαστικές προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος. Ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης έχει μετακινηθεί στους ώμους του εναγομένου ώστε να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Ο εναγόμενος προβάλει ως κύρια υπεράσπιση, ότι ουδέποτε υπέγραψε την τρίτη συμφωνία και συνεπώς δεν υπάρχει νομικά δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των μερών. Ο συνήγορος της ενάγουσας παραπέμποντας σε Αγγλική νομολογία, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε σε αυτό το στάδιο αφού έχει ενώπιον του όλο το αναγκαίο υλικό να αποφασίσει το νομικό σημείο της σύναψης ή μη, μιας έγκυρης συμφωνίας. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα έχει παρουσιάσει όλες τις λεπτομέρειες και την μαρτυρία σχετικά με τις συνθήκες και τους λόγους που την οδήγησαν στις επίδικες συναλλαγές με τον εναγόμενο, παραθέτοντας όλη τη σχετική επικοινωνία που είχε μαζί του ο διευθυντής της, τόσο πριν, όσο και μετά την σύναψη της σύμβασης (SPA 3). Είναι η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι ο εναγόμενος δεν έχει παρουσιάσει καμία μαρτυρία που να αντικρούει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και να επιβεβαιώνει την θέση του ότι δεν υπάρχει έγκυρη συνομολόγηση, της τρίτης συμφωνίας εξαγοράς μετοχών. Αντιθέτως ο συνήγορος για τον εναγόμενο, ισχυρίστηκε παραπέμποντας ακριβώς στο περιεχόμενο της τρίτης συμφωνίας (τεκμ. 4 της αίτησης) ότι τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ουδέποτε υπέγραψε αυτό το έγγραφο επί του οποίου στηρίζεται η απαίτηση της ενάγουσας. Γίνεται αναφορά επιπλέον και στην προχειρότητα του εγγράφου αλλά και στο γεγονός ότι η ενάγουσα δεν αναφέρεται καθόλου στο ποιος προέβη πότε και γιατί, στις χειρόγραφες προσθήκες. Ούτε αναφέρεται καθόλου εάν αυτές οι προσθήκες τέθηκαν υπόψη όλων των προσώπων που κατονομάζονται επί του τεκμηρίου 4 ως συμβαλλόμενοι. Περαιτέρω δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία αν η συμφωνία κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο και πότε αφού η ημερομηνία συνομολόγησης της, τέθηκε χειρόγραφα. Αυτό είναι σημαντικό κατά τον εναγόμενο αφού σύμφωνα με το ίδιο το κείμενο της κατ' ισχυρισμό γραπτής συμφωνίας, οι προθεσμίες πληρωμών ξεκινούν από την ημερομηνία υπογραφής της. Ο συνήγορος αναφέρθηκε και στο μήνυμα ημερομηνίας 19.6.2020 από το εναγόμενο προς τον XXXXX Devlin, το οποίο αναφέρεται σε «προσχέδιο» συμφωνίας και ότι ο XXXXX Devlin σε μήνυμα του ίδιας ημερομηνίας, αποκαλεί το εν λόγω έγγραφο ως «proposed agreement», προβάλλοντας μάλιστα και τις διαφωνίες του με το εν λόγο έγγραφο. Γεγονός το οποίο κατά τον συνήγορο, ενισχύει τη θέση του εναγόμενου ότι επρόκειτο για προσχέδιο συμφωνίας, το οποίο ουδέποτε υπεγράφη από τον ίδιο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και μετά από προσεκτική μελέτη όλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και ιδιαίτερα της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης, έχω ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης για τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε ευρήματα μετά από πλήρη ακρόαση ώστε να καταλήξει κατά πόσον δικαιολογείται η απαίτηση της ενάγουσας. Σημειώνω εδώ ότι η βασική υπεράσπιση του εναγομένου ότι δεν έχει συνομολογηθεί η τρίτη σύμβαση επί της οποίας ουσιαστικά στηρίζεται η αγωγή, δεν είναι γενική και αόριστη όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ο εναγόμενος όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της ένστασης, στηρίζει την πιο πάνω θέση του στην ίδια την κατ' ισχυρισμό τρίτη συμφωνία (τεκμ. 4 στην ένορκη δήλωση της αίτησης), η οποία δεν φέρει κατά τον ίδιο, την υπογραφή του. Στηρίζεται επίσης στο γεγονός ότι στο ίδιο το έγγραφο αυτό (τεκμ. 4), υπάρχουν αρκετά σημεία που δεν συμπληρώθηκαν αλλά και πολλές χειρόγραφες σημειώσεις για τις οποίες δεν έχει δοθεί καθόλου μαρτυρία από ποιόν συμπληρώθηκαν και πότε. Ούτε μπορεί να γίνει εύρημα στο στάδιο αυτό ότι η ισχυριζόμενη γραπτή συμφωνία δυνατόν να συνομολογήθηκε στην βάση συγκεκριμένης συμπεριφοράς των μερών. Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα μηνύματα που ανταλλάχθηκαν από τον εναγόμενο με τον XXXXX Devlin. Υπάρχουν πολλά κενά σημεία και διαφορετικές ερμηνείες ως προς το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης με αποτέλεσμα η παρούσα αν μην εμπίπτει στις ξεκάθαρες εκείνες περιπτώσεις, στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος της ενάγουσας, όπου χωρίς αμφιβολία καταδεικνύεται η συνομολόγηση της σύμβασης. Το στοιχείο του κατά πόσον συνομολογήθηκε έγκυρη σύμβαση δεν μπορεί να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο με το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως αυτό μπορεί να αποφασιστεί αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές επί του αμφισβητούμενου αυτού γεγονότος. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η προβολή ανταπαίτησης από τον εναγόμενο. Δεν πρόκειται για ανταπαίτηση που, είναι εντελώς ανεξάρτητη και άσχετη με το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας όπως κρίθηκε στην υπόθεση Ch Aresti Estates (ανωτέρω). Αντιθέτως, ο εναγόμενος συνδέει άμεσα την προβληθείσα ανταπαίτηση του για το ποσόν του €1.000.000 με την αξίωση της ενάγουσας. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ο εναγόμενος ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί η συνομολόγηση της τρίτης συμφωνίας, αυτή ήταν υπό την αίρεση της εξόφλησης του πιο πάνω ποσού στον ίδιο από την πώληση των μετοχών στην ενάγουσα. Προκύπτει από όλα τα πιο πάνω ότι η ανταπαίτηση που προβάλει ο εναγόμενος είναι καλόπιστη και επιπλέον συνδέεται με τα γεγονότα της αγωγής και σχετίζεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης (βλ. Subotic v. Στυλιανίδη ανωτέρω). Ως εκ τούτου ενδείκνυται κατά την κρίση μου όπως δοθεί δικαίωμα στον εναγόμενο να υπερασπιστεί και να προβάλει την άμεσα συνδεόμενη με την υπεράσπιση ανταπαίτηση του. Όλες οι πιο πάνω θέσεις του εναγομένου όπως προβάλλονται με την προταθείσα υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, δεν θα μπορούσαν να αποφασιστούν στο παρόν στάδιο παρά μόνον μετά από πλήρη ακρόαση και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Γεγονός όμως παραμένει ότι σε περίπτωση που οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου όπως παρουσιάζονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης αποδειχθούν σε πλήρη ακρόαση, τότε αναπόφευκτα η αγωγή θα αποτύχει και η απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Θα επαναλάβω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί εξαιρετική περίπτωση και δεν εκδίδεται παρά μόνον όπου είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι ο εναγόμενος δεν έχει καθόλου υπεράσπιση. Η παρούσα υπόθεση για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν εμπίπτει σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου θα μπορούσε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Ο εναγόμενος έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή ούτως ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί. Υπάρχουν στην παρούσα, τόσον νομικά όσον και πραγματικά ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν μόνο μετά από πλήρη ακρόαση και αφού το Δικαστήριο ακούσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Ως επακόλουθο, η αίτηση απορρίπτεται. Ο εναγόμενος να καταχωρήσει την υπεράσπιση και τυχόν ανταπαίτηση του, εντός 14 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Η ενάγουσα να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.